ΣΤΟΝ ΑΕΡΑΕΡΩ — ΡαδιοΣυχνότητα
Ενωμένη ΡωμηοσύνηΕνωμένη ΡωμηοσύνηΚΕΝΤΡΟΝ ΕΝΟΤΗΤΟΣ ΚΑΙ ΜΕΛΕΤΗΣ
ΠΡΟΒΟΛΗΣ ΤΩΝ ΑΞΙΩΝ ΜΑΣ
ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ
Πανελλήνια Σύναξη στην ΙερισσόΣημαντική Ανακοίνωση προς τα Μέλη και Φίλους της «ΕΝΩΜΕΝΗΣ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗΣ» (Ε.ΡΩ.)Πρόγραμμα των Εκδηλώσεων Ετήσιας Σύναξης της Ε.Ρω στην Ιερισσό – 29/9/22 – 2/10/22Ανάγκες σε συνεργάτεςΠανελλήνια Σύναξη στην ΙερισσόΣημαντική Ανακοίνωση προς τα Μέλη και Φίλους της «ΕΝΩΜΕΝΗΣ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗΣ» (Ε.ΡΩ.)Πρόγραμμα των Εκδηλώσεων Ετήσιας Σύναξης της Ε.Ρω στην Ιερισσό – 29/9/22 – 2/10/22Ανάγκες σε συνεργάτες

Περιστατικά απο την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

31 Μαΐου 2020 · 3 λεπτά

Απο την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

 

λθ’. Ἄγ­γε­λοι βοηθοῦν στήν ἐ­ξο­μο­λό­γη­ση

Πα­λαι­ό­τε­ρα ἕ­νας ἱ­ε­ρέ­ας ἀ­πό τή Νέα Σκή­τη ἔπαιρ­νε ἐ­φη­με­ρί­α στόν Ἅ­γιο Παῦ­λο, δι­ό­τι τό Μο­να­στή­ρι δέν εἶ­χε πα­πά­δες. Μα­ζί του ἐρ­χό­ταν καί ὁ πα­ρα­δελ­φός του πού ἦ­ταν καί κα­τά σάρ­κα ἀ­δελ­φός του. Ὁ ἐ­φη­μέ­ριος ἦ­ταν 70 ἐ­τῶν καί ὁ ἀδελ­φός του 90. Κάποια φο­ρά ὁ μο­να­χός δέν αἰ­σθα­νό­ταν κα­λά καί πα­ρε­κά­λε­σε τόν πα­πᾶ νά φω­νά­ξη ἀ­πό τή Νέα Σκή­τη τόν Πνευ­μα­τι­κό νά ἐ­ξο­μο­λο­γη­θῆ καί νά κοι­νω­νή­ση. Μέχρις ὅ­μως νά ᾿ρθῆ ὁ Πνευ­μα­τι­κός, ἔ­πε­σε ὁ μο­να­χός σέ κῶ­μα. Εἶ­πε ὁ Πνευ­μα­τι­κός νά βγοῦν οἱ ἄλ­λοι ἔ­ξω. Ἀ­κο­ύμ­πη­σε τήν θε­ί­α Κοι­νω­νί­α στό τρα­πέ­ζι, γο­νά­τι­σε καί ἔ­κα­νε δυ­να­τή προ­σευ­χή: «Πα­να­γί­α μου», εἶ­πε, «μία στιγ­μο­ύ­λα νά συ­νέλ­θη νά τόν κοι­νω­νή­σω καί με­τά ἄς φύ­γη».

Γιά μία στιγμή συ­νῆλ­θε τό γε­ρον­τά­κι καί λέ­ει στόν Πνευ­μα­τι­κό: «Σ᾿ εὐ­χα­ρι­στῶ πο­λύ. Βλέ­πεις; Ἐδῶ πα­ρα­στέ­κον­ται δύ­ο ἀγ­γε­λά­κια καί μοῦ λέ­νε: ”Ποῦ νά σέ πᾶ­με; Αὐ­τά εἶ­ναι ἀ­συγ­χώ­ρη­τα. Για­τί δέν τά ἐ­ξωμο­λο­γή­θη­κες;”».

Εἶ­χε ξε­χά­σει δύ­ο σο­βα­ρές ἁ­μαρ­τί­ες, τίς ὁ­ποῖ­ες τοῦ θύ­μι­σαν οἱ Ἄγ­γε­λοι. Δέν τίς ἔ­κρυ­ψε, ἀλ­λά δέν τίς θυ­μό­ταν. Τίς ἐ­ξω­μο­λο­γή­θη­κε, τοῦ δι­ά­βα­σε συγ­χω­ρη­τι­κή εὐ­χή ὁ Πνευ­μα­τι­κός καί τόν κοι­νώ­νη­σε. Εὐ­χα­ρί­στη­σε τόν Πνευ­μα­τι­κό καί ἐ­κοι­μή­θη χα­ρο­ύ­με­νος καί ἀ­νά­λα­φρος.

 

μ’. ”Τί χα­ρά ἔ­νι­ω­σα!”

Δι­ή­γη­ση Γέροντος: «Ἤ­μουν Δα­σο­νό­μος καί εἶ­χα και­ρό νά κοι­νω­νή­σω. Τότε κοι­νω­νο­ύ­σα­με κά­θε εἴ­κο­σι μέ­ρες. Πέρασε λοι­πόν και­ρός καί ἐ­πε­θύ­μη­σα νά κοι­νω­νή­σω. Ἑ­τοι­μά­στη­κα, νή­στε­ψα τρεῖς μέ­ρες καί κα­τέ­βη­κα μέ τά πό­δια στό Μο­να­στή­ρι βα­δί­ζον­τας δυό­μι­σι ὧ­ρες. Πῆ­γα νά πά­ρω εὐ­λο­γί­α ἀ­πό τόν Ἡ­γο­ύ­με­νο. Ἐ­κεῖ­νος λί­γο θυ­μω­μέ­να μοῦ εἶ­πε, ”δέν ἔ­χει εὐ­λο­γί­α­”. Ἐ­γώ εἶ­πα· ”νἆναι εὐ­λο­γη­μέ­νο­” καί ἔ­φυ­γα. Μέσα μου ὅ­μως στε­νο­χω­ρή­θη­κα. Εἶ­πα: ”Τόσο κό­πο ἔ­κα­να νά ἔρ­θω, νή­στε­ψα, τό­σον και­ρό ἔχω νά κοι­νω­νή­σω, για­τί νά μή μέ ἀ­φή­νη;”. Ὄ­χι πώς κα­τη­γό­ρη­σα τόν Γέροντα. Μέσα μου εἶ­πα ὅ­τι αὐ­τός κα­λά κά­νει τήν δου­λειά του, ἀλ­λά ἀ­να­ρω­τι­ό­μουν σέ τί ἔ­φται­ξα, ὥ­στε νά ἐ­πι­τρέ­ψη ὁ κα­λός Θε­ός τέ­τοι­α δο­κι­μα­σί­α. Μέ στο­ί­χι­σε. Σκε­φτό­μουν ποῦ ἔφ- ται­ξα, τί ἔ­κα­να. Δέν μπο­ροῦ­σα νά βρῶ, ἴ­σως κά­τι ἦ­ταν καί δέν τό ἔ­βλε­πα. Ἐ­κεῖ πού συλ­λο­γι­ό­μου­να αὐ­τά μέ πι­ά­νουν τά δά­κρυ­α καί ἔ­κλαψα λί­γο. Λέ- γω· ”δέν πει­ρά­ζει, γιά κα­λό μου θἆ­ναι­”.

»Ὅ­ταν προ­χώ­ρη­σε ἡ ἀ­κο­λου­θί­α καί φτά­σα­με στήν Λει­τουρ­γί­α, πρίν ἀπό τό ”Μετά φό­βου­”, ἔρ­χε­ται ὁ Ἡ­γο­ύ­με­νος καί μοῦ λέ­ει νά κοι­νω­νή­σω. Τοῦ εἶ­πα ὅ­τι δέν δι­ά­βα­σα τήν θε­ί­α Με­τά­λη­ψη. Μοῦ εἶ­πε νά κά­νω ὑ­πα­κοή, νά κοι­νω­νή­σω καί νά δι­α­βά­σω με­τά τήν θε­ί­α Με­τά­λη­ψη.

»”Νἆναι εὐ­λο­γη­μέ­νο­”, εἶ­πα, καί πῆ­γα κοι­νώ­νη­σα. Ἔ, τί χα­ρά ἔ­νι­ω­σα, τί χα­ρά! Λέω, ”βρέ πει­ρα­σμέ, δι­κό σου ἦ­ταν αὐ­τό γιά νά μέ βά­λης νά πῶ κά­τι γιά τόν Γέροντα νά ψυ­χραν­θῶ, οὔ­τε νά κοι­νω­νή­σω καί νά στε­νο­χω­ρέ­σω καί τόν Γέροντα”. Ἀλ­λά δάγ­κω­σα τήν γλῶσ­σα μου νά μήν πῶ τί­πο­τε. ”Ἐγώ φτα­ί­ω­”, εἶ­πα, ”δέν φτα­ί­ει ὁ Γέροντας”».

 

μα΄. Στόν ἔ­παι­νο ἀ­κο­λου­θεῖ πει­ρα­σμός

Κάποτε χι­ό­νι­σε πο­λύ. Στήν αὐ­λή ἑ­νός Μο­να­στη­ριοῦ τό χι­ό­νι εἶ­χε φτά­σει τό 1,5 μέ­τρο. Ὁ Ἐκ­κλη­σι­α­στι­κός δέν μπο­ροῦ­σε νά πά­η στήν Ἐκ­κλη­σί­α. Πῆ­ρε τό­τε τό φτυ­ά­ρι καί ἄ­νοι­ξε δι­ά­δρο­μο. Ἔ­κα­νε πα­ρα­πά­νω ἀ­πό μία ὥ­ρα. Ὅ­ταν ὁ Ἡ­γο­ύ­με­νος τό εἶ­δε, χά­ρη­κε, τόν χτύ­πη­σε στόν ὦ­μο λέ­γον­τάς του ”μπράβο”. Σάν ἀ­πό προ­α­ί­σθη­ση ὁ Ἐκ­κλη­σι­α­στι­κός δέν ἀ­να­πα­ύ­τη­κε μέ τόν ἔ­παι­νο καί φο­βή­θη­κε μήν ἀ­κο­λου­θή­ση κα­νέ­νας πει­ρα­σμός· καί ὄν­τως συ­νέ­βη.

Τήν ἄλ­λη μέ­ρα πῆ­γε νά πῆ κά­τι στόν Ἡ­γο­ύ­με­νο, ἀλ­λά ἐ­κεῖ­νος θυ­μω­μέ­νος τόν ἔ­δι­ω­ξε: «Φῦ­γε ἀ­πό δῶ γου­ρο­ύ­νι, γα­ϊ­δο­ύ­ρι» καί ἄλ­λα, καί ὁ Ἐκ­κλη­σι­α­στι­κός δέν ἔ­βγα­λε μι­λιά.

Στήν ἀ­κο­λου­θί­α κά­θον­ταν καί οἱ δύ­ο στόν ἴ­διο χο­ρό καί ἔ­βλε­πε τόν Γέροντα μέ σκυμ­μέ­νο κε­φά­λι. Ὁ Ἐκ­κλη­σι­α­στι­κός ἔ­κα­νε κομ­πο­σχο­ί­νι γιά τόν Γέροντα καί πί­στευ­ε μέ­σα του ὅ­τι αὐ­τό ἔ­γι­νε γιά νά τόν δο­κι­μά­ση. Πῆ­γε τό­τε καί εἶ­πε στόν Ἡ­γο­ύ­με­νο: «Εὐ­λό­γη­σον, Γέροντα, νά μέ συγ­χω­ρέ­σης, ἄν εἶ­σαι στε­νο­χω­ρη­μέ­νος ἀ­πό μέ­να νά σοῦ βά­λω ὅ­σες με­τά­νοι­ες θέ­λεις. Δέν ἔ­χω τί­πο­τα. Νά μέ συγ­χω­ρέ­σης, γιά νά αἰ­σθά­νωμαι πιό ἄ­νε­τα». Ὁ Γέροντας ἀ­πάν­τη­σε ὅ­τι δέν ἔ­χει τί­πο­τε, καί ἔ­τσι εἰ­ρή­νευ­σε ὁ ἀ­νε­ύ­θυ­νος καί τα­πει­νός μο­να­χός. Ἡ ἀ­γά­πη του τόν ἔ­κα­νε νά σκέ­φτε­ται πε­ρισ­σό­τε­ρο τόν Γέροντα, μήν τυ­χόν εἶ­ναι στε­νο­χω­ρη­μέ­νος, ἄν καί ὁ ἴ­διος δέν ἀν­τι­μί­λη­σε καί δέν κα­τέ­κρι­νε τόν Ἡ­γο­ύ­με­νο.

Διαβάστε ΕΔΩ τα προηγούμενα σχετικά άρθρα

Σχετικά