ΣΤΟΝ ΑΕΡΑΕΡΩ — ΡαδιοΣυχνότητα
Ενωμένη ΡωμηοσύνηΕνωμένη ΡωμηοσύνηΚΕΝΤΡΟΝ ΕΝΟΤΗΤΟΣ ΚΑΙ ΜΕΛΕΤΗΣ
ΠΡΟΒΟΛΗΣ ΤΩΝ ΑΞΙΩΝ ΜΑΣ
ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ
Πανελλήνια Σύναξη στην ΙερισσόΣημαντική Ανακοίνωση προς τα Μέλη και Φίλους της «ΕΝΩΜΕΝΗΣ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗΣ» (Ε.ΡΩ.)Πρόγραμμα των Εκδηλώσεων Ετήσιας Σύναξης της Ε.Ρω στην Ιερισσό – 29/9/22 – 2/10/22Ανάγκες σε συνεργάτεςΠανελλήνια Σύναξη στην ΙερισσόΣημαντική Ανακοίνωση προς τα Μέλη και Φίλους της «ΕΝΩΜΕΝΗΣ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗΣ» (Ε.ΡΩ.)Πρόγραμμα των Εκδηλώσεων Ετήσιας Σύναξης της Ε.Ρω στην Ιερισσό – 29/9/22 – 2/10/22Ανάγκες σε συνεργάτες

Περιστατικά – γ΄. Τό κα­λό τέ­λος τοῦ ὑ­πο­τα­κτι­κοῦ

4 Σεπτεμβρίου 2019 · 4 λεπτά

Απο την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

    Ο γέ­ρων Χα­τζη–Γε­ώρ­γιος δι­η­γή­θη­κε στόν Ρῶσ­σο Ἀρ­χι­μαν­δρί­τη καί Πνευ­μα­τι­κό πα­πα–Μα­κά­ριο τήν κοί­μη­ση ἑ­νός μα­θη­τοῦ του, τοῦ πα­τρός Γα­βρι­ήλ, καί τίς ἐ­πι­θα­νά­τι­ες ὀ­πτα­σί­ες πού εἶ­δε ἐ­κεῖ­νος ὡς ἑ­ξῆς: «Τίς προ­άλ­λες ἐ­κοι­μή­θη ὁ ἀ­δελ­φός μας με­γα­λό­σχη­μος μο­να­χός Γα­βρι­ήλ, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἦ­ταν 26 χρό­νων. Πρίν κοι­μη­θῆ, ἦ­ταν ἄρ­ρω­στος μό­νο δύ­ο ἑ­βδο­μά­δες. Τρεῖς ἡ­μέ­ρες πρίν ἀ­πό τήν κοί­μη­σή του εἶ­δε τό ἑ­ξῆς ὅ­ρα­μα. Τοῦ πα­ρου­σι­ά­στη­καν τέσ­σε­ρις νέ­οι, πού φο­ροῦ­σαν δι­α­κο­νι­κά στι­χά­ρια καί ἦ­ταν πε­ρι­ζω­σμέ­νοι μέ ὀ­ρά­ρια. Αὐ­τοί οἱ νέ­οι τόν προ­σκα­λοῦ­σαν νά πά­η μα­ζί τους τα­ξί­δι. Τούς ἀ­πήν­τη­σε:        

–Παρ᾽ ὅ­τι θά μέ εὐ­χα­ρι­στοῦ­σε πο­λύ νά τα­ξι­δέ­ψω μα­ζί σας, ὅ­που καί ἄν πᾶ­τε, χω­ρίς εὐ­λο­γί­α  τοῦ Γέ­ρον­τά μου, δέν τολ­μῶ νά κά­νω οὔ­τε ἕ­να βῆ­μα ἔ­ξω ἀπ᾽ αὐ­τό τό κελ­λί. Πε­ρι­μέ­νε­τε λί­γο μέ­χρι νά ζη­τή­σω τήν εὐ­λο­γί­α του. Ἐ­κεῖ­νοι συμ­φώ­νη­σαν νά πε­ρι­μέ­νουν. Ὁ π. Γα­βρι­ήλ κά­λε­σε ἐ­μέ­να καί μοῦ εἶ­πε:

–Πάτερ, νά, ἤρ­θα­νε νά μέ πά­ρουν τέσ­σε­ρις νε­α­ροί διᾶ­κοι ντυ­μέ­νοι μέ ἱ­ε­ρά ἄμ­φια. Μέ κα­λοῦν νά πά­ω κά­που μα­ζί τους. Δῶσ᾽ μου τήν εὐ­λο­γί­α σου νά πά­ω μα­ζί τους. Βλέ­πω ὅ­τι εἶ­ναι πο­λύ κα­λοί ἄν­θρω­ποι, ὅτι μέ ἀ­γά­πη­σαν καί θέ­λουν νά μέ πά­ρουν ἐ­κεῖ ὅ­που μέ­νουν οἱ ἴ­διοι. Ὅ­που καί νά μέ πᾶ­νε, μα­ζί τους παν­τοῦ θά ἀ­να­παύ­ο­μαι. Λοι­πόν σέ πα­ρα­κα­λῶ, Πά­τερ, ἄ­φη­σέ με νά φύ­γω μα­ζί τους γρή­γο­ρα.

Ἀ­φοῦ τά ἄ­κου­σα αὐ­τά σκέ­φθη­κα, μή­πως πα­ρα­λη­ρεῖ ὁ π. Γα­βρι­ήλ λό­γῳ τῆς σο­βα­ρῆς του ἀ­σθέ­νειας ἤ μή­πως βρί­σκε­ται σέ δαι­μο­νι­κή πλά­νη. Γι᾽ αὐ­τό τοῦ εἶ­πα:

–Κά­νε τόν Σταυ­ρό σου, πές τήν εὐ­χή τοῦ Ἰ­η­σοῦ, καί πές σ᾽ αὐ­τούς πού ἦρ­θαν νά σέ πά­ρουν: «Δέν μπο­ρῶ νά ἔρ­θω μα­ζί σας, δέν μ᾽ ἀ­φή­νει ὁ Γέ­ρον­τας, ἐ­πει­δή δέν ξέ­ρου­με οὔ­τε αὐ­τός οὔ­τε ἐ­γώ τί ἄν­θρω­ποι εἴ­σα­στε».

Αὐ­τά πού τοῦ εἶ­πα νά κά­νη τά ἔ­κα­νε ἀ­μέ­σως, μπρο­στά μου. Ἀλ­λά οἱ ἐμ­φα­νι­σθέν­τες νέ­οι τοῦ εἶ­παν:

–Σοῦ δί­νου­με τρεῖς μέ­ρες προ­θε­σμί­α ἀ­κό­μη, στίς ὁ­ποῖ­ες μπο­ρεῖς νά σκε­φθῆς κα­λά–κα­λά καί νά προ­ε­τοι­μα­σθῆς νά φύ­γης μα­ζί μας. Με­τά ἀ­πό τρεῖς μέ­ρες θά ᾿ρθοῦ­με νά σέ πά­ρου­με ὁ­πωσ­δή­πο­τε. Καί ὕ­στε­ρα ἔ­γι­ναν ἄ­φαν­τοι.

Ὁ ἀ­σθε­νής, ἀ­φοῦ μοῦ με­τέ­φε­ρε αὐ­τά, ἦ­ταν πο­λύ χα­ρού­με­νος καί ἥ­συ­χος, λές καί τε­λεί­ως ἀ­νάρ­ρω­σε. Καί ὅ­μως παρ᾽ ὅ­λη αὐ­τήν τήν ἀλ­λα­γή προ­αι­σθα­νό­μουν ὅ­τι δέν θά ζή­σει πο­λύ καί γι᾽ αὐ­τό συ­νέ­στη­σα στόν ἱ­ε­ρο­μό­να­χό μου νά τοῦ κά­νη τό Μυ­στή­ριον τοῦ Ἁ­γί­ου Εὐ­χε­λαί­ου καί κα­θη­με­ρι­νά νά τόν κοι­νω­νά­η, ἀ­φοῦ καί ὁ ἴ­διος ὁ ἀ­σθε­νής, βέ­βαια­, τό ἤ­θε­λε. Τήν τρί­τη ἡ­μέ­ρα με­τά ἀ­πό τήν ἐμ­φά­νι­ση τῶν νέ­ων ὁ ἀ­σθε­νής ἄρ­χι­σε γρή­γο­ρα νά ἐ­ξα­σθε­νῆ σω­μα­τι­κά, ἐ­νῶ τό πνεῦ­μα του ἦ­ταν ἥ­συ­χο, ὅ­πως καί πρίν. Δέν ἔ­χα­σε τίς αἰ­σθή­σεις του μέ­χρι καί τῆς τε­λευ­ταί­ας ἀ­να­πνο­ῆς. Μία ὥ­ρα πρίν ἀ­πό τήν κοί­μη­σή του ἕ­νας πα­ρευ­ρι­σκό­με­νος ἀ­δελ­φός, ὁ ὁ­ποῖ­ος μέ­νει κον­τά μας σ᾽ ἕ­να ἐ­ρη­μη­τή­ριο, ζή­τη­σε ἀ­πό τόν ἀ­σθε­νῆ νά τοῦ ἀ­φή­ση ὡς εὐ­λο­γί­α κά­τι ἀ­πό τά προ­σω­πι­κά του πράγ­μα­τα. Ὁ ἀ­σθε­νής μέ στα­θε­ρή φω­νή ἀ­πήν­τη­σε:

–Μά, τί νά σοῦ δώ­σω; Ἀ­φοῦ ξέ­ρεις ὅ­τι δέν ἔ­χω τί­πο­τε δι­κό μου. Νά, πά­ρε ἅ­μα θέ­λης ἀ­πό ἐ­κεί­νη τήν γω­νί­α καμ­μί­α ἀ­πό τίς πέν­τε πε­τροῦ­λες, τίς ὁ­ποῖ­ες ἐ­ναλ­λάξ κρα­τοῦ­σα στό στό­μα μου γιά νά μήν ἀρ­γο­λο­γῶ. Ἀλ­λά ἕ­νας ἄλ­λος ἀ­δελ­φός, πού ἦ­ταν κον­τά, τοῦ  εἶ­πε:

–Μά, οὔ­τε οἱ πέ­τρες εἶ­ναι δι­κές σου, εἶ­ναι τοῦ Θε­οῦ καί δέν μπο­ρεῖς νά τίς δώ­σης σέ κα­νέ­να χω­ρίς τήν εὐ­λο­γί­α τοῦ Γέ­ρον­τά μας.

–Τό­τε συγ­χω­ρῆστε με γιά τό θέ­λη­μά μου, εἶ­πε ὁ ἀ­σθε­νής. Με­τά ἄρ­χι­σε νά ἀ­να­πνέ­η πιό συ­χνά καί πιό βα­ρειά ἀ­πό πρίν καί νά κοι­τά­ζη δε­ξιά–ἀ­ρι­στε­ρά. Ἐ­κεί­νη τήν ὥ­ρα τόν κοι­τοῦ­σα προ­σε­κτι­κά καί εἶ­δα ὅ­τι χα­μο­γε­λά­ει. Με­τά ὅ­λοι μας ἀ­κού­σα­με πώς εἶ­πε:

–Νά, ἦρ­θαν νά μέ πά­ρουν ἐ­κεῖ­νοι οἱ τέσ­σε­ρις διᾶ­κοι καί μα­ζί τους ἀκόμη ἕ­νας ἄλ­λος και­νούρ­ιος διᾶ­κος. Γι᾽ αὐ­τό τώ­ρα νά μέ συγ­χω­ρή­σης, πά­τερ, καί νά μοῦ δώ­σης τήν εὐ­λο­γί­α νά πά­ω μα­ζί τους.

–Ὁ ἴ­διος ὁ Θε­ός νά σέ εὐ­λο­γή­ση, τέ­κνον, νά με­τοι­κή­σης εἰς τήν αἰ­ώ­νια ζω­ή, νά πᾶς καί νά προ­σεύ­χε­σαι ἐ­κεῖ στήν Ἁ­γί­α Τριά­δα γιά μᾶς τούς ἁ­μαρ­τω­λούς, τοῦ ἀ­πήν­τη­σα. Ἀ­μέ­σως με­τά, χω­ρίς νά προ­φέ­ρη λέ­ξη, ἥ­συ­χα καί εἰ­ρη­νι­κά ἀ­πε­δή­μη­σε πρός τόν Κύ­ριον.

»Ὁ μα­κα­ρι­στός π. Γα­βρι­ήλ ἦλ­θε στό Κελ­λί μας, ὅ­ταν ἦ­ταν 16 χρό­νων, καί ἐ­κοι­μή­θη ἐν Κυ­ρί­ῳ στόν εἰ­κο­στό ἕ­κτο χρό­νο τῆς ζω­ῆς του. Ὅ­λα τά χρό­νια πού ἔ­ζη­σε μα­ζί μας ἦ­ταν πο­λύ πρᾶ­ος καί ὑ­πά­κου­ος, εἶ­χε ἀ­γά­πη σέ ὅ­λους καί τόν ἀ­γα­ποῦσαν ὅ­λοι.

Ὁ Θε­ός νά τόν ἀ­ξι­ώ­ση τῆς Βα­σι­λεί­ας τῶν οὐ­ρα­νῶν»[1].

  1. Αὐ­τή τήν δι­ή­γη­ση κα­τέ­γρα­ψε στά ρωσ­σι­κά ὁ ἱ­ε­ρο­μό­μα­χος τῆς Ἱ. Μο­νῆς Πα­να­γί­ας «Σβι­γι­άζ­σκι­ϊ» π. Μι­χα­ήλ, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἐ­κά­ρη μο­να­χός στήν ἐν Ἁ­γί­ῳ Ὄ­ρει Ἱ. Μ. Ἁγ. Παν­τε­λε­ή­μο­νος (τοῦ Ρωσ­σι­κοῦ). Ἦ­ταν αὐ­τό­πτης καί αὐ­τή­κο­ος μάρ­τυς τῆς δι­η­γή­σε­ως. Αὐ­τή ἡ δι­ή­γη­ση τυ­πώ­θη­κε στήν Ἁ­γία­ Πε­τρού­πο­λη στίς 2 Αὐ­γού­στου 1881.

Διαβάστε ΕΔΩ τα προηγούμενα σχετικά άρθρα

Σχετικά

Περιστατικά – γ΄. Τό κα­λό τέ­λος τοῦ ὑ­πο­τα­κτι­κοῦ · Ε.Ρω.