ΣΤΟΝ ΑΕΡΑΕΡΩ — ΡαδιοΣυχνότητα
Ενωμένη ΡωμηοσύνηΕνωμένη ΡωμηοσύνηΚΕΝΤΡΟΝ ΕΝΟΤΗΤΟΣ ΚΑΙ ΜΕΛΕΤΗΣ
ΠΡΟΒΟΛΗΣ ΤΩΝ ΑΞΙΩΝ ΜΑΣ
ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ
Πανελλήνια Σύναξη στην ΙερισσόΣημαντική Ανακοίνωση προς τα Μέλη και Φίλους της «ΕΝΩΜΕΝΗΣ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗΣ» (Ε.ΡΩ.)Πρόγραμμα των Εκδηλώσεων Ετήσιας Σύναξης της Ε.Ρω στην Ιερισσό – 29/9/22 – 2/10/22Ανάγκες σε συνεργάτεςΠανελλήνια Σύναξη στην ΙερισσόΣημαντική Ανακοίνωση προς τα Μέλη και Φίλους της «ΕΝΩΜΕΝΗΣ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗΣ» (Ε.ΡΩ.)Πρόγραμμα των Εκδηλώσεων Ετήσιας Σύναξης της Ε.Ρω στην Ιερισσό – 29/9/22 – 2/10/22Ανάγκες σε συνεργάτες

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ – Η «ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΤΩΝ ΕΟΡΤΩΝ»

25 Δεκεμβρίου 2012 · 11 λεπτά

ΙΩΑΝΝΟΥ ΕΛ. ΣΙΔΗΡΑ

ΘΕΟΛΟΓΟΥ – ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟΥ ΙΣΤΟΡΙΚΟΥ – ΝΟΜΙΚΟΥ

 

Ἡ ἰδιαίτερη ἡμερολογιακή καθιέρωση τῆς ἑορτῆς καί τό ἱστορικό-θεολογικό ὑπόβαθρό της.

 

Ὁ κύ­κλος τῶ­ν ἑ­ορ­τῶν μέ κέν­τρο τό Ἅ­γιο Πά­σχα, ὅ­πως εὔ­στο­χα γρά­φει ὁ Λει­τουρ­γι­ο­λό­γος, ἀ­εί­μνη­στος κα­θη­γη­τής Ἰ­ω­άν­νης Μ. Φουν­τού­λης, ἀ­κο­λου­θεῖ κα­τά βά­ση τό σε­λη­νια­κό–ἰ­ου­δα­ϊ­κό ἡ­με­ρο­λό­γιο, τό ὁ­ποῖ­ο σέ σχέ­ση μέ τό ἡ­λια­κό–ρω­μα­ϊ­κό δί­νει τήν ἐν­τύ­πω­ση τῆς μή στα­θε­ρό­τη­τας, τῆς κι­νή­σε­ως, γι᾿ αὐ­τό καί ἀ­πο­κα­λεῖ­ται «κι­νη­τός ἑορ­το­λο­γι­κός κύ­κλος». Σέ ἀν­τί­θε­ση μέ αὐ­τόν, ὁ λε­γό­με­νος «ἀ­κί­νη­τος ἑ­ορ­το­λο­γι­κός κύ­κλος» ἀ­πο­τε­λεῖ­ται ἀ­πό τίς ἑ­ορ­τές, οἱ ὁ­ποῖ­ες κα­θο­ρί­στη­καν ἀ­νε­ξάρ­τη­τα ἀ­πό τό ἰ­ου­δα­ϊ­κό ἡ­με­ρο­λό­γιο σέ στα­θε­ρή συμ­βα­τι­κή ἡ­με­ρο­μη­νί­α τοῦ ρω­μα­ϊ­κοῦ ἡ­λια­κοῦ ἡ­με­ρο­λο­γί­ου. Πολ­λές ἀ­πό αὐ­τές ἔ­λα­βαν τή θέ­ση εἰ­δω­λο­λα­τρι­κῶν καί ἰ­δι­αί­τε­ρα ἡ­λια­κῶν ἑ­ορ­τῶν, μέ τίς ὁ­ποῖ­ες καί ἔ­χουν μί­α τε­λεί­ως ἐ­ξω­τε­ρι­κή ἐν­νοι­ο­λο­γι­κή καί θε­μα­το­λο­γι­κή ἀν­τι­στοι­χί­α, ὅ­πως εἶ­ναι οἱ ἑ­ορ­τές, ἀρ­χι­κῶς τῶν Θε­ο­φα­νεί­ων καί ἀρ­γό­τε­ρα τῶν Χρι­στου­γέν­νων.

Πα­ρ᾿ ὅ­λο πού τά Χρι­στού­γεν­να εἶ­ναι χρο­νο­λο­γι­κά τό πρῶ­το γε­γο­νός, ἐν­ τού­τοις δέν εἶ­ναι καί ἡ πρώ­τη ἑ­ορ­τή τοῦ Χρι­στι­α­νι­κοῦ ἡ­με­ρο­λο­γί­ου. Ἀ­πό τά Εὐ­αγ­γέ­λια δέν μπο­ροῦ­με νά προσ­δι­ο­ρί­σου­με τήν ἀ­κρι­βῆ ἡ­μέ­ρα τῆς γεν­νή­σε­ως τοῦ Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ. Ἐ­πί­σης δέ φαί­νε­ται ἡ γέν­νη­ση τοῦ Χρι­στοῦ νά ἔ­γι­νε κα­τά τή χει­με­ρι­νή πε­ρί­ο­δο.

Ἀ­πό τή­ν ἱστο­ρι­κή ἔ­ρευ­να δι­α­πι­στώ­νε­ται ὅτι οἱ Ἀ­πό­στο­λοι καί τά μέ­λη τῆς ἀρ­χαί­α­ς Ἐκ­κλη­σία­ς γιά ἕνα ἀρ­κε­τά με­γά­λο χρο­νι­κό δι­ά­στη­μα δέ­ν ἑ­όρ­τα­ζαν τήν γέν­νη­ση τοῦ Χρι­στοῦ, ἀλ­λά τήν ἀ­νά­μνη­ση τοῦ σταυ­ρι­κοῦ θα­νά­του Του. Κα­τά τους δύ­ο πρώτου­ς αἰῶνες με­τά τόν θά­να­το τοῦ Ἰη­σοῦ  Χρι­στοῦ κα­νείς δέ­ν γνώριζε  καί λίγοι ἐν­δι­α­φέρον­τα­ν γιά τόν ἀκρι­βῆ προσ­δι­ο­ρι­σμό τῆς ἄ­γνω­στης ἡ­με­ρο­μη­νί­α­ς τῆ­ς γεν­νήσε­ώς Του.

Ἔ­χει μά­λι­στα γρα­φεῖ ὅτι οἱ πρῶ­τοι Χρι­στια­νοί θέ­λον­τας νά το­νί­σουν τή θε­ό­τη­τα τοῦ Χρι­στοῦ σκο­πί­μως ὑ­πο­βί­βα­ζαν τή ση­μα­σί­α τῆ­ς σαρ­κι­κῆς γεν­νή­σε­ώς Του. Αὐ­τό συ­νέ­βαι­νε για­τί ἀ­πέ­φευ­γαν νά γι­ορ­τά­ζουν γε­νι­κῶς τίς ἡ­μέ­ρες τῶν γε­νε­θλί­ων, πι­θα­νό­τα­τα λό­γῳ τῆς σχέ­σης τους μέ τήν ἀ­στρο­λο­γί­α καί τή μαν­τεία, τῶν πα­γα­νι­στι­κῶν συ­νη­θει­ῶν τῆς ἐ­πο­χῆς. Ἴ­σως νά τό ἔ­κα­ναν καί γιά λό­γους ἀ­πο­στα­σι­ο­ποί­η­σης ἀ­πό τίς γε­νέ­θλι­ες γι­ορ­τές τῶν ρω­μαί­ων Αὐ­το­κρα­τό­ρων, οἱ ὁ­ποῖ­οι τι­μό­ταν σάν θε­οί.

Ἡ ἔ­ναρ­ξη τοῦ­ ἑορ­τα­σμοῦ τῆ­ς γεν­νή­σε­ω­ς τοῦ­  Ἰ­η­σοῦ­  Χρι­στοῦ, πι­θα­νο­λο­γεῖ­ται ὅ­τι ἀ­νά­γε­ται κα­τά τό­ν δεύτε­ρο ἤ τρί­το αἰ­ῶνα μ.Χ. Τό ἰ­δι­αί­τε­ρα ση­μαν­τι­κό εἶ­ναι ὅ­τι ἡ ἑ­ορ­τή τῆς κα­τά σάρ­κα γεν­νή­σε­ως τοῦ Θε­αν­θρώ­που ἦ­ταν ἄρ­ρη­κτα συν­δε­δε­μέ­νη μέ τήν ἑ­ορ­τή τῶν Θε­ο­φα­νεί­ων, τῆς βα­πτί­σε­ως τοῦ Κυ­ρί­ου, καί ἑ­ορ­τα­ζό­ταν στήν Ἀ­να­το­λή ἀ­πό κοι­νοῦ, κα­τά τήν 6η Ἰα­νου­α­ρί­ου μέ τό ὄ­νο­μα «Θε­ο­φά­νεια» ἤ «Ἐ­πι­φά­νεια».

Εἰ­δι­κό­τε­ρα, στά μέ­σα δεύ­τε­ρου αἰ­ῶνα κάποι­ε­ς γνω­στι­κές αἱρε­τι­κέ­ς πα­ρα­φυά­δες ἄρ­χι­σα­ν νά ἑορ­τά­ζου­ν τά Χρι­στού­γεν­να μα­ζί μέ τή βά­πτι­ση  τοῦ Χρι­στοῦ, στίς 6 Ἰ­α­νου­α­ρί­ου, ἡ­μέ­ρα τῶ­ν εἰδω­λο­λα­τρι­κῶν ἑ­ορ­τῶν τοῦ χειμε­ρι­νοῦ ἡ­λι­ο­στα­σί­ου κα­τά τόν πα­λαι­ό­τε­ρο ἡ­με­ρο­λο­για­κό προσ­δι­ο­ρι­σμό.

Ἡ Ἐκ­κλη­σί­α μέ τίς ὀνο­μα­σί­ε­ς «Ἐ­πι­φά­νεια», «Θε­ο­φά­νεια» καί «Φῶ­τα» ἤ­θε­λε νά ἀν­τι­τά­ξει τότε στήν ἐμ­φά­νι­ση τῆς ψευ­δο­θε­ό­τη­τας ἤ τοῦ ψευ­δο­θε­οῦ Ρω­μαί­ου αὐ­το­κρά­το­ρα, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἀ­να­βι­βα­ζό­ταν στό ρω­μα­ϊ­κό θρό­νο ἤ εἰ­σερ­χό­ταν νι­κη­τές σέ κά­ποι­α πό­λη, τήν σω­τή­ρια ἐ­πι­φά­νεια ἐ­πί τῆς γῆς τοῦ ὄν­τως μό­νου ἀ­λη­θι­νοῦ Θε­οῦ Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ. Οἱ ἀρ­χές τῆς ἑ­ορ­τῆς τῶν Θε­ο­φα­νεί­ων εἶ­ναι ἀ­νά­λο­γες πρός τήν ἑ­ορ­τή τῶν Χρι­στου­γέν­νων. Οἱ ἐ­θνι­κοί (εἰ­δω­λο­λά­τρες) ἑ­όρ­τα­ζαν τήν 6η Ἰανουαρίου, σύμ­φω­να μέ τό πα­λαι­ό ἡ­με­ρο­λό­γιο, τό χει­με­ρι­νό ἡ­λι­ο­στά­σιο στήν Αἴ­γυ­πτο καί τήν Ἀ­ρα­βί­α. Στίς ἀρ­χές τοῦ τρί­του αἰ­ῶνα πρῶ­τα οἱ αἱ­ρε­τι­κοί τοῦ Βα­σι­λεί­δου ἐ­πε­χεί­ρη­σαν τήν ἀν­τι­κα­τά­στα­ση τῆς εἰ­δω­λο­λα­τρι­κῆς αὐ­τῆς ἑ­ορ­τῆς μέ τή βά­πτι­ση τοῦ Χρι­στοῦ. Οἱ ὀ­πα­δοί τοῦ αἱ­ρε­σιά­ρχου Βα­σι­λεί­δου ἀρ­χι­κά εἶ­χαν κα­θο­ρί­σει τήν ἑ­ορ­τή τῶν Θε­ο­φα­νεί­ων στίς 20 Μα­ΐ­ου ἤ στίς 19 ἤ στίς 20 Ἀ­πρι­λί­ου. Λί­γο ἀρ­γό­τε­ρα ἡ ἐκ­κλη­σί­α τῆς Ἀ­να­το­λῆς κα­θό­ρι­σε τήν 6η Ἰα­νου­α­ρί­ου ὡς ἡ­μέ­ρα ἑ­ορ­τῆς τῶν Ἐ­πι­φα­νεί­ων ἤ Θο­φα­νεί­ων.

Ἡ ἑορ­τή τῶν Ἐ­πι­φα­νείων ἤ Θεο­φα­νεί­ων εἶ­χε ἀρ­χι­κά πολ­λα­πλό θε­ο­λο­γι­κό πε­ρι­ε­χό­με­νο ὡς μνή­μη ὅ­λων ἐ­κεί­νων τῶν γε­γο­νό­των τῆς ἐ­πι­γεί­ου ζω­ῆς τοῦ Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ, διά τῶν ὁ­ποί­ων ὁ ἔν­σαρ­κος Υἱ­ός Θε­ός Λό­γος ἐ­πε­φά­νη στόν κό­σμο καί στά ὁ­ποῖ­α κα­τ᾿ ἐ­ξο­χήν ἐ­φά­νη καί πι­στο­ποι­ή­θη­κε ἡ θε­ό­τη­τά του. Τά γε­γο­νό­τα αὐ­τά ἦ­ταν: ἡ Γέν­νη­ση, ἡ προ­σκύ­νη­ση τῶν Μά­γων, ἡ βά­πτι­ση στόν Ἰ­ορ­δά­νη μέ τήν φα­νέ­ρω­ση τῆς Ἁ­γί­ας Τριά­δος, τό ἐν Κα­νᾷ θαῦ­μα τῆς με­τα­βο­λῆς τοῦ ὕ­δα­τος σέ οἶ­νο, ὁ χορ­τα­σμός τῶν πεν­τα­κι­σχι­λί­ων ἀν­θρώ­πων μέ πέν­τε ἄρ­τους καί ἄλ­λα, ὅ­που φα­νε­ρώ­θη­κε ἡ θεί­α δύ­να­μη τοῦ Θε­αν­θρώ­που Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ.

Πο­λύ εὔ­στο­χα λοι­πόν ἔ­χει γρα­φεῖ ὅ­τι ἡ ἑορ­τή τῶν Θε­ο­φα­νείων ὑ­πῆρ­ξε στήν ἀρ­χή «συγ­κεν­τρω­τι­κή ἑ­ορ­τή», κα­τά τήν ὁποί­α ἑορ­τάζον­τα­ν πολ­λά  γε­γο­νό­τα καί γι­᾿ αὐ­τό ἡ ὀνο­μα­σί­α τη­ς «Θε­ο­φά­νεια ἤ Ἐ­πι­φάνεια» εἶναι στόν πλη­θυν­τι­κό ἀ­ριθ­μό.

Ὁ  συ­νε­ορ­τα­σμός  τῶν Χρι­στου­γέν­νω­ν  μέ τά Θε­ο­φά­νεια  στήν Ἀ­να­τολή

κα­τά τό­ν Γ΄ αἰ­ῶ­να μ.Χ. συ­νε­χί­στη­κε νά ἑ­ορ­τά­ζε­ται ὡς κοι­νή ἑ­ορ­τή μέ­χρι τά τέ­λη πε­ρί­που τοῦ Δ΄ αἰ­ῶνα στήν Αἴ­γυ­πτο (Ἀ­λε­ξάν­δρεια), στά Ἱ­ε­ρο­σό­λυ­μα καί στή Θρά­κη (Ἡ­ρά­κλεια).

Κα­τά τόν Δ΄ αἰ­ῶνα ἡ Δύ­ση δέ­χθη­κε τήν ἑορ­τή τῶ­ν Ἐ­πι­φα­νεί­ων (6 Ἰ­α­νου­α­ρί­ου) ἀ­πό τήν Ἀ­να­το­λή καί στή συ­νέ­χεια ἡ Ἀ­να­το­λή λί­γο ἀρ­γό­τε­ρα πα­ρέ­λα­βε ἀ­πό τή Δύ­ση τήν ἑ­ορ­τή τῆς γεν­νή­σε­ως τοῦ Χρι­στοῦ (25 Δε­κεμ­βρί­ου), τήν ὁ­ποί­α ἀ­πό τόν Β΄ αἰ­ῶ­να ὁ Πά­πας Ρώ­μης Τε­λέ­σφο­ρος (125-136 μ.Χ.) γιά πρώ­τη φο­ρά γύ­ρω στό 135 μ.Χ. ἀ­πο­φά­σι­σε νά τι­μή­σει καί μνη­μο­νεύ­σει τό ἰ­δι­αί­τε­ρο γε­γο­νός τῆς ἐ­λεύ­σε­ως τοῦ Θε­αν­θρώ­που στόν κό­σμο, θε­σπί­ζον­τας τήν ἑ­ορ­τή τῶν Χρι­στου­γέν­νων, τήν ἐ­πο­χή τῆς βα­σι­λεί­ας τοῦ αὐ­το­κρά­το­ρα Ἀ­δρια­νοῦ.

Εἶ­ναι ἀ­πο­λύ­τως τεκ­μη­ρι­ω­μέ­νο ὅ­τι τήν 25η Δε­κεμ­βρί­ου τοῦ ἔ­τους 354 μ.Χ. ὁ Πά­πας Ρώ­μης Λι­βέ­ριος ἑ­όρ­τα­σε ἰ­δι­αι­τέ­ρως τό γε­γο­νός τῆς κα­τά σάρ­κα γεν­νή­σε­ως τοῦ Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ, ἐ­νῶ σέ ἄλ­λες το­πι­κές Ἐκ­κλη­σί­ες ἑ­ορ­τα­ζό­ταν ἀ­κό­μη στίς 6 Ἰ­α­νου­α­ρί­ου.

Σύμ­φω­να μέ τό­ν κα­θη­γη­τή Πα­νε­πι­στη­μί­ου ἀρ­χιμ. Νι­κό­λα­ο Ἰ­ω­αν­νί­δη «ὁ δι­α­χω­ρι­σμός τῆς ἑ­ορ­τῆς τῆς γεν­νή­σε­ως τοῦ Κυ­ρί­ου ἀ­πό τῆς Βα­πτί­σε­ως τῆς 6ης Ἰ­α­νου­α­ρί­ου ἀ­πο­δί­δε­ται συ­νή­θως σέ δύ­ο λό­γους:

α) Θε­ω­ρεῖται ὅτι με­τά τόν τερ­μα­τι­σμό τῶν δι­ωγ­μῶν και τῶν μαρ­τυ­ρι­κῶν θα­νά­τω­ν τῶν Χρι­στια­νῶν ἄρ­χι­σα­ν νά ὑ­πο­χω­ροῦν οἱ ἐν­θου­σι­α­στι­κές ἐ­σχα­το­λο­γι­κέ­ς τάσεις καί νά ἐ­κτι­μᾶ­ται ὅλο καί πε­ρισ­σό­τε­ρο  ἡ ἀν­θρώ­πι­νη ζωή­

καί ὡς ἐκ τού­του ἡ ἡμέ­ρα  τῆ­ς Γεν­νή­σε­ω­ς ἄρ­χι­σε νά γί­νε­ται πιό σε­βα­στή, μέ συ­νέ­πεια νά κα­θι­ε­ρω­θεῖ καί ὁ ἑ­ορ­τα­σμός τῶν Χρι­στου­γέν­νων.

β) Ὁ δεύ­τε­ρος λό­γο­ς ἀνα­φέρε­ται στήν ἀ­νάγ­κη τῆς χρι­στι­α­νι­κῆς Ἐκ­κλη­σί­α­ς νά κα­θι­ε­ρώ­σει κά­ποι­α ἑ­ορ­τή πα­ράλ­λη­λη  πρός τίς εἰδω­λο­λα­τρι­κές ἑ­ορ­τές πού ἑορ­τά­ζον­τα­ν στίς 25 Δε­κεμ­βρί­ου καί  τί­ς προ­η­γού­με­νες ἀ­πό αὐ­τήν ἡ­μέ­ρες. Εἰ­δι­κό­τε­ρα στή Ρώ­μη ἀ­πό τήν 17η ἕ­ως καί τήν 23η ἑ­ορ­τά­ζον­ταν τά Saturnalia, πού ἦ­ταν ἀ­φι­ε­ρω­μέ­να στό θε­ό Saturna (Κρό­νο) καί πε­ρι­λάμ­βα­ναν θε­α­τρι­κές πα­ρα­στά­σεις. Οἱ ἑ­ορ­τα­στι­κές ἐκ­δη­λώ­σεις κο­ρυ­φώ­νον­ταν τήν 24η καί 25η Δε­κεμ­βρί­ου, ἡ­μέ­ρα ἀ­φι­ε­ρω­μέ­νη στό θε­ό Μί­θρα, δη­λα­δή τόν «ἀ­ήτ­τη­το ἥ­λιο» (sol invictus), κα­θώς ἐ­πί­σης καί οἱ ἑ­ορ­τές Brumalia, ἑ­ορ­τα­σμός τῆς μι­κρό­τε­ρης ἡ­μέ­ρας τοῦ ἔ­τους (bruma).

Ὁ θε­ός Ἥ­λι­ο­ς ἑορ­τα­ζό­ταν στή Ρώ­μη ὡς κρα­τι­κός αὐ­το­κρα­το­ρι­κός θε­ός καί ἰδι­αί­τε­ρα κα­τά τή βα­σι­λεί­α τοῦ αὐτο­κρά­το­ρα Ἰου­λια­νοῦ (361-363μ.Χ.). Μέ τήν ἐ­πέ­κτα­ση τῆς Ρω­μα­ϊ­κῆς αὐ­το­κρα­το­ρί­α­ς στήν Ἀ­να­το­λή κα­θι­ε­ρώθη­κε ἡ συγ­κε­κρι­μένη ἑ­ορ­τή σέ χῶ­ρε­ς ὅ­που ἀρ­γό­τε­ρα ἀ­να­πτύ­χθη­κε ἡ Χρι­στι­α­νι­κή ἐκ­κλη­σία, ὅ­πως ἡ Αἴ­γυ­πτος καί ἡ Συ­ρί­α. Σέ ὁ­ρι­σμέ­να «Χρόνια» ἡ 25η Δε­κεμ­βρί­ου ση­μει­ώ­νε­ται ὡς «γε­νέ­θλιος ἡ­μέ­ρα» τοῦ «ἀ­ήτ­τη­του Ἡ­λί­ου».

Ἄ­ξιο μνεί­ας  εἶναι  ἐπίσης  τό  γε­γο­νό­ς ὅ­τι  ἡ  συγ­κε­κρι­μέ­νη  ἡ­με­ρο­μη­νί­α

τῆς ἑορ­τῆς τοῦ Ἡλί­ου ἦ­ταν ἀ­σφα­λῶς συν­δε­δε­μένη μέ τή θε­ω­ρί­α τῆς φυ­σι­κῆ­ς ἐ­πι­στήμη­ς ὅ­τι στό χει­με­ρι­νό ἡλι­ο­στάσιο  (22 Δε­κεμ­βρί­ου)  ση­μει­ώ­νεται

­ἡ  ἐ­τήσια  μι­κρότε­ρη διά­ρκεια τῆς  ἡμέ­ρας  καί  ἀν­τι­στοί­χω­ς ἡ  με­γα­λύ­τε­ρη

διά­ρκεια τῆς νύ­χτας. Ἡ ἡμέ­ρα ἀρ­χί­ζει νά με­γα­λώ­νει ἀ­πό τήν 25η Δε­κεμ­βρί­ου μέ­χρι καί τήν ἀν­τι­δι­α­με­τρι­κή πε­ρί­πτω­ση, τό θε­ρι­νό ἡ­λι­ο­στά­σιο (21 Ἰ­ου­νί­ου). Ἀ­πό πολ­λούς με­λε­τη­τές θε­ω­ρή­θη­κε δη­λα­δή ὅ­τι κα­τά τό χει­με­ρι­νό ἡ­λι­ο­στά­σιο ὁ Ἥ­λιος ἀρ­χί­ζον­τας τή νι­κη­φό­ρο πο­ρεί­α του ξα­να­γεν­νι­έ­ται καί γι᾿ αὐ­τό  κα­θι­ε­ρώ­θη­κε ὡς γε­νέ­θλιος ἡ­μέ­ρα του. Οἱ ἐ­θνι­κοί (εἰ­δω­λο­λά­τρες) λοι­πόν ἑ­όρ­τα­ζαν τή γε­νέ­θλια ἡ­μέ­ρα τοῦ ἀ­ήτ­τη­του Ἡλί­ου, τήν αὔ­ξη­ση δη­λα­δή τῆς ἡ­μέ­ρας, συμ­βο­λί­ζον­τας τή νί­κη τοῦ φω­τός κα­τά τοῦ σκό­τους.

Στή­ν πα­γα­νι­στι­κή-εἰ­δω­λο­λα­τρι­κή αὐ­τή ἑ­ορ­τή οἱ Χρι­στι­α­νι­κές ἐκ­κλη­σί­ες­  πο­λύ σο­φά καί συμ­βο­λι­κά ἀν­τέ­τα­ξα­ν τη Γέν­νη­ση τοῦ ἀλη­θι­νοῦ φω­τός, τοῦ  «νο­η­τοῦ ἡλίου τῆς δι­και­ο­σύνης», τοῦ Ἰη­σοῦ Χρι­στοῦ, ὁ ὁποῖ­ος δι­έ­λυ­σε  τή μα­κρά  νύ­κτα  τῆ­ς φθο­ρο­ποι­οῦ  ἁ­μαρ­τί­ας  καί  τῆ­ς πο­λυ­θε­ΐ­α­ς τῶ­ν εἰ­δώ-

λων.

Στό πλαί­σιο αὐ­τό ὁ Ρω­μαῖο­ς Αὐ­το­κρά­το­ρας Μέ­γα­ς Κων­σταν­τῖνος (274-323) σέ ἀν­τί­θε­ση μέ τούς προ­κα­τό­χου­ς του ἄρ­χι­σε στα­δια­κά νά τι­μᾶ ὄ­χι τόν εἰ­δω­λο­λα­τρι­κό θε­ό Ἥλιο, ἀλ­λά τό­ν ἐν­σαρ­κω­μέ­νο καί ἐναν­θρωπή­σα­ν­τα Υἱ­ό Θε­ό Λό­γο, τόν Ἰ­η­σοῦ Χρι­στό ὡς τόν ἀ­λη­θι­νό «ἥ­λιο τῆς δι­και­ο­σύ­νης», ὁ ὁ­ποῖ­ος «ἐ­πε­φά­νη ἐν σαρ­κί τῷ γέ­νει τῶν ἀν­θρώ­πων».

Οἱ συγ­γρα­φεῖς Σ. Θε­ο­δο­σί­ου καί Μ. Δα­νέ­ζης πο­λύ εὔ­στο­χα ἐ­πι­ση­μαί­νουν ὅ­τι: «Ἡ χρι­στι­α­νι­κή ἀν­τί­λη­ψη γιά τό πρό­σω­πο τοῦ ἐ­ναν­θρω­πή­σαν­τος Χρι­στοῦ, ὅ­πως προ­κύ­πτει ἀ­πό τά πρῶ­τα χρι­στι­α­νι­κά κεί­με­να καί τήν ὑ­μνο­λο­γί­α τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, μᾶς ὁ­δη­γεῖ στό συμ­πέ­ρα­σμα ὅ­τι ἡ κα­θι­έ­ρω­ση τοῦ ἑ­ορ­τα­σμοῦ τῆς γεν­νή­σε­ως τοῦ Κυ­ρί­ου στίς 25 Δε­κεμ­βρί­ου δέν ἔ­γι­νε ἀ­πο­κλει­στι­κά γιά λό­γους ἀν­τα­γω­νι­στι­κούς στήν εἰ­δω­λο­λα­τρι­κή ἑ­ορ­τῆς τῆς ἡ­μέ­ρας ἐ­κεί­νης, ἀλ­λά ὅ­τι προ­ῆλ­θε ἁ­πλῶς ἀ­πό τή ση­μα­σί­α πού ἤ­δη οἱ Χρι­στια­νοί ἀ­πέ­δι­δαν στήν ἑ­ορ­τή, ἐ­νῶ, ὅ­πως φαί­νε­ται, ἡ ἀν­τι­πα­ρά­θε­ση πρός τήν πα­γα­νι­στι­κή-εἰ­δω­λο­λα­τρι­κή ἑ­ορ­τή ὑ­πῆρ­ξε μό­νον ἡ ἀ­φορ­μή. Ὁ σκο­πός τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας δη­λα­δή δέν ἦ­ταν νά ἀν­τι­πα­ρα­τά­ξει μί­α χρι­στι­α­νι­κή ἑ­ορ­τή σέ μί­α ἐ­πι­κρα­τοῦ­σα εἰ­δω­λο­λα­τρι­κή, ἀλ­λά νά ἀ­πο­σα­φη­νί­σει τό σω­τη­ρι­ο­λο­γι­κό μή­νυ­μα  τῆς γεν­νή­σε­ως τοῦ Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ στούς πι­στούς Χρι­στια­νούς καί νά δώ­σει συγ­χρό­νως ἀ­πάν­τη­ση στίς πνευ­μα­τι­κές ἀ­να­ζη­τή­σεις τῶν ἐ­θνι­κῶν».

Στή Ρώ­μη, κα­τά τό ἔ­τος 354 μ.Χ., ἡ ἑ­ορ­τή τῶν Χρι­στου­γέν­νων ἑ­ορ­τα­ζό­ταν ἰ­δι­αι­τέ­ρως τήν 25η Δε­κεμ­βρί­ου, ἐ­νῶ στήν Ἀ­να­το­λή συ­νέ­χι­σε νά ἑ­ορ­τά­ζε­ται στίς 6 Ἰ­α­νου­α­ρί­ου μα­ζί μέ τά Θε­ο­φά­νεια ἤ Ἐ­πι­φά­νεια ἤ Φῶ­τα. Κα­τά τίς τε­λευ­ταῖ­ες δε­κα­ε­τί­ες τοῦ Δ΄ μ.Χ. αἰ­ῶ­να ἄρ­χι­σε στα­δια­κά καί σέ ὁ­ρι­σμέ­νες το­πι­κές ἐκ­κλη­σί­ες τῆς Ἀ­να­το­λῆς νά τι­μᾶ­ται ἰ­δι­αι­τέ­ρως ἡ ἑ­ορ­τή τῶν Χρι­στου­γέν­νων στίς 25 Δε­κεμ­βρί­ου.

Τό ἀρ­χι­κό ἑορ­το­λο­γι­κό θέ­μα δι­χο­το­μή­θη­κε καί τέ­θη­κε σέ ἱ­στο­ρι­κή πιά βά­ση (Γέν­νη­ση τοῦ Κυ­ρί­ου στίς 25 Δε­κεμ­βρί­ου, Βά­πτι­σμα στίς 6 Ἰ­α­νου­α­ρί­ου) κι ἔ­γι­νε ἀ­πο­δε­κτό τό νέ­ο ἑορ­το­λο­γι­κό σχῆ­μα ἀ­πό ὅ­λες τίς Ἐκ­κλη­σί­ες στήν Ἀ­να­το­λή καί τή Δύ­ση ἐ­κτός βέ­βαι­α ἀ­πό τήν Ἀρ­με­νι­κή ἐκ­κλη­σί­α, ἡ ὁ­ποί­α μέ­χρι καί σή­με­ρα κρα­τᾶ τόν ἀρ­χι­κό σύν­θε­το ἑ­ορ­τα­σμό στήν κοι­νή ἑ­ορ­τή Χρι­στου­γέν­νων-Θε­ο­φα­νεί­ων στίς 6 Ἰ­α­νου­α­ρί­ου.

Ἡ κα­τ᾿ ἀ­να­το­λάς γε­ω­γρα­φι­κή ἐ­ξά­πλω­ση καί κα­θι­έ­ρω­ση τῆς ἑ­ορ­τῆς τῶν Χρι­στου­γέν­νων στίς 25 Δε­κεμ­βρί­ου φαί­νε­ται ὅ­τι ἀρ­χι­κά ἐν­το­πί­ζε­ται λί­γο πρίν τό 380 μ.Χ. στήν Καπ­πα­δο­κί­α καί εἰ­δι­κό­τε­ρα στήν πό­λη τῆς Και­σά­ρειας, ὅ­που κα­θι­έ­ρω­σε τήν ἑ­ορ­τή ὁ Ἀρ­χι­ε­πί­σκο­πος αὐ­τῆς Βα­σί­λει­ος ὁ Μέ­γας (μαρ­τυ­ρεῖ­ται ὅ­τι στήν κα­τ᾿ ἐ­κεῖ­νο τό ἔ­τος ἱ­ε­ρουρ­γί­α τῆς λει­τουρ­γί­ας τῶν Ἐ­πι­φα­νεί­ων πα­ρευ­ρέ­θη καί ὁ αὐ­το­κρά­το­ρας Οὐά­λης).

Στή­ν πρω­τεύ­ου­σα τῆς Αὐ­το­κρα­το­ρί­ας, τήν Κων­σταν­τι­νού­πο­λη, ὁ ἑ­ορ­τα­σμό­ς  τῶν Χρι­στου­γέν­νω­ν  ὡς ξε­χω­ρι­στή  ἑ­ορ­τή  ἀ­πό τά  Θε­ο­φά­νεια  καί  ὁ 

πα­νη­γυ­ρι­σμός της στίς 25 Δε­κεμ­βρί­ου εἰ­σά­γε­ται, κα­τά τόν ἀρ­χιμ. Νι­κό­λαο Ἰ­ω­αν­νί­δη, ἀ­πό τόν ἅγιο Γρη­γό­ριο τόν Θε­ο­λό­γο. Με­τά τόν θά­να­το τοῦ Οὐά­λη καί τήν ἄ­νο­δο στόν αὐ­το­κρα­το­ρι­κό θρό­νο τοῦ Θε­ο­δο­σί­ου τοῦ Με­γά­λου, ἐ­ξε­λέ­γη τό ἔ­τος 379 ὁ ἅγιος Γρη­γό­ριος στόν Ἀρ­χι­ε­πι­σκο­πι­κό θρό­νο τῆς Κων­σταν­τι­νου­πό­λε­ως γιά νά ἀ­πο­κα­τα­στή­σει τήν Ὀρ­θο­δο­ξί­α πού εἶ­χε πλη­γεῖ ἀ­πό τήν αἵ­ρε­ση τοῦ ἀ­ρει­α­νι­σμοῦ.

Ὁ Γρη­γό­ρι­ο­ς ἀ­πό τό­ν να­ό τῆ­ς ἁ­γία­ς Ἀ­να­στα­σίας, τόν μό­νο πού εἶχε ἀ­πο­μεί­νει στά χέ­ρια  τῶ­ν Ὀρ­θο­δό­ξων, ἄρ­χι­σε τήν κη­ρυγ­μα­τι­κή καί ποι­μαν­τι­κή του δρα­στη­ρι­ό­τη­τα. Ἐ­κεῖ, γιά πρώ­τη φο­ρά ἑ­όρ­τα­σε ξε­χω­ρι­στά στίς 25 Δε­κεμ­βρί­ου τοῦ ἔ­τους 379 μ.Χ. τήν ἑ­ορ­τή τῆς γεν­νή­σε­ως τοῦ Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ καί ἐκ­φώ­νη­σε τρεῖς ἐ­πί­και­ρες ὁ­μι­λί­ες. Εἶ­ναι ἀ­ξι­ο­ση­μεί­ω­το ὅ­τι στίς ὁ­μι­λί­ες αὐ­τές ὁ ἅ­γιος Γρη­γό­ριος ὁ Θε­ο­λό­γος ἀ­να­γνω­ρί­ζει τόν ἑ­αυ­τό του ὡς εἰ­ση­γη­τή τοῦ ξε­χω­ρι­στοῦ ἑ­ορ­τα­σμοῦ τῶν Χρι­στου­γέν­νων στήν Κων­σταν­τι­νού­πο­λη: «Ἐ­γώ τε ὁ τῆς ἑ­ορ­τῆς ἔ­ξαρ­χος».

Πολ­λοί  ξέ­νοι  ἐ­ρευ­νη­τές ἀ­να­φέ­ρου­ν ὅ­τι με­τά τήν ἀπο­χώ­ρη­ση τοῦ ἁγίου

Γρη­γο­ρίου τοῦ  Θε­ο­λό­γου ἀ­πό  τό­ν θρό­νο τῆ­ς  Κων­σταν­τι­νου­πόλε­ως  κα­τά

τό ἔ­τος 381 μ.Χ. φαί­νε­ται πώς ἡ ἑορ­τή τῆς γεν­νή­σε­ω­ς τοῦ Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ ἔ­παυ­σε νά πα­νη­γυ­ρί­ζε­ται στίς 25 Δε­κεμ­βρί­ου.Τήν ἐ­πα­νει­σή­γα­γε στήν Κων-

σταν­τι­νού­πο­λη ὁ Βα­σι­λέ­ας Ὀ­νώ­ριος, πού ἔ­πει­σε τόν ἀ­δερ­φό του Ἀρ­κά­διο νά ἑ­ορ­τά­ζον­ται τά Χρι­στού­γεν­να κα­τά τό πα­ρά­δειγ­μα τῆς Ρώ­μης. Τό συμ­βάν αὐ­τό θά πρέ­πει νά συ­νέ­βη κα­τά τό ἔ­τος 395 μ.Χ.

Στήν Ἀν­τι­ό­χεια ὁ ξε­χω­ρι­στός ἑ­ορ­τα­σμό­ς τῶν Χρι­στου­γέν­νω­ν τήν 25η Δε-

κεμ­βρί­ου εἰ­σή­χθη ἀ­πό τόν Ἰ­ω­άν­νη τόν Χρυ­σό­στο­μο. Ἀ­ξι­ο­ση­μεί­ω­τη εἶ­ναι ἡ μαρ­τυ­ρί­α ὅ­τι ἡ ἑ­ορ­τή τι­μό­τα­νε ἰ­δι­αι­τέ­ρως στήν Ἀν­τι­ό­χεια κα­τά τή δε­κα­ε­τία­ (376-386). Στίς ἀρ­χές τοῦ 5ου αἰῶνα μ.Χ. καί συγ­κε­κρι­μέ­να κα­τά τό ἔ­τος 432 εἶ­χε ἤ­δη εἰ­σα­χθεῖ στήν Ἀ­λε­ξάν­δρεια ἡ ἑ­ορ­τή τῶν Χρι­στου­γέν­νων. Στήν το­πι­κή ἐκ­κλη­σί­α τῶν Ἱ­ε­ρο­σο­λύ­μων ἡ ἀρ­χαί­α σύν­θε­τη, κοι­νή ἑ­ορ­τή Χρι­στου­γέν­νων-Θε­ο­φα­νεί­ων δι­α­τη­ρή­θη­κε γιά πε­ρισ­σό­τε­ρο χρο­νι­κό δι­ά­στη­μα, ἀλ­λά τε­λι­κά ὁ πα­τριά­ρχης Ἱ­ε­ρο­σο­λύ­μων Ἰ­ου­βε­νά­λιος (425-458) εἰ­σή­γα­γε τήν ἑ­ορ­τή τῶν Χρι­στου­γέν­νων στίς 25 Δε­κεμ­βρί­ου. Ἡ κα­θι­έ­ρω­ση τοῦ ἑ­ορ­τα­σμοῦ αὐ­τοῦ ὑ­πῆρ­ξε προ­σω­ρι­νή, ἀλ­λά ἐ­πι­κρά­τη­σε ὁ­ρι­στι­κά κα­τά τό 7ο αἰῶ­να μ.Χ. στά Ἱ­ε­ρο­σό­λυ­μα σύμ­φω­να μέ τή μαρ­τυ­ρί­α τοῦ πα­τριά­ρχη Ἱ­ε­ρο­σο­λύ­μων Σω­φρο­νί­ου.

Στήν Κύ­προ στα­θε­ρά ἐ­πι­κρα­τοῦ­σε ἡ ἀρ­χαί­α ἑ­ορ­το­λο­γι­κή πρά­ξη τοῦ κοι­νοῦ ἑ­ορ­τα­σμοῦ τῶν Χρι­στου­γέν­νων–Θε­ο­φα­νεί­ων μέ­χρι καί τά τέ­λη τοῦ 4ου αἰ­ῶνα μ.Χ. Ἀ­πό τόν 5ο αἰ­ῶνα μ.Χ. ἄρ­χι­σε στή Με­γα­λό­νη­σο ὁ ξε­χω­ρι­στός ἑ­ορ­τα­σμός τῆς γεν­νή­σε­ως τοῦ Χρι­στοῦ στίς 25 Δε­κεμ­βρί­ου.

Ἀ­πό ὅλα τά πα­ρα­πά­νω γί­νε­ται σα­φέ­ς ὅτι στήν το­πι­κή ἐκ­κλη­σί­α τῆ­ς Ρώ­μη­ς ἡ ἑ­ορ­τή τῶν Χρι­στου­γέν­νω­ν τι­μό­τα­ν ξε­χω­ρι­στά ἀπό τή­ν ἑορ­τή τῆ­ς Βα­πτίσε­ω­ς καί στα­δια­κά ἡ ἑ­ορ­το­λο­γι­κή αὐ­τή συ­νή­θεια εἰ­σή­χθη καί στίς κα­τά τό­πους ἐκ­κλη­σί­ες τῆς Ἀ­να­το­λῆς ἀ­πό τά τέ­λη τοῦ 4ου μέ­χρι καί τά μέ­σα τοῦ 5ου αἰῶ­να μ.Χ.

Τε­λι­κά, ἡ δι­χο­τό­μη­ση τοῦ ἀρ­χι­κοῦ σύν­θε­του ἑορ­τα­σμοῦ τῆ­ς κα­τά σάρ­κα  γεν­νή­σε­ω­ς τοῦ Χρι­στοῦ  καί  τῆ­ς Βα­πτί­σε­ω­ς ἀν­τίστοι­χα  στίς 25 Δε­κεμ-

βρί­ου καί 6 Ἰ­α­νου­α­ρί­ου, τέ­θη­κε σέ ἱ­στο­ρι­κή πιά βά­ση καί δι­α­μόρ­φω­σε στήν πλη­ρό­τη­τά του τό Ἅ­γιο Δω­δε­κα­ή­με­ρο.

 

Ἐν­δει­κτι­κή βι­βλι­ο­γρα­φί­α: 

  • Ἀν­τω­νί­ου Πα­πα­δόπου­λου, Ἁ­γι­ο­λο­γί­α. Θέ­μα­τα Γε­νι­κά-εἰ­δι­κά  καί  ἑ­ορ­το­λο­γίου, Θεσ­σα­λο­νί­κη 1991.
  • Ἰ­ω­άν­νου Φουν­τού­λη, Λει­τουρ­γι­κά Α΄. Εἰσα­γω­γή  στή Θεί­α  Λα­τρεία,­
  • Θεσ­σα­λο­νί­κη 1993.
  • Σ. Θε­ο­δο­σί­ου-Μ. Δα­νέ­ζη, Στά ἴχνη τοῦ Ι.Χ.Θ.Υ.Σ., Ἀ­θή­να 2000.
  • Σ. Θε­ο­δο­σί­ου-Μ. Δα­νέ­ζη, Με­τρών­τα­ς  τό­ν  ἄ­χρο­νο  χρόνο. Ὁ χρό­νος
  • ­στήν Ἀστρο­νο­μί­α, Ἀ­θή­να 1994.
  • Δ. Ἀνα­το­λι­κι­ώ­τη, «Ἡ πραγ­μα­τι­κή ἡμε­ρο­μη­νί­α τῆς τοῦ Χρι­στοῦ Γεν­νή­σε­ως», Συμ­βο­λή εἰς τή­ν τάξι­ν τῆς Ὀρ­θο­δο­ξου­λα­τρείας, 15 (2000).
  • Ἀρ­χιμ. Νι­κο­λά­ου Ἰω­αν­νί­δη,  Ἡ  ἑ­ορ­τή  τῶ­ν  Χρι­στου­γέν­νων-Θε­ο­φα-
  • ­νεί­ων, Τό­μο­ς Πρα­κτι­κῶν  «Τό  χρι­στι­α­νι­κό­ν  Ἑ­ορ­το­λόγιον»   Ἀ­θῆ­ναι
  • 2007.

 

Σχετικά