ΣΤΟΝ ΑΕΡΑΕΡΩ — ΡαδιοΣυχνότητα
Ενωμένη ΡωμηοσύνηΕνωμένη ΡωμηοσύνηΚΕΝΤΡΟΝ ΕΝΟΤΗΤΟΣ ΚΑΙ ΜΕΛΕΤΗΣ
ΠΡΟΒΟΛΗΣ ΤΩΝ ΑΞΙΩΝ ΜΑΣ
ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ
Πανελλήνια Σύναξη στην ΙερισσόΣημαντική Ανακοίνωση προς τα Μέλη και Φίλους της «ΕΝΩΜΕΝΗΣ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗΣ» (Ε.ΡΩ.)Πρόγραμμα των Εκδηλώσεων Ετήσιας Σύναξης της Ε.Ρω στην Ιερισσό – 29/9/22 – 2/10/22Ανάγκες σε συνεργάτεςΠανελλήνια Σύναξη στην ΙερισσόΣημαντική Ανακοίνωση προς τα Μέλη και Φίλους της «ΕΝΩΜΕΝΗΣ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗΣ» (Ε.ΡΩ.)Πρόγραμμα των Εκδηλώσεων Ετήσιας Σύναξης της Ε.Ρω στην Ιερισσό – 29/9/22 – 2/10/22Ανάγκες σε συνεργάτες

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ : ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ

20 Δεκεμβρίου 2012 · 14 λεπτά

ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ Α. ΤΣΙΓΚΟΥ*

1. Δημιουργία καί πτώση τοῦ ἀνθρώπου

 

Ἡ ἀνερμήνευτη ἀγάπη τοῦ τριαδικοῦ Θεοῦ, ἡ ἄπειρη καί ὑπερβάλλουσα Αὐτοῦ ἀγαθότητα ἔ­φε­ρε ὅ­λα τά ὄ­ντα τοῦ κτι­στοῦ κό­σμου ἀ­πό τήν ἀ­νυ­παρ­ξί­α στήν ὕ­παρ­ξη. Ὁ Θε­ός πα­ρή­γα­γε τά πά­ντα “ἐξ οὐκ ὄ­ντων”, ὄ­χι γι­ά τί­πο­τε ἄλ­λο πα­ρά γι­ά τόν “κατ᾿ εἰ­κό­να καί καθ᾿ ὁ­μοί­ω­σίν[1] Θε­οῦ πλα­σθέ­ντα ἄν­θρω­πο. Ἡ “κα­τ’ εἰ­κό­να” Θε­οῦ δη­μι­ουρ­γί­α τοῦ ἀν­θρώ­που κα­θι­στᾶ ἀ­πα­ραί­τη­τη τή σχέ­ση του μέ τόν Δη­μι­ουρ­γό του, γι­α­τί, ὅ­ταν ὁ ἄν­θρω­πος παύ­ει νά εἰ­κο­νί­ζει στήν ὕπαρ­ξή του τόν Θε­ό, τό­τε ἀ­πο­κό­πτε­ται ὁ ἴ­δι­ος ἀ­πό τίς ρί­ζες του.

Ἡ ἴ­δι­α ἡ ἱδρυ­τι­κή σύ­στα­ση τοῦ ἀνθρώπου κα­τα­νο­εῖ­ται ὡς κά­λε­σμα σέ σχέ­ση, καθώς εἶχε τή δυ­να­τό­τη­τα καί προοπτική νά ὁ­λο­κλη­ρω­θεῖ καί νά τελειωθεῖ ὡς πρό­σω­πο ἐρχόμενος σέ κοι­νω­νί­α καί δημιουρ­γώ­ντας σχέ­ση ἀγά­πης καί με­το­χῆς μέ τό ἀ­λη­θι­νό πρό­σω­πο, τόν Θε­ό. Ὁ ἄν­θρω­πος εἶ­χε ἐξαρ­χῆς τή δυνα­τό­τητα νά μείνει κοντά στόν Θεό τῆς ἀγά­πης καί νά φθάσει στό “καθ’ ὁμοίωσιν”, νά γίνει κατά χάριν θεός. Ὁ ἔ­σχα­τος προ­ο­ρι­σμός καί ὁ μύ­χι­ος πό­θος τῆς ἀν­θρ­ώπι­νης ὕ­παρ­ξης ἦ­ταν ἡ θέ­ω­ση.

Ἦταν ὅμως ἀπό τήν ἀρχή σαφές ὅτι τό­σο ὁ ἄν­θρω­πος, ὅ­σο καί ἡ κτί­ση δέν μπο­ροῦ­σαν νά ὑπερβοῦν τά ὅ­ρια τους. Τό προπατορικό ἁ­μάρ­τημα τοῦ ἀνθρώ­που συ­νί­στα­­ται ἀκρι­βῶς στή δι­α­τά­ρα­ξη ἤ τήν ὑπέρβαση τῶν ὁ­ρί­ων με­τα­ξύ κτι­στοῦ καί ἀ­κτί­στου. Μέ τήν παρά­βαση τῆς ἐ­ντο­λῆς τοῦ Θε­οῦ ὁ ἄνθρωπος δέν μπόρεσε νά πα­ραμείνει μέσα στά δικά του ὅρια, οὔ­τε τή­ρη­σε τά μέ­τρα, πού τέ­θη­καν στή φύ­ση του ἀ­πό τόν Δη­μι­ουρ­γό του. Ὁ Ἀδάμ ἀναζήτησε τήν ἰσοθεΐα, θέ­λη­σε νά γί­νει θε­ός χω­ρίς τόν Θεό, ὀρέχτηκε μία ψεύτικη καί ἄ-θεη θέωση, το­πο­θε­τώ­ντας στή δη­μι­ουρ­γί­α τόν ἑ­αυ­τό του ὡς θε­ό. Μέ τήν πτώση του δέν δια­τή­ρησε τό πολύτιμο προνόμιο νά εἶναι μέτοχος στό ὄντως Ὄν καί νά γίνει συν­δη­μιουργός Του. Δέν πίστεψε στόν Δη­μι­ουργό του, ἀλλά ἐμπιστεύθηκε ἀλλοῦ τήν ὕπαρξή του. Μέ τήν πράξη του ἀμαύ­ρω­σε τό κάλ­λος τῆς εἰ­κό­νας, πού ἔ­φε­ρε μέ­σα του καί κατέπεσε ἀπό τό πνευ­μα­τι­κό ὕ­ψος τό ὁ­ποῖ­ο τοῦ δω­ρή­θη­κε.

Οἱ συ­νέ­πει­ες τῆς ἁ­μαρ­τί­ας, τῆς ἀ­στο­χί­ας καί ἀ­πο­μά­κρυν­σης τοῦ ἀν­θρώ­που ἀ­πό τόν Θε­ό ὑ­πῆρ­ξαν πολ­λές, ὅπως: προσ­βο­λή τοῦ λο­γι­κοῦ καί τοῦ αὐ­τε­ξου­σίου τοῦ ἀνθρώ­που, ἀποδημία τοῦ Ἁ­γίου Πνεύμα­τος, προϊ­οῦ­σα ὑ­πο­τα­γή καί ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κή πα­ρά­δο­ση στίς δυ­νά­μεις τοῦ κα­κοῦ, τῆς φθο­ρᾶς καί τοῦ θανά­του, δι­εύ­ρυν­ση τοῦ χά­σμα­τος με­τα­ξύ αὐ­τοῦ καί τοῦ Θε­οῦ, μί­σος καί ἔ­χθρα πρός τόν Θε­ό. Τήν ἀποξένωση καί ἀλ­λο­τρί­ω­ση ἀ­πό τόν Θε­ό ἀ­κο­λού­θη­σε ἡ ἀλ­λο­τρί­ω­ση ἀ­πό τόν πλη­σί­ον, τό πε­ρι­βάλ­λον, ἀλ­λά καί ἀ­πό τόν ἴ­δι­ο τόν ἑ­αυ­τό του. Δι­α­λύ­θη­καν ὅ­λες οἱ κοι­νω­νι­κές του σχέ­σεις μέ τό συ­νάν­θρω­πό του καί μέ τά ὄ­ντα καί ἔτσι ὁ­δη­γήθηκε σέ κα­τά­στα­ση ἀκοι­νω­νη­σί­ας.

Ὁ πρῶτος ἄνθρωπος, ὁ Ἀδάμ ἐξαιτίας τῆς ἁμαρτίας του γνώρισε τό θά­να­το. Ὁ θάνατος ἦταν ἡ πλέον σοβαρή συνέπεια τῆς ἀποστασίας τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ ἁμαρ­τί­α τοῦ προπάτορος Ἀ­δάμ ἐ­γκαι­νί­α­σε μία κα­τά­στα­ση φθο­ρᾶς καί θα­νά­του, ἀ­φοῦ, ἐ­ξαι­τί­ας τῆς πα­ρα­κο­ῆς τοῦ ἑ­νός, προ­σε­βλή­θη ὁλόκληρη ἡ ἀν­θρώ­πι­νη φύ­ση καί κα­τέ­στη ἄρ­­­ρω­στη. Ἡ ἀρρώστια αὐτή κλη­­­ροδοτεῖ στούς ἀνθρώ­πους τή φθορά καί τό θά­να­το. Σ’ αὐτές ἀκριβῶς τίς συνέπειες “με­­τέ­χουμε” ὅλοι, γιατί στόν Ἀδάμ ὑ­πῆρ­χαν “οἱ λό­γοι τῆς δι­α­­δο­χῆς” ὁ­λο­κλή­­ρου τοῦ ἀν­θρω­πί­νου γέ­νους. Διευκρινίζεται, ὅτι δέν εἴμαστε βεβαίως προσωπικά ἔνοχοι γιά τό ἁμάρ­τημα τοῦ Ἀδάμ, παρά μόνο ὑπεύθυνοι γιά τίς προσωπικές μας ἁμαρτίες.

Ὅταν ἔ­πε­σε ὁ Ἀ­δάμ συμπα­ρέ­συ­ρε μα­ζί του στήν ἁ­μαρ­τί­α καί συνεπακό­λου­θα στή φθορά καί τό θά­να­το ὁλόκληρη τήν κτί­ση[2]. Ὅ­μως κά­θε μία ἀ­πό τίς συ­νέ­πει­ες τῆς πτώ­σης χωριστά καί ὅ­λες μα­ζί αἴ­ρο­νται καί κα­ταρ­γοῦ­νται μέ τό σωτηριῶδες ἔρ­γο τοῦ Χρι­στοῦ.

 

2. Τό Μυ­στή­ρι­ο τῆς ἔν­σαρ­κης Οἰ­κο­νο­μί­ας

 

Τό σχέδιο τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ γιά τή σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου, γνωστό ὡς Μυ­στή­ρι­ο τῆς θεί­ας Οἰ­κο­νο­μί­ας, ξε­κι­νᾶ μέ τό γε­γο­νός τῆς δη­μι­ουρ­γί­ας τοῦ κό­σμου καί τοῦ ἀν­θρώ­που, συ­νε­χί­ζε­ται μέ τήν ἔνσαρκη Οἰκονομία τοῦ Λόγου, διά τῆς ὁ­ποί­ας ἔχει τή δυνα­τό­­τη­τα νά σώζεται κάθε ἄνθρωπος καί ὁλόκληρη ἡ κτί­ση, καί ἐν τέλει ὁλοκλη­ρώνε­ται στά ἔσχατα. Στήν ἀρχι­κή δημιουργία, τήν ἀναδημιουργία καί στά ἔσχατα τό κεντρικό πρό­σω­πο εἶναι ὁ Χριστός. Αὐτός εἶ­ναι “ἀρ­χή καί τέ­λος[3] τῆς πο­ρεί­ας τοῦ ἀν­θρώ­­που ἀ­πό τήν πρω­το­­λο­γί­α, δι­ά μέ­­σου τῆς ἱ­στο­ρί­ας, πρός τά ἔσχατα.

Τό ἀν­θρώ­πι­νο γέ­νος εἶ­χε τό­σο ἐ­ξα­γρι­ω­θεῖ, πού δέν μπο­ροῦ­σε νά τό σώ­σει κα­μί­α ἄλ­λη ἐ­πέμ­βα­ση, πα­ρά μό­νο ἡ ἐνσάρ­κω­ση τοῦ Υἱ­οῦ καί Λόγου τοῦ Θε­οῦ Πατρός. Ἡ πτώ­ση τοῦ ἀν­θρώ­που ἦ­ταν τό­σο με­γά­λη, ὥ­στε τό γε­γο­νός τῆς ἐ­ναν­θρώ­πη­σης νά φα­νε­ρώ­νει ἀπό τή μία πλευ­­ρά τό μέ­γε­θος τῆς πτώ­σης καί ἀ­πό τήν ἄλλη τή μέ­γι­στη ἀνά­­γκη γι­ά λύτρωση καί σω­τη­ρί­α, πού ἐ­πι­ζη­τοῦ­σε ἡ ἀν­θρώ­πι­νη ὕ­παρ­ξη. Τήν ἔ­λευ­ση τοῦ­ Θε­οῦ τήν εἶ­χε ἀ­νά­γκη μόνον ὁ ἄν­θρω­πος καί ὄ­χι βεβαίως ὁ ­ἴδι­ος ὁ Θε­ός. Ὁ Λόγος ἔ­γι­νε ἀληθινός ἄν­θρω­πος, γι­ά νά κα­τα­στή­σει τόν ἄν­θρω­πο θε­ό. ῏Ηλ­θε στόν κό­σμο γι­ά νά νά μᾶς προσφέρει τή ζωή Του, γιά νά “ζή­σω­μεν δι᾿ Αὐ­τοῦ[4] καί νά εἰ­σέλ­θει ὁ ἄν­θρω­πος στή θεί­α ζω­ή Του.

Ἡ Μυ­στή­ρι­ο τῆς ἔν­σαρ­κης Οἰ­κο­νο­μί­ας τοῦ Υἱοῦ καί Λό­γου τοῦ Θεοῦ εἶ­ναι “τό πά­ντων και­νῶν και­νό­τα­τον, τό μό­νον και­νόν ὑ­πό τόν ἥ­λι­ον[5] γεγονός πού τέμνει τήν ἀνθρώπινη ἱστορία. Ὡ­στό­σο, ἡ ἐνανθρώπηση εἶναι μυστήριο “και­νό” μό­νο γι­ά τούς ἀν­θρώ­πους καί αὐ­τό γι­α­τί εἶ­χε προ­βλε­φθεῖ πρό τῶν αἰ­ώ­νων ἀπό τόν Θεό γι­ά τήν ἀ­να­δημιουργία τῆς ἀρ­ρω­στη­μέ­νης ἀν­θρώ­πι­νης φύ­σης. Ὁ Θε­ός προ­αι­ω­νί­ως ­γνώ­ρι­ζε ὅ­τι ὁ ἄν­θρω­πος ἐ­πρό­κει­το νά πα­ρα­βεῖ τήν ἐ­ντο­λή του καί προ­ό­ρι­σε τήν ἀ­νά­πλα­σή του[6]. Κα­τά συ­νέ­πεια, τό “χρό­νοις αἰ­ω­νί­οις σε­σι­γη­μέ­νον” Μυ­στή­ρι­ο τῆς θεί­ας Οἰ­κο­νο­μί­ας, ὅ­πως αὐ­τό φα­νε­ρώ­θη­κε στόν κό­σμο “ὅ­τε ἦλ­θε τό πλή­ρω­μα τοῦ χρό­νου[7], ἑρ­μη­νεύ­ε­ται σύμ­φω­να μέ τόν ἀρ­χι­κό σκο­πό τῆς δη­μι­ουρ­γί­ας.

Ἡ ἐνανθρώπηση τοῦ Λόγου εἶ­ναι ἔκ­φρα­ση φι­λάν­θρω­πης Οἰ­κο­νο­μί­ας, εἶναι “συ­γκα­τά­βα­σις” καί “κέ­νω­σις” τοῦ Θε­οῦ, τήν ὁ­ποί­α ὁ Χρι­στός ἀ­περ­γά­ζε­ται γιά νά κα­τα­στή­σει τόν ἄν­θρω­πο κατά χάριν κοι­νω­νό καί μέ­το­χο τῆς δό­ξας Του. “Ὁ Λόγος σάρ­ξ ἐ­γέ­νε­το[8] καί ἦλ­θε ἀνάμεσά μας, γιά νά μπορέσουμε νά φθά­σουμε στήν κατά χάριν θέωση. Πολύ συχνά οἱ Πα­τέ­ρες ἐ­πα­να­λαμ­βά­νουν μέ ταυτόσημες ἐκφρά­σεις τήν κλα­σ­ι­κή δι­α­τύ­πω­ση τοῦ Με­γά­λου Ἀ­θα­να­σί­ου: “Αὐ­τός γάρ (ὁ Λό­γος) ἐ­νην­θρώ­πη­σεν, ἵ­να ἡ­μεῖς θε­ο­ποι­η­θῶ­μεν[9]. Αὐτή ἀκριβῶς ἡ ἀλήθεια διαποτίζει ὁλόκληρη τήν ὀρθό­δοξη θεολο­γία καί ζωή.

Ἡ πα­τε­ρι­κή δι­δα­σκα­λί­α ὑ­πο­γραμ­μί­ζει τή δι­πλή ὄ­ψη τοῦ σκοποῦ τῆς ἐ­ναν­θρώ­πη­σης. Τό ἔρ­γο τοῦ Χρι­στοῦ δέν πε­ρι­ο­ρί­ζε­ται μό­νο στήν προ­σφο­­­ρά τῆς λύ­τρω­σης τοῦ πε­πτω­κό­τος ἀν­θρώ­που καί τῆς ἀ­πε­λευ­θέ­ρω­σής του ἀ­πό τή δου­λεί­α τῆς φθο­ρᾶς καί τοῦ θα­νά­του, ἀλ­λά ἐκτείνεται καί στή χο­ρή­γη­ση νέ­ας ζω­ῆς, πού εἶ­ναι ἡ δυ­να­τό­τη­τα καί ἡ δω­ρε­ά σω­τη­ρί­ας καί θέωσής του. Στήν ὀρ­θό­δο­ξη πα­ρά­δο­ση ἡ ἐ­ναν­θρώ­πη­ση δέν ἑρ­μη­νεύ­τη­κε ἁ­πλῶς ὡς ἐ­πα­νόρ­θω­ση καί ἀ­πο­κα­τά­στα­ση ἀπό τήν ἁ­μαρ­τί­α ἤ ἀκόμη ὡς προ­σφο­ρά λύ­τρου, ἀλ­λά ὡς ἀ­να­δη­μι­ουρ­γία, συ­νέ­χει­α τῆς πρώ­της δη­μι­ουρ­γί­ας τοῦ ἀν­θρώ­που καί ὡς φα­νέ­ρω­ση τοῦ νέ­ου Ἀ­δάμ, ὡς ἀ­παλ­λα­γή ἀ­πό τή φθο­ρά καί τό θά­να­το, ὡς ἀνα­καί­νι­ση, θέ­ω­ση καί σω­τη­ρί­α τοῦ ἀν­θρώ­που.

Ἡ ἐνανθρώπηση τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ Πατρός, ἡ ἀναδημιουργία, ὅπως καί ἡ πρώτη δημιουργία, ἦταν ἐκδήλωση τῆς ἄπειρης ἀγάπης καί τοῦ “ἀνει­κάστου ἐλέους” τοῦ Θεοῦ πρός τά δημιουργήματά Του· “Οὕτως γάρ ἠγάπησεν ὁ Θεός τόν κόσμον, ὥστε τόν υἱόν τόν μονογενῆ ἔδωκεν, προκει­μένου κάθε ἕνας πού πιστεύει νά ἔχει “ζωήν αἰώνιον[10]. Μέ τήν ἐ­ναν­θρώ­πη­ση τοῦ Λόγου ἀ­πο­κα­λύ­πτε­ται ἡ ἀμέτρητη εὐσπλαχνία καί φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ πού κα­τε­βαί­νει στόν ἄν­θρω­πο γι­ά νά μπορέσει αὐτός νά ἀ­νέ­βει στόν Θε­ό. Αὐτός θέ­λη­σε νά ἀνα­στή­σει τόν πα­ρα­πε­σό­ντα ἄν­θρω­πο ὄ­χι μέ κά­ποι­ο ἄλ­λο μέ­σο, ἤ κάποιο μεσάζοντα, “ἀλ­λά δι­’ ἑαυ­τοῦ”, ὥ­στε νά τι­μή­σει πε­ρισ­σό­τε­ρο καί νά δο­ξά­σει τό ἀνθρώπινο γέ­νος. Ὁ Θεός δέν ἐ­πε­νέ­βη μέ κά­ποι­ον ἀ­κα­τα­νό­η­το στήν ἀν­θρώ­πι­νη ἐ­μπει­ρί­α τρό­πο, οὔ­τε θέ­λη­σε νά ἔλ­θει μέ ἕ­να φαι­νο­με­νο­λο­γι­κό ἤ ἐ­ντυ­πω­σι­α­κό τρό­πο (κα­τά φα­ντα­σί­αν ἤ κα­τά δό­κη­σιν) γι­ά νά μᾶς ἐ­ντυ­πω­σι­ά­σει πρό­σκαι­ρα ἤ νά μᾶς κα­τα­τρο­μά­ξει μέ φα­ντά­σμα­τα καί ἀπειλές.

Ἐ­κεῖ­νο πού ὄ­φει­­λε νά πράξει ὁ ἄν­θρω­πος ἀ­νυ­ψού­με­νος καί ἐρ­χό­με­νος σέ σχέση καί κοι­­νω­νί­α μέ τόν Δη­μι­ουρ­γό του, ἀ­πό τόν ὁ­ποῖ­ο ἀ­πο­μα­κρύν­θη­κε ἐξαι­τί­ας τῆς ἐν ἐ­λευ­θε­ρί­ᾳ ἄ­στο­χης ἐ­πι­λο­γῆς του, τό πρα­γμα­το­ποι­εῖ ὁ ἴδιος ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ Πατρός κα­τερ­χό­με­νος πρός τόν ἐκ­πε­σό­ντα ἄν­θρω­πο. Ἡ ἀν­θρώ­πι­νη φύ­ση δέν μπο­ροῦ­σε ἀ­πό μό­νη της νά δη­μι­ουρ­γή­σει προϋ­πο­θέ­σεις ἀνα­δη­μιουργίας καί σω­τη­ρί­ας της, γι­α­τί ἐ­άν αὐτή ἦ­ταν “ἱκανή” καί “αὐ­τάρ­­κης”, τό­τε θά μπο­ροῦ­σε νά θε­ω­ρη­θεῖ ὡς πε­ριτ­τή καί ἀνω­φελής ἡ θεία πα­ρέμ­βα­ση δι­ά τοῦ μυ­στη­ρί­ου τῆς ἐ­ναν­θρώ­πη­σης.

Τά μέλη τῆς Ἐκκλησίας σχετικά μέ τό γε­γο­νός τῆς ἔν­σαρ­κης Οἰ­κο­νο­μί­ας τοῦ Υἱοῦ καί Λό­γου, τῆς “ἀ­­να­­κρά­σε­ως, δηλαδή τῆς μοναδικῆς καί δυσερ­μή­­νευτης ἕνω­σης τῆς θεί­ας μέ τήν ἀν­θρώ­πι­νη φύ­ση στό πρό­σω­πο τοῦ Χρι­­­στοῦ, ἐπανα­λαμ­βάνουν τά λόγια τοῦ ὑμνωδοῦ: “Μυ­στή­ρι­ον ξέ­νον, ὁ­ρῶ καί πα­ρά­δο­ξον[11]. Γι’ αὐτό καί ἡ προ­σέγ­γι­ση τοῦ Μυ­στη­ρί­ου τῆς θεί­ας Οἰ­κο­νο­μί­ας, ἐκ μέ­ρους τοῦ ἀν­θρώ­­που, ὑ­περ­βαί­νει κάθε ἔννοια καί πο­λυ­πραγμοσύνη, ἐκφεύ­γει τῶν πε­πε­ρα­σμέ­νων ὁ­ρίων του. Προϋ­πο­θέτει καί ἀ­παι­τεῖ σχέ­­ση πί­στης-ἐ­μπι­στο­σύ­νης, ἀ­πο­δο­χῆς καί με­το­χῆς στό γε­γο­νός· “Οὐ φέ­ρει τό μυ­στή­ρι­ον ἔ­ρευ­ναν· πί­στει μό­νῃ τοῦ­το πά­ντες δο­ξά­ζο­μεν[12]. Αὐτή δέ ἡ πίστη δέν στηρίζεται σέ ἰδέες, ἀπόψεις ἤ  ἀφη­ρημένες ἔννοιες, ἀλλά στήν ἱστορία, σέ πρόσωπα καί γεγονότα, στό μεγάλο “μυστήριο τῆς εὐσεβείας· Θεός ἐφανερώθη ἐν σαρκί[13].

 

3. Ἡ σημασία τῆς ἐνανθρώπησης γιά τόν ἄνθρωπο

 

Ὁ ἐνανθρωπήσας Λόγος ἐ­ξῆλ­θε ἀ­πό τόν ἑ­αυ­τό Του καί δημιούργησε τόν ἴδιο τόν ἑαυτό του ἄνθρωπο, κατά πάντα ὅμοιο μέ ἐμᾶς χωρίς ἁμαρτίας, καί ἔτσι ὡς Θε­άν­θρω­πος ἔσω­σε ἅπαξ καί διά παντός τόν ἄν­θρω­πο ἀ­πό τή φο­ρά του πρός τήν ἀ­νυ­παρ­ξία. Ὁ πρω­τό­γο­νος ἄν­θρω­πος τῆς ἁ­μαρ­τί­ας ἀ­ναγεννᾶται στό πρό­σω­πο τοῦ γεν­νή­το­ρα τῆς και­νῆς ζω­ῆς.

Μέ τήν Ἐ­ναν­θρώ­πηση τοῦ Λό­γου ἀ­πο­κα­λύ­πτε­ται ὄ­χι μό­­νον ἡ ἀλήθεια γιά τόν τρι­α­δι­κό Θε­ό, ἀλ­λά φα­νε­ρώ­νε­ται καί ἡ πλήρης ἀλήθεια γιά τόν κόσμο καί τόν ἀ­λη­θι­νό, τόν αὐ­θε­ντι­κό καί πλήρη ἄν­θρω­πο. Ἄ­με­ση συ­νέ­πει­α τούτου εἶ­ναι ὅ­τι ἡ ὀρ­θό­δο­ξη περί ἀνθρώπου διδα­σκα­λίας θεμελιώνεται ἀπαραιτήτως στό θε­αν­δρι­κό πρό­σω­πο τοῦ Χρι­στοῦ. Ὁ Θεάν­θρω­πος εἶναι τό “ἀρχέτυπο”, τό “ὑπό­δειγμα[14] καί ὁ “ὑπογραμμός[15] τοῦ ἀληθινοῦ ἀνθρώ­που. Ἡ ἀ­λη­θι­νή γνώση γιά τόν Θεό, προερχόμενη ἀπ’ ὅσα μᾶς γνωστο­ποιεῖ ἡ γέννηση τοῦ Χριστοῦ -“ἡ γέννησίς σου Χριστέ ὁ Θεός ἡμῶν ἀνέτειλε τῷ κόσμῳ, τό φῶς τό τῆς γνώσεως”- (ἀπολυτίκιο Χριστου­γέν­­νων) ὁδηγεῖ καί σέ ἀλη­θι­νή γνώση γιά τόν ἄνθρωπο.

Τό μυστήριο τῆς ἐνανθρώπησης ἔλυσε ὁριστικά τό πρόβλημα τῆς ἀλήθειας γιά τόν Θεό καί τόν ἄνθρωπο ταυτόχρονα. Αὐτό ὀφείλεται στήν ἱστορική πραγμα­τικό­τητα καί στή διαχρονική πίστη τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινότητας ὅτι ὁ Χριστός δέν εἶναι μόνο τέλειος καί ἀληθής Θεός ἀλλά καί τέλειος καί ἀληθής ἄνθρωπος, εἶναι Θεάνθρωπος. Ἑπομένως, τήν ἀ­λή­θει­α τοῦ αὐ­θε­ντι­κοῦ ἀν­θρώ­που ἀ­πο­κά­λυ­ψε καί φα­­νέρωσε αὐ­το­προ­σώ­πως ὁ ἴδιος ὁ Χριστός.

Στήν ὀρ­θό­δο­ξη πα­ρά­δο­ση καί ζωή, ἡ ἀ­λή­θει­α πε­ρί Θε­οῦ καί ἀν­θρώ­­­που ταυ­­τί­ζε­ται πάντοτε μέ συγκεκριμένο πρό­σω­πο καί οὐδέ­πο­τε νο­εῖ­ται ἀ­νυ­­­πο­στά­τως καί ἀπρο­σώπως. Ἡ πλη­ρό­τη­τα καί κα­­θο­λι­κό­τη­τα αὐ­τῆς τῆς ἀ­λή­θει­ας εἶ­ναι τό πρό­σω­πο τοῦ Ἰησοῦ Χρι­στοῦ, ὁ ὁ­ποῖ­ος δι­α­κή­ρυ­ξε: “Ἐ­γώ εἰ­μί ἡ ἀ­λή­θει­α[16]. Ἡ “ἀ­λή­θει­α” τῆς αὐ­θε­ντι­κῆς ὕ­παρ­ξης τοῦ ἀν­θρώ­που “δι­ά ᾿Ι­η­σοῦ Χρι­στοῦ ἐ­γέ­νε­το[17]. Τήν ἀλήθεια αὐτή ἐξέφρασε ἡ αὐτοαλήθεια ὁ Χριστός ἐμπράκτως, ὄχι ὡς λέγειν, ἀλλά ὡς ποιεῖν, ὡς “ὁ ποιῶν τήν ἀλήθειαν[18]. Αὐ­τό ση­­­μαί­νει ὅ­τι ἡ δυ­να­τό­τη­τα ἀνά­δειξης καί τελείωσης τοῦ ἐν Χριστῷ ἀνθρώπου ὑ­πάρ­χει μόνο με­τά τήν ἐ­ναν­θρώ­πη­ση. Τό νά εἶναι ἀ­λη­θινός καί αὐ­θε­ντι­­κός ὁ ἄν­θρωπος εἶ­ναι ταυ­τόσημο μέ τό νά κοι­νω­νεῖ μέ τόν Θεάν­θρωπο Χρι­στό καί νά μετέ­χει στή χριστο­ζωή. Γι­’ αὐ­τό ἀκριβῶς οἱ ἔχοντες κοινωνία μαζί Του, οἱ φί­λοι Του, οἱ ἅ­γι­οι, γνω­ρί­ζουν ἐ­μπει­ρι­κά ὅ­τι ὁ Χριστός δέν εἶναι μόνο “ἡ ὁδός, ἀλήθεια”, ἀλλά καί “ ζωή[19]. Ἡ κοι­νω­νί­α τῶν πιστῶν μα­ζί Του εἶ­ναι ζω­ή ἤ ὀρ­θό­τε­ρα πλη­σμο­νή ζω­ῆς “ἵ­να ζω­ήν ἔ­χω­σιν καί πε­ρισ­σόν ἔ­χω­σιν[20].

Ὁ Λόγος, ὄντας τέλειος Θεός, προσέλαβε ὁλόκληρη τήν ἀνθρώ­πινη φύση, ἔγινε τέλειος ἄνθρωπος καί ἀναναδημιούργησε, θέωσε καί ἔσωσε ὁλόκληρη τήν ἀνθρώπινη φύση. Καί τοῦτο διότι, κατά τούς Πατέρες, ὅ,τι δέν προσ­λαμ­βά­νε­ται στό πρό­σω­πο τοῦ Χρι­στοῦ, αὐτό δέν ἀναδημιουργεῖται καί δέν σώ­ζε­ται (“τό ἀ­πρόσ­λη­πτον καί ἀ­θε­ρά­πευ­τον[21]). Ἄμε­ση συνέπεια αὐτοῦ εἶ­ναι ὅτι τό ἔργο τοῦ Χρι­στοῦ ἀφο­­ρᾶ στή σωτηρία “ὅλου” τοῦ ἀνθρώ­που, ἀλλά συμπε­ρι­λαμ­βά­νει καί ὁλό­­κληρη τήν κτιστή πραγματικότητα. Ἔτσι κα­τα­­νοεῖται γιατί ἕνας “ἐλ­λι­πής” ἤ “μει­ω­μέ­νος” Χρι­στός, εἴ­τε κα­τά τή θε­ό­τη­τά Του, εἴ­τε κα­τά τήν ἀν­θρω­πό­τη­τά Του, δέν μπο­ρεῖ νά σώ­σει καί νά λυτρώσει τόν ἄν­θρω­πο. Ἑπο­μέ­νως, πρέ­πει ὁ “ὅ­λος” ἄν­θρω­πος νά προσ­λη­φθεῖ ἀ­πό τόν Θε­ό, ὅ­πως, ἀ­ντι­στοί­χως, πρέ­πει ὁ “ὅ­λος” ἄν­θρω­πος, κα­τά τή λει­τουρ­γι­κή ἔκφρα­­ση, νά ἐμπιστευθεῖ, νά πα­ρα­θέ­σει “πᾶ­σαν τήν ζω­ήν αὐ­τοῦ Χρι­στῷ τῷ Θεῷ[22].

Τό σχέδιο τῆς σωτηριώδους Οἰ­­κο­νο­μί­ας ἐκδιπλώνεται κυ­ρί­ως μέ τή φα­νέ­ρω­ση τοῦ νέ­ου Ἀ­δάμ, τοῦ Χριστοῦ. Ὁ πα­λαι­ός Ἀ­δάμ δέν εἶ­ναι πλέ­ον “ὑ­πό­δει­γμα” τοῦ νέ­ου, ἀλ­λά ὁ νέ­ος τοῦ πα­λαι­οῦ. Ἡ ἀν­θρώ­πι­νη φύ­ση πλά­σθη­κε ἀ­πό τήν ἀρ­χή χά­ριν τοῦ και­νούργιου ἀν­θρώ­που, τόν ὁ­ποῖ­ο φα­νέ­ρω­σε ὁ Χρι­στός. Στό πρό­σω­πο τοῦ Συν­δη­μι­ουρ­γοῦ τῶν πά­­­ντων, συ­ντε­λεῖ­ται μία δεύ­τε­ρη δη­μι­ουρ­γί­α καί ὁ ἄν­θρω­πος ξαναβρί­σκει τόν κα­τά φύ­σιν τρόπο ζωῆς του.

Ἀπό τήν ἕνωση τῆς θείας μέ τήν ἀνθρώπινη φύση στή μία ὑπόσταση τοῦ Θεοῦ Λόγου προκύπτουν ἄμεσες σωτηριολο­γι­κές συνέπειες γιά τόν ἄνθρωπο. Μία ἀπ’ αὐτές εἶναι ὅ,τι ἀ­πο­κτᾶ ἡ ἀν­θρώ­πι­νη φύ­ση ἀ­πό τή θε­ό­τη­τα, με­τα­δί­δε­ται καί σέ κάθε ἄν­θρωπο, σέ κάθε ἕνα μέλος τῆς Ἐκκλησίας. Ὁλό­κλη­ρο τό μυστή­ριο τῆς θείας Οἰκονομίας, ὅπως καί κά­­θε ἐπιμέρους πτυχή του ἀνα­φέ­ρεται στόν ἄνθρωπο. Ὁ αὐθε­ντικός λό­γος περί Χρι­στοῦ γί­νε­ται πλέον ὁ ἀληθινός λόγος γιά τόν αὐθεντικό ἄνθρωπο καί ὅσα ἀφοροῦν στόν Χρι­στό νοη­μα­­το­δο­τοῦν ὅσα ἀφοροῦν καί τόν ἄνθρωπο.  Γι’ αὐτό κά­θε πα­­ρα­­χά­ρα­ξη ἤ ἀλλοίωση τῆς ὀρθῆς πίστης γιά τόν Χριστό ἔ­χει ἄ­με­σο ἀ­ντί­κτυ­πο στήν πε­ρί ἀν­­θρώ­που καί σωτηρίας του δι­δα­σκα­λί­α τῆς Ἐκ­κ­λη­σί­ας

Ὁ Χριστός εἶ­ναι “εἰ­κών ἀ­πα­ράλ­λα­κτος τοῦ Θε­οῦ καί Πα­τρός[23]. Ὁ δέ ἄν­θρω­πος εἶναι “ἀμυδρά” εἰ­κό­να τοῦ Θεοῦ, καθώς εἶ­ναι κατ’ εἰ­κό­να τοῦ Χρι­στοῦ δη­μι­ουρ­γη­μέ­νος, ἀ­πο­τε­λεῖ κα­τ’ εἰ­κό­να τῆς Εἰ­κό­νος. Ὁ ἄνθρωπος γι­ά νά ἀνα­δειχθεῖ ἀληθινός ἄνθρωπος πρέ­πει νά γί­νει αὐ­τό γι­ά τό ὁ­ποῖ­ο πλά­στη­κε, δη­λα­δή κατ᾿ εἰ­κό­να Χρι­στοῦ. Ὅ­πως τό πρω­τό­τυ­­πο, ὁ Χρι­­στός, δέν μπο­ρεῖ νά ὑ­πάρ­ξει ἀ­προ­­σώπως, παρά μό­νο σέ προ­σω­πι­κή σχέ­ση ἀ­γά­πης καί κοι­νω­νίας, τό ἴδιο ἀ­κρι­βῶς πρέ­πει νά συμ­βαί­νει καί μέ τήν εἰ­κό­να Του, τόν ἄνθρω­πο, πού ἔχει τή δυνατό­τητα νά δημιουργήσει σχέ­ση ἀγάπης καί νά εἶναι ἐνσω­ματωμένος στήν πρωτό­τυ­πη καί μονα­δι­κή εἰ­κό­να τοῦ Πα­τρός, στόν Χρι­στό. Ἑπομένως, ὅταν ὁ ἄνθρωπος μετέχει στήν ἐν Χριστῷ ζωή εἶναι αὐθεντικός ἄν­θρω­πος.Τότε πράγ­μα­­τι μπο­­­ρεῖ νά ἐ­πα­νεύ­ρει ἐκ νέ­ου τό “ἀρ­χέ­τυ­πον κάλ­λος τῆς εἰ­κό­νος του”, νά φανερώσει τό ἀληθινό μέγεθός του, νά ἀναδει­χ­θεῖ, νά τελειωθεῖ ὡς ἄνθρω­πος, φθάνοντας μέχρι τοῦ σημείου νά γίνει κατά χάριν θεός.    

Ἡ μύηση καί ἡ περαιτέρω κατανόηση τοῦ πλούτου τῆς ὀρθόδοξης θεολο­γίας, πού ἐπιχειρήθηκε ἐδῶ μέ ὅσα ἁδρο­μερῶς ἐξετέθησαν, ἀλλά καί ἡ ἔνταξη στήν ἐν Χριστῷ ζωή πραγματοποιεῖται καί ὁλοκληρώνεται μέ συγκεκριμένο τρόπο στή μήτρα τῆς λειτουργικῆς ἐμπειρίας τῆς Ἐκκλησίας. Τά Χριστούγεννα βιώνο­νται καί τώρα, “σήμερον” (“Σήμερον γεννᾶται…”) διά τῆς μυστηριακῆς μετο­χῆς καί κοινωνίας ἑνός ἑκάστου. Ἡ ἀσφα­λέστατη ὁδός καί μέ­θο­δος τῆς ἑρμη­­νευ­τικῆς καί βιωματικῆς προσέγγισής τους περνᾶ ἀπαραι­τή­τως μέσα ἀπό τήν ἐμπειρία τῶν ἱερῶν μυστη­ρίων καί κυρίως ἀπό τήν εὐχαρι­στι­ακή κοινωνία, στήν ὁποία ὁ πιστός οἰκειώνεται τό γεγονός τῆς ἐναν­θρώ­­πη­σης τοῦ Λόγου “δι’ ἡμᾶς καί διά τήν ἡμετέραν σωτηρίαν”.

Διά αὐτοῦ τοῦ συγκεκριμένου καί πραγματοποιήσιμου τρόπου κατανοεῖ­ται εὐχερέστερα καί πληρέστερα ὅτι τό γεγονός τῶν Χριστουγέννων ἔ­χει μέ­γι­στη ση­μα­σία, ἀ­φοῦ προ­σφέ­ρει τή δυ­να­τό­τη­τα ἀληθινῆς ζωῆς καί σωτηρίας σέ κά­θε ἄν­θρω­πο. Στήν ὀρθόδοξη παράδοση ἡ θεανθρώ­πι­νη ζω­ή τοῦ Χρι­στοῦ εἶ­ναι πραγ­μα­­τικά ἡ ἀλη­θι­νή ζω­ή ὅ­λου τοῦ ἀν­θρω­πί­νου γέ­νους, ἀλ­λά καί ζω­ή τοῦ κά­θε μέλους τοῦ σώ­ματος τοῦ Χριστοῦ, τῆς Ἐκκλησίας. Αὐτή ἡ καινούργια, ἡ ἀληθινή ζωή γεννή­θηκε γιά ὅλους τά Χριστούγεννα καί δίδε­ται σέ ὅλους μέσω τῶν Χριστου­γέν­νων, γιατί ἀκριβῶς τά Χριστούγεννα ἐναν­θρώ­πησε ὁ Θεός, γεν­νή­θηκε ὁ Χριστός, ἡ ὄντως ζωή, ἡ “ζῶσα” καί “βέβαιη ἐλπί­δα[24] καί “ὁδός σωτηρίας[25] πάντων ἡμῶν. Ταυτόχρονα, μέ τήν ἐνσάρκωση, τή φιλάνθρωπη συγκατάβαση καί κένωση τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, φανερώ­θηκε τό μέγεθος, ἡ ἀλήθεια καί ἡ προοπτική τῆς κατά χάριν θέωσης τοῦ ἀνθρώπου.-

 

 

 

 



  1. Γεν. 1, 26· 27· 5, 1· 9, 6.
  2. Βλ. Ρωμ. 8, 20-22.
  3. Ἀ­ποκ. 22, 13.
  4. Α´ ᾿Ι­ωάν. 4, 9.
  5. ᾿Ι­ωάν­νου Δα­μα­σκη­νοῦ, ῎Εκ­δο­σις ἀ­κρι­βής τῆς ὀρ­θο­δό­ξου πί­στε­ως 3, 1, PG 94, 984.
  6. Περισσότερα βλ. στή μελέτη μας, Ὁ ἀνακαινισμός τοῦ ἀνθρώπου κατά τή δογματική διδα­σκαλία τοῦ ἁγίου Συμέων τοῦ Νέου Θεολόγου, ἐκδ. Πουρναρᾶ, Θεσσαλονίκη 22009, σ. 74 κ.ἑξ. 
  7. Γαλ. 4, 4.
  8. Ἰωάν. 1, 14.
  9. Με­γά­λου Ἀ­θα­να­σί­ου, Πε­ρί ᾿Ε­ναν­θρω­πή­σε­ως τοῦ Λό­γου 54, PG 25, 192.
  10. Ἰωάν. 3, 16.
  11. Κα­τα­βα­σί­α τῆς ἑορτῆς τῶν Χρι­στου­γέν­νων, ὠ­δή θ´.
  12. Στι­χη­ρόν ­ἰδι­ό­με­λον τῶν αἴ­νων τῆς ἑορτῆς τῶν Χρι­στου­γέν­νων.
  13. Α΄ Τιμ. 3, 16.
  14. Ἰωάν. 13, 15.
  15. Α΄ Πέτρ. 2, 21.
  16. Ἰ­ωάν. 14, 6.
  17. ᾿Ι­ωάν. 1, 17.
  18. Ἰωάν. 3, 21.
  19. Ἰωάν. 14, 6.
  20. ᾿Ι­ωάν. 10, 10.
  21. ᾿Ι­ωάν­νου Δα­μα­σκη­νοῦ, ῎Εκ­δο­σις ἀ­κρι­βής τῆς ὀρ­θο­δό­ξου πί­στε­ως 3, 6, PG 94, 1005. 
  22. Καταληκτήριος προτροπή μικρᾶς καί μεγάλης Συναπτῆς.
  23. Βλ. στι­χη­ρόν ἰ­δι­ό­με­λον τοῦ ἑ­σπε­ρι­νοῦ τῆς ἑ­ορ­τῆς τῶν Χρι­στου­­γέν­νων.

24.Βλ. Β΄ Κορ. 1, 7· Α΄ Πέτρ. 1, 3.

25.Βλ. Πράξ. 16, 17.

* Ὁ κ. Βασίλειος Τσίγκος εἶναι ἀναπληρωτής καθηγητής τῆς Δογματικῆς τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας στό Ἀριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.    

 

 

 

Σχετικά