ΣΤΟΝ ΑΕΡΑΕΡΩ — ΡαδιοΣυχνότητα
Ενωμένη ΡωμηοσύνηΕνωμένη ΡωμηοσύνηΚΕΝΤΡΟΝ ΕΝΟΤΗΤΟΣ ΚΑΙ ΜΕΛΕΤΗΣ
ΠΡΟΒΟΛΗΣ ΤΩΝ ΑΞΙΩΝ ΜΑΣ
ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ
Πανελλήνια Σύναξη στην ΙερισσόΣημαντική Ανακοίνωση προς τα Μέλη και Φίλους της «ΕΝΩΜΕΝΗΣ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗΣ» (Ε.ΡΩ.)Πρόγραμμα των Εκδηλώσεων Ετήσιας Σύναξης της Ε.Ρω στην Ιερισσό – 29/9/22 – 2/10/22Ανάγκες σε συνεργάτεςΠανελλήνια Σύναξη στην ΙερισσόΣημαντική Ανακοίνωση προς τα Μέλη και Φίλους της «ΕΝΩΜΕΝΗΣ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗΣ» (Ε.ΡΩ.)Πρόγραμμα των Εκδηλώσεων Ετήσιας Σύναξης της Ε.Ρω στην Ιερισσό – 29/9/22 – 2/10/22Ανάγκες σε συνεργάτες

ΧΡΙΣΤΟΨΩΜΟ

15 Δεκεμβρίου 2012 · 5 λεπτά

Κυ­ρια­ζῆ-Φέν­τα Μα­ρί­α

 

     Τὸ Χρι­στό­ψω­μο εἶ­ναι ἕ­να ἀ­πὸ τὰ πιὸ ὄ­μορ­φα ἔ­θι­μα τῶν Χρι­στου­γέν­νων. Τὸ συ­ναν­τᾶ­με σὲ ὁ­λό­κλη­ρο τὸν Ἑλ­λα­δι­κὸ χῶ­ρο, μὲ ἀρ­κε­τὲς ὅ­μως δι­α­φο­ρὲς ἀ­πὸ πε­ρι­ο­χὴ σὲ πε­ρι­ο­χή. Σὲ ὅ­λες του πάν­τως τὶς πα­ραλ­λα­γὲς (ἐ­κτὸς ἀ­πὸ αὐ­τὴν στὴ Σπάρ­τη), πρό­κει­ται γιὰ ἕ­να στρογ­γυ­λὸ ψω­μί, φτει­αγ­μέ­νο μὲ δι­ά­φο­ρα ὑ­λι­κὰ καὶ πε­ρί­τε­χνα δι­α­κο­σμη­μέ­νο. Οἱ δι­ά­φο­ρες πα­ραλ­λα­γές τοῦ Χρι­στό­ψω­μου ξε­κι­νοῦν ἀ­πὸ τὰ ὑ­λι­κὰ ποὺ χρη­σι­μο­ποι­οῦν­ται γιὰ τὴν πα­ρα­σκευ­ή του. Σὲ κά­ποι­ες πε­ρι­ο­χὲς τῆς Ἑλ­λά­δας ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὰ βα­σι­κὰ ὑ­λι­κὰ ἑ­νὸς ψω­μιοῦ (ἀ­λεύ­ρι, νε­ρό, ἁ­λά­τι καὶ προ­ζύ­μι) προ­στί­θεν­ται στὴν ζύ­μη ἕ­να ἢ συν­δυα­σμὸς ἀ­πὸ τὰ ὑ­λι­κά: μέ­λι, κα­νέ­λλα, σου­σά­μι, ρο­δό­νε­ρο, γλυ­κά­νι­σο, κου­κου­νά­ρι, κα­ρυ­δό­ψι­χα, ἀ­μυ­γδα­λό­ψι­χα, μα­στί­χα ἢ μα­χλέ­πι.

Περ­νών­τας στὴν δι­α­κό­σμη­ση, τὰ Χρι­στό­ψω­μα, μὲ ποι­κί­λο στό­λι­σμα ἀ­νά­λο­γα μὲ τὴν πε­ρι­ο­χή. Σχε­δὸν σὲ ὅ­λες τὶς πε­ρι­πτώ­σεις ὅ­μως, χρη­σι­μο­ποι­οῦν­ται γιὰ τὸν στο­λι­σμὸ κα­ρύ­δια καὶ ἀ­μύ­γδα­λα μὲ τὸ κέ­λυ­φος καὶ ὑ­πάρ­χει ἕ­νας με­γά­λος σταυ­ρὸς φτει­αγ­μέ­νος ἀ­πὸ ζυ­μά­ρι ποὺ χω­ρί­ζει τὸ Χρι­στό­ψω­μο στὰ τέσ­σε­ρα. Πέ­ρα αὐ­τῶν ὅ­μως, μὲ ζυ­μά­ρι, φτει­ά­χνον­ται δι­ά­φο­ρα σχέ­δια ἐ­πά­νω στὸ Χρι­στό­ψω­μο ποὺ ποι­κί­λουν ἀ­πὸ τό­πο σὲ τό­πο. Ἀ­κό­μα καὶ σὲ μί­α πε­ρι­ο­χὴ συ­ναν­τᾶ­με δι­ά­φο­ρες πα­ραλ­λα­γὲς ἀ­νά­λο­γα μὲ τὴν κύ­ρια ἐ­να­σχό­λη­ση τῆς οἰ­κο­γέ­νειας. Γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, μί­α οἰ­κο­γέ­νεια ποὺ ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν γε­ωρ­γί­α, θὰ ἔ­χει στὸ Χρι­στό­ψω­μό της πα­ρα­στά­σεις ἀ­πὸ γε­ωρ­γι­κὲς ἐρ­γα­σί­ες καὶ ἐρ­γα­λεῖ­α, ἐ­νῶ μί­α οἰ­κο­γέ­νεια ποὺ ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν κτη­νο­τρο­φί­α, θὰ στο­λί­σει τὸ Χρι­στό­ψω­μό της μὲ πα­ρα­στά­σεις ζώ­ων, κ.λ.π.

Οἱ δι­α­φο­ρὲς ὅ­μως δὲν στα­μα­τοῦν ἐ­δῶ. Μί­α ση­μαν­τι­κὴ δι­α­φο­ρὰ τῶν ἀ­νὰ τὴν Ἑλ­λά­δα Χρι­στό­ψω­μων, εἶ­ναι ὁ χρό­νος στὸν ὁ­ποῖ­ο αὐ­τὰ κό­βον­ται καὶ μοι­ρά­ζον­ται στὰ μέ­λη τῆς οἰ­κο­γέ­νειας. Ἐ­δῶ ἔ­χου­με δύ­ο κα­τη­γο­ρί­ες. Στὴν πρώ­τη τὸ Χρι­στό­ψω­μο κό­βε­ται στὸ δεῖ­πνο τῆς πα­ρα­μο­νῆς τῶν Χρι­στου­γέν­νων, ἐ­νῶ στὴν δεύ­τε­ρη κό­βε­ται στὸ με­ση­με­ρια­νὸ τρα­πέ­ζι ἀ­νή­με­ρα τῶν Χρι­στου­γέν­νων. Στὶς πε­ρι­ο­χὲς ποὺ τὸ Χρι­στό­ψω­μο κα­τα­να­λώ­νε­ται τὸ βρά­δυ τῆς πα­ρα­μο­νῆς, συ­νή­θως συ­νο­δεύ­ε­ται ἀ­πὸ ἐν­νέ­α νη­στί­σι­μα φα­γη­τὰ ἐκ τῶν ὁ­ποί­ων τὸ ἕ­να εἶ­ναι ἀ­πα­ραι­τή­τως ντολ­μα­δά­κια ποὺ «ἀ­να­πα­ρι­στοῦν» τὸν νε­ο­γέν­νη­το Χρι­στὸ τυ­λιγ­μέ­νο στὰ σπάρ­γα­να. Ἐ­πί­σης σὲ κά­ποι­ες πε­ρι­ο­χὲς μέ­σα στὸ Χρι­στό­ψω­μο το­πο­θε­τεῖ­ται ἕ­να νό­μι­σμα ποὺ φέρ­νει τύ­χη, ὅ­πως πι­στεύ­ε­ται, σὲ ὅ­ποι­ον τὸ βρεῖ.

Τέ­λος, δι­α­φο­ρὲς συ­ναν­τοῦ­με καὶ στὴν ὀ­νο­μα­σί­α τοῦ Χρι­στό­ψω­μου ἀ­πὸ πε­ρι­ο­χὴ σὲ πε­ρι­ο­χή. Ἔ­τσι, ἐ­κτὸς ἀ­πὸ «Χρι­στό­ψω­μο» θὰ τὸ συ­ναν­τή­σου­με καὶ ὡς: «Τὸ ψω­μὶ τοῦ Χρι­στοῦ», «Σταυ­ρο­ψώ­μι», «Χρι­στο­κου­λού­ρα», «Κου­λού­ρα», «Βλά­χες» ἢ «Σταυ­ροί». Στὴν συ­νέ­χεια τοῦ κει­μέ­νου, θὰ δοῦ­με ὁ­ρι­σμέ­νες ἐν­δι­α­φέ­ρου­σες πα­ραλ­λα­γὲς Χρι­στό­ψω­μου, ἀ­πὸ ὁ­ρι­σμέ­νες πε­ρι­ο­χὲς τῆς πα­τρί­δας μας.

Ἕ­να ἰ­δι­αί­τε­ρο Χρι­στό­ψω­μο μᾶς ἔρ­χε­ται ἀ­πὸ τὴν Σπάρ­τη. Ἐ­κεῖ ἀν­τὶ γιὰ τὸ κλασ­σι­κὸ στρογ­γυ­λὸ σχῆ­μα, οἱ νοι­κο­κυ­ρὲς πλά­θουν τὸ Χρι­στό­ψω­μό τους σὲ σχῆ­μα Σταυ­ροῦ καὶ τὸ δι­α­κο­σμοῦν μὲ ἀ­μύ­γδα­λα καὶ κα­ρύ­δια.

Μί­α ἄλ­λη ἐν­δι­α­φέ­ρου­σα πα­ραλ­λα­γὴ, εἶ­ναι αὐ­τὴ τῶν Σα­ρα­κα­τσά­νων. Τὸ νο­μα­δι­κὸ αὐ­τό, Ἑλ­λη­νι­κὸ φύλ­λο, τὶς ἡ­μέ­ρες τῶν Χρι­στου­γέν­νων ἔφτεια­χνε ἀν­τὶ γιὰ ἕ­να, δύ­ο Χρι­στό­ψω­μα. Τὸ ἕ­να ἦ­ταν γιὰ τοὺς ἴ­διους καὶ τὸ ἄλ­λο γιὰ τὰ ζῶ­α τους. Τὸ μὲν πρῶ­το τὸ δι­α­κο­σμοῦ­σαν μὲ ἕ­να με­γά­λο σταυ­ρὸ καὶ δι­ά­φο­ρα «κεν­τί­δια», ἐ­νῶ τὸ δεύ­τε­ρο τὸ δι­α­κο­σμοῦ­σαν μὲ πα­ρα­στά­σεις ἀ­πὸ τὴν ποι­με­νι­κὴ ζω­ή.

Σὲ πολ­λὲς πε­ρι­ο­χὲς τῆς Στε­ρε­ᾶς Ἑλ­λά­δας, τὸ πρω­ΐ τῶν Χρι­στου­γέν­νων, με­τὰ τὴν Θεί­α Λει­τουρ­γί­α, ὁ ἱ­ε­ρέ­ας περ­νά­ει ἀ­πὸ τὰ σπί­τια τῶν πι­στῶν γιὰ νὰ εὐ­λο­γή­σει τὸ Χρι­στό­ψω­μο. Τὸ ἔ­θι­μο αὐ­τὸ λέ­γε­ται «Ὕ­ψω­μα τοῦ ψω­μιοῦ». Τὸ ὄ­νο­μά του τὸ πῆ­ρε ἀ­πὸ τὴν δι­α­δι­κα­σί­α ποὺ λαμ­βά­νει χώ­ρα. Ὁ ἱ­ε­ρέ­ας ση­κώ­νει τὸ Χρι­στό­ψω­μο ψη­λὰ καὶ κρα­τών­τας το μὲ τὰ δύ­ο του χέ­ρια ψάλ­λει μί­α εὐ­χή, ἐ­νῶ τὰ μέ­λη τῆς οἰ­κο­γέ­νειας ἀ­κουμ­ποῦν τὸ Χρι­στό­ψω­μο μὲ τὸ δε­ξιό τους χέ­ρι. Κα­τό­πιν τὸ το­πο­θε­τεῖ πά­νω στὸ κε­φά­λι του καὶ ἀ­σκών­τας πί­ε­ση στὶς δύ­ο ἄ­κρες, τὸ Χρι­στό­ψω­μο χω­ρί­ζε­ται στὰ δύ­ο καὶ ἐ­ξε­τά­ζον­ται τὰ δύ­ο κομ­μά­τια του ποὺ κρα­τά­ει ὁ ἱ­ε­ρέ­ας στὰ χέ­ρια. Ἂν τὸ κομ­μά­τι στὸ δε­ξιὸ χέ­ρι εἶ­ναι με­γα­λύ­τε­ρο ἀ­πὸ αὐ­τὸ στὸ ἀ­ρι­στε­ρό, τό­τε ἡ χρο­νιὰ θὰ εἶ­ναι «κα­λὴ» (θὰ ἔ­χει πολ­λὰ ἀ­γα­θὰ ἡ οἰ­κο­γέ­νεια), ἐ­νῶ στὴν ἀν­τί­θε­τη πε­ρί­πτω­ση ἡ χρο­νιὰ θὰ εἶ­ναι δύ­σκο­λη.

Στὰ χω­ριὰ τῆς Κο­ριν­θί­ας, τὸ Χρι­στό­ψω­μο φτει­ά­χνε­ται ἀ­πο­κλει­στι­κὰ ἀ­πὸ σι­τα­ρέ­νιο ἀ­λεύ­ρι, ἐ­νῶ τὸ «φού­σκω­μά» του ἀ­να­λαμ­βά­νει τὸ προ­ζύ­μι καὶ ὄ­χι ἡ μα­γιά. Ἡ νοι­κο­κυ­ρὰ τὸ ζυ­μώ­νει σὲ μί­α ἄ­σπρη λε­κά­νη καὶ μό­νο ἀ­φοῦ ἔ­χει πεῖ δι­ά­φο­ρες εὐ­χὲς γιὰ τὴν οἰ­κο­γέ­νεια καὶ ἔ­χει κά­νει τὸ σταυ­ρό της. Ὅ­πως καὶ σὲ ἄλ­λες πε­ρι­ο­χὲς ἀ­κο­λου­θεῖ ὁ στο­λι­σμός, στὸν ὁ­ποῖ­ο ση­μαν­τι­κὸ ρό­λο παί­ζουν κα­ρύ­δια καὶ ἀ­μύ­γδα­λα μὲ τὸ κέ­λυ­φός τους, ἐ­νῶ οἱ πα­ρα­στά­σεις ποὺ στο­λί­ζουν τὸ Χρι­στό­ψω­μο εἶ­ναι παρ­μέ­νες ἀ­πὸ τὴν ἐρ­γα­σί­α τοῦ νοι­κο­κύ­ρη τοῦ σπι­τιοῦ. Τέ­λος σὲ κά­ποι­α χω­ριὰ τῆς Κο­ριν­θί­ας, το­πο­θε­τοῦν μέ­σα στὸ Χρι­στό­ψω­μο ἕ­να νό­μι­σμα τὸ ὁ­ποῖ­ο φέρ­νει τύ­χη στὸ μέ­λος τῆς οἰ­κο­γέ­νειας ποὺ θὰ τὸ βρεῖ, ὅ­ταν κο­ποῦν καὶ μοι­ρα­στοῦν τὰ κομ­μά­τια.

Στὰ Ἑ­πτά­νη­σα, συ­νή­θως, τὸ Χρι­στό­ψω­μο τρώ­γε­ται τὸ βρά­δυ τῆς πα­ρα­μο­νῆς τῶν Χρι­στου­γέν­νων. Πρὶν τὸ κό­ψι­μό του, ἀ­κο­λου­θεῖ­ται μί­α ἱ­ε­ρο­τε­λε­στί­α ποὺ δι­α­φέ­ρει ἀ­πὸ νη­σὶ σὲ νη­σὶ, ἀλ­λὰ ἀ­κό­μα καὶ ἀ­πὸ πε­ρι­ο­χὴ σὲ πε­ρι­ο­χὴ τοῦ ἴ­διου νη­σιοῦ. Σὲ γε­νι­κὲς γραμ­μὲς ἡ ἱ­ε­ρο­τε­λε­στί­α αὐ­τὴ ἀ­παι­τεῖ νὰ ἀ­κουμ­πή­σουν ὅ­λα τὰ μέ­λη τῆς οἰ­κο­γέ­νειας ταυ­τό­χρο­να τὸ Χρι­στό­ψω­μο καὶ νὰ κα­τευ­θυν­θοῦν ἀ­πὸ τὸ τρα­πέ­ζι στὸ τζά­κι. Ἐ­κεῖ σὲ κά­ποι­ες πε­ρι­ο­χὲς ὁ νοι­κο­κύ­ρης ρί­χνει λά­δι ἢ κρα­σὶ στὴν φω­τιὰ ποὺ καί­ει. Ἂν ἡ φω­τιὰ φουν­τώ­σει, αὐ­τὸ εἶ­ναι «κα­λὸ ση­μά­δι» γιὰ τὴν χρο­νιὰ ποὺ ἀ­κο­λου­θεῖ, ἐ­νῶ ἂν χα­μη­λώ­σει ἢ ἀ­κό­μα χει­ρό­τε­ρα ἂν σβύ­σει, ἡ φω­τιά εἶ­ναι «κα­κὸ ση­μά­δι». Πα­ρα­μέ­νον­τας στὰ ὄ­μορ­φα Ἑ­πτά­νη­σα θὰ δοῦ­με σὲ κά­ποι­ες πε­ρι­ο­χὲς νὰ το­πο­θε­τεῖ­ται νό­μι­σμα μέ­σα στὸ Χρι­στό­ψω­μο ὅ­πως εἴ­δα­με καὶ στὴν Κο­ριν­θί­α.

Καὶ φτά­νον­τας σι­γὰ σι­γὰ πρὸς τὸ τέ­λος, θὰ ἐ­πι­σκε­φθοῦ­με τὴν Μι­κρὰ Ἀ­σί­α ὅ­που ἐ­κεῖ τὸ Χρι­στό­ψω­μο το­πο­θε­τεῖ­ται μα­ζὶ μὲ φροῦ­τα στὸ τρα­πέ­ζι, ἐ­νῶ στὸ κέν­τρο του στε­ρε­ώ­νε­ται ἕ­να κλα­δὶ ἐ­λιᾶς ἀ­πὸ τὸ ὁ­ποῖ­ο κρέ­μον­ται πορ­το­κά­λια, μῆ­λα καὶ ξε­ρὰ σῦ­κα. Τὴν πα­ρα­μο­νὴ τῶν Χρι­στου­γέν­νων, πρὶν τὸ δεῖ­πνο, πιά­νουν ὅ­λα τὰ μέ­λη τῆς οἰ­κο­γέ­νειας τὸ τρα­πέ­ζι, τὸ ση­κώ­νουν ψη­λὰ καὶ λέ­νε ὅ­λοι μα­ζί: «Χρι­στός γεν­νᾶ­ται χα­ρὰ στὸν κό­σμο, κε­ρᾶς τρα­πέ­ζια, Πα­να­γιᾶς τρα­πέ­ζια», τρεῖς φο­ρές.

Στρογ­γυ­λὰ ἢ ὄ­χι, δι­α­κο­σμη­μέ­να μὲ τὸν ἕ­να ἢ τὸν ἄλ­λο τρό­πο, μὲ νό­μι­σμα ἢ χω­ρὶς, τὰ Χρι­στό­ψω­μα συ­νο­δεύ­ουν τὸ γι­ορ­τι­νὸ τρα­πέ­ζι τῶν Χρι­στια­νῶν σὲ ὁ­λό­κλη­ρη τὴν Ἑλ­λη­νι­κὴ ἐ­πι­κρά­τεια, ἀλ­λὰ καὶ σὲ ὅ­λο τὸν κό­σμο, ὅ­που ὑ­πάρ­χουν Ἕλ­λη­νες ποὺ τη­ροῦν τὰ ἔ­θι­μα τῆς Μη­τέ­ρας πα­τρί­δας.

 

Σχετικά