ΣΤΟΝ ΑΕΡΑΕΡΩ — ΡαδιοΣυχνότητα
Ενωμένη ΡωμηοσύνηΕνωμένη ΡωμηοσύνηΚΕΝΤΡΟΝ ΕΝΟΤΗΤΟΣ ΚΑΙ ΜΕΛΕΤΗΣ
ΠΡΟΒΟΛΗΣ ΤΩΝ ΑΞΙΩΝ ΜΑΣ
ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ
Πανελλήνια Σύναξη στην ΙερισσόΣημαντική Ανακοίνωση προς τα Μέλη και Φίλους της «ΕΝΩΜΕΝΗΣ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗΣ» (Ε.ΡΩ.)Πρόγραμμα των Εκδηλώσεων Ετήσιας Σύναξης της Ε.Ρω στην Ιερισσό – 29/9/22 – 2/10/22Ανάγκες σε συνεργάτεςΠανελλήνια Σύναξη στην ΙερισσόΣημαντική Ανακοίνωση προς τα Μέλη και Φίλους της «ΕΝΩΜΕΝΗΣ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗΣ» (Ε.ΡΩ.)Πρόγραμμα των Εκδηλώσεων Ετήσιας Σύναξης της Ε.Ρω στην Ιερισσό – 29/9/22 – 2/10/22Ανάγκες σε συνεργάτες

ΑΠΟΚΑΛΥΨΕΙΣ ΕΜΠΕΙΡΙΩΝ

19 Ιουνίου 2012 · 18 λεπτά

 

 

Γέροντος Ἰακώβου

(Ἀπομαγνητοφωνημένη συζήτηση)

 

      Ἐρώτηση: –Γέροντα, πεῖ­τε μας τί γί­νε­ται μέ­σα στό Ἱ­ε­ρό τήν ὥ­ρα τῆς Λει­τουρ­γί­ας, καί στόν ὑ­πό­λοι­πο Ναό. Ἐ­μεῖς δέν βλέ­που­με τί­πο­τα.

      Ἀπάντηση: –Ἄχ, τέ­κνον μου,…κά­πο­τε λει­τουρ­γοῦ­σα στό Μο­να­στή­ρι, χρό­νια τώ­ρα πολ­λά, -ἔ­χω τώ­ρα 38 χρό­νια στό Μο­να­στή­ρι- καί ὅ­πως λει­τουρ­γοῦ­σα εἶ­χα ἕ­να γε­ρον­τά­κι -κα­λό­γε­ρος- καί ἐ­γώ ἔ­κα­να τόν πα­πᾶ καί κεῖ­νος ἔ­ψαλ­λε, ἦ­ταν τό ἀ­να­λό­γιο στή μέ­ση. Καί ὅ­πως, ἐ­κεῖ στό Χε­ρου­βι­κό ὕ­μνο (…) ἔ­λε­γε τό γε­ρον­τά­κι καί ἔ­ψελ­νε. Ξαφ­νι­κά ἀ­κο­ύ­ω ἕ­να φτε­ρο­ύ­γι­σμα μές τό Ἱ­ε­ρό, σάν πολ­λά παλ­λη­κά­ρια, στά λευ­κά ντυ­μέ­νοι καί φτε­ρου­γί­ζα­νε, ἔ­βλε­πα καί μπρο­στά μου (…) μές τό Ἅ­γιο Θυ­σι­α­στή­ριο. Εἶ­ναι τάγ­μα­τα ἁ­γί­ων Ἀγ­γέ­λων καί Ἀρ­χαγ­γέ­λων πού εἶ­ναι μέ­σα, οἱ ἅ­γιοι Πάντες, ὁ Πα­τήρ, ὁ Υἱ­ός καί τ᾿ Ἅ­γιο Πνεῦ­μα, ἡ Κυ­ρί­α Θε­ο­τό­κος καί ὅ­λοι οἱ Ἅ­γιοι εἶ­ναι ἐν ὥ­ρᾳ τῆς Θ. Λει­τουρ­γί­ας, καί τάγ­μα­τα Σε­ρα­φε­ίμ, Χε­ρου­βε­ίμ, ἐ­μεῖς δέν εἴ­μα­στε ἄ­ξιοι νά τά δοῦ­με βέ­βαι­α αὐ­τά. Ὅ­μως ἐ­φό­σον μᾶς ἀ­ξί­ω­σε καί εἴ­μα­στε ἱ­ε­ρουρ­γοί τῶν θε­ί­ων Μυ­στη­ρί­ων, κά­τι βλέ­που­με καί κά­τι πι­στε­ύ­ου­με. Λοι­πόν, καί ὅ­πως ἔ­κα­να τίς με­τά­νοι­ες καί ἔ­λε­γα ”οἱ τά Χε­ρου­βε­ίμ μυ­στι­κῶς εἰ­κο­νί­ζον­τε­ς”, ἀ­κο­ύ­ω ἕ­να φτε­ρο­ύ­γι­σμα στόν ἀ­ρι­στε­ρό μου ὦ­μο, μί­α με­γά­λη φτέ­ρυ­γα, εἶ­δα τήν φτέ­ρυ­γα (…) καί λέ­ω: «Τόν εὐ­λο­γη­μέ­νο, τήν ὥ­ρα πού πῆ­γα νά ση­κώ­σω τά Ἅ­για, τόν εὐ­λο­γη­μέ­νο τόν γέ­ρον­τα, τόν πα­τέ­ρα Εὐ­θύ­μιο, φα­ί­νε­ται πέ­ρα­σε μπρο­στά ἀπ᾿ τήν Ἁ­γί­α Τρά­πε­ζα, ἀπ᾿ τήν Ὡ­ρα­ί­α Πύλη γιά νά πά­ρη τό θυ­μια­τό νά θυ­μι­ά­ση πού θά βγῶ νά κά­νω τήν εἴ­σο­δο», δύ­ο ἄν­θρω­ποι εἴ­μα­σταν στό Ἱ­ε­ρό, δέν ὑ­πῆρ­χαν ἄλ­λοι. Καί δέν ἦ­ταν ὁ πα­τήρ Εὐ­θύ­μιος. Λέω, φα­ί­νε­ται πῆ­γε νά πά­ρη τό θυ­μια­τό καί μέ τό ρά­σο μέ ἔ­κα­νε, ἀλ­λά αὐ­τό ἦ­ταν πτέ­ρυ­γα, μί­α με­γά­λη πτέ­ρυ­γα τό­σο με­γά­λη πού μέ φτε­ρο­ύ­γι­σε πά­νω ἐ­δῶ στόν ὦ­μο μου.

      Κοι­τά­ζω λοι­πόν, βλέ­πω τόν γέ­ρον­τα στήν θέ­ση του καί ἔ­λε­γε -δέν εἶ­χε πά­ει στό Σχο­λεῖ­ο νά μά­θη γράμ­μα­τα κα­θό­λου- ἀλ­λά ἔ­μα­θε ὅ­λα τά Ἐκ­κλη­σι­α­στι­κά γράμ­μα­τα, τόν φώ­τι­σε ὁ Θε­ός, καί ἔ­λε­γε ὁ γέ­ρος ἐ­κεῖ: «Ὡς τόν Βα­σι­λέ­α, ὡς τόν Βα­σι­λέ­α…», γιά νά ἑ­τοι­μα­στῶ ἐ­γώ, ὁ ἱ­ε­ρέ­ας. Ἕ­να τρο­πά­ριο εἶ­ναι, ἕ­να στι­χά­κι, ὁ Χε­ρου­βι­κός ὕ­μνος, ἀλ­λά ἐ­μεῖς ἔ­χου­με εὐ­χές νά δι­α­βά­σου­με, ἔ­χου­με νά θυ­μι­ά­σου­με, νά ποῦ­με τόν Ν΄ ψαλμό καί πολ­λά. Λοι­πόν, τόν εὐ­λο­γη­μέ­νο λέ­ω, ἔ­φυ­γε τώ­ρα μέ­σα ἀπ᾿ τήν Ὡ­ρα­ί­α Πύλη, τόν πά­τερ Εὐ­θύ­μιο καί μέ ἔ­σπρω­ξε καί ἀ­κο­ύμ­πη­σε πά­νω μου γιά νά πά­ρη τό θυ­μια­τό; Καί κοι­τά­ζω τόν γέ­ρον­τα καί ἔ­ψαλ­λε ”ὡς τόν Βα­σι­λέ­α, ὡς τόν Βα­σι­λέ­α…”. Βλέ­πω ἐ­κεῖ στό μέ­σον τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, στό Δε­σπο­τι­κό δί­πλα ἦ­ταν τό ἀ­να­λό­γιο τό­τε. Βλέ­πω τόν γέ­ρον­τα στή θέ­ση του, ποι­ός γέ­ρον­τας εἶ­ναι κεῖ μέ­σα (…) ἄ­κου­σα ἕ­να θό­ρυ­βο μέ­σα στό Ἱ­ε­ρό. Κόσμος δέν ἦρ­θε, κο­ί­τα­ζα τήν πόρ­τα, τήν ἔ­ξω πόρ­τα καί μπα­ί­νει κό­σμος μέ­σα, κό­σμος ὅ­μως δέν ἦ­ταν. Μπῆ­καν μέ­σα κό­σμος, μπῆ­καν μέ­σα πα­πᾶ­δες. Πα­πᾶ­δες; Στό Μο­να­στή­ρι πα­πᾶ­δες; Μέ αὐ­τό τόν και­ρό; Καί χει­μῶ­νας και­ρός λέ­ω. Εἶ­ναι καί ὁ δρό­μος, εἶ­ναι ἀ­κα­τάλ­λη­λος δρό­μος, δέν ἔ­χει δρό­μο τό Μο­να­στή­ρι, πρέ­πει νά ᾿ρθῆ­τε μέ τά πό­δια. Κοι­τά­ζω, τί­πο­τα, κα­νέ­νας. Με­τά ἀ­φοῦ τε­λεί­ω­σε ἡ Λει­τουρ­γί­α, λέ­ω, βρέ πα­τέ­ρα Εὐ­θύ­μι­ε (…) μπῆ­κες λέ­ω ἀπ᾿ τό Ἱ­ε­ρό τήν ὥ­ρα τοῦ Χε­ρου­βι­κοῦ ὕ­μνου;

      «Μπά ἐ­γώ, Πάτερ μου νά μπῶ στ᾿ Ἅ­γιο Βῆ­μα; Μᾶς ἀ­πα­γο­ρε­ύ­ουν Πάτερ, ἐ­μᾶς το­ύς μο­να­χο­ύς πού δέν ἔ­χω­με ἱ­ε­ρω­σύ­νη οὔ­τε στά Βη­μό­θυ­ρα δέν μπο­ροῦ­με νά πα­τή­σω­με Πάτερ μου, γιά νά νἄ­ψου­με τά καν­τή­λια, μπρο­στά στό τέμ­πλο. Ὑ­πάρ­χει κα­νό­νας τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας». Λέω, «Πάτερ μου ἄ­κου­σα ἕ­να φτε­ρο­ύ­γι­σμα στόν Χε­ρου­βι­κό ὕ­μνο, στόν ἀ­ρι­στε­ρό μου ὦ­μο μία πτέ­ρυ­γα με­γά­λη μέ χτύ­πη­σε». Καί μοῦ λέ­ει, «Πάτερ, Λει­τουρ­γί­α, ἅ­γιοι θά ᾿ναι, ἁ­γί­οι θά ᾿ναι, ἁ­γί­οι» (…).

Λοι­πόν κα­τά­λα­βα ὅ­τι τάγ­μα­τα ἁ­γί­ων Ἀγ­γέ­λων καί Ἀρ­χαγ­γέ­λων εἶναι μέ­σα στήν Θ. Λει­τουρ­γί­α.

Πόσες φο­ρές τόν ἅ­γιο Δα­βίδ τόν ἔ­χου­με δεῖ ζων­τα­νό! Θά πεῖ­τε πώς τόν βλέ­πε­τε Πάτερ; Σάν ἕ­νας μο­να­χός (…) χτυ­πᾶ τό σή­μαν­τρο μό­νος του, χτυ­πᾶ τήν καμ­πά­να καί μπα­ί­νου­με, καί ᾿ρχό­μα­στε στήν Ἐκ­κλη­σί­α καί βλέ­που­με ἕ­να γέ­ρον­τα, ἕ­να κα­λό­γε­ρο, σάν τόν π. Σε­ρα­φε­ίμ, δέν ξέ­ρω ἄν τόν ξέ­ρε­τε -εἶ­ναι τώ­ρα μέ τήν ἁ­γί­α Κάρα (…) σ᾿ ἕ­να χω­ριό-. Τόν βλέ­που­με καί μπα­ί­νου­με στό Ἱ­ε­ρό καί γί­νε­ται ἄ­φαν­τος. Πόσες φο­ρές μί­λη­σα μα­ζί του, πό­σες φο­ρές! Καί ὅ­ταν ἀ­δι­α­θέ­τη­σα καί ἀρ­ρώ­στη­σα ἀ­πό στε­να­χώ­ρια τοῦ Μο­να­στη­ριοῦ, ὄ­χι ἀ­πό το­ύς Πα­τέ­ρες ἀλ­λά ἔ­χου­με καί μεῖς τά δι­κά μας, πολ­λές φο­ρές ὅ­ταν ἐρ­γά­ζον­ται καί οἱ Πα­τέ­ρες ὑ­πάρ­χει καί τό κυ­νη­γη­τό, ὑ­πάρ­χουν καί οἱ πει­ρα­σμοί, τά σκάν­δα­λα. Εἴ­χα­με ἕ­να κτη­μα­τά­κι καί στό κτη­μα­τά­κι αὐ­τό, ἔ­λε­γα καί τόν κ. Τζο­ύ­μα, ἤ­τα­νε 450 χρό­νια καί ἔ­γι­ναν ἀ­παλ­λο­τρι­ώ­σεις τό ᾿32-᾿38 καί πῆ­ραν τά κτή­μα­τα οἱ ἀ­κτή­μο­νες, πε­ρί­που 20-30 χιλ.στρέμ­μα­τα πῆ­ραν οἱ κο­σμι­κοί. Καί τά δά­ση βέ­βαι­α (…) ἔ­γι­ναν Δη­μό­σιο δά­σος (…) ἔ­χου­με τόν κό­σμο βο­η­θά­ει ὅ­λος ὁ κό­σμος τό Μο­να­στή­ρι. Δέν ἔ­χου­με ἀ­νάγ­κη οὔ­τε ἀ­πό κτῆ­μα, οὔ­τε πε­ρι­ου­σί­α, ἀλ­λά ἐ­φό­σον ὑ­πάρ­χει ἕ­νας μι­κρός ἐ­λαι­ῶ­νας καί λί­γα χω­ρα­φά­κια καί λί­γο στά­ρι μᾶς δί­νουν λί­γο ψω­μί. Σήμερα εἶ­ναι ὁ π. Ἰάκωβος, ἔρ­χε­ται ὁ κό­σμος βο­η­θᾶ τό Μο­να­στή­ρι. Αὔ­ριο ἐ­γώ πε­θα­ί­νω. Εἶ­ναι 6 Πα­τέ­ρες στή Μο­νή, μπο­ρεῖ νά  ᾿ρθοῦν 2-3 ἀ­κό­μη, ἄς γί­νουν 5-10. Ἔ!! Πῶς νά ζή­σουν καί αὐ­τοί ἄν δέν ἔ­χουν λί­γο ψω­μά­κι στό Μο­να­στή­ρι, ἕ­νας ἀ­πο­κλει­σμός, κά­τι. Νά μήν ἔ­χουν λί­γο λα­δά­κι, νά μα­ζέ­ψουν λί­γες ἐ­λί­τσες; Ὁ Θε­ός βέ­βαι­α δέν ἀ­φή­νει κα­νέ­να, φρον­τί­ζει τά πε­τει­νά τοῦ οὐ­ρα­νοῦ, πό­σο μᾶλ­λον γιά μᾶς, ἀλ­λά σάν ἄν­θρω­ποι ὅ­μως καί ἐ­φό­σον ὑ­πῆρ­ξαν στό Μο­να­στή­ρι χι­λι­ά­δες στρέμ­μα­τα για­τί νά μήν ἔ­χη τό Μο­να­στή­ρι λί­γα χω­ρα­φά­κια ἴ­σα-ἴ­σα νά βγά­λουν λί­γο ψω­μά­κι καί ἕ­ναν ἐ­λαι­ῶ­να.

      Λοι­πόν, πῆ­γε ἕ­νας ἀ­σε­βής ἄν­θρω­πος καί μᾶς ἔ­κο­ψε 33 ρί­ζες ἐ­λι­ές ἀ­πό τή ρί­ζα, καί ἔ­βα­λε χῶ­μα ἀ­πό πά­νω, τίς χω­μά­τω­σε. Ἔρ­χε­ται κά­ποι­ος καί μοῦ λέ­ει, ”Πάτερ κό­ψαν τίς ἐ­λι­ές τοῦ Μο­να­στη­ριοῦ καί τίς κά­να­νε ξυ­λο­κάρ­βου­να­”. Βρέ παι­δί μου, λέ­ω, τώ­ρα τό Μο­να­στή­ρι θά πε­ρι­μέ­νω ἐ­γώ, (…) ἐ­γώ εἶ­χα πε­ρι­ου­σί­ες καί τίς ἄ­φη­σα, εἶ­χα το­ύς γο­νεῖς μου, τά ἀ­δέρ­φια μου (…). Ἀλ­λά τί νά κά­νω νά φύ­γω ἀπ᾿ τό Μο­να­στή­ρι, νά πά­ω νά πε­ρι­μέ­νω τό κτῆ­μα μή τό κα­τα­πα­τή­σουν καί κό­ψουν τίς ἐ­λι­ές; Τί νά κά­νω; Ἐ­γώ ἦρ­θα γιά τόν ὅ­σιο Δα­βίδ ἐ­δῶ μέ­σα. Τόν βλέ­πω ζων­τα­νό τόν Ἅ­γιο. Για­τί ὁ ἅ­γιος Δα­βίδ ἐ­δῶ μέ­σα ἁ­γί­α­σε, ἐ­δῶ μέ­σα ἀ­σκή­τευ­σε. Λέει κα­λά, λέ­ει Πάτερ, ποι­ός τίς ἔ­κο­ψε τίς ἐ­λι­ές; Ἔ!!! Πῆ­γα μπρο­στά στόν Ἅ­γιο τόν προ­σκυ­νά­ω καί τοῦ λέ­ω: «Ἅ­γιέ μου Δα­βίδ, νά βά­λης τό χέ­ρι σου, κο­ί­τα­ξε, θά μοῦ πῆς τώ­ρα ποι­ός ἔ­κο­ψε τίς ἐ­λι­ές μέ­χρι τό βρά­δυ. Νά μοῦ τόν φέ­ρης αὐ­τόν τόν ἄν­θρω­πο μέ τίς ἐ­λι­ές (…) δέν θά τόν κά­νω κα­κό». Κα­κό δέν ἔ­κα­να πο­τέ μου, οὔ­τε καί μύρ­μηγ­κα. Κάποτε σκό­τω­σα ἕ­να μύρ­μηγ­κα, τόν πά­τη­σα μία φο­ρά, ὅ­ταν ἤ­μουν μι­κρό παι­δί, μέ μά­λω­σε ἡ μάν­να μου καί μοῦ εἶ­πε (…) πα­τᾶς ἕ­να μύρ­μηγ­κα, αὐ­τός ἔ­χει ζωή. Καί ἀ­πό τό­τε φο­βᾶ­μαι καί τόν μύρ­μηγ­κα νά πα­τή­σω ἀ­κό­μη (…).

      Πάω λοι­πόν στόν Ἅ­γιο καί τοῦ λέ­ω: «Ἅ­γιέ μου, ἐ­γώ τά δι­κά μου τἄ­δω­σα, τίς πε­ρι­ου­σί­ες μου τίς ἄ­φη­σα, πέ­θα­ναν οἱ γο­νεῖς μου δέν πῆ­γα νά το­ύς δῶ. Πῆ­γες ἐ­σύ ὅ­ταν πέ­θα­ναν οἱ γο­νεῖς σου;» εἶ­πα τόν ἅ­γιο Δα­βίδ. Μι­λοῦ­σα μα­ζί του τώ­ρα, στήν εἰ­κό­να. Τώρα σ᾿ ἔ­φτια­ξα τό Μο­να­στή­ρι, κά­νεις μία χα­ρά, κα­μα­ρώ­νεις. Δέ μοῦ λές τώ­ρα, τό κτῆ­μα νά πά­ω νά πε­ρι­μέ­νω κά­τω ἤ τό Μο­να­στή­ρι; Ἐ­γώ ἦρ­θα νά κά­νω προ­σευ­χή, καί μά­λι­στα δέν ἦρ­θα στό Μο­να­στή­ρι τοῦ Ἁ­γί­ου, ἐ­δῶ. Ἐ­γώ εἶ­χα σκο­πό νά πά­ω σέ μία ἐ­ρη­μιά καί νά εἶ­μαι μό­νος μου. Ἐ­γώ (…) δέν εἶ­χα συν­τρο­φι­ές, οὔ­τε μέ παι­διά μι­λοῦ­σα, οὔ­τε μέ γυ­ναῖ­κες. Μόνο μέ το­ύς πα­πᾶ­δες, το­ύς ἀ­γα­ποῦ­σα ὅ­μως το­ύς ἱ­ε­ρεῖς τοῦ Ὑ­ψί­στου. Λέω, «Ἅ­γιέ μου νά φύ­γω (…) τώ­ρα γιά τήν δι­κή σου πε­ρι­ου­σί­α ἐ­δῶ πέ­ρα, νά μέ πα­ίρ­νουν στά Δι­κα­στή­ρια καί τὄ­να καί τ᾿ ἄλ­λο καί νά τρέ­χω στά Ἐ­φε­τεῖ­α ἐ­ξαι­τί­ας τό ἕ­να μέ­τρο γῆς, τό κτῆ­μα; Ἄ­κου­σε ἅ­γιέ μου Δα­βίδ, νά τό ξέ­ρης, ἄν μέ­χρι τό βρά­δυ δέν τόν φέ­ρεις πρό τοῦ Ἑ­σπε­ρι­νοῦ μιά ὥ­ρα, νά τό ξέ­ρης θά σέ κλε­ί­σω ἐ­δῶ μέ­σα, καν­τή­λι δέ θά σ᾿ ἀ­νά­ψω, οὔ­τε θά σέ λι­βα­νί­σω, οὔ­τε θά σέ λει­τουρ­γή­σω. Ἅ­γιέ μου λέ­ω, ἔ­πα­θα καρ­διά, ἔ­πα­θα στε­να­χώ­ρια, ἔ­πα­θα τό­σα καί τό­σα καί ση­κώ­νο­μαι με­τά κό­που καί κά­νω Λει­τουρ­γί­α. Ἐ­σύ μέ βο­η­θᾶς, ἀλ­λά ἅ­γιέ μου Δα­βίδ, συγ­χώ­ρα με αὐ­τό πού σοῦ εἶ­πα, ἐ­γώ θά σέ λι­βα­νί­σω, θά σέ θυ­μι­ά­σω, ἀλ­λά νά τόν φέ­ρης, νά τόν δῶ, ἄν δέν τόν φέ­ρεις γέ­ρο, πρό­σε­ξε». Ποῦ νά ξέ­ρω ἐ­γώ ποι­ός ἔ­κο­ψε τά δέν­τρα. Τό βρά­δυ παι­διά μου μιά ὥ­ρα πρό τοῦ Ἑ­σπε­ρι­νοῦ, ὅ­πως ἤ­μουν μπρο­στά στήν εἰ­κό­να τοῦ Ἁ­γί­ου, τοῦ λέ­ω: «Γέρο, δέν φά­νη­κε, αὐ­τός πού ἔ­κο­ψε τά δέν­τρα». Ξαφ­νι­κά μπα­ί­νει μέ­σα ἕ­νας, ἔ­κα­νε τόν σταυ­ρό του ἔ­τσι. Λοι­πόν, λέ­ω αὐ­τός εἶ­ναι. Βλέ­πω λάμ­ψαν τά μά­τια τοῦ Ἁ­γί­ου, για­τί στήν εἰ­κό­να του, κι­νεῖ­ται. Καί τό θυ­μια­τό του κι­νεῖ­ται καί ἡ εἰ­κό­να του χτυ­πά­ει ὅ­ταν ἔ­χου­με στε­να­χώ­ρι­ες, στό Μο­να­στή­ρι κά­τι, καί χτυ­πά­ει ἡ εἰ­κό­να ἀ­να­στα­τω­μέ­νη μέ­σα στό τέμ­πλο. Ἐ­πί­σης καί τ᾿ ἅ­για Λε­ί­ψα­να γί­νε­ται ἕ­νας κρό­τος μέ­σα. Τόν βλέ­πω λοι­πόν, ἔρ­χε­ται κα­τά πά­νω μου.

–Κα­λη­σπέ­ρα Πάτερ.

–Κα­λη­σπέ­ρα.

–Πάτερ, ἐ­γώ ἔ­κο­ψα τά δέν­δρα…τίς ἐ­λι­ές.

–Ποι­ές ἐ­λι­ές, ποιά δέν­τρα παι­δί μου; Λέω, ἔ­κα­να πώς δέν ἤ­ξε­ρα.

–Νά, ἐ­δῶ τοῦ ἁ­γί­ου Δα­βίδ τά δέν­τρα, τίς ἐ­λι­ές.

–Παι­δί μου, λέ­ω, για­τί τίς ἔ­κο­ψες τίς ἐ­λι­ές τοῦ ἁ­γί­ου Δα­βίδ; Ἐάν, λέ­ω, 450 χρό­νια πού εἶ­ναι τό Μο­να­στή­ρι αὐ­τό, εἶ­ναι τό κτη­μα­τά­κι αὐ­τό 400 χρο­νῶν, μό­νο τό κτη­μα­τά­κι. Ἐάν ὁ κά­θε ἄν­θρω­πος ἔ­κο­βε μί­α ρί­ζα ἐ­λιά κά­θε χρό­νο δέν θά ὑ­πῆρ­χαν (…). Θές παι­δί μου ἐ­σύ, νά ἀ­σχο­λοῦν­ται μέ δι­κές σου ἐ­λι­ές ὅ­λοι, μέ δι­κά σου δέν­τρα;

–Ὄ­χι.

–Ἐ­σύ για­τί;

–Ἔ! κα­λά μοῦ λέ­ει, θά μέ πᾶς στά Δι­κα­στή­ρια ἐ­σύ π. Ἰάκωβε, ἐ­σύ εἶ­σαι ἅ­γιος ἄν­θρω­πος.

–Βρέ, δέ θά σέ πά­ω στά Δι­κα­στή­ρια ἐ­γώ, θά σέ πά­η ὅ­μως ὁ ἀ­γρο­νό­μος. Για­τί, ὅ­ταν πη­γα­ί­νης καί κό­βεις κα­θη­με­ρι­νῶς τά δέν­τρα τοῦ Μο­να­στη­ριοῦ, καί ὅ­ταν κό­βης τό ἕ­να δέν­τρο, δέν σκέ­φτε­σαι ὅ­τι κά­ποι­ος τίς φύ­τευ­σε, κά­ποι­ο νοι­κο­κύ­ρη εἴ­χα­με ἤ Ἅ­γιο ἤ πα­πᾶ ἤ κο­σμι­κό, λα­ϊ­κό. Δέν τό σκέ­φτη­κες στίς 2, στίς 5. Πῶς ἔ­κο­ψες τίς 33 ἐ­λι­ές; Καί τώ­ρα τί θές;».

–Δέ θά μέ συγ­χω­ρή­ση ὁ ἅ­γιος Δα­βίδ;

–Βέβαια θά σέ συγ­χω­ρή­ση ὁ ἅ­γιος Δα­βίδ, ἀλ­λά νά μᾶς δώ­ση καί μυα­λό ὁ ἅ­γιος Δα­βίδ. Ἐ­μεῖς θέ­λου­με νά πε­ρι­σώ­σου­με τό κτῆ­μα μας. Για­τί παι­δί μου τίς ἔ­κο­ψες; Ἄν παι­δί μου πη­γα­ί­νε­τε κά­θε μέ­ρα καί κά­θε­στε ἐ­κεῖ δί­πλα καί λέ­τε, τώ­ρα μέ τά κόμ­μα­τα καί τώ­ρα μέ τήν κα­τά­στα­ση θά τό πά­ρου­με τό κτη­μα­τά­κι. Ὁ­ρί­στε τό Μο­να­στή­ρι ἔ­δω­σε 30 χι­λι­ά­δες στρέμ­μα­τα σέ 15 χω­ριά, ὅ­λη ἡ πε­ρι­ο­χή ἐ­δῶ πέ­ρα ἔ­χει τά κτή­μα­τα τοῦ Μο­να­στη­ριοῦ. Καί ἀ­φῆ­σαν καμ­μιά 50 στρέμ­μα­τα σέ μιά βου­νο­πλα­γιά, τά καλ­λι­ερ­γοῦν τρεῖς οἰ­κο­γέ­νει­ες. Καί τώ­ρα αὐ­τοί (…) μᾶς δί­νουν λί­γο στα­ρά­κι, (…) ἀλλ᾿ ἐ­μεῖς δέν ἔ­χου­με ἀ­νάγ­κη ἀ­πό χω­ρά­φια, ἀλ­λά ἐ­φό­σον εἶ­ναι τοῦ Ἁ­γί­ου, γιά συν­τή­ρη­ση τά  ᾿φή­σα­με.

Καί τώ­ρα ἐ­πει­δή ἔ­γι­νε ὁ δρό­μος στό Λου­τρό, ἀ­ξι­ο­ποι­εῖ­ται τό κτη­μα­τά­κι αὐ­τό. Καί τώ­ρα θέ­λουν νά τό κα­τα­πα­τή­σουν. Καί τώ­ρα χτί­σα­νε κτί­σμα­τα ἐ­κεῖ κά­τω, πολ­λά (…) τα­λαι­πω­ρί­ες πού πέ­ρα­σα. Τώρα λέ­ει:

–Θά μέ πᾶς στό Δι­κα­στή­ριο;

Ἐ­γώ τοῦ ᾿πα:

–Παι­δί μου στό Δι­κα­στή­ριο δέν σέ πά­ω. Οἱ γο­νεῖς μου δέν πῆ­γαν στό Δι­κα­στή­ριο. Ἀλ­λά ὑ­πάρ­χει ὅ­μως τώ­ρα ὁ ἀ­γρο­νό­μος θά σέ μυ­νή­ση.

Πῆ­γα στό Δι­κα­στή­ριο, νά μήν τά πο­λυ­λο­γῶ (…). Καί γιά 33 ἐ­λι­ές πού μᾶς κό­ψαν μᾶς δώ­σαν 1.500 δραχ­μές. Παι­διά μέ συγ­χω­ρεῖ­τε τά κόμ­μα­τα καί αὐ­τή ἡ κα­τά­στα­σις (…).

–Πάρτα παι­δί μου, τό Μο­να­στή­ρι δέν ἔ­χει ἀ­νάγ­κη ἀ­πό 1.500 δραχ­μές. Ἡ Μο­νή ἔ­χει ἀ­νάγ­κη ἀ­πό τό κτη­μα­τά­κι της. Ἐ­μεῖς παι­δί μου, ἔ­χου­με ἀ­νάγ­κη ἀ­πό Χρι­στό καί ψυ­χή, δέν ἔ­χου­με ἀ­νάγ­κη ἀ­πό κτή­μα­τα, ἐ­φό­σον ὑ­πάρ­χουν ὅ­μως αὐ­τά, καί αὐ­τό τό κτη­μα­τά­κι θά τό ὑ­πο­στη­ρί­ξου­με.

Πῆ­γα μέ­χρι τόν Ἄ­ρει­ο Πάγο, ἄς εἶ­ναι κα­λά μᾶς βο­η­θή­σα­νε (…) αὐ­τός πού τό εἶ­χε ἁρ­πά­σει (…) ἔ­δι­νε οἰ­κό­πε­δα δω­ρε­άν, ἔ­δι­νε λά­δια, κτή­μα­τα, γιά νά μήν τό πά­ρη τό Μο­να­στή­ρι τό κτη­μα­τά­κι. Ἦ­ταν στό Μο­να­στή­ρι ὅ­μως, 450 χρό­νια τό κτῆ­μα αὐ­τό. Τό πῆ­ρε. Καί μέ Λει­τουρ­γί­ες πού ἔ­κα­να, τά χρή­μα­τα πού μά­ζε­ψα, ἀ­γό­ρα­σα μέ 500 χι­λι­ά­δες, τό κτῆ­μα αὐ­τό. Βέβαια χρό­νια τώ­ρα. Καί τό κερ­δί­σα­με καί εἶ­πα:

–Ἅ­γιέ μου Δα­βίδ ἄν εἶ­ναι τό κτῆ­μα δι­κό σου νά κά­νης τό θαῦ­μα σου.

Λοι­πόν, πῆ­ρα τήν εἰ­κό­να τοῦ Ἁ­γί­ου (…) καί ὅ­ταν κό­βαν τίς ἐ­λι­ές τοῦ Μο­να­στη­ριοῦ. Τώρα ὁ Ἰάκωβος, αὐ­τός εἶ­ναι ἅ­γιος, δέν πρό­κει­ται νά μᾶς κά­νη κα­κό. Βλέ­πε­τε παι­διά ὅ­μως, δέν εἶ­ναι καί δι­κά μου. Ἡ εὐ­θύ­νη εἶ­ναι με­γά­λη, πού ἔ­χω μέσ᾿ στό Μο­να­στή­ρι. Καί ἐ­γώ εἶ­χα ἔρ­θει μέ πρό­γραμ­μα νά εἶ­μαι σ᾿ ἕ­να ἀ­σκη­τή­ριο καί νά κά­νω με­τά­νοι­ες καί νη­στε­ί­ες ὅ­πως μέ εἶ­χε μά­θει ἡ μη­τέ­ρα μου ἀ­πό μι­κρό παι­δί. Δέν ἤ­θε­λα μι­κρός, νά ἔρ­θω στό Μο­να­στή­ρι καί νά μέ βλέ­πει ὁ κό­σμος καί νά βλέ­πω τόν κό­σμο (…) ἁ­πλός ἄ­γα­μος ἄν­θρω­πος, ἀλ­λά ἐ­κεῖ­νο πού εἶ­ναι στήν ψυ­χή, ἦ­ταν πώς νά ἁ­γι­ά­σω, νά γί­νω ἅ­γιος. Τώρα ἀντί γιά ἅ­γιος, κο­λά­στη­κα. Μέ τὄ­να μέ τ᾿ ἄλ­λο.

Καί θά σᾶς πῶ παι­διά μου, πα­ίρ­νω τήν εἰ­κό­να τοῦ Ἁ­γί­ου, ντύ­θη­κα τά ”ἱερά” μου, καί πά­ω μέ τά πό­δια στό κτῆ­μα κά­τω, καί γο­νά­τι­σα καί ἔ­βα­λα σέ μία ἐ­λιά τήν εἰ­κό­να τοῦ Ἁ­γί­ου, καί στα­ύ­ρω­σα τά τέσ­σε­ρα ση­μεῖ­α τοῦ κτή­μα­τος καί λέ­γω: «Ἅ­γιέ μου Δα­βίδ, ἐ­άν εἶ­ναι δι­κά σου, νά τά ὑ­πο­στη­ρί­ξης, νά κα­ται­σχυν­θῆ ὁ δι­ά­βο­λος».

      Δι­ό­τι ὁ δι­ά­βο­λος μέ πο­λε­μοῦ­σε. Λοι­πόν καί λέ­γω με­τά «ἄν εἶ­ναι δι­κά σου ἅ­γι­ε Δα­βίδ δεῖξ᾿ τό θαῦ­μα σου, νά τά πά­ρου­με νά μήν μᾶς κα­τα­πα­τή­σουν τό κτῆ­μα, καί νά φύ­γουν αὐ­τοί οἱ κα­κοί ἄν­θρω­ποι». Θυ­μί­α­σα τήν εἰ­κό­να τοῦ Ἁ­γί­ου, θυ­μί­α­σα τό κτῆ­μα ὁ­λό­κλη­ρο μέ τό θυ­μια­τό, μέ λι­βά­νι, πῆ­ρα τήν εἰ­κό­να καί γύ­ρι­σα στό κτῆ­μα καί τό στα­ύ­ρω­σα, στά τέσ­σε­ρα ση­μεῖ­α. Γο­νά­τι­σα καί προ­σευ­χή­θη­κα: «Ἅ­γιέ μου Δα­βίδ, Πα­νά­γα­θε Θεέ, ἐ­γώ δέν ἔ­χω κτη­μα­τι­κή πε­ρι­ου­σί­α, ἐ­γώ τά δι­κά μου τ᾿ ἄ­φη­σα, ἔ­ρη­μα τά δι­κά μου, εἶ­χα πε­ρι­ου­σί­ες με­γά­λες, ἐ­γώ ἔ­χω ἀ­νάγ­κη ἀ­πό Χρι­στό καί ψυ­χή». Νά σώ­σω τήν ψυ­χή, μήν κά­νω σάν τόν ση­με­ρι­νό πλο­ύ­σιο πού ἤ­θε­λε νά χα­λά­ση τίς ἀ­πο­θῆ­κες (…) καί νά φτι­ά­ξη πιό με­γα­λύ­τε­ρες. Ἀλ­λά εἶ­δες τί τοῦ εἶ­πε ὁ Θε­ός; «Ἄ­φρων αὐ­τή τῇ νυ­κτί τήν ψυ­χή σου ἀ­παι­τοῦ­σιν». Δέν εἶ­πε ὅ­τι θά τήν πά­ρη ὁ Θε­ός, ἀλλ᾿ ὅ­τι ἀ­παι­τοῦ­σιν οἱ δα­ί­μο­νες τήν ψυ­χή του. Αὐ­τά πού ἑ­το­ί­μα­σες τι­νι ἔ­σται.

      Εἴ­χα­με στήν Μ. Ἀ­σί­α παι­διά μου, -ἀ­πό τό ἕ­να θέ­μα στό ἄλ­λο- εἴ­χα­με κτή­μα­τα, πε­ρι­ου­σί­α, τά ᾿φή­σα­με. Μη­τρο­πο­λι­τι­κοί να­οί, οἱ παπ­ποῦ­δες μας, δε­κα­τέσ­σα­ρεις Ἀρ­χι­μαν­δρί­τες πού ᾿φθα­σε ἡ μάν­να μου στό σό­ϊ μας, Δε­σπο­τά­δες καί, καί, καί πολ­λά. Τά σπί­τια μας κλει­δώ­σα­νε, δώ­σα­νε στόν Τοῦρ­κο τά κλει­διά, καί φύ­γα­νε (…). Ἤ­μουν ἑ­νά­μι­ση χρο­νῶν παι­δά­κι, μέ ᾿κρυ­ψε ἡ μάν­να μου στήν πο­διά της μέ­σα. Ἀ­πό κά­τω μέ σκέ­πα­σε νά μή μέ σφά­ξουν οἱ Τοῦρ­κοι. Φύγαμε μέ σφα­γή καί μέ πο­λύ δυ­σκο­λί­α. Καί εἶ­χε πά­ρει ἡ μη­τέ­ρα μου ἕ­να σακ­κου­λά­κι μέ μιά ὀ­κά ση­σά­μι καί λί­γο ρα­κί, λέ­ει: «Νά δί­νω τά παι­διά μου λί­γο ση­σα­μά­κι στό στό­μα τους». Τί νά πά­ρη; Τά παι­διά της νά πά­ρη ἡ μη­τέ­ρα μου; Για­τί ἔ­γι­νε ἐ­ξο­ρί­α, πε­θά­ναν οἱ παπ­πο­ύ­δες μας στήν Ἄγ­κυ­ρα (…) καί ἦ­ταν ἁ­γι­α­σμέ­να μέ­ρη. Ἄλ­λοι πε­θά­ναν στήν Ἄγ­κυ­ρα, ἄλ­λοι στήν (…) εἴ­με­θα πνεῦ­μα πο­ρευ­ό­με­νον καί οὐκ ἐ­πι­στρέ­φον, ὅ­πως λέ­ει καί ὁ θεῖ­ος Δα­βίδ. Γι᾿ αὐ­τό νά φρον­τί­ζου­με τήν ψυ­χή μας. Ἀλ­λά κο­ί­τα­ξε μή μᾶς κο­ρο­ϊ­δε­ύ­ουν κι­ό­λας, νά ᾿ρχε­ται ὁ ἄλ­λος τώ­ρα, ἦρ­θε ἐ­πει­δή κά­να­με ἀ­γρυ­πνί­α, εἴ­χα­με ἕ­να δέν­τρο, μία κα­στα­νιά 300 ἐ­τῶν, καί κό­ψαν τήν κα­στα­νιά καί τήν πῆ­ραν, ἕ­νας ἀ­σε­βής Δα­σο­νό­μος καί κἄ­ναν στό σπί­τι του τά κου­φώ­μα­τα. Με­τά ἀ­πό 15 μέ­ρες ἔ­μα­θα ἐ­γώ ὅ­τι ἔ­κο­ψαν τήν κα­στα­νιά. Παι­διά μου τώ­ρα τήν ἀ­γρυ­πνί­α νά ᾿κα­να ἐ­γώ; Τήν Λει­τουρ­γί­α; Ἤ νά πά­ω νά πε­ρι­μέ­νω τήν κα­στα­νιά; Ἤ νά πε­ρι­μέ­νω τίς ἐ­λι­ές τοῦ Μο­να­στη­ριοῦ; Ἐ­σύ Ἅ­γιέ μου κα­τά τά ἔρ­γα τους, νά το­ύς ἀν­τα­πο­δώ­σης, κα­κό νά μήν πά­θουν, νά το­ύς φω­τί­σης. Αὐ­τός πού ἔ­κο­ψε τήν κα­στα­νιά καί τήν πῆ­ρε ἀντί γιά 400 δραχ­μές πού πῆ­ρε νά με­τα­φέ­ρη τήν κα­στα­νιά, ἔ­σπα­σε τό βρά­δυ τό τρα­κτέρ καί πλη­ρώ­νει 60 χι­λι­ά­δες. Πρίν 20 χρό­νια, 60 χι­λι­ά­δες ἦ­ταν ἀ­κρι­βά. Βλέ­πε­τε; Καί με­τά μέ­θυ­σε καί τό εἶ­πε, λέ­ει, «Πάτερ μου, ἐ­γώ τήν πῆ­ρα τήν κα­στα­νιά. Μέ ᾿βα­λε ὁ τά­δε». Ὁ δέ Δα­σο­νό­μος ”ἔφαγε ἕ­να φύ­ση­μα­” καί στά σύ­νο­ρα βρί­σκε­ται τώ­ρα αὐ­τός. Ἐ­γώ τό κα­τά­λα­βα ὅ­τι αὐ­τός ἔ­κο­ψε τό δέν­τρο, με­τά βρή­κα­με καί τό δέν­τρο. Ἔ­κο­ψε τά ξύ­λα καί τά ἔ­βα­λε μέ­σα στό σπί­τι του (…). Εἴ­δα­με τά ξύ­λα καί μοῦ λέ­ει:

«Πάτερ, μή πᾶς καί πεῖς στόν (…) τί­πο­τε, για­τί θά χά­σω τό ψω­μί μου». Λέω:

–Ποι­ός ἔ­κο­ψε τήν κα­στα­νιά; Τήν ἔ­κο­ψε ὁ ἴ­διος;

Τό ᾿μα­θα ἐ­γώ. Ποῦ νά πε­ρά­ση ἀπ᾿ τό Μο­να­στή­ρι αὐ­τός ὁ ἄν­θρω­πος. Ἐ­μεῖς κα­κό δέν κά­νου­με σέ κα­νέ­να, ἀλ­λά για­τί νά κό­ψε­τε τό δεν­τρά­κι αὐ­τό πού ᾿ταν 300 χρό­νων; Δέν γί­νον­ται τά δέν­τρα ἔ­τσι εὔ­κο­λα. Νά πῶ καί ᾿γώ ἕ­να λό­γο, πού ᾿χει ἕ­να μο­νά­κρι­βο κο­ρι­τσά­κι; Παι­διά δέν ἔ­κα­νε, τοῦ ᾿δω­σε ὁ Ἅ­γιος με­τά ἀ­πό 15 χρό­νια παι­δί. Νά πῆ κα­νέ­νας, ἀλ­λά δέν εἶ­μαι καμ­μιά γυ­ναι­κο­ύ­λα τοῦ δρό­μου νά βλα­σφη­μῶ καί νά κα­τα­ρι­έ­μαι, ἐ­μεῖς εἴ­μα­στε Πα­τέ­ρες τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, ἐ­μεῖς κά­νου­με προ­σευ­χή, ἀλ­λά καμ­μιά φο­ρά μπο­ρεῖ νά γογ­γύ­ση κα­νε­ίς, νά πῆ κα­νε­ίς, ὅ­πως ἔ­κο­ψε αὐ­τός τό δέν­τρο, νά τοῦ κό­ψη ὁ Θε­ός τό παι­δί. Ἀλ­λά εἶ­πα, Θεέ μου φώ­τι­σέ τον νά με­τα­νο­ή­ση, νά ζη­τή­ση συγ­γνώ­μη ἀ­πό τόν ἅ­γιο Δα­βίδ.

Εἶ­ναι πο­λύ θαυ­μα­τουρ­γός ὁ Ἅ­γιος. Δέν περ­νάε­ι ὥ­ρα, δέν θά πε­ρά­ση ἡ ἡ­μέ­ρα χω­ρίς νά τό δε­ί­ξη τό θαῦ­μα του ὁ Ἅ­γιος.

      Τό ᾿79, κά­τι ἀ­δι­α­θέ­τη­σα καί ἐν­τρε­πό­μου­να νά πά­ω στό για­τρό, δέν εἶ­χα πά­ει πο­τέ μου σέ για­τρό, ἔ­γι­να 55 χρο­νῶν. Οὔ­τε ἀ­σπι­ρί­νη ἤ­ξε­ρα, οὔ­τε τί­πο­τα. Ἤ­μου­να τό­σο κα­κο­ρί­ζι­κος ἄν­θρω­πος, ἀ­πό παι­δί. Οἱ γο­νεῖς μου μέ πα­ίρ­ναν μι­κρό καί μέ δέ­ναν τά πό­δια μου καί τά χέ­ρια μου μέ τό σκοι­νί, μέ πι­ά­ναν ἐ­δῶ τή μύ­τη μου, μ᾿ ἀ­νο­ί­γαν μέ τά κου­τά­λια τό στό­μα μου, καί μέ ρί­χναν τήν ἀ­σπι­ρί­νη. Τόσο κα­κο­ρί­ζι­κος ἄν­θρω­πος ἤ­μου­να, καί γι᾿ αὐ­τό ὁ Θε­ός μέ τι­μώ­ρη­σε καί πα­ίρ­νω τώ­ρα 7-8 χά­πια τήν ἡ­μέ­ρα. Δόξα τῷ Θε­ῷ, τί νά κά­νου­με «εἴ­η τό ὄ­νο­μα Κυ­ρί­ου εὐ­λο­γη­μέ­νον». Καί εἶ­παν οἱ για­τροί, 99% ἦ­ταν καρ­κί­νος σ᾿ ἕ­να ση­μεῖ­ο τοῦ σώ­μα­τός μου. Καί ᾿γώ πῆ­γα τρεῖς φο­ρές στήν Ἀ­θή­να, εἶ­πε ὁ για­τρός νά μέ δῆ. Ἐ­γώ ντρε­πό­μου­να δέν ἤ­θε­λα νά μέ δῆ, γύ­ρι­ζα πί­σω (…). 14 χι­λι­ά­δες τήν ἡ­μέ­ρα (…). Καί ἔ­λε­γα, ὅ­ταν κά­θο­μαι στό Μο­να­στή­ρι μου καί ἀ­σκη­τε­ύ­ω, καί ἔρ­χο­μαι ἐ­δῶ πέ­ρα νά κά­νω πορ­νε­ί­α καί νά φύ­γω;

–Καί πώς Πάτερ κά­νεις πορ­νε­ί­α;

–Ἐ­γώ εἶ­μαι ἱ­ε­ρέ­ας, μέ συγ­χω­ρεῖ­τε, μέ γυ­μνώ­νε­τε καί μέ πι­ά­νε­τε τό σῶ­μα μου, νά μέ βλέ­πε­τε τό σῶ­μα μου. Πορ­νε­ύ­ω, κά­νω πορ­νε­ί­α. Πάτερ μου, λέ­ει, δέν πορ­νε­ύ­ε­τε (…). Μέ συγ­χω­ρεῖ­τε, λέ­ω, ἐ­γώ εἶ­χα ἀρ­χές ἀ­πό παι­δί, ἀρ­χές πνευ­μα­τι­κές, ἀλ­λά τώ­ρα, πώς νά ξεν­τυ­θῶ για­τρέ μου; Μοῦ λές; Βγά­ζω τό ρά­σο μου, πώς νά βγά­λω τό ρά­σο μου; Μένει τ᾿ ἀν­τε­ρί. Μοῦ λέ­ει, βγά­λε τ᾿ ἀν­τε­ρί. Πώς νά βγά­λω τ᾿ ἀν­τε­ρί; Νο­μί­ζω πώς εἶ­μαι κα­νέ­νας κο­σμι­κός καί νο­μί­ζω πώς κά­νω πρά­ξεις κα­κές. Δέν τίς ἔ­χω κά­νει, ἀλ­λά σᾶς ζη­τῶ συγ­γνώ­μη γιά τήν φρά­ση μου.

Βρέ Πάτερ μου, λέ­ει, μέ πι­ά­νει ἡ πί­ε­ση πά­ει 25. Μοῦ ᾿δω­σε ὁ για­τρός φάρ­μα­κα γιά πί­ε­ση, για­τρέ μου λέ­ω, τά φάρ­μα­κα πού μοῦ ᾿δω­σες πα­θα­ί­νω ὑ­πό­τα­ση καί πά­ει μέ­χρι 8, καί ὅ­ταν λει­τουρ­γῶ μέ πι­ά­νει μία θαμ­πά­δα στά μά­τια μου καί νέ­κρα. Μέ κό­βει κρύ­ος ἱ­δρῶ­τας καί (…) στήν Λει­τουρ­γία­ στα­μά­τη­σα καί ἔ­φυ­γα. Για­τρέ μου, νά σοῦ πῶ τήν ἀ­λή­θεια, ἐ­γώ ἀπ᾿ τήν ντρο­πή μου, πού μέ βλέ­πεις, δέν ἔ­χω πί­ε­ση, ἀλ­λά για­τρέ μου μέ συγ­χω­ρεῖ­τε πό­τε 9 ἔ­χω, πό­τε 10, 11, 12, 13, δέν ἔ­χει ὅ­ρια ἡ πί­ε­ση ἡ δι­κή μου. Λέει, κό­ψε τά φάρ­μα­κα. Ἔ­κο­ψα τά φάρ­μα­κα καί εἶ­μαι κα­λύ­τε­ρα, χω­ρίς τό φάρ­μα­κο πού ἔ­παιρ­να.

      Λοι­πόν παι­διά μου…καί ντρέ­πο­μαι καί νά πά­ω καί στόν για­τρό ἀ­κό­μα. Μέ ᾿λε­γε ὁ μα­κα­ρί­της ὁ Γέροντάς μου, «Πάτερ Ἰάκωβε, ἀ­πό τόν ἐ­γω­ϊ­σμό πού ἔ­χεις θά σέ τι­μω­ρή­ση ὁ Θε­ός παι­δί μου. Θά σέ βλέ­πουν οί για­τροί». Λοι­πόν τό ᾿πα­θα αὐ­τό. Ἐ­κεῖ πού λέ­τε, εἴ­χα­με τόν πα­τήρ Νι­κό­δη­μο, ἦ­ταν ἀπ᾿ τήν Κύμη ὁ μα­κα­ρί­της καί ἤ­τα­νε πνευ­μα­τι­κοί ἀ­δελ­φοί μέ τόν Ἰάκωβο, τόν πρώ­ην Λα­ρίσ­σης, πρίν τόν Θε­ο­λό­γο, (…) τόν Σχί­ζα, μά­λι­στα. Λοι­πόν, ἦ­ταν ἀ­πό τῆς Κύμης τά μέ­ρη καί λέ­ει: «Παι­δί μου θά σέ τι­μω­ρή­ση ὁ Θε­ός για­τί λές τώ­ρα. Γυ­να­ί­κα χθές σέ εἶ­δε (… …). Παι­δί δέν μέ εἶ­δε, (…) ἀ­πό μι­κρό, στό σπί­τι μου δί­πλα, ἦ­ταν σάν Μο­να­στή­ρι καί ἔ­λε­γα νά μή μέ δῆ ἄν­θρω­πος. Ὅ­ταν θά πε­θά­νω στήν ἔ­ρη­μο ἔ…θά μέ δοῦν ἐ­κεῖ πέ­ρα, θά μέ πιά­σουν, θά ἀ­νο­ί­ξουν μία λάκ­κα, θά μέ χώ­σουν ἐ­κεῖ μέ­σα. Παι­διά μου νο­μί­ζω πώς θά με­ί­νω μό­νος μου στήν ἔ­ρη­μο ν᾿ ἀ­σκη­τε­ύ­σω. Πα­ρα­πά­νω εἶ­χα σκά­ψει μία γα­λα­ρί­α, νά πά­ω νά μπῶ μέ­σα νά κά­νω προ­σευ­χές καί με­τά­νοι­ες. Ὕ­στε­ρα μέ μα­λώ­νει ὁ Γέροντας καί μοῦ λέ­ει: «Βρέ Πάτερ μου, ὁ­λό­κλη­ρο Μο­να­στή­ρι. Βρέ Πάτερ μου, δέν ἔ­χει κα­νέ­ναν ἐ­δῶ πέ­ρα, ἔ­λα ᾿δῶ παι­δά­κι μου, ἔ­χει ἐ­δῶ κελ­λά­κια. Δύο κελ­λά­κια ἔ­χει» (…). Με­τά σέ τρεῖς μῆ­νες μέ ᾿καναν καί ἱ­ε­ρέ­α, με­τά μέ φορ­τώ­σα­νε ἕ­ξι-ἑ­φτά χω­ριά, γύ­ρι­ζα τά χω­ριά μέ τό μου­λά­ρι, νά ᾿ξο­μο­λο­γῶ τόν κό­σμο, ἐ­πί Γρη­γο­ρί­ου, τοῦ Δε­σπό­τη, τοῦ ἀ­ει­μνή­στου, καί πολ­λά. Ἔ!!! Δόξα τῷ Θε­ῷ. Τί νά κά­νου­με, τώ­ρα ἐ­πέ­μει­να στό Μο­να­στή­ρι, ἔ­χω 38 χρό­νια, μέ­νω ἐ­δῶ στό Μο­να­στή­ρι μ᾿ ὅ­λη μου τήν ψυ­χή. Ἀλ­λά μέ ᾿δω­σε ὁ Θε­ός δο­κι­μα­σί­ες. Κάθε 3 μῆ­νες παι­διά μου, πά­ω καί πορ­νε­ύ­ω στήν Ἀ­θή­να καί γυ­ρί­ζω. Αὐ­τό κά­νω παι­διά μου. Πάω καί μέ βλέ­πουν οἱ για­τροί, σᾶς ζη­τῶ συγ­γνώ­μη παι­διά μου,…νά μέ συγ­χω­ρεῖ­τε, ἔ…καί ὁ λό­γος πού εἶ­πα βέ­βαι­α, δέν ἔ­πρε­πε νά τόν πῶ, ἀλ­λά παι­διά μου νά μέ συγ­χω­ρεῖ­τε. Πάω καί κά­νω ἁ­μαρ­τί­α καί φε­ύ­γω. Καί μέ βλέ­πει ὁ για­τρός, μέ κά­νει μία ἐ­ξέ­τα­ση στήν καρ­διά -ἔ­χω βη­μα­το­δό­τη, δέν λει­τουρ­γεῖ κα­λά- καί μέ τήν κο­ύ­ρα­ση πού ἔ­χω ἀ­πό τόν κό­σμο, περ­νά­ει πο­λύς κό­σμος ἀ­πό τό Μο­να­στή­ρι, χι­λι­ά­δες κό­σμος, θέ­λω νά το­ύς δῶ το­ύς ἀν­θρώ­πους, ἀλ­λά τί νά δῶ; Χθές, πε­ρά­σα­νε καμ­μιά σα­ραν­τα­ριά ἄ­το­μα, ἤ­τα­νε ἀπ᾿ τό Ἄρ­γος. Ἔ­κλαι­γε λοι­πόν, ἔ…Πάτερ μου, λέ­ει, τήν εὐ­χή νά πά­ρου­με.

      –Καί ἡ ἀ­δελφή μου, ἡ ἀ­δελφή μου ἡ μα­κα­ρι­στή, πέ­θα­νε 25 χρο­νῶν -τήν πάν­τρε­ψα καί ἔ­φυ­γα στό Μο­να­στή­ρι- (…) πέ­θα­νε ἀ­πό μία ἔ­νε­ση. Τήν ἔ­κα­νε μία χω­ρι­κή, εἶ­χε μία σκου­ρι­α­σμέ­νη βε­λό­να καί τήν κέν­τη­σε ἐ­δῶ πέ­ρα, καί τήν χτύ­πη­σε στό νε­φρό. Πάτερ, μοῦ λέ­ει, ἔ­τσι μοῦ εἶ­παν. Ἐ­γώ, πέ­θα­νε ἡ ἀ­δελφή μου, δέν πῆ­γα νά τήν δῶ, ἡ ἀ­δελφή μου πέ­θα­νε, ἐ­γώ δέν πῆ­γα στήν κη­δε­ί­α της, που­θε­νά. Ἀ­δελ­φοί καί μή­τηρ μου καί γο­νεῖς μου, ἐ­σεῖς εἶ­σθε παι­διά μου. Καί πέ­θα­νε ἡ ἀ­δελφή μου καί δέν πῆ­γα οὔ­τε στήν κη­δε­ί­α της, τί­πο­τα. Πα­ρό­λο πού ᾿κα­ναν 50 τη­λε­γρα­φή­μα­τα ἀ­πό τήν Ἀ­θή­να καί λέ­νε «τό­σο σκλη­ρός εἶ­ναι αὐ­τός ὁ πα­πᾶς καί δέν ἔρ­χε­ται;». Παι­διά μου, μέ συγ­χω­ρεῖ­τε, νά χά­σω τήν ψυ­χι­κή μου ὠ­φέ­λεια; Ἐ­γώ ἐγ­κα­τέ­λει­ψα ὅ­λα τά γή­ϊ­να παι­δι­ό­θεν. Για­τί κα­τα­λα­βα­ί­νε­τε ὅ­τι ἦρ­θα μέ πρό­γραμ­μα, γιά νά γί­νω μο­να­χός τώ­ρα,…

 

 

 

 

«Ἀ­πό τό κα­κό πού ἐ­πι­κρα­τεῖ σή­με­ρα, θά βγῆ με­γά­λο κα­λό. Βλέ­πω μιά ἐ­λιά. Τό ἕ­να κλω­νά­ρι της ἔ­χει ξε­ρα­θεῖ, τό ἄλ­λο τό τρώ­γει ἡ κάμ­πια καί θά ξε­ρα­θῆ κι αὐ­τό. Ἀλ­λά πε­τι­έ­ται ἕ­να ἄλ­λο βλα­στά­ρι ἀ­πό κά­τω πού ἔ­χει πο­λύ θυ­μό (δύ­να­μη) καί ἀ­να­πτύσ­σε­ται γρή­γο­ρα».

(Γέροντας Παΐσιος)

Σχετικά