ΣΤΟΝ ΑΕΡΑΕΡΩ — ΡαδιοΣυχνότητα
Ενωμένη ΡωμηοσύνηΕνωμένη ΡωμηοσύνηΚΕΝΤΡΟΝ ΕΝΟΤΗΤΟΣ ΚΑΙ ΜΕΛΕΤΗΣ
ΠΡΟΒΟΛΗΣ ΤΩΝ ΑΞΙΩΝ ΜΑΣ
ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ
Πανελλήνια Σύναξη στην ΙερισσόΣημαντική Ανακοίνωση προς τα Μέλη και Φίλους της «ΕΝΩΜΕΝΗΣ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗΣ» (Ε.ΡΩ.)Πρόγραμμα των Εκδηλώσεων Ετήσιας Σύναξης της Ε.Ρω στην Ιερισσό – 29/9/22 – 2/10/22Ανάγκες σε συνεργάτεςΠανελλήνια Σύναξη στην ΙερισσόΣημαντική Ανακοίνωση προς τα Μέλη και Φίλους της «ΕΝΩΜΕΝΗΣ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗΣ» (Ε.ΡΩ.)Πρόγραμμα των Εκδηλώσεων Ετήσιας Σύναξης της Ε.Ρω στην Ιερισσό – 29/9/22 – 2/10/22Ανάγκες σε συνεργάτες

ΑΥΓΟΥΣΤΕ, ΚΑΛΕ ΜΟΥ ΜΗΝΑ, ΝΑ ᾿ΣΟΥΝ ΤΡΕΙΣ ΦΟΡΕΣ ΤΟΝ ΧΡΟΝΟ

31 Ιουλίου 2012 · 15 λεπτά

 

 

Τοῦ Ἀ­πο­στό­λη Δίκο­γλου

 

«Μὴ μὲ μα­λώ­νεις, βρὲ που­λί, καὶ μὴ μὲ πα­ρα­δι­ώ­χνεις,

τί ἐ­γὼ πο­λὺ δὲν κά­θο­μαι στὸν τό­πο τὸ δι­κό σου.

Ἂν κάτ­σω Μά­η καὶ Θε­ρι­στὴ κι ὅ­λον τὸν Ἁ­λω­νά­ρη,

κι ἂν πά­ρω κι ἀ­π᾿ τὸν Αὔ­γου­στο, τὸν Τρυ­γη­τὴ μι­σεύ­ω,

κι ἀ­φή­νω γει­ά στὶς ὄ­μορ­φες καὶ γει­ά στὶς μαυ­ρο­μά­τες

κι ἐ­γὼ πά­γω στὸν τό­πο μου, γυρ­νῶ στοὺς ἐ­δι­κούς μου».

(Δη­μο­τι­κό)

     Πα­νάρ­χαι­α εἶ­ναι, φί­λοι τῆς ξε­νι­τει­ᾶς, ἡ λαχ­τά­ρα τοῦ Ἕλ­λη­να νὰ ξε­νι­τευ­τεῖ. Δὲν ἦ­ταν πάν­τα αἰ­τί­α ἡ ἀ­νέ­χει­α, ἡ φτώ­χει­α καὶ τὰ κον­τρά­τα τοῦ Βελ­γί­ου καὶ τῆς Γερ­μα­νί­ας τοῦ και­ροῦ μας. Τὰ πα­λληκά­ρι­α, οἱ Ἀρ­γο­ναῦ­τες, ποὺ φεύ­γουν ἀ­πὸ τὴν Ἰ­ωλ­κὸ μὲ τὴν Ἀρ­γώ τους γι­ὰ τὴ μαύ­ρη θά­λασ­σα, ὁ ἀ­πό­πλους τοῦ στό­λου τῶν ἑ­νω­μέ­νων Ἑλ­λή­νων ἀ­πὸ τὴν Αὐ­λῶ­να γι­ὰ τὴν Τροί­α, ὁ Ἡ­ρα­κλῆς γι­ὰ νὰ φέ­ρει τὰ χρυ­σὰ μῆ­λα τῶν Ἑ­σπε­ρί­δων, ὁ Σό­λων ποὺ πά­ει στὴν αὐ­λὴ τοῦ Κροί­σσου, ὁ Πυ­θα­γό­ρας στὶς Πυ­ρα­μί­δες καὶ στοὺς ἱ­ε­ρεῖς τῆς Αἰ­γύ­πτου, ὁ Στρα­τη­λά­της Ἀ­λέ­ξαν­δρος στὴν Ὄ­α­ση τοῦ Σί­βα καὶ στοὺς Γι­όγ­κι τῶν Ἰν­δι­ῶν, εἶ­ναι λί­γο-πο­λὺ γνω­στὰ σὲ ὅ­λους τούς Ἕλ­λη­νες ἀ­πὸ τὴ σχο­λι­κή τους ἀ­γω­γὴ καὶ παι­δεί­α. Οἱ πρό­γο­νοί μας ἥ­ρω­ες ἔ­χουν ἕ­να κοι­νὸ γνώ­ρι­σμα με­τα­ξύ τους ποὺ ἐ­ξη­γεῖ καὶ τὰ κα­τορ­θώ­μα­τά τους. Πρό­κει­ται γι­ὰ τὴ γό­νι­μη κι ἀ­νή­συ­χη ἰ­δι­ο­συγ­κρα­σί­α τῶν Ἑλ­λή­νων ποὺ δι­ψοῦν κυ­ρι­ο­λε­κτι­κὰ γι­ὰ τὸ ἄ­γνω­στο καὶ τὸ ἐ­πι­κίν­δυ­νο τῆς πε­ρι­πέ­τει­ας. Σι­μὰ ἡ ἀ­πο­ρί­α, ἡ πε­ρι­έρ­γει­α τῆς θε­ώ­ρη­σης τοῦ κό­σμου. Ἀ­δη­μο­νεῖ ὁ Ἕλ­λη­νας, νὰ πά­θει καὶ νὰ μά­θει ἀ­πὸ τοὺς σπου­δαγ­μέ­νους. Τὸ με­ρά­κι τῆς μά­θη­σης καὶ τῆς γνώ­σης φλο­γί­ζει ἀ­δι­ά­κο­πα τὸ νοῦ καὶ τὴν καρ­δι­ά. Ἔτ­σι βγαί­νει μί­α μέ­ρα στοὺς δρό­μους τοῦ κό­σμου. Καὶ ὁ ποι­η­τὴς (Κων­σταν­τῖ­νος Κα­βά­φης) ἀ­πὸ κον­τὰ τὸν συμ­βου­λεύ­ει: -«Σὰ βγεῖς στὸν πη­γαι­μὸ γι­ὰ τὴν Ἰ­θά­κη/ νὰ εὔ­χε­σαι νἄ­ναι μα­κρὺς ὁ δρό­μος/ γε­μᾶ­τος πε­ρι­πέ­τει­ες, γε­μᾶτος γνώ­σεις». Ἐ­νῶ ὁ ἄλ­λος πά­λι (Κω­στῆς Πα­λα­μᾶς) τὸν ἐμ­ψυ­χώ­νει: -«Μὲς στὸ σει­σμό, τὸ χα­λα­σμό, κά­στρο τὴ γνώ­μη σου νὰ στή­σεις».

     Ἀ­πὸ τὰ ἐγ­καί­νι­α ἑ­νὸς νέ­ου Ὑ­πο­κα­τα­στή­μα­τος τῆς Dresdner Bank στὴν πε­ρι­ο­χὴ Lorick-Dusseldorf στὰ μέ­σα τοῦ 1970. Στὴ γερ­μα­νι­κὴ Τρά­πε­ζα (δεύ­τε­ρη σὲ ὄγ­κο συ­ναλ­λα­γῶν με­τὰ τὴ Deutsche Bank. Τὴν 3η θέ­ση κρα­τοῦ­σε ἡ Commerzbank καὶ ἀ­κο­λου­θοῦ­σε ἡ Τρά­πε­ζα τῶν Συν­δι­κά­των Bank fur Gemeinwirtschaft) ἐρ­γά­στη­κα ἀ­πὸ τὸ 1970 ὡς τὸ 1984. Ἀ­πὸ ἐ­κεῖ με­τα­πή­δη­σα, με­τὰ ἀ­πὸ σχε­τι­κὴ πρό­τα­ση, στὴ Handelsbank GMBH Δυ­τι­κῆς Γερ­μα­νί­ας, Θυ­γα­τρι­κή τῆς Ἐμ­πο­ρι­κῆς Τρά­πε­ζας τῆς Ἑλ­λά­δος.

     Μέ­σα, λοι­πόν, σ᾿ αὐ­τὸ πα­νάρ­χαι­ο γί­γνε­σθαι τῆς φυ­λῆς στρο­βι­λι­ζό­μα­στε κι ἐ­μεῖς σή­με­ρα, οἱ Νε­ο­έλ­λη­νες. Δὲν ὑ­πάρ­χει γω­νι­ὰ τού­της τῆς γῆς νὰ μὴν ὑ­πάρ­χει, νὰ μὴ ζεῖ καὶ νὰ μὴν προ­κό­βει ὁ Ἕλ­λη­νας. Ποῦ πή­γα­με καὶ δὲν στε­ρι­ώ­σα­με, ποῦ μεί­να­με καὶ δὲν δη­μι­ουρ­γή­σα­με, ποῦ δρα­στη­ρι­ο­ποι­η­θή­κα­με καὶ δὲν με­γα­λουρ­γή­σα­με! Στὴν Ἀ­με­ρι­κὴ ἀ­π᾿ ἄ­κρη σὲ ἄ­κρη, στὴν Αὐ­στρα­λί­α, στὴν Ἀ­σί­α τῶν πα­λαι­ῶν καὶ τῶν νέ­ων χρό­νων, στὴν Ἀ­φρι­κὴ καὶ τέ­λος στὴ γει­το­νι­ά μας, τὴ γη­ραι­ὰ Ἤ­πει­ρο, ἡ ὁ­ποί­α φέ­ρει μὲ πε­ρισ­σὴ ὑ­πε­ρη­φά­νει­α τὸ ὡ­ραῖ­ο ὄ­νο­μα τῆς πεν­τά­μορ­φης πριγ­κι­πο­πού­λας Εὐ­ρώ­πης. Ξε­τρε­λλα­μέ­νος, μᾶς λέ­ει ὁ Μύ­θος, ἀ­πὸ ἐ­ρω­τι­κὸ πό­θο ὁ ἀ­λα­νι­ά­ρης θε­ὸς τῶν Ἑλ­λή­νων Ζεύς, μα­γε­μέ­νος ἀ­πὸ τὴν ὡ­ραι­ό­τη­τα καὶ τὰ κάλ­λη τῆς πριγ­κι­πο­πού­λας, μὴν ἀν­τέ­χον­τας ἄλ­λο -ἂς εἶ­ναι καὶ θε­ὸς- τὸ σα­ρά­κι στὰ σω­θι­κά του, σο­φί­ζε­ται τὴν με­ταμ­φί­ε­σή του σὲ Ταῦ­ρο καὶ τὴν ἀ­πα­γά­γει μέ­ρα με­ση­μέ­ρι μέ­σα ἀ­πὸ τὴν ἀγ­κα­λι­ὰ τῶν δι­κῶν της. Γνω­ρί­ζου­με τὴ συ­νέ­χει­α, τὸ ἄ­γρι­ο κυ­νη­γη­τὸ ἀ­πὸ τοὺς ἀ­δελ­φούς τῆς κο­πέ­λας καὶ τὸν κρυ­ψώ­να ποὺ βρί­σκει ἀ­πο­στα­μέ­νος, στὰ πα­νύ­ψη­λα καὶ ἀ­πά­τη­τα βου­νὰ τῆς Κρή­της. Ἀ­πὸ τὴν Εὐ­ρώ­πη, λοι­πόν, καὶ τὸ σπέρ­μα τοῦ θε­οῦ τῶν θε­ῶν Δί­α, κρα­τά­ει τὸ σό­ϊ τῆς γη­ραι­ᾶς ἠ­πεί­ρου! Γι᾿ αὐ­τὸ κι αὐ­τὴ φι­λό­τι­μα προ­σπα­θεῖ, με­ρι­κὲς δε­κα­ε­τί­ες τώ­ρα, νὰ γί­νει αὐ­τὸ ποὺ ἤ­θε­λε πάν­τα νὰ γί­νει καὶ δὲν τὸ κα­τόρ­θω­σε πο­τέ: μί­α ἑ­νω­μέ­νη ἑ­νι­αί­α χώ­ρα, εἰ­ρη­νι­κὴ καὶ εὐ­η­με­ροῦ­σα, χω­ρὶς φραγ­μοὺς καὶ σύ­νο­ρα! Ἡ Εὐ­ρώ­πη! Μί­α ἤ­πει­ρος φορ­τω­μέ­νη ἱ­στο­ρί­α, γνώ­ση, ἐ­πι­στῆ­μες καὶ δό­ξα, ἀλ­λὰ καὶ φο­βε­ροὺς πο­λέ­μους καὶ βι­βλι­κὲς κα­τα­στρο­φές. Ὁ ἀ­πα­ρά­μιλ­λος Πο­λι­τι­σμός της (καὶ ὅ­που γῆς ἄν­θρω­ποι τὸ γνω­ρί­ζουν αὐ­τὸ) ἐκ­πη­γά­ζει ἀ­πὸ τὶς ἀ­πύθ­με­νες κι ἀ­στεί­ρευ­τες Δε­ξα­με­νὲς τοῦ Ἑλ­λη­νι­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ, τοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ μας! Εἶ­ναι ἐ­τού­τη ἡ βα­ρι­ὰ κλη­ρο­νο­μι­ὰ καὶ ὑ­πο­θή­κη συ­νά­μα, ποὺ κά­νει κα­μμι­ὰ φο­ρά ἐ­μᾶς τοὺς ἀ­πο­γό­νους νὰ γι­νό­μα­στε ὑ­πέρ­με­τρα ὑ­πε­ρή­φα­νοι καὶ μά­λι­στα σὲ ση­μεῖ­ο ποὺ νὰ ἐ­νο­χλοῦν­ται οἱ ξέ­νοι γύ­ρω μας. Ἰ­δι­αί­τε­ρα ὅ­ταν, πά­νω στὸ δί­και­ο θυ­μό μας, ἐκ­στο­μί­ζου­με πρὸς τὴ με­ρι­ὰ τους τὴν προ­σβλη­τι­κὴ φρά­ση: Ἀ­πο­λί­τι­στοι, ἐ­μεῖς σᾶς δώ­σα­με τὰ φῶ­τα καὶ τὰ πρό­τυ­πα γι­ὰ νὰ ὀρ­γα­νώ­σε­τε τὶς πρῶ­τες κοι­νω­νί­ες σας! Καὶ ὄν­τως ἔτ­σι ἔ­χει. Εἴ­μα­στε οἱ δω­ρη­τὲς τῶν με­γά­λων ἰ­δα­νι­κῶν, τῶν με­γά­λων ἐμ­πνεύ­σε­ων καὶ ὁ­ρα­μά­των τῆς ἀν­θρω­πό­τη­τας!

     Στὸ Κεν­τρι­κὸ Κα­τά­στη­μα τῆς Dresdner Bank στὴν Konigsallee εἶ­χε στη­θεῖ (ἀ­φορ­μὴ μί­α καμ­πά­νι­α τῶν το­πι­κῶν Πι­στω­τι­κῶν Ἱ­δρυ­μά­των ὑ­πὲρ τῆς πο­δο­σφαι­ρι­κῆς ὁ­μά­δας τῆς πό­λης Fortuna, ποὺ πή­γαι­νε ἀ­πὸ τὸ κα­κὸ στὸ χει­ρό­τε­ρο) μέ­σα στὴν τε­ρά­στι­α αἴ­θου­σα συ­ναλ­λα­γῶν ἕ­να κα­νο­νι­κὸ ὁ­μοί­ω­μα (Tor, χω­ρὶς τερ­μα­το­φύ­λα­κα), ὅ­που στὴ δε­ξι­ὰ γω­νί­α ὑ­πῆρ­χε ὀ­πὴ με­γέ­θους ἑ­νὸς κα­λα­θι­οῦ. Κα­θέ­νας, πε­λά­της καὶ μή, εἶ­χε τὴν εὐκαι­ρία νὰ κερ­δί­σει δι­ά­φο­ρα δω­ρά­κι­α καὶ ἐ­παί­νους ἂν κα­τόρ­θω­νε μὲ μό­νο 3 σοὺτ νὰ καρ­φώ­σει τὴ μπά­λα στὸ δίχ­τυ. Ὁ φα­κὸς ἔπια­σε καὶ μέ­να (ἤ­μουν στὸ Τμῆ­μα Werbung-Verkaufsforderung) τὴ στιγ­μὴ ποὺ δο­κί­μα­ζα τὴν εὐ­στο­χί­α τοῦ δε­ξι­οῦ μου πο­δι­οῦ. Ἂν θυ­μᾶ­μαι κα­λὰ χω­ρὶς ἐ­πι­τυ­χί­α …

     Δὲν εἶ­ναι, λοι­πόν, ὑ­περ­βο­λὴ τὰ ὅ­σα γρά­φον­ται δῶ ­πέ­ρα. Ἐ­μεῖς ποὺ ζοῦ­με σα­ράν­τα ὁ­λά­κε­ρα χρό­νι­α στὴ Γερ­μα­νί­α πό­σες φο­ρὲς δὲν γί­να­με αὐ­τό­πτες μάρ­τυ­ρες ὅ­που ἐ­πι­φα­νεῖς πο­λι­τι­κοί, συγ­γρα­φεῖς, κα­θη­γη­τές, φι­λό­σο­φοι καὶ ἄλ­λοι δι­α­νο­ού­με­νοι ἀ­να­φέ­ρον­ταν μὲ ἀφ­τι­α­σί­δω­τους ἐ­παί­νους στὰ ἀ­ξε­πέ­ρα­στα ἐ­πι­τεύγ­μα­τα τῶν προ­γό­νων μας; Πό­σες φο­ρὲς δὲν ἀ­κού­σα­με μὲ τὰ ἴ­δι­α μας τὰ αὐ­τι­ὰ τὰ λό­γι­α τὰ με­γά­λα; Οἱ Ἕλ­λη­νες εἶ­ναι ἐ­κεῖ­νοι ποὺ μᾶς δώ­σα­νε δυ­να­τὲς ἐμ­πνεύ­σεις γι­ὰ με­γά­λα καὶ φω­τει­νὰ ἔρ­γα, τὰ Muster-Πρό­τυ­πα, γι­ὰ νὰ οἰ­κο­δο­μη­θεῖ ἔ­πει­τα μὲ ὑ­πο­μο­νὴ αὐ­τὸ ποὺ σή­με­ρα ὀ­νο­μά­ζου­με ὅ­λοι Εὐ­ρω­πα­ϊ­κὸ ἢ Δυ­τι­κὸ Πο­λι­τι­σμό. «Ἐ­σεῖς οἱ Ἕλ­λη­νες μᾶς ἔ­χε­τε χα­ρί­σει ὑ­πέ­ρο­χες, θε­ϊ­κές, μο­να­δι­κὲς λέ­ξεις μὲ βα­θυ­στό­χα­στο καὶ ἀ­νε­ξάν­τλη­το πε­ρι­ε­χό­με­νο. Λέ­ξεις ὅ­πως: ἁρ­μο­νί­α, νο­σταλ­γί­α, φι­λο­σο­φί­α, ἀρ­χι­τε­κτο­νι­κή, ἄλ­γος, εἰ­ρή­νη, θε­ω­ρί­α, πρά­ξη, ὀρ­γά­νω­ση, δι­ά­γνω­ση, πρό­γνω­ση, αὐ­το­ψί­α, πα­θο­λο­γί­α, δη­μο­κρα­τί­α, ἀ­κα­δη­μί­α, πο­λι­τι­κή, λέ­ξη, βι­βλί­ο, παι­δα­γω­γι­κή, μα­θη­μα­τι­κά, ἀλ­φά­βη­το, γραμ­μα­τι­κή, σύν­τα­ξη, σφαῖρα, ἀ­τμός, ψυ­χή, φυ­σι­κή, τέ­χνη, θή­κη, λο­γι­κή, ἰ­δέ­α, ἄ­το­μο, ἐ­νέρ­γει­α, κο­σμο­πο­λί­της, ἀ­θλη­τής, θρί­αμ­βος, θέ­α­τρο, δρά­μα, κω­μω­δί­α, μου­σι­κή, με­λω­δί­α, ψαλ­μός, ὠ­δή, βι­ο­λο­γί­α, ἀ­να­το­μί­α, δί­αι­τα, λύ­ση, πρό­βλη­μα, πρό­γραμ­μα, ἱ­στο­ρί­α, λυ­ρι­σμός, εἰ­δύλ­λι­ο, εὐ­χα­ρι­στί­α, εὐ­δαι­μο­νί­α, χα­ρα­κτῆρας, φι­λαν­θρω­πί­α, φι­λο­ξε­νί­α, ἥ­ρω­ες, εὐ­θα­να­σί­α, σύν­δρο­μο, ψυ­χα­νά­λυ­ση, σύν­θε­ση, ἦ­χος, σύμ­βο­λο, ψυ­χο­σω­μα­τι­κή, ἀ­ναι­μί­α, ἀ­έ­ρας, ἀ­γω­νί­α, ἀ­ναρ­χί­α, τυ­ραν­νί­α, φο­βί­α, πα­νι­κός, κα­τα­στρο­φή! Χι­λι­ά­δες εἶ­ναι οἱ λέ­ξεις ἀ­πὸ τὴ γλῶσ­σα σας στὰ λε­ξι­κά μας, θε­μέ­λι­οι λί­θοι τοῦ γλωσ­σι­κοῦ καὶ πνευ­μα­τι­κοῦ μας οἰ­κο­δο­μή­μα­τος!». Τὸ ἴ­δι­ο βέ­βαι­α ἰ­σχύ­ει καὶ στὶς ἄλ­λες γλῶσ­σες τῆς Εὐ­ρώ­πης. Καὶ στὸ ση­μεῖ­ο αὐ­τὸ ται­ρι­ά­ζει, νο­μί­ζω, νὰ σᾶς δι­η­γη­θῶ μί­α ἄ­γνω­στη, γι­ὰ κά­ποι­ους ἴ­σως, ἱ­στο­ρί­α. Πρὶν ἀ­πὸ ἀρ­κε­τὰ χρό­νι­α ὁ γνω­στὸς Τρα­πε­ζί­της, καὶ γι­ὰ ἕ­να δι­ά­στη­μα Πρω­θυ­πουρ­γὸς (Οἰ­κου­με­νι­κὴ Κυ­βέρ­νη­ση­ 1­9­89) τῆς χώ­ρας, Ξε­νο­φῶν Ζο­λώ­τας, μί­λη­σε σὲ Συ­νέ­δρι­ο Ἄγ­γλων συ­να­δέλ­φων του στὸ Λον­δί­νο χρη­σι­μο­ποι­ών­τας μό­νο ἑλ­λη­νι­κὲς λέ­ξεις ποὺ τὶς εἶ­χε πά­ρει ἀ­πὸ τὴν ἀγ­γλι­κή. Καὶ ὢ τοῦ θαύ­μα­τος! Ὁ λό­γος του ἔ­γι­νε ἀ­πό­λυ­τα κα­τα­νο­η­τὸς καὶ κα­τα­χει­ρο­κρο­τή­θη­κε. Αὐ­τὸ Συ­νέλ­λη­νες, ἐ­δῶ­θε καὶ ἐ­κεῖ­θε τῶν συ­νό­ρων, δὲν εἶ­ναι μύ­θευ­μα. Τὸ κεί­με­νο ὑ­πάρ­χει! Ἀ­μέ­τρη­τες φο­ρὲς ἔ­χου­με ἀ­κού­σει στὰ ἐρ­γο­στά­σι­α, ἀλ­λὰ καὶ στὴν κα­θη­με­ρι­νή μας ζω­ή, νὰ μᾶς λέ­νε οἱ Γερ­μα­νοὶ Vorarbeiter: Jetzt meine Herren machen wir Pause! Αὐ­τὴ ἡ χι­λι­ο­ει­πω­μέ­νη λέ­ξη Πά­ου­ζε, ποὺ τὴν ἀ­κοῦ­με συ­νε­χῶς γύ­ρω μας, δὲν εἶ­ναι ἄλ­λη ἀ­πὸ τὴν ἑλ­λη­νι­κό­τα­τη λέ­ξη παῦσις! Ἀ­πὸ τὸ ρῆ­μα παύ­ω. Δη­λα­δὴ στα­μά­τη­μα, δι­α­κο­πή ἀ­πὸ ἕ­ναν ἀ­έ­ννα­ο ρυθ­μό, ὅ­πως εἶ­ναι ἡ ἐρ­γα­σί­α, ἀλ­λὰ δυ­στυ­χῶς καμ­μι­ὰ φο­ρά καὶ τῆς ἴ­δι­ας τῆς καρ­δι­ᾶς μας! Ναί, ἔτ­σι εἶ­ναι, συμ­πα­τρι­ῶ­τες καὶ συμ­πα­τρι­ώ­τισ­σες τῆς ξε­νι­τει­ᾶς. Εἴ­μα­στε, εἴ­τε τὸ θέ­λουν, εἴ­τε δὲν τὸ θέ­λουν κά­ποι­οι, τὸ ἅ­λας τῆς γῆς! Κι αὐ­τὸ πρέ­πει νὰ πα­ρα­μεί­νου­με.

     Θὰ μοῦ πεῖ­τε τώ­ρα, φί­λε Δίκο­γλου, καὶ τί σχέ­ση ἔ­χουν ὅ­λα αὐ­τὰ τὰ κα­λὰ καὶ τὰ ὡ­ραῖα πού μᾶς λὲς μὲ τὸν μήνα Αὔ­γου­στο; Νὰ σᾶς ἀ­πο­λο­γη­θῶ: Στὰ μύ­χι­α τῆς ψυ­χῆς τοῦ Ἕλ­λη­να δὲν βρί­σκε­ται μό­νο ἡ λαχ­τά­ρα τῆς φυ­γῆς, ἀλ­λὰ καὶ αὐ­τὴ τῆς νο­σταλ­γί­ας, ὁ Νό­στος τῆς ἐ­πι­στρο­φῆς στὸν τό­πο ποὺ γεν­νή­θη­κε. -Νὰ δῶ τὸν κα­πνὸ ἀ­πὸ τὸ τζά­κι τοῦ σπι­τι­οῦ μου, μο­νο­λο­γοῦ­σε ὁ πο­λυ­τα­ξι­δε­μέ­νος Ὀ­δυσ­σέ­ας, καὶ ἔ­πει­τα ἂς πε­θά­νω! Καὶ οἱ πα­λαι­οί, στὰ μαῦ­ρα χρό­νι­α τῆς ὀ­θω­μα­νι­κῆς σκλα­βι­ᾶς, σι­γο­ψι­θυ­ρί­ζα­νε ὁ ἕ­νας στὸν ἄλ­λο: θέ­λω νὰ γυ­ρί­σω στὸν τό­πο τῶν δι­κῶν μου «στὸν τό­πο ποὺ γεν­νή­θη­κα κι ἂς τὸν πα­τοῦν οἱ ξέ­νοι».

     Τὸν και­ρὸ ποὺ δὲν ὑ­πῆρ­χαν ἀ­κό­μη ἀ­ε­ρο­πλά­να, αὐ­το­κί­νη­τα καὶ κι­νη­τὰ τη­λέ­φω­να, Internet, Facebook κ.λπ. ἡ λαχ­τά­ρα νὰ μά­θου­με κά­τι νέ­ο ἀ­πὸ τὴν μα­κρι­νή μας πα­τρί­δα, ἰ­δι­αί­τε­ρα αὐ­το­νῶν ποὺ μέ­να­νε στὴν Ἀ­με­ρι­κή, γι­νό­τα­νε μὲ τὸ νὰ γυ­ρο­φέρ­νουν λι­μά­νι­α καὶ σι­δη­ρο­δρο­μι­κοὺς σταθ­μοὺς μὲ τὴν ἐλ­πί­δα μή­πως καὶ συ­ναν­τή­σουν κά­ποι­ον νε­ο­φερ­μέ­νο πα­τρι­ώ­τη καὶ νὰ μά­θουν ἀ­π᾿ αὐ­τὸν τὰ νέ­α τῆς πα­τρί­δας. Κι ἂν αὐ­τὰ ἦ­σαν κα­λὰ χαι­ρόν­του­σαν σὰν τὰ μι­κρὰ παι­δι­ὰ καὶ ὕ­στε­ρα σὲ κά­ποι­ο κα­πη­λει­ὸ εὐ­φραί­να­νε τὶς καρ­δι­ές τους μὲ ἕ­να πο­τή­ρι κρα­σὶ καὶ κου­βεν­τού­λα. Καὶ ὅ­ταν πά­λι αὐ­τὰ ἦ­σαν ἄ­σχη­μα καὶ πέν­θι­μα, θλί­ψη, βου­βα­μά­ρα καὶ μαύ­ρη σκι­ὰ ὁ­λό­γυ­ρα. Συ­χνὰ τὸ πα­ρά­πο­νο καὶ ἡ ἀ­νημ­πο­ρε­σι­ὰ γι­νό­ταν πι­κρὸ δά­κρυ γι­ὰ νὰ κυ­λή­σει ἀ­πὸ τὶς κόγ­χες τῶν μα­τι­ῶν στὰ μά­γου­λα. Ἀλ­λὰ καὶ ἐ­πὶ τῶν ἡ­με­ρῶν μας. Θυ­μᾶ­στε, στὰ πρῶ­τα χρό­νι­α τῆς ξε­νι­τει­ᾶς μας, μὲ τὶς ὧ­ρες γυ­ρο­φέρ­να­με κι ἐ­μεῖς μέ­σα στοὺς με­γά­λους σταθ­μοὺς τοῦ Μο­νά­χου, τῆς Στουτ­γάρ­δης, τῆς Φραγ­κφούρ­της, τῆς Κο­λω­νί­ας, τοῦ Ντύσ­σελ­ντορφ, τοῦ Ντόρ­τμουντ καὶ τοῦ Ἀ­νό­βε­ρου. Ἀ­πὸ τὸν Πει­ραι­ᾶ ξε­κι­νοῦ­σε τὸ τραῖ­νο τῶν Gastarbeiter γι­ὰ τὴ Γερ­μα­νί­α, παίρ­νον­τας μα­ζί του ἀ­πὸ σταθ­μὸ σὲ σταθ­μὸ τὰ νει­ᾶ­τα τῆς μάν­νας Ἑλ­λά­δας. Τί ἦ­ταν ἀ­νήμ­πο­ρη ἡ πα­τρί­δα νὰ μᾶς χορ­τά­σει ψω­μὶ καὶ παι­δεί­α, νὰ μᾶς ἐ­ξα­σφα­λί­σει μί­α θέ­ση δου­λει­ᾶς. Κι ἐ­μεῖς πα­λλη­κα­ρά­κι­α καί κο­πε­λι­ὲς στὸ ἄν­θος τῆς ἡ­λι­κί­ας μας, χω­ρὶς γλῶσ­σα, χω­ρὶς χρή­μα­τα, χω­ρὶς κἄν γνώ­ση τοῦ προ­ο­ρι­σμοῦ μας, νοι­ώ­θα­με ἕ­να πι­κρο­χα­ρού­με­νο συ­ναί­σθη­μα νὰ βα­ραί­νει τὴν καρ­δι­ά μας. Μί­α γι­α­τί ἀ­φή­να­με πί­σω μας γο­νεῖς, ἀ­δέλ­φι­α, φί­λους, ἀ­γα­πη­τι­κι­ά, καὶ ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη ἠ­δο­νι­ζό­μα­σταν ἀ­πὸ τὸ ἄ­γνω­στο ποὺ μᾶς πε­ρί­με­νε στὴν μα­κρι­νή, γι­ὰ κεῖ­να τὰ χρό­νι­α, Γερ­μα­νί­α. –«Μα­ννού­λα θὰ φύ­γω, μὴν κλά­ψεις γι­ὰ μέ­να, ἡ μοῖρα τὸ γρά­φει μο­νά­χος νὰ ζῶ» τρα­γου­δού­σα­με ἀ­συν­τό­νι­στα τὸ γνω­στὸ λυ­πη­τε­ρὸ τρα­γού­δι τοῦ Στέ­λλι­ου Κα­ζαν­τζί­δη, μέ­σα στὰ ἐρ­γα­το­βα­γό­νι­α μὲ σκέ­ψεις ἀ­νά­κα­τες. Τὸ Dortmund ἦ­ταν ὁ τε­λευ­ταῖ­ος σταθ­μός! Θυ­μᾶ­στε, πὼς τεν­τώ­να­με τὸ αὐ­τί, μή­πως κι ἁρ­πά­ξου­με ἀ­πὸ κά­που τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ λα­λι­ά, τὴ λα­λι­ὰ τὴ γνώ­ρι­μη ποὺ τό­σο μᾶς ἔ­λει­πε.

     Στὴν Κο­λω­νί­α 4 Ἀ­πρι­λί­ου 1967 ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ σπί­τι ποὺ ἔ­μει­νε ὁ ἐ­πι­στή­θι­ος φί­λος (ἡ φι­λί­α ἄρ­χι­σε (ἀ­ρι­στε­ρὸς αὐ­τὸς δε­ξι­ὸς ἐ­γὼ) τὸ Φθι­νό­πω­ρο 1959 καὶ κρα­τά­ει ἕ­ως σή­με­ρα) Γι­ῶρ­γος Κα­σμε­ρί­δης. Ὁ Γι­ῶρ­γος, με­τὰ τὸ πτυ­χί­ο του στὴν ΑΣΟΕ, ἔ­κα­νε ἐ­κεῖ­νον τὸν κα­ρὸ τὴν δι­δα­κτο­ρι­κή του δι­α­τρι­βὴ στὰ Οἰ­κο­νο­μι­κὰ / Betriebswirtschaft, στὸ Πα­νε­πι­στή­μι­ο zu Koln. Εἶ­χε ἀ­γο­ρά­σει μία­ φω­το­γρα­φι­κὴ μη­χα­νὴ μάρ­κα Exakta καὶ μα­θαί­νον­τας φω­το­γρά­φι­ζε ὅ,τι ἔ­βρι­σκε μπρο­στά του. Ἄ­τυ­χος, βρέ­θη­κα κι ἐ­γὼ στὸ δρό­μο του. Ὅ­σο γι­ὰ τὴν πί­πα: Τό­τε μᾶς εἶ­χε πι­ά­σει ὅ­λους ἡ σο­σι­α­λί­ζου­σα μα­νί­α (Μά­ρι­ος Νι­κο­λι­νά­κος, Θω­μᾶς Ρη­νι­ώ­της, Γι­ῶρ­γος Κα­σμε­ρί­δης, Ἀ­χιλ­λέ­ας Νι­κο­λα­ϊ­δης, Γι­άν­νης Χα­νού­μης, Κώ­στας Νι­κο­λά­ου, Βά­σος Μα­θι­ό­που­λος, Κά­ρο­λος Πα­πού­λι­ας καὶ ἄλ­λοι). Πρό­τυ­πο, ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὴν ἀ­ρι­στε­ρὴ δι­α­νό­η­ση, ὑ­ψη­λό­βαθ­μα στε­λέ­χη τῆς SPD (στὸ ζε­νὶθ τό­τε τῆς πο­λι­τι­κῆς τῆς ἐ­ξου­σί­ας καὶ αἴ­γλης), ὅ­πως ὁ Fraktionschef Herbert Wehner, ὁ Vordenker Egon Bahr, ὁ Professor Horst Ehmke = αὐ­τὸς ἔ­φε­ρε ἀ­πὸ τὴν Ἑλ­λά­δα στὴ Γερ­μα­νί­α τὸν κρα­τού­με­νο στὶς φυ­λα­κὲς Κα­θη­γη­τὴ Γε­ώρ­γι­ο-Ἀ­λέ­ξαν­δρο Μαγ­κά­κη), ὁ Karl Wienand, οἱ 3 τε­λευ­ταῖ­οι πρω­το­πα­λλήκα­ρα τοῦ χα­ρι­σμα­τι­κοῦ ἀρ­χη­γοῦ τους Willy Brandt. Ἀ­πὸ τοὺς πα­ρα­πά­νω δι­κούς μας ἀρ­κε­τοὶ εὐ­ερ­γε­τή­θη­καν ἀ­πὸ τὴν SPD μὲ θέ­σεις στὴ Deutsche Welle γι­ὰ τὶς ἑλ­λη­νι­κὲς ἐκ­πομ­πὲς (Βά­σος Μα­θι­ό­που­λος, Κά­ρο­λος Πα­πού­λι­ας, Κώ­στας Νι­κο­λά­ου) καὶ ἄλ­λοι σὲ θέ­σεις Κοι­νω­νι­κῶν Λει­τουρ­γῶν, γι­ὰ τὴν ἐ­ξυ­πη­ρέ­τη­ση τῶν Ἑλ­λή­νων Gastarbeiter, μὲ τὴ με­σο­λά­βη­ση καὶ τὴν πο­λύ­πλευ­ρη στή­ρι­ξη τοῦ Georg Albrecht (ζεῖ στὸ Ντύσ­σελ­ντορφ), δι­ευ­θυν­τι­κὸ καὶ δρα­στή­ρι­ο στέ­λε­χος στὸ Diakonische Werk τῆς τό­τε πα­νί­σχυ­ρης Εὐ­αγ­γε­λι­κῆς Ἐκ­κλη­σί­ας στὴ Ρη­να­νί­α-Βε­στφα­λί­α.

     Ὑ­πάρ­χει, φί­λοι ἀ­να­γνῶ­στες, καὶ ἀ­γα­πη­τὲς ἀ­να­γνώ­στρι­ες, ἕ­να συγ­κι­νη­τι­κὸ ἀ­νέκ­δο­το ἐ­πει­σό­δι­ο καὶ θαρ­ρῶ ἀ­ξί­ζει νὰ σᾶς τὸ ἀ­να­φέ­ρω σή­με­ρα. Σὲ μί­α τέ­τοι­α, τυ­χαῖα, συ­νάν­τη­ση στὴν πρώ­τη μα­ζι­κὴ με­τα­να­στευ­τι­κὴ ἔ­ξο­δο τῶν Ἑλ­λή­νων πρὸς τὴν Ἀ­με­ρι­κή, ἕ­νας ἀ­πό­κλη­ρος με­τα­νά­στης ἔ­φερ­νε βόλ­τες σὲ μέ­ρη ποὺ συ­νή­θως σύ­χνα­ζαν οἱ ἀλ­λο­δα­ποί. Ἐ­κεῖ στὴ γύ­ρα, γι­ὰ κα­νέ­να συμ­πα­τρι­ώ­τη, κά­ποι­α στιγ­μὴ ρω­τά­ει ἕ­ναν ξέ­νο σὲ σπα­στὰ ἀ­με­ρι­κά­νι­κα, ποὺ τοῦ φά­νη­κε γι­ὰ Ἕλ­λη­νας, ἀ­πὸ ποῦθε κα­τά­γε­ται. Ὁ ρω­τη­θείς ὅ­μως δὲν τοῦ ἀ­παν­τά­ει εὐ­θεῖ­α, ἀλ­λὰ ἀρ­χί­ζει νὰ τοῦ πε­ρι­γρά­φει ὅ­σο κα­λύ­τε­ρα μπο­ροῦ­σε στὴν ξέ­νη γλῶσ­σα τὶς ὀ­μορ­φι­ὲς τοῦ τό­που του, νὰ τοῦ μι­λά­ει γι­ὰ τὸν κα­τα­γά­λα­νο οὐ­ρα­νό, τὶς γα­λά­ζι­ες θά­λασ­σες μὲ τὶς ἀ­μέ­τρη­τες ἀ­κρο­γι­α­λι­ές, γι­ὰ τὰ ψη­λὰ βου­νὰ καὶ τὶς κα­τα­πρά­σι­νες πε­δι­ά­δες, γι­ὰ τὴν ἱ­στο­ρί­α καὶ τοὺς ἥ­ρω­ες τῆς πα­τρί­δας του, τὶς φι­λό­ξε­νες καρ­δι­ὲς ποὺ κα­τοι­κοῦν στὴ χώ­ρα του, ὥ­σπου ὁ ἄλ­λος δὲν ἄν­τε­ξε. Τοῦ λέ­ει νὰ στα­μα­τή­σει καὶ μὲ βουρ­κω­μέ­να μά­τι­α τοῦ ἀ­παν­τά­ει μὲ τὰ λό­γι­α τοῦ ποι­η­τῆ: «Σώ­πα, τὴ χώ­ρα πού μοῦ λὲς τὴ γνώ­ρι­σα, τὴν εἶ­δα, τὴν μα­κρι­νὴ πα­τρί­δα σου ἔ­χω κι ἐ­γὼ πα­τρί­δα».

     Ὕ­στε­ρα κύ­λη­σαν τὰ χρό­νι­α, με­στώ­σα­με στὴν ξέ­νη γῆ, μά­θα­με τὴ γλῶσ­σα τους, τὸ πρῶ­το ἐρ­γα­λεῖ­ο γι­ὰ κά­θε ἐ­πι­τυ­χί­α. Ἔ­πει­τα πα­ρα­τή­σα­με τὶς σί­γου­ρες δου­λει­ές μας στὰ ἀν­θρα­κω­ρυ­χεῖ­α, στὰ χυ­τή­ρι­α καὶ στὰ ἐρ­γο­στά­σι­α γι­ὰ τοὺς ἄλ­λους ἀλ­λο­δα­πούς, κι ἐ­μεῖς, μὲ τὸ ἔμ­φυ­το χά­ρι­σμα τῆς φυ­λῆς, ριχ­τή­κα­με στὸ ἐμ­πό­ρι­ο, στὰ γράμ­μα­τα καὶ τὶς ἐ­πι­στῆ­μες, στὶς τέ­χνες καὶ στὶς χρη­μα­τι­στη­ρι­α­κὲς συ­ναλ­λα­γές. Κά­ποι­οι σκον­τά­ψα­με. Δὲν ἦ­ταν στρω­μέ­νος μὲ ρο­δο­πέ­τα­λα ὁ δρό­μος τῆς ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κῆς ἀ­νε­ξαρ­τη­σί­ας καὶ αὐ­το­νό­μη­σης ποὺ ἐ­πι­λέ­ξα­με. Ἀρ­κε­τοὶ καὶ ἐ­κεῖ­νοι ποὺ χά­σα­νε τὶς μι­κρές τους οἰ­κο­νο­μί­ες, ποὺ εἴ­χα­νε συγ­κεν­τρώ­σει μὲ στε­ρή­σεις καὶ θυ­σί­ες μάρ­κο-μάρ­κο, ἀ­πὸ τὴν σκλη­ρὴ δου­λει­ὰ στὶς φάμ­πρι­κες. Μὰ οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι ἀ­να­ση­κω­θή­κα­με, ὀρ­θο­πο­δή­σα­με, ὑ­περ­νι­κή­σα­με ἐμ­πό­δι­α καὶ δυ­σκο­λί­ες καὶ τέ­λος στε­ρι­ώ­σα­με γι­ὰ τὰ κα­λά. Σή­με­ρα οἱ Ἕλ­λη­νες τῆς Γερ­μα­νί­ας, ἐ­κτὸς ἀ­πὸ ἐ­λά­χι­στες πε­ρι­πτώ­σεις, εὐ­η­με­ροῦν! Τὸ δη­λώ­νει αὐ­τὸ ὑ­πεύ­θυ­να κά­ποι­ος ποὺ ἐρ­γά­στη­κε 30 χρό­νι­α σὲ Πι­στω­τι­κὰ Ἱ­δρύ­μα­τα (γερ­μα­νι­κὸ καὶ ἑλ­λη­νι­κὸ) καὶ πα­ράλ­λη­λα ὑ­πῆρ­ξε, ἀ­πὸ τὸ 1974 μέ­χρι στὶς μέ­ρες μας, ὁρ­κω­τὸς δι­ερ­μη­νέ­ας καὶ με­τα­φρα­στὴς στὸ Ἐ­φε­τεῖ­ο τοῦ Ντύσ­σελ­ντορφ. Εἶ­ναι, ὅ­πως ξέ­ρε­τε, οἱ δύ­ο το­μεῖς ὅ­που τὸ ἄ­το­μο ἀ­πο­κρυ­πτο­γρα­φεῖ τὸν ἑ­αυ­τό του καὶ ἐμ­πι­στεύ­ε­ται τὸν συ­νο­μι­λη­τὴ του φα­νε­ρώ­νον­τάς του κρυ­φὲς πτυ­χὲς τῆς ζω­ῆς του. Στὴν πρώ­τη πε­ρί­πτω­ση δί­νει πλη­ρο­φο­ρί­ες γι­ὰ τὰ χρή­μα­τά του (τὸ πι­ὸ πο­λύ­τι­μο ἀ­γα­θὸ γι­ὰ πολ­λοὺς συ­ναν­θρώ­πους μας) καὶ στὴ δεύ­τε­ρη γι­ὰ τὰ προ­σω­πι­κὰ του βι­ώ­μα­τα, συ­ναι­σθή­μα­τα καὶ προ­βλή­μα­τα. Συ­χνὰ ἔ­χω τὴν ἐν­τύ­πω­ση ὅ­τι ὅ­σοι ἀ­σκοῦ­νε τὸ ἐ­παγ­γέλ­μα­τα τοῦ τρα­πε­ζι­κοῦ -ὑ­ψη­λό­βαθ­μα στε­λέ­χη- καὶ αὐ­τὸ τοῦ δι­ερ­μη­νέ­α-με­τα­φρα­στή, γνω­ρί­ζουν πε­ρισ­σό­τε­ρα πράγ­μα­τα κι ἀ­π᾿ αὐ­τοὺς τοὺς ἱ­ε­ρεῖς ἐ­ξο­μο­λό­γους (κι αὐ­τοὶ πη­γαί­νουν στὴν Τρά­πε­ζα). Ἄ­σε ποὺ οἱ ἐ­ξο­μο­λο­γή­σεις δὲν εἶ­ναι πι­ὰ τῆς μό­δας, ἀλ­λὰ καὶ πα­λι­ά, πο­τὲ οἱ ἄν­θρω­ποι δὲν τὰ λέ­γα­νε ὅ­λα στοὺς πα­πᾶ­δες ποὺ τοὺς ἐ­ξο­μο­λο­γοῦ­σαν. Στὸν τρα­πε­ζι­κὸ ὅ­μως λέ­νε τὰ πράγ­μα­τα μὲ τὸ ὄ­νο­μά τους: κύ­ρι­ε Νι­κό­που­λε, ἔ­χω αὐ­τὲς κι αὐ­τὲς τὶς οἰ­κο­νο­μί­ες, τί νὰ κά­νω; δὲν θέ­λω νὰ μά­θει τί­πο­τα ὁ ἄν­δρας μου. Εἶ­ναι χαρ­το­παί­κτης, εἶ­ναι τοῦ πι­ο­τοῦ, εἶ­ναι τοῦ κα­φε­νεί­ου, εἶ­ναι γυ­ναι­κὰς κ.λπ. Καὶ ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη με­ρι­ά: τὸ μά­τι τῆς γυ­ναί­κας μου γυ­α­λί­ζει ἐ­πι­κίν­δυ­να, κύ­ρι­ε δι­ευ­θυν­τά, δὲν τὴν ἔ­χω πι­ὰ ἐμ­πι­στο­σύ­νη. Τὸ πο­σὸ αὐ­τὸ πρέ­πει νὰ μεί­νει μυ­στι­κὸ στὸ ὄ­νο­μά μου, γι­ὰ τὴν ὥ­ρα τὴν κα­κι­ὰ καὶ τὴ δύ­σκο­λη, γι­ὰ τὰ παι­δι­ά, ἂν ὅ­λα δὲν πᾶ­νε κα­λὰ μὲ τὴ γυ­ναῖκα μου καὶ στὸ τέ­λος χω­ρί­σου­με. Ἄχ, βι­βλί­ο τρί­το­μο θὰ μπο­ροῦ­σε κα­νεὶς νὰ συγ­γρά­ψει πά­νω σ᾿ αὐ­τὸ τὸ θέ­μα. Ἀλ­λὰ εἶ­ναι καὶ τὸ κα­τα­ρα­μέ­νο τὸ ἀ­πόρ­ρη­το ποὺ μᾶς κα­τα­δι­ώ­κει μέ­χρι τὸν τά­φο.

     Ὁ Αὔ­γου­στος μῆ­νας, λοι­πόν, εἶ­ναι ὁ εὐ­λο­γη­μέ­νος μῆνας τῶν ἀν­θρώ­πων ἀ­πὸ τὰ πο­λὺ πα­λι­ὰ χρό­νι­α. Ὁ μῆ­νας τῆς ξε­γνοι­α­σι­ᾶς καὶ τῆς ἀ­φθο­νί­ας, ὁ μῆ­νας ποὺ ὁ τζίτ­ζι­κας σκά­ει ἀ­πὸ τὸ πο­λὺ τρα­γού­δι καὶ ὁ μέρ­μηγ­κας ἀ­πὸ τὴν πολ­λὴ δου­λει­ά. Αὐ­τὸ τὸ γνώ­ρι­ζαν φαί­νε­ται οἱ ἐρ­γο­στα­σι­άρ­χες στὴ Γερ­μα­νί­α ἀλ­λὰ καὶ ἀλ­λοῦ. Τὸ ἴ­δι­ο καὶ ἐ­κεῖ­νοι ποὺ ἐ­πι­νό­η­σαν τὰ ἐκ­παι­δευ­τι­κὰ συ­στή­μα­τα. Ἔτ­σι μᾶς ἔ­γι­νε συ­νή­θει­ο νὰ παίρ­νου­με τὴν ἄ­δει­ά μας τὸν Αὔ­γου­στο καὶ νὰ ἀ­να­χω­ροῦ­με οἰ­κο­γε­νει­α­κῶς γι­ὰ τὴν ἀ­γα­πη­μέ­νη μας πα­τρί­δα Ἑλ­λά­δα. Θὰ θυ­μοῦν­ται οἱ πα­λαι­ό­τε­ροι, ὅ­τι ἡ προ­σω­ρι­νὴ ἐ­πι­στρο­φή, ἡ πο­θη­τή μας ἄ­δει­α, γι­νό­ταν στὴν ἀρ­χὴ ὁ­δι­κῶς μέ­σῳ Αὐ­στρί­ας καὶ Γι­ουγ­κοσ­λα­βί­ας ποὺ τὸ μῆ­κος τῆς δεύ­τε­ρης δὲν ἔ­λε­γε νὰ τε­λει­ώ­σει. Ὁ δρό­μος ἕ­νας καὶ μο­να­δι­κὸς καὶ σὲ ἄ­θλι­α κα­τά­στα­ση. Ἡ κυ­κλο­φο­ρί­α με­γά­λη καὶ ἀ­χα­λί­νω­τη. Ἑ­κα­τον­τά­δες κά­θε κα­λο­καί­ρι τὰ αὐ­το­κι­νη­τι­στι­κὰ δυ­στυ­χή­μα­τα, πολ­λὲς δε­κά­δες οἱ νε­κροί, Τοῦρ­κοι, Ἕλ­λη­νες, του­ρί­στες, ντό­πι­οι κ.ἄ. Κά­θε δύ­ο-τρί­α χι­λι­ό­με­τρα καὶ σταυ­ρός, κά­θε χαν­τά­κι καὶ ἕ­να αὐ­το­κί­νη­το μὲ γερ­μα­νι­κὰ νού­με­ρα. Φτά­να­με στὸν προ­ο­ρι­σμό μας, στὸ σπί­τι μας, μὲ τὴν ψυ­χὴ στὸ στό­μα. Ἀ­νά­βα­με κε­ρὶ στὴν Πα­να­γι­ὰ τοῦ χω­ρι­οῦ καὶ τὴν πα­ρα­κα­λού­σα­με ἡ Χά­ρη της νὰ μᾶς συ­νο­δεύ­ει καὶ κα­τὰ τὴν ἐ­πι­στρο­φή μας στὴ χώ­ρα τῆς ἐρ­γα­σί­ας μας. Ἔ­πει­τα, ὅ­λως ξαφ­νι­κά, ἀλ­λά­ξα­νε τὰ πο­λι­τι­κὰ πράγ­μα­τα καὶ οὔ­τε ποὺ προφ­τά­σα­με νὰ χα­ροῦ­με τὴν πε­ρί­φη­μη Autoput, τὸν αὐ­το­κι­νη­τό­δρο­μό τους ποὺ γι­νό­ταν μὲ γορ­γοὺς ρυθ­μοὺς μὲ τὰ χρή­μα­τα τῆς Εὐ­ρω­πα­ϊ­κῆς Τρά­πε­ζας. Φλό­γες τυ­λί­ξα­νε τὴ γεί­το­να χώ­ρα. Δι­α­λύ­σα­νε τὴν ὀν­τό­τη­τά της, μπρο­στὰ στὰ ἔκ­πλη­κτα μά­τι­α ὅ­λου τοῦ κό­σμου, μέ­σα σὲ λί­γους μῆ­νες, χω­ρὶς νὰ κου­νη­θεῖ φύλ­λο -δι­α­μαρ­τυ­ρί­α ἀ­πὸ που­θε­νὰ- ἐ­κτὸς τῶν ΕΛΛΗΝΩΝ!

 

     Ἀ­πὸ τὶς Παι­δι­κὲς Κα­τα­σκη­νώ­σεις στὴν Καλ­λι­θέ­α Δρά­μας στὰ τέ­λη τοῦ 50ντα. Μα­θη­τὴς τό­τε Γυ­μνα­σί­ου ἐρ­γα­ζό­μουν τὰ κα­λο­καί­ρι­α στὶς Κα­τα­σκη­νώ­σεις ὡς βο­η­θὸς τοῦ Ἀ­πο­θη­κά­ρι­ου ἀ­εί­μνη­στου πι­ὰ Μπάρ­μπα-Θα­νά­ση. Ἀρ­χι­μά­γει­ρας ὁ κα­λό­καρ­δος καὶ σφό­δρα κα­λαμ­πουρ­τζὴς Βαγ­γέ­λης Πί­σπας ἀ­πὸ τὴν Ἤ­πει­ρο. Στὴ φω­το­γρα­φί­α συ­νο­δεύ­ω ὁ­μα­δάρ­χισ­σες μὲ τὰ «παι­δι­ά» τους ποὺ με­τα­φέ­ρουν μέ­σα σὲ με­γά­λα τα­ψι­ὰ τὸ με­ση­με­ρι­ά­τι­κο φα­γη­τὸ ἀ­πὸ τὸ φοῦρ­νο τοῦ χω­ρι­οῦ, ἰ­δι­ο­κτη­σί­α κ. Σκα­φί­δα, στὴν τρα­πε­ζα­ρί­α τῆς Κα­τα­σκή­νω­σης. Φτω­χοὶ μὰ ὄ­μορ­φοι και­ροὶ …

     Ἀλ­λη­λο­μα­τώ­σα­νε τὰ χέ­ρι­α τους οἱ πρώ­ην γεί­το­νες ὁ ἕ­νας στὴ ζω­ὴ τοῦ ἄλ­λου, τὸ μί­σος πῆ­ρε πα­ρα­νο­η­τι­κὲς δι­α­στά­σεις καὶ τὰ βά­σα­να τῶν ἁ­πλῶν ἀν­θρώ­πων, ἰ­δι­αί­τε­ρα αὐ­τὰ τῶν Σέρ­βων, δὲν ἔ­χουν τε­λει­ω­μὸ μέ­χρι στὶς μέ­ρες μας. Καὶ μέ­σα σὲ ὅ­λη αὐ­τὴ τὴ θο­λού­ρα καὶ τὴ συμ­φο­ρά, νἄ­σου καὶ οἱ Σκο­πι­α­νοὶ νὰ αὐ­το­βα­πτί­ζον­ται «Μα­κε­δό­νες» ἀ­πό­γο­νοι τοῦ Φι­λίπ­που καὶ τοῦ Ἀ­λε­ξάν­δρου, τοῦ Ἀ­μύν­τα καὶ τοῦ Ἀ­ρι­στο­τέ­λη καὶ ἀ­ναι­δέ­στα­τοι, ὅ­πως ὅ­λοι οἱ πλα­στο­γρά­φοι, νὰ κυ­κλο­φο­ροῦν χάρ­τες τῆς «Μα­κε­δο­νί­ας τοῦ Αἰ­γαί­ου» στοὺς ὁ­ποί­ους συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται καὶ τὸ λί­κνο τοῦ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ, ὁ θε­ϊ­κὸς ΟΛΥΜΠΟΣ! Ἀλ­λὰ καὶ ὁ τά­φος τῶν γο­νι­ῶν μου στὴ Δρά­μα. Μπρά­βο σας γεί­το­νες, ἂν δὲν σᾶς κό­ψου­με τὴ φό­ρα, εἶ­στε σὲ θέ­ση νὰ τυ­πώ­σε­τε καὶ νέ­ους χάρ­τες ὅ­που θἄ­ναι μέ­σα καὶ ἡ Ἤ­πει­ρος, μιά καὶ ἡ μάν­να τοῦ Ἀ­λέ­ξαν­δρου ἦ­ταν Ἠ­πει­ρώ­τισ­σα, ἀλ­λὰ καὶ μέ­ρη τῆς Θεσ­σα­λί­ας ἀ­φοῦ τὸ ξα­κου­στὸ ἄ­λο­γο τοῦ Στρα­τη­λά­τη, ὁ Βου­κε­φά­λας, ἦ­ταν θεσ­σα­λι­κὴ ράτ­σα ἀ­πὸ τὰ ξα­κου­στὰ λι­βά­δι­α της.

     Ὅ­μως τὰ ἀ­δέρ­φι­α μας στὴν πα­τρί­δα, τὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ δαι­μό­νι­ο ποὺ δὲν κοι­μᾶ­ται, κι ἂς τὸ νο­μί­ζουν κά­ποι­οι ὅ­τι εἶ­ναι ἔτ­σι, αὐ­ξή­σα­νε τὰ δρο­μο­λό­γι­α, ἱ­δρύ­σα­νε νέ­ες ἀ­ε­ρο­πο­ρι­κὲς ἑται­ρί­ες, πα­ραγ­γεί­λα­νε τὰ πι­ὸ σύγ­χρο­να καὶ γορ­γο­τά­ξι­δα κα­ρά­βι­α τοῦ κό­σμου -πε­ρί­πα­τος εἶ­ναι πι­ὰ ἡ θα­λάσ­σι­α ἀ­πό­στα­ση ἀ­πὸ τὴν Ἰ­τα­λί­α γι­ὰ τὴν Ἡ­γου­με­νίτ­σα καὶ τὴν Πά­τρα. Κι ἐ­κεῖ στὰ σύγ­χρο­να λι­μά­νι­α μας, πε­ρι­μέ­νει ἡ Ἐ­γνα­τί­α Ὁ­δὸς γι­ὰ νὰ μᾶς φέ­ρει γρή­γο­ρα καὶ ἀ­σφα­λέ­στα­τα στὰ πα­τρο­γο­νι­κά μας, στοὺς ἀν­θρώ­πους ποὺ μᾶς ἀ­γα­ποῦν καὶ μᾶς πε­ρι­μέ­νουν.

Κα­λὸ καὶ εὐ­χά­ρι­στο Δε­κα­πεν­ταύ­γου­στο

 

Elliniki Gnomi

 

 

 

 

Σχετικά