ΣΤΟΝ ΑΕΡΑΕΡΩ — ΡαδιοΣυχνότητα
Ενωμένη ΡωμηοσύνηΕνωμένη ΡωμηοσύνηΚΕΝΤΡΟΝ ΕΝΟΤΗΤΟΣ ΚΑΙ ΜΕΛΕΤΗΣ
ΠΡΟΒΟΛΗΣ ΤΩΝ ΑΞΙΩΝ ΜΑΣ
ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ
Πανελλήνια Σύναξη στην ΙερισσόΣημαντική Ανακοίνωση προς τα Μέλη και Φίλους της «ΕΝΩΜΕΝΗΣ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗΣ» (Ε.ΡΩ.)Πρόγραμμα των Εκδηλώσεων Ετήσιας Σύναξης της Ε.Ρω στην Ιερισσό – 29/9/22 – 2/10/22Ανάγκες σε συνεργάτεςΠανελλήνια Σύναξη στην ΙερισσόΣημαντική Ανακοίνωση προς τα Μέλη και Φίλους της «ΕΝΩΜΕΝΗΣ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗΣ» (Ε.ΡΩ.)Πρόγραμμα των Εκδηλώσεων Ετήσιας Σύναξης της Ε.Ρω στην Ιερισσό – 29/9/22 – 2/10/22Ανάγκες σε συνεργάτες

ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΙΑΚΩΒΟΣ ΤΣΑΛΙΚΗΣ*

17 Νοεμβρίου 2013 · 8 λεπτά

ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΙΑΚΩΒΟΣὉ Γέροντας τῆς ἀ­γά­πης τῆς

                                    συγ­γνώ­μης καί τῆς δι­α­κρί­σε­ως

 

Ἱ­ε­ρο­μό­να­χος Ἰάκωβος

Ἱ. Μ. Μα­κρυ­μάλ­λης Εὐβοίας

 

 

Δι­ά­φο­ρα

Ὁ Γέροντας ἔ­λε­γε νά ζοῦ­με πνευ­μα­τι­κή ζωή νά ὑ­πα­κο­ύ­ω­με στόν Πνευ­μα­τι­κό, νά ἐ­ξο­μο­λο­γο­ύ­με­θα, νά κοι­νω­νοῦ­με τα­κτι­κά καί τό κυ­ρι­ώ­τε­ρο ν᾿ ἀ­πο­φε­ύ­γωμε τήν κα­τά­κρι­ση. Νά με­λε­τᾶ­με πνευ­μα­τι­κά βι­βλί­α, Ἁ­γί­α Γρα­φή, Ψαλ­τή­ρι καί ν᾿ ἀ­κοῦ­με πάν­τα ὠ­φέ­λι­μες καί πνευ­μα­τι­κές συ­ζη­τή­σεις.

Ἄν ἀ­κοῦ­με κά­τι ἄ­σχη­μο ἀ­μέ­σως νά τό δι­ώ­χνου­με, ἀ­πό τό ἕ­να ἀφ­τί νά μπα­ί­νουν καί ἀ­πό τό ἄλ­λο νά βγα­ί­νουν.

 

Ἀν­δρό­γυ­να

Ἦ­ταν κά­ποι­ο ἀν­δρό­γυ­νο εὐ­λα­βές καί εἶ­χαν 9 παι­διά. Ὁ σύ­ζυ­γος ἦ­ταν πά­ρα πο­λύ εὐ­λα­βής καί ὀ­λί­γον τι ζη­λω­τής στά πνευ­μα­τι­κά. Κα­τά γράμ­μα ἤ­θε­λε νά τά κά­νη ὅ­λα σάν κα­λό­γε­ρος. Ἡ γυ­να­ί­κα πα­ρα­πο­νι­ό­ταν στό γέροντα ὅ­τι κου­ρά­ζε­ται καί θέ­λει βο­ή­θεια. Ὅ­ταν ἐρ­χό­ταν στή Μο­νή τό βρά­δυ μό­νη ἡ σύ­ζυ­γος μέ τά παι­διά, κλα­ί­γα­νε, φώ­να­ζαν αὐ­τά, ἔ­κλαι­γε καί κου­ρα­ζό­ταν.

Αὐ­τός πή­γαι­νε σ᾿ ἕ­να πα­ρεκ­κλή­σι τῶν Ἁγ. Ἀ­ναρ­γύ­ρων ἔ­κα­νε με­τά­νοι­ες, κομ­πο­σχο­ί­νια καί ἀ­γρυ­πνοῦ­σε. Ἡ σύ­ζυ­γος πα­ρα­πο­νι­ό­ταν καί ἔ­κλαι­γε στό γέ­ρον­τα καί εἶ­χε κά­ποι­ο δί­κιο.

Τήν ἄλ­λη μέ­ρα ὁ Γέροντας μό­λις το­ύς εἶ­δε στήν αὐ­λή μα­ζί, κα­τά­λα­βε ὅ­τι κά­τι συμ­βα­ί­νει καί ὅ­τι εἶ­χαν ἔλ­θει σέ λί­γο καβγά με­τα­ξύ τους. Ὁ γέροντας μι­λά­ει μέ γλυ­κά λό­για καί δι­ά­κρι­ση νά πα­ρη­γο­ρή­ση τήν πο­νε­μέ­νη μη­τέ­ρα καί κου­ρα­σμέ­νη, καί δι­α­κρι­τι­κά μέ τό χα­μό­γε­λο λέ­ει: «Σέ χά­ρη­κα, ἀ­πό­ψε. Ἔ­ψαλ­λες ὅ­λη τή νύ­κτα καί προ­σευ­χό­σουν. Κα­λά ἔ­κα­νες! Ἀλ­λά θά εἶ­χε με­γα­λύ­τε­ρη εὐ­λο­γί­α καί μι­σθό, ἄν κα­θό­σουν μι­σή ὥ­ρα καί ὄ­χι τρεῖς ὧ­ρες καί ἤ­σουν κοντά στή γυ­να­ί­κα σου καί τή βο­η­θοῦ­σες γιά τά παι­διά, νά φᾶ­νε καί νά κοι­μη­θοῦν. Για­τί γιά σᾶς το­ύς παν­τρε­μέ­νους κομ­πο­σχο­ί­νια καί με­τά­νοι­ες εἶ­ναι τά παι­διά σας. Ὅ­ταν με­γα­λώ­σουν θἄ­χε­τε και­ρό νά κά­νε­τε… ‘ἀ­δελ­φός ὑ­πό ἀ­δελφοῦ βο­η­θο­ύ­με­νος’. Νά γί­νε­ται πάν­τα κά­τι ἐν κοι­νῇ συ­ναι­νέ­σει».

 

Μνή­μη θα­νά­του

Ὁ Γέροντας δια­ρκῶς ἐν­θυ­μεῖ­το τόν θά­να­το. Κάθε βρά­δυ πού πη­γα­ί­να­με γιά Ἀ­πό­δει­πνο ἔ­κα­νε πῶς θά ἦ­ταν ξα­πλω­μέ­νος στό νε­κρο­κρέβ­βα­το καί ἔ­λε­γε τήν ἀ­κο­λου­θί­α καί μᾶς ἔ­λε­γε: «Πα­τέ­ρες, ἐ­γώ τήν ἔ­χω δι­α­βά­σει ὅ­λη τήν ἀ­κο­λου­θί­α καί εἰς κο­σμι­κό καί εἰς ἱ­ε­ρέ­α καί μο­να­χό».

Ὅ­ταν τοῦ εἶ­πα ὅ­τι πέ­θα­νε ἡ ἀ­δελφή του, ἦ­ταν στόν κῆ­πο, ἔ­κα­νε τό σταυ­ρό του καί ἀ­μέ­σως ἔ­ψαλ­λε «Κύριος ἔ­δω­κε, Κύριος ἀ­φεί­λε­το».

Μνη­μό­νευ­ε χι­λι­ά­δες ὀ­νό­μα­τα ζών­των καί κε­κοι­μη­μέ­νων καί ἔ­βλε­πε ἀ­κό­μη σέ τί κα­τά­στα­ση βρί­σκε­ται ὁ κα­θέ­νας.

Ὅ­ταν κά­να­με κά­ποι­ο δι­α­κό­νη­μα καί δέν τό εἴ­χα­με κά­νει κα­λά ἤ στόν κῆ­πο ἤ στήν κου­ζί­να ἤ στήν Ἐκ­κλη­σί­α πέρ­να­γε μᾶς εὐ­λο­γοῦ­σε· μᾶς ἔ­δι­νε μία κα­ρα­μέλ­α, ἄν εἶ­χε στήν τσέ­πη του ἤ ἕ­να στρα­γά­λι, καί ἔ­λε­γε δι­α­κρι­τι­κά: «Ἄχ!, πά­τερ μου, τό­τε πού ἐ­γώ ἤ­μουν νέ­ος ἔ­κα­να καί ἄ­στρα­φταν ὅ­λα μές στήν Ἐκ­κλη­σί­α, δέν ὑ­πῆρ­χε οὔ­τε μία ἀ­ρά­χνη (ἄς εἴ­χα­με ἀ­ρά­χνες ἐ­μεῖς). Τά ξύ­λα στόν κῆ­πο, τά ξε­ρά, τά μά­ζευ­α ὅ­λα μέ προ­σο­χή καί τά­ξη· δέν τά ἄ­φη­να πε­ταγ­μέ­να, ἄλ­λα ἐδῶ καί ἄλ­λα ἐκεῖ. Στήν κου­ζί­να ὅ­λα κα­θα­ρά καί τά πι­ά­τα στή θέ­ση τους· ὅ­λα τε­λε­ί­ω­ναν. Τώρα γέ­ρα­σα καί δέν μπο­ρῶ νά κά­νω τί­πο­τα· εἶ­μαι ἄ­χρη­στο σκεῦ­ος· τρώ­ω τό φα­γη­τό τοῦ Ἁ­γί­ου τζάμ­πα».

Τά ἔ­λε­γε αὐ­τά καί μᾶς ἔ­κα­νε νά εἴ­μα­στε πιό πρό­θυ­μοι στά δι­α­κο­νή­μα­τα καί προ­σε­χτι­κοί. Ἦ­ταν χα­ρα­κτή­ρας λε­πτός, γε­μά­τος ἀ­γά­πη καί δι­ά­κρι­ση.

Ἔ­λε­γε: «ὁ ἱ­ε­ρέ­ας πρέ­πει νά κά­νη τίς ἀ­κο­λου­θί­ες του κα­θη­με­ρι­νά πρωί-βρά­δυ, νά δι­α­βά­ζη τή Θε­ί­α Με­τά­λη­ψη καί τή Θε­ί­α Εὐ­χα­ρι­στί­α, νά ἔ­χη συ­χνή ἐ­ξο­μο­λό­γη­ση καί κα­τά­στα­ση πνευ­μα­τι­κή εἶ­ναι κά­τι τό δι­α­φο­ρε­τι­κό κά­τι πού δέν τό ἔ­χουν ὅ­λοι, ἔ­χει τήν Ἱ­ε­ρω­σύ­νη. Πι­ά­νει τόν ἴ­διο τό Χρι­στό στά χέ­ρια του κα­θη­με­ρι­νά.

»Οἱ μο­να­χοί νά ἔ­χου­με τα­πε­ί­νω­ση καί ἀ­γά­πη με­τα­ξύ μας· ὁ κύ­ριος σκο­πός μας εἶ­ναι νά φτά­σου­με στήν ἁ­γι­ό­τη­τα, νά γί­νου­με ἅ­γιοι καί ὄ­χι νά δι­εκ­δι­κοῦ­με θέ­σεις καί πρω­το­κα­θε­δρί­ες. Νά τη­ροῦ­με τίς νη­στεῖ­ες, νά κά­νου­με τά πνευ­μα­τι­κά μας κα­θή­κον­τα, τόν κα­λο­γε­ρι­κό κα­νό­να, τά κομ­πο­σχο­ί­νια μας, για­τί κά­ποι­α μέ­ρα θά τά βροῦ­με μπρο­στά μας. Ὅ­σο καί νά θέ­λου­με νά δι­και­ο­λο­γη­θοῦ­με ὁ πνευ­μα­τι­κός νό­μος θά μι­λή­ση».

Ὁ γέ­ρον­τας Ἰάκωβος εἶ­χε κά­τι τό δι­α­φο­ρε­τι­κό,  κάτι πού ἔ­χουν σή­με­ρα ὅ­λοι οἱ σύγ­χρο­νοι ἅ­γιοι, ὁ π. Πα­ΐ­σιος, π. Πορ­φύ­ριος καί ἄλ­λοι· εἶ­χε ἀ­γά­πη γιά ὅ­λους καί γιά ὅ­λα· ἀ­γά­πη πού σ᾿ ἔ­κα­νε νά ζῆς καί νά πε­θα­ί­νης γιά τή σω­τη­ρί­α σου, ἀ­γά­πη νά μι­λά­η μέ το­ύς Ἁ­γί­ους, μέ τή φύ­ση, μέ τό Σύμπαν, μέ τόν κό­σμο ὅ­λο καί ἔ­λε­γε· «ἡ ἀ­γά­πη κα­λύ­πτει πλῆθος ἁ­μαρ­τι­ῶν». Γι᾿ αὐ­τό μέ αὐ­τήν τήν ἀ­γά­πη κέρ­δι­σε τίς καρ­δι­ές ὅ­λου τοῦ κό­σμου καί τίς ὁ­δη­γοῦ­σε στή με­τά­νοι­α, τήν ἐ­ξο­μο­λό­γη­ση, τήν προ­σευ­χή, τήν ὑ­πο­μο­νή, τήν ἐ­πι­μο­νή καί τήν ὑ­πα­κοή, στήν Ἐκ­κλη­σί­α.

Κάποτε κά­ποι­ος Ἐ­πί­σκο­πος εἶ­πε στόν Γέροντα:

-Γέροντα, θέ­λω νά μέ σταυ­ρώ­σε­τε νά γί­νω κα­λά.

-Καί ὁ Γέροντας εἶ­πε: «ἐ­γώ ἕ­νας ἁ­μαρ­τω­λός κα­λό­γε­ρος;» 

-Ναί, Γέροντα, ἐ­σεῖς.

-Καί ὁ Γέ­ρον­τας λέ­ει: «νἆ­ναι εὐ­λο­γη­μέ­νο». «Θά σᾶς πῶ κά­τι», λέ­ει ὁ Γέροντας: «Ἅ­γι­ε Ἀρ­χι­ε­ρεῦ, καί ἐ­γώ παππ­ᾶς καί ἐ­σεῖς παππ­ᾶς, συγ­γνώ­μη αὐ­τό πού λέ­ω μέ πνευ­μα­τι­κό τόν τρό­πο. Ἡ δι­α­φο­ρά εἶ­ναι, ὅ­τι μό­νο ἐ­σεῖς κά­νε­τε χει­ρο­το­νί­ες  πού δέν κά­νου­με ἐ­μεῖς οἱ κα­λό­γε­ροι».

-Καί ὁ Ἐ­πί­σκο­πος εἶ­πε: «Γέ­ρον, μέ­γα Γέ­ρον Ἰάκωβε, τό βρά­δυ, τήν πα­ρα­μο­νή τῆς χει­ρο­το­νί­ας μου εἰς δι­ά­κο­νον, ὁ Γέροντας μοῦ δι­ά­βα­σε τή συμ­μαρ­τυ­ρί­α, μοὖ­πε πολ­λές συμ­βου­λές καί εἶ­πε, ἄς σέ δῶ διᾶ­κο, Ἰ­λα­ρί­ω­νά μου, καί ἄς πε­θά­νω».

-«Γέροντα», λέ­ω, «μήν τό λέ­τε αὐ­τό».

-Βάλε τό κα­λυμ­μα­ύ­χι νά σέ δῶ.

-Γέροντα ἀ­κό­μα δέν ἔ­γι­να.

-«Βᾶλτο», λέ­ει, «ξέ­ρω ἐ­γώ».

Καί ἔ­τσι ἔ­γι­νε, μό­λις ἐ­πέ­στρε­ψε, ἐ­κοι­μή­θη.

Ὁ Γέροντας τήν πε­ρί­ο­δο τοῦ Δεκαπεναυ­γού­στου ἔ­ψαλ­λε μέ εὐ­λά­βεια καί κα­τά­νυ­ξη καί τά μά­τια του πάν­τα γε­μάτα δά­κρυ­α. Ὅ­ταν δέν ἔ­ψαλ­λε, ἦ­ταν γο­να­τι­στός πάν­τα μπρο­στά στήν Πα­να­γί­α καί, ὅ­ταν ἔ­ψαλ­λε τό Με­γα­λυ­νά­ριο τῆς Πα­να­γί­ας «μή μοῦ ἐ­λέγ­ξεις τάς πρά­ξεις ἐ­νώ­πιον τῶν Ἀγ­γέ­λων», ὁ Γέροντας μέ ἱ­λα­ρό πρό­σω­πο καί γε­μάτος δέ­ος καί κα­τά­νυ­ξη κο­ί­τα­γε τήν Πα­να­γί­α καί ἔ­λε­γε: «θά μᾶς τίς ἐ­λέγ­ξη μί­α πρός μί­α». Κρά­τα­γε στά χέ­ρια του τό κομ­πο­σχο­ί­νι καί δια­ρκῶς ἔ­λε­γε τήν εὐ­χή «Ὑ­πε­ρα­γί­α Θε­ο­τό­κε σῶ­σον ἡ­μᾶς καί τόν κόσ­μο σου ἅ­παν­τα». Ἀ­γω­νι­οῦ­σε γιά τή σω­τη­ρί­α τῶν ψυ­χῶν τῶν ἀν­θρώ­πων, ἤ­θε­λε ὅ­λοι νά σω­θοῦ­με καί νά κερ­δί­σου­με τόν Πα­ρά­δει­σο καί νά γί­νου­με ἅ­γιοι τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας.

Ἔ­βλε­πε καί συ­νο­μι­λοῦ­σε μέ τόν ἅ­γιο Ἰ­ω­άν­νη τόν Ρῶσ­ο.

Μία φο­ρά πού κα­τέ­βαι­νε στήν Ἀ­θή­να γιά νά πάει στόν για­τρό ἤ­μουν μα­ζί του· μό­λις φτά­σα­με στόν ἅ­γιο Ἰ­ω­άν­νη τό Ρῶσ­ο , μοῦ λέ­ει, «βά­λε καί τό ρα­σά­κι σου, Ἰ­λα­ρί­ω­νά μου, για­τί πᾶ­με πρός τόν θεῖ­ο Ἰ­ω­άν­νη. Εἶ­δες στό στρα­τό, ὅ­ταν πα­ρου­σι­ά­ζε­ται στόν λο­χί­α ὁ λο­χα­γός, φο­ρᾶ ἅ­πα­σα τή στο­λή· ἔ­τσι εἶ­ναι καί μέ τόν Ἅ­γιο. Σε­βα­σμό ἀ­γά­πη καί εὐ­λά­βεια». Ὡς Ἡ­γο­ύ­με­νος πού ἦ­ταν ἔ­πρε­πε νά ρίξη αὐ­τός τά λε­φτά γιά νά πά­ρου­με κε­ρί, βγά­ζει καί μοῦ δί­νει χρή­μα­τα ν᾿ ἀ­νά­ψω κε­ρί.

-Λέω: «Γέροντα, ἐ­σεῖς πού εἶ­στε Ἡ­γο­ύ­με­νος.

-Καί μοῦ λέ­ει: «ἐ­γώ θ᾿ ἀ­νά­ψω· ἄ­να­ψε καί σύ, Ἱ­λα­ρί­ω­νά μου, γιά το­ύς γο­νεῖς σου καί ὅ­ποι­ον ἄλ­λον θές στόν Ἅ­γιο».

(Βλέ­πο­με λε­πτό­τη­τα καί δι­ά­κρι­ση τοῦ Γέροντα, δέν ἤ­θε­λε νά ξε­χω­ρί­ζη ἀ­πό κα­νέ­να).

Μόλις φτά­σα­με πρός τή λάρ­να­κα, ὁ Γέροντας μοῦ λέ­ει: «πά­τερ, ζα­λί­στη­κα, ἔ­χω κά­ποι­α ἀ­να­γο­ύ­λα· μᾶλ­λον μέ πε­ί­ρα­ξε τό τα­ξί. Πές τόν κυρ-Κώστα νά πε­ρι­μέ­νου­με μι­σή ὥ­ρα νά συ­νέλ­θω καί με­τά φε­ύ­γο­με».

-Νἆ­ναι εὐ­λο­γη­μέ­νο!

Με­τά μι­σή ὥ­ρα φύ­γα­με· ὁ Γέροντας πάν­τα χα­ρο­ύ­με­νος καί γε­μά­τος δέ­ος καί συγ­κί­νη­ση φε­ύ­γον­τας ἀ­πό τόν Ἅ­γιο.

Με­τά ἀ­πό ἕ­να μῆ­να, ἐ­πει­δή πολ­λές φο­ρές πή­γαι­να τό ἀ­πό­γευ­μα τόν κα­φέ τοῦ Γέροντα στό κε­λλά­κι του, μοῦ λέ­ει: «Ἱ­λα­ρί­ω­νά μου, θέ­λω νά σοῦ πῶ κά­τι, ἀλ­λά δέν θά τό πῆς που­θε­νά, μό­νο με­τά τόν θά­να­τό μου. Κατ᾿ ἀρ­χάς ζη­τῶ συγ­γνώ­μη καί νά σοῦ φι­λή­σω τό χέ­ρι γιά ἕ­να ψέ­μα πού σοῦ εἶ­πα. Εἶ­ναι, πά­τερ μου, πνευ­μα­τι­κό τό θέ­μα· θέ­λει πο­λλή προ­σευ­χή καί δι­ά­κρι­ση. Νά ξέ­ρης ὅ­τι ὁ θεῖ­ος Ἰ­ω­άν­νης ὁ Ρῶσος εἶ­ναι ζων­τα­νός καί, ὅ,­τι τοῦ ζη­τή­σου­νε μέ πί­στη καί ἀ­γά­πη -καί τό κυ­ρι­ώ­τε­ρο μέ τα­πε­ί­νω­ση-, τό δί­νει. Τότε, πού πη­γα­ί­να­με στήν Ἀ­θή­να, μό­λις ἔ­φτα­σα μπρός στή λάρ­να­κα, βλέ­πω, πά­τερ μου, ἄ­κου­σα νά ἀ­νο­ί­γη ἡ λάρ­να­κα καί ὁ ἅ­γιος Ἰ­ω­άν­νης νά βγα­ί­νη. Κάνω ὑ­πό­κλι­ση τοῦ Ἁ­γί­ου καί μοῦ λέ­ει: “π. Ἰάκωβε ἐ­πι­στρέ­φω σέ λί­γο, για­τί πρέ­πει νά πά­ω κά­που, γιά ἀ­σθε­νή”.

»Ἐ­γώ γε­μά­τος ἐ­σω­τε­ρι­κή χα­ρά καί πνευ­μα­τι­κή κα­τά­στα­ση πλή­ρης χά­ρι­τος Ἁ­γί­ου Πνε­ύ­μα­τος καί τοῦ Ἁ­γί­ου ἔ­κα­να τόν σταυ­ρό μου, κά­θι­σα δί­πλα σ᾿ ἕ­να σκα­μνά­κι -ὅ­πως σοῦ εἶ­χα πεῖ- γιά νά συ­νέλ­θω, ἐ­πει­δή εἶ­χα ζα­λά­δα καί τόν ἴ­λιγ­γο καί προ­σευ­χό­μουν. Περ­νοῦ­σαν κό­σμος, προ­σκυ­νοῦ­σαν τόν Ἅ­γιο, ἐ­νῷ ὁ Ἅ­γιος ἔ­λει­πε μέ­σα ἀ­πό τή λάρ­να­κα, ἀλ­λά γιά νά δῆς ἔ­πρε­πε νἆ­χεις πνευ­μα­τι­κά μά­τια. Με­τά μι­σή ὥ­ρα ἔρ­χε­ται ὁ Ἅ­γιος ἀ­νο­ί­γει ἡ λάρ­να­κα μπα­ί­νει ὁ Ἅ­γιος μέ­σα, βά­ζω με­τά­νοι­α νά προ­σκυ­νή­σω, καί ἀ­κο­ύ­ω νά μοῦ λέ­η ὁ Ἅ­γιος: “ Πές, πάτερ Ἰάκωβε, τί ἔ­χεις νά μοῦ πῆς”.

»Ἐ­γώ εἶ­πα τί εἶ­χα νά πῶ στόν Ἅ­γιο καί με­τά ἔ­φυ­γα γιά τήν Ἀ­θή­να μα­ζί σου μέ τό τα­ξί. Νά ξέ­ρης, ὁ Ἅ­γιος εἶ­ναι ζων­τα­νός καί ἡ θρη­σκε­ί­α μας ζων­τα­νή!, ‘Ἅ­γιοι γί­νε­σθε ὅ­τι Ἅ­γιος εἰ­μι ἐ­γώ’».

Καί ἄλ­λες πολ­λές φο­ρές ὁ Γέροντας ἐ­ξι­στο­ροῦ­σε γιά τόν ἅ­γιο Ἰ­ω­άν­νη τόν Ρῶσ­ο, καί γιά νά μήν τόν κα­τα­λά­βουν -ἔ­λε­γε κά­ποι­ος ἱ­ε­ρο­μό­να­χος- εἶ­δε τόν Ἅ­γιο καί τοῦ εἶ­πε αὐ­τό ἤ ἐ­κεῖ­νο καί ἦ­ταν ὁ ἴ­διος. Ὁ Γέροντας τῆς ἀ­γά­πης, τῆς προ­σευ­χῆς, τῆς ἐ­λε­η­μο­σύ­νης, τῆς δι­α­κρί­σε­ως, τῆς ἀ­δι­α­λε­ί­πτου εὐ­χῆς. Καί ἄς μήν ἔ­λε­γε πολ­λά γιά τήν εὐ­χή.

Ὅ­ταν κά­να­με δι­α­κο­νή­μα­τα πολ­λά καί εἴ­μα­σταν κου­ρα­σμέ­νοι, ὁ Γέροντας ἔ­λε­γε: «Πα­τέ­ρες μου, πές τε τό ‘Πάτερ ἡ­μῶν’ καί πέ­στε νά ξε­κου­ρα­στεῖ­τε», δη­λα­δή εἶ­χε δι­ά­κρι­ση ἀ­κό­μα καί γιά τό θέ­μα τοῦ κα­νό­να τοῦ μο­να­χοῦ.

«Θέλω, πα­τέ­ρες, νἆ­στε ἀ­γα­πη­μέ­νοι, νά κά­νε­τε τά δι­α­κο­νή­μα­τα καί τά πνευ­μα­τι­κά σας μέ μέ­τρο καί δι­ά­κρι­ση, νά μήν ξε­πα­τωθεῖ­τε στή δου­λειά καί δέν μπο­ρεῖ­τε με­τά νά πῆ­τε ἕ­να ‘Κύριε ἐ­λέ­η­σον’».                 

Θά ἤ­θε­λα πολ­λά νά γρά­ψω γιά τόν Γέροντα, ἀλ­λά λό­γῳ ποὖ­μαι λί­γο ἀ­γράμ­μα­τος ἀ­δυ­να­τῶ. Νά εὔ­χε­σθε νά ἀ­ξι­ω­θοῦ­με μα­ζί τόν Πα­ρά­δει­σο ἐν ἡ­μέ­ρᾳ Κρί­σε­ως.

 

*ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ‘Ἐρῶ’ , ΣΤ΄ ΤΕΥΧΟΣ, ΑΠΡ.-ΙΟΥΝ. 2011

Σχετικά