ΣΤΟΝ ΑΕΡΑΕΡΩ — ΡαδιοΣυχνότητα
Ενωμένη ΡωμηοσύνηΕνωμένη ΡωμηοσύνηΚΕΝΤΡΟΝ ΕΝΟΤΗΤΟΣ ΚΑΙ ΜΕΛΕΤΗΣ
ΠΡΟΒΟΛΗΣ ΤΩΝ ΑΞΙΩΝ ΜΑΣ
ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ
Πανελλήνια Σύναξη στην ΙερισσόΣημαντική Ανακοίνωση προς τα Μέλη και Φίλους της «ΕΝΩΜΕΝΗΣ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗΣ» (Ε.ΡΩ.)Πρόγραμμα των Εκδηλώσεων Ετήσιας Σύναξης της Ε.Ρω στην Ιερισσό – 29/9/22 – 2/10/22Ανάγκες σε συνεργάτεςΠανελλήνια Σύναξη στην ΙερισσόΣημαντική Ανακοίνωση προς τα Μέλη και Φίλους της «ΕΝΩΜΕΝΗΣ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗΣ» (Ε.ΡΩ.)Πρόγραμμα των Εκδηλώσεων Ετήσιας Σύναξης της Ε.Ρω στην Ιερισσό – 29/9/22 – 2/10/22Ανάγκες σε συνεργάτες

Η ΑΣΘΕΝΕΙΑ ΚΑΙ Η ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΣΤΗΝ ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ

6 Αυγούστου 2013 · 21 λεπτά

ASTHENEIA_THERAPEIA

Ἰ­ω­άν­νη Β. Βε­λιτ­σι­ά­νου

   Δι­δά­κτωρ Θε­ο­λο­γί­ας Α.Π.Θ.  –      Ἐ­πι­στη­μο­νι­κός Συ­νερ­γά­της (Ι.Ε.Θ.Π.)

 

Τὸ ἐ­πί­θε­το «ἀ­σθε­νὴς» (ἀ+σθέ­νος) χρη­σι­μο­ποι­εῖ­ται στὴν ἀρ­χαί­α ἑλ­λη­νι­κὴ γραμ­μα­τεί­α μὲ πολ­λὲς ση­μα­σί­ες. Κα­ταρ­χὴν ση­μαί­νει τὸν φι­λά­σθε­νο, τὸν ἀ­δύ­να­το σω­μα­τι­κὰ καὶ τὸν κα­χε­κτι­κό[1]. Μὲ τὴν ἴ­δι­α ση­μα­σί­α χρη­σι­μο­ποι­εῖ­ται καὶ στὴν Πα­λαι­ὰ Δι­α­θή­κη. Ἡ λ. «ἀσθε­νής» ἔ­χει ὅ­μως καὶ πολ­λὲς με­τα­φο­ρι­κὲς ση­μα­σί­ες, ὅ­πως αὐ­τὴ ποὺ ἀ­να­φέ­ρε­ται στὸν ἀ­δύ­να­το νοῦ, στὸ λο­γι­σμό[2] κ.ἄ.

Στὴν Πα­λαι­ὰ Δι­α­θή­κη, ἡ ἀ­σθέ­νει­α θε­ω­ρεῖ­ται ὡς μί­α κα­τά­στα­ση ἀ­δυ­να­μί­ας καὶ ἐ­ξα­σθε­νή­σε­ως∙ «ἡ καρ­δί­α μου ἐ­τα­ρά­χθη, ἐγ­κα­τέ­λι­πέν με ἡ ἰ­σχύς μου, καὶ τὸ φῶς τῶν ὀ­φθαλ­μῶν μου καὶ αὐ­τὸ οὐκ ἔ­στιν με­τ᾿ ἐ­μοῦ». (Ψλ. 37,11). Σύμ­φω­να μὲ τὴ βι­βλι­κὴ σκέ­ψη ὅ­λα ἐ­ξαρ­τῶν­ται ἀ­πὸ τὸ Θε­ὸ καὶ εἶ­ναι ἀ­δύ­να­το νὰ μὴ δεῖ κα­νεὶς τὴν ἀ­σθέ­νει­α σὰν ἕ­να πλῆγ­μα τοῦ Θε­οῦ στὸν άν­θρω­πο[3]. Συ­χνὰ ἡ ἀ­σθέ­νει­α ἔ­χει φυ­σι­κὰ αἴ­τι­α, ὅ­πως τὰ  γη­ρα­τει­ά[4], καὶ ἄλ­λο­τε ἐμ­φα­νί­ζε­ται στὸν κό­σμο ὡς συ­νέ­πει­α τῆς ἁμαρ­τί­ας[5]. Ὁ Θε­ὸς εἰ­σά­γει τὴ λύ­πη ὡς ἀ­πο­τέ­λε­σμα τῆς ἁ­μαρ­τί­ας καὶ στέλ­νει δο­κι­μα­σί­ες στοὺς ἀν­θρώ­πους, γι­ὰ νὰ αἰ­σθαν­θοῦν τὴν ἁ­μαρ­τω­λό­τη­τά τους καὶ νὰ συ­νέλ­θουν[6]. Στὸ Δευ­τε­ρο­νό­μι­ο ἡ ἀ­σθέ­νει­α ἀ­πο­τε­λεῖ μί­α ἀ­πὸ τὶς πι­ὸ σο­βα­ρὲς κα­τά­ρες ποὺ θὰ πλή­ξουν τὸν ἄ­πι­στο λα­ό τοῦ Θε­οῦ[7]. Ὅ­ταν ἡ ἀ­σθέ­νει­α πλήτ­τει τοὺς δι­καί­ους, ὅ­πως τὸν Ἰ­ὼβ καὶ τὸν Τω­βί­α, μπο­ρεῖ νὰ εἶ­ναι μί­α δο­κι­μα­σί­α τῆς Πρό­νοι­ας ποὺ ἀ­πο­σκο­ποῦν στὴ δο­κι­μα­σί­α τῆς ἀ­ρε­τῆς του[8]. Μὲ τὴ δο­κι­μα­σί­α δὲν κρί­νε­ται ἡ ἐ­νο­χὴ τοῦ Ἰ­ὼβ ἀλ­λὰ ἡ ἀ­ρε­τὴ του[9]. Στὴν πε­ρί­πτω­ση τοῦ Δι­καί­ου ποὺ ὑ­πο­φέ­ρει ἰ­δι­αί­τε­ρα, τοῦ Δού­λου τοῦ Γι­αχ­βέ, ἡ ἀ­σθέ­νει­α παίρ­νει τὴ ση­μα­σί­α τῆς ἐ­ξι­λε­ώ­σε­ως γι­ὰ τὰ ἁ­μαρ­τή­μα­τα τῶν ἀν­θρώ­πων[10].

Στὴν Πα­λαι­ὰ Δι­α­θή­κη ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὴν ἀ­σθέ­νει­α, γί­νε­ται λό­γος καὶ γι­ὰ τὴ θε­ρα­πεί­α. Ἡ  λ. «θε­ρα­πεί­α»[11] συ­ναν­τᾶ­ται, ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὴν Πα­λαι­ὰ Δι­α­θή­κη, καὶ στὴν Και­νὴ Δι­α­θή­κη μὲ συ­νώ­νυ­μους ὅ­ρους, ὅ­πως: «θε­ρα­πεί­α» (Λκ. 9,11 ), «ἴ­α­σις» (Λκ. 13,32) καί «ἴ­α­μα» (Α΄ Κορ. 12, 9. 28. 30), κ.ἄ.

Ἤ­δη πολ­λὰ πα­λαι­ο­δι­α­θη­κι­κὰ χω­ρί­α ἀ­να­φέ­ρον­ται στὴν ἰ­α­τρι­κὴ πε­ρί­θαλ­ψη, δηλ. στὴ χρή­ση ἁ­πλῶν φαρ­μά­κων[12], ἐ­νῶ ἡ Σο­φί­α Σει­ρὰχ ἐ­παι­νεῖ τὸ ἰ­α­τρι­κὸ ε­πάγ­γελ­μα[13]. Αὐ­τὸ ποὺ ἀ­πορ­ρί­πτει ἡ Πα­λαι­ὰ Δι­α­θή­κη εἶ­ναι ἡ μα­γεί­α, σὲ σχέ­ση μὲ τὴ λα­τρεί­α τῶν εἰ­δώ­λων ποὺ μο­λύ­νουν τὴν ἰ­α­τρι­κή[14]. Κυ­ρί­ως, ὅ­μως, πρέ­πει νὰ κα­τα­φεύ­γου­με στὸ Θε­ὸ ποὺ εἶ­ναι ὁ κύ­ρι­ος τῆς ζω­ῆς, δηλ. σ᾿ αὐ­τὸν ποὺ δί­νει τὴν ἀ­σθέ­νει­α καὶ τὴ θε­ρα­πεί­α[15]. Οἱ ἀ­σθε­νεῖς μὲ τὴν ἐμ­πι­στο­σύ­νη στὸ Θε­ὸ κά­νουν ἔκ­κλη­ση στὴν παν­το­δυ­να­μί­α καὶ στὴν φι­λευ­σπλα­χνί­α του[16], προ­κει­μέ­νου νὰ λά­βουν τὴ χά­ρη του.  

Γι­ὰ τοὺς προ­φῆ­τες ἡ ἀ­σθέ­νει­α καὶ ἡ θε­ρα­πεί­α ἐν­τάσ­σον­ται μέ­σα στὸ ὅ­λο μυ­στή­ρι­ο τῆς σω­τη­ρί­ας τοῦ ἀν­θρώ­που. Ὁ προ­φή­της Ἡ­σα­ΐ­ας δί­νει μί­α ἐ­σχα­το­λο­γι­κὴ δι­ά­στα­ση στὴν ἀ­σθέ­νει­α, μι­λών­τας γι­ὰ ἕ­να κό­σμο, ὅ­που δὲν θὰ ὑ­πάρ­χει πό­νος καὶ δά­κρυ­α[17]. Ὁ ἴ­δι­ος κά­νει ἀ­να­φο­ρὰ στὸ Μεσ­σί­α ποὺ θὰ πά­ρει πά­νω του τὶς ἀ­νο­μί­ες καὶ τὶς θλί­ψεις, ἐ­νῶ ἐ­μεῖς θὰ θε­ρα­πευ­τοῦ­με χά­ρη στὶς δι­κές του πλη­γὲς∙ «οὗ­τος τὰς ἁ­μαρ­τί­ας ἡ­μῶν φέ­ρει καὶ πε­ρὶ ἡ­μῶν ὀ­δυ­νᾶ­ται, καὶ ἡμεῖς ἐ­λο­γι­σά­με­θα αὐ­τὸν εἶ­ναι ἐν πό­νῳ καὶ ἐν πλη­γῇ καὶ ἐν κα­κώ­σει. αὐ­τὸς δὲ ἐ­τραυ­μα­τί­σθη δι­ὰ τὰς ἀ­νο­μί­ας ἡμῶν καὶ με­μα­λά­κι­σται δι­ὰ τὰς ἁ­μαρ­τί­ας ἡμῶν παι­δεί­α εἰ­ρή­νης ἡμῶν ἐ­π᾿ αὐ­τόν, τῷ μώ­λω­πι αὐ­τοῦ ἡμεῖς ἰά­θη­μεν»[18].

Ὅ­λες αὐ­τὲς οἱ προ­σεγ­γί­σεις τῆς ἀ­σθέ­νει­ας καὶ τῆς θε­ρα­πεί­ας ὑ­πάρ­χουν καὶ στὴν Και­νὴ Δι­α­θή­κη. Ὁ Ἰ­η­σοῦς αἰ­σθά­νε­ται ἀλ­λη­λέγ­γυ­ος μὲ ὅ­σους πο­νοῦν καὶ συγ­κι­νεῖ­ται βα­θύ­τα­τα κα­θὼς βλέ­πει μπρο­στά του συμ­πυ­κνω­μέ­νη τὴν ἀν­θρώ­πι­νη δυ­στυ­χί­α. Ἀκό­μη (ὁ Ἰ­η­σοῦς) θε­ω­ρεῖ τὴν ἀρ­ρώ­στι­α σὰν ἕ­να κα­κὸ ποὺ βλά­πτει τοὺς ἀν­θρώ­πους, σὰν μί­α συ­νέ­πει­α τῆς ἁ­μαρ­τί­ας καὶ σὰν ἕ­να ση­μά­δι τῆς δύ­να­μης τοῦ Δι­α­βό­λου πά­νω στοὺς ἀν­θρώ­πους[19]. Ὁ ἴ­δι­ος νοι­ώ­θει συμ­πό­νι­α γι­ὰ τοὺς ἀσθε­νεῖς[20]. Ὁ Ἰ­η­σοῦς χω­ρὶς νὰ χά­νει και­ρὸ νὰ δι­α­κρί­νει τὴ φυ­σι­κὴ ἀ­σθέ­νει­α ἀ­πὸ τὸ δαι­μο­νι­σμὸ∙ «ἐ­ξέ­βα­λεν τὰ πνεύ­μα­τα λό­γῳ καὶ πάν­τας τοὺς κα­κῶς ἔ­χον­τας ἐθε­ρά­πευ­σεν»[21]. Κα­τὰ τὸν Ἰ­η­σοῦ αὐ­τὰ τὰ δύ­ο πράγ­μα­τα, δηλ. «ἐ­ξέ­βα­λεν τὰ πνεύ­μα­τα» καί «τοὺς κα­κῶς ἔ­χον­τας ἐ­θε­ρά­πευ­σεν», πη­γαί­νουν μα­ζί. Ἐκ­δη­λώ­νουν μὲ τὸν ἴ­δι­ο τρό­πο τὴ δύ­να­μή του καί, τε­λι­κά, ἔ­χουν τὴν ἴ­δι­α ση­μα­σί­α[22]. Ὅ­λα αὐ­τὰ ση­μαί­νουν τὸ θρί­αμ­βο τοῦ Ἰ­η­σοῦ πά­νω στὸ Δι­ά­βο­λο καὶ τὴν ἐγ­κα­θί­δρυ­ση τῆς βα­σι­λεί­ας τοῦ Θε­οῦ πά­νω στὴ γῆ[23]. Μπρο­στὰ σ᾿ ὅ­λους τούς ἀ­σθε­νεῖς ποὺ τού ἐκ­φρά­ζουν τὴν ἐμ­πι­στο­σύ­νη τους, ὁ Ἰ­η­σοῦς δι­α­τυ­πώ­νει μό­νο μί­α ἀ­παί­τη­ση∙ νὰ πι­στέ­ψουν, γι­α­τί ὅ­λα εἶ­ναι δυ­να­τὰ χά­ρη στὴ βα­θει­ὰ πί­στη[24]. Ἡ πί­στη τους στὸν Ἰ­η­σοῦ προ­ϋ­πο­θέ­τει τὴν πί­στη τους στὴ Βα­σι­λεί­α τοῦ Θε­οῦ καὶ αὐ­τὴ ἡ πί­στη τοὺς σώ­ζει∙ «ἡ πί­στις σου σέ­σω­κέν σε»[25].

Στὴ γε­νι­κό­τε­ρη θαυ­μα­τουρ­γι­κὴ δρα­στη­ρι­ό­τη­τα τοῦ Ἰ­η­σοῦ στὴ Γα­λι­λαί­α καὶ μά­λι­στα ὡς ἀ­πο­κο­ρύ­φω­μά της ἐν­τάσ­σε­ται καὶ ἡ θε­ρα­πεί­α τοῦ λε­προῦ[26]∙ «Καὶ ἔρ­χε­ται πρὸς αὐ­τὸν λε­πρὸς πα­ρα­κα­λῶν αὐ­τὸν [καί γο­νυ­πε­τῶν] καὶ λέ­γων αὐ­τῷ ὅ­τι ἐ­ὰν θέ­λῃς δύ­να­σαί με κα­θα­ρί­σαι. καὶ σπλαγ­χνι­σθείς ἐ­κτεί­νας τὴν χεί­ρα αὐ­τοῦ ἤ­ψα­το καὶ λέ­γει αὐ­τῷ θέ­λω, κα­θα­ρί­σθη­τι καὶ εὐ­θὺς ἀ­πῆλ­θεν ἀ­π᾿ αὐ­τοῦ ἡ λέ­πρα, καὶ ἐ­κα­θα­ρί­σθη», (Μκ. 1,40-42)[27]. Τό ρ. «σπλαγ­χνι­σθείς» ἐκ­φρά­ζει τὴν εὐ­σπλα­χνί­α τοῦ Ἰ­η­σοῦ («ὀρ­γὴ» κα­τὰ τὸν  D) γι­ὰ τὸν κα­κο­ποι­η­μέ­νο ἀ­πὸ τὴν ἀ­σθέ­νει­α «κα­λό λί­αν» δη­μι­ούρ­γη­μα τοῦ Θε­οῦ ἐ­νῶ ἡ φρά­ση «ἐ­κτεί­νας τὴν χεί­ρα αὐ­τοῦ ἤ­ψα­το καὶ λέ­γει αὐ­τῷ θέ­λω κα­θα­ρί­σθη­τι, (στίχ. 41)», σύμ­φω­να μὲ τὸν Ἰ. Κα­ρα­βι­δό­που­λο[28], «θέ­λει νὰ μᾶς πε­ρι­γρά­ψει ἀ­φ᾿ ἑ­νὸς τὴν αὐ­θεν­τί­α τοῦ Μεσ­σί­α καὶ ἀ­φ᾿ ἑτέρου τὴ νι­κη­φό­ρα σύγ­κρου­ση Αὐ­τοῦ μὲ τὶς δυ­νά­μεις τοῦ κα­κοῦ καὶ τῆς φθο­ρᾶς ποὺ εἶ­χε ὡς ἀ­πο­τέ­λε­σμα τὴ θε­ρα­πεί­α ἑ­νὸς ἀν­θρώ­που, τὴν ἀ­παρ­χὴ μί­ας νέ­ας ἀν­θρω­πό­τη­τας χω­ρὶς ση­μά­δι­α φθο­ρᾶς».

Ἕ­να ἄλ­λο τραν­ταχ­τὸ πα­ρά­δειγ­μα ἀ­πο­τε­λεῖ καὶ ἡ θε­ρα­πεί­α τοῦ ἐ­πι­λη­πτι­κοῦ νέ­ου[29]. Ἡ ἀ­σθέ­νει­α τοῦ νέ­ου ποὺ πε­ρι­γρά­φε­ται μὲ πο­λὺ πα­ρα­στα­τι­κὸ τρό­πο, δεί­χνει ὅ­τι πρό­κει­ται γι­ὰ ἐ­πι­λη­ψί­α∙ «σε­λη­νι­ά­ζε­ται και κα­κῶς πά­σχει»[30]. Σύμ­φω­να μὲ τὶς ἀν­τι­λή­ψεις τῆς ἐ­πο­χῆς ἐ­κεί­νης, ἡ ἐ­πι­λη­ψί­α ὀ­φεί­λε­ται στὴν κα­το­χὴ τοῦ ἀν­θρώ­που ἀ­πὸ «πνεῦ­μα ἄ­λα­λον καὶ κω­φόν»[31]. Ὁ πα­τέ­ρας τοῦ παι­δι­οῦ ἀ­να­φέ­ρει καὶ τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι ἀ­πευ­θύν­θη­κε ἤ­δη στοὺς μα­θη­τές, χω­ρὶς νὰ ἐ­πι­τύ­χει τὴ θε­ρα­πεί­α μ᾿ ἀ­πο­τέ­λε­σμα νὰ ὁ­δη­γή­σει τὸν Ἰ­η­σοῦ στὴν ἔκ­φρα­ση τῆς ὀρ­γῆς, τὴν ὁ­ποί­α συν­θέ­τουν ὁ πα­τέ­ρας τοῦ παι­δι­οῦ μὲ τὴν ἀ­σθε­νι­κὴ πί­στη καὶ οἱ μα­θη­τὲς μὲ τὴν «ὀλι­γο­πι­στί­α» τους∙ «ὢ γε­νε­ὰ ἄ­πι­στος, ἕ­ως πό­τε πρὸς ὑ­μᾶς ἔ­σο­μαι[32]. Πα­ρό­λα ταῦ­τα ὁ Ἰ­η­σοῦς δὲν μέ­νει στὸ ξέ­σπα­σμα τῆς ὀρ­γῆς ἀλ­λὰ προ­χω­ρᾶ στὴ θε­ρα­πεί­α τοῦ νέ­ου.

Ἀ­φοῦ ὁ θε­ρα­πευ­μέ­νος νέ­ος, ὁ πα­τέ­ρας καὶ ὁ ὄ­χλος ὑ­πο­χω­ροῦν ἀ­κο­λου­θεῖ μί­α συ­ζή­τη­ση τοῦ Ἰ­η­σοῦ μέ τούς μα­θη­τές «εἰς οἶ­κον» (δὲν ἀ­να­φέ­ρε­ται ποι­α­νοῦ) καὶ ἀ­παν­τᾶ (ὁ Ἰη­σοῦς), γι­α­τί αὐ­τοὶ δὲν μπό­ρε­σαν νὰ θε­ρα­πεύ­σουν τὸν ἀ­σθε­νῆ: «Καὶ εἶ­πεν αὐ­τοῖς τοῦ­το τὸ γέ­νος ἐν οὐ­δε­νὶ δύ­να­ται ἐ­ξελ­θεῖν εἰ μὴ ἐν προ­σευ­χῇ [καί νη­στεί­ᾳ]»[33]. Δη­λα­δὴ γι­ὰ νὰ ἀν­τι­με­τω­πί­σου­με μί­α τέ­τοι­α πε­ρί­πτω­ση, χρει­ά­ζε­ται με­γα­λύ­τε­ρη προ­σπά­θει­α μὲ προ­σευ­χὴ καὶ νη­στεί­α. Ἡ θαυ­μα­τουρ­γι­κὴ δύ­να­μη τῆς προ­σευ­χῆς, ἡ ὁ­ποί­α δὲν νο­εῖ­ται φυ­σι­κὰ ὡς μα­γι­κὴ ἀ­παγ­γε­λί­α τυ­πο­ποι­η­μέ­νων φρά­σε­ων ἀλ­λὰ ὡς ἐκ­δή­λω­ση βα­θει­ᾶς πί­στης, εἶ­ναι γνω­στὴ καὶ σ᾿ ἄλ­λα κεί­με­να τῆς Και­νῆς Δι­α­θή­κης[34]. Ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὴν προ­σευ­χὴ ση­μαν­τι­κὸ ρό­λο, κα­τὰ τὸν Ἰ. Κα­ρα­βι­δό­που­λο[35],  δι­α­δρα­μα­τί­ζει καὶ ἡ νη­στεί­α, «ἡ ὁ­ποί­α ὡς βο­η­θη­τι­κὸ παι­δα­γω­γι­κὸ μέ­σο γι­ὰ τὴν ἀν­τι­με­τώ­πι­ση δαι­μο­νι­κῶν κα­τα­στά­σε­ων ἀ­πο­τε­λεῖ γνω­στὴ πρα­κτι­κὴ στὴν ἀ­σκη­τι­κὴ πρα­κτι­κὴ πα­ρά­δο­ση τῆς ἐκ­κλη­σί­ας μας, ἐ­νῶ βα­σι­κὸ («ὅ­πλον κα­τὰ τοῦ δι­α­βό­λου») εἶ­ναι ὁ σταυ­ρὸς τοῦ Χρι­στοῦ. Μὲ τὴν προ­σευ­χὴ καὶ τὴ νη­στεί­α σφυ­ρη­λα­τεῖ­ται ὁ σύν­δε­σμος τοῦ ἀν­θρώ­που μὲ τὸ Θε­ὸ καὶ προ­σφέ­ρε­ται ἡ δυ­να­τό­τη­τα νὰ ἀ­πο­βεῖ ἡ πί­στη πι­ὸ θαυ­μα­τουρ­γι­κὴ».

Μέ­σα δηλ. ἀ­π᾿ αὐ­τὲς τὶς θε­ρα­πεῖ­ες, ὁ Χρι­στὸς ἀ­πο­κα­λύ­πτει τὸν ἑ­αυ­τό του καὶ τὴ μεσ­σι­α­νι­κή του ἀ­πο­στο­λή. Ὅ­τι εἶ­ναι ὁ υἱ­ὸς τοῦ Θε­οῦ καὶ ἦρ­θε στὸν κό­σμο γι­ὰ νὰ ἐ­λευ­θε­ρώ­σει τοὺς ἀν­θρώ­πους ἀ­πὸ τὰ ἔρ­γα τοῦ σα­τα­νᾶ, τὴν ἁ­μαρ­τί­α, τὴν ἀρ­ρώ­στι­α καὶ τὸ θά­να­το[36].

Οἱ θαυ­μα­τουρ­γὲς θε­ρα­πεῖ­ες, ση­μεῖ­α τῆς βα­σι­λεί­ας τοῦ Θε­οῦ, δὲν πε­ρι­ο­ρί­στη­καν στὴν ἐ­πί­γει­α ζω­ὴ τοῦ Ἰ­η­σοῦ. Εἶ­χε δώ­σει στοὺς Ἀ­πο­στό­λους του, ἀ­πὸ τὴν πρώ­τη ἀ­πο­στο­λή τους, τὴν ἐ­ξου­σί­α ποὺ εἶ­χε ὁ ἴ­δι­ος νὰ θε­ρα­πεύ­σει τούς ἀ­σθε­νεῖς[37]. Γι᾿ αὐ­τὸ τὸ λό­γο στὸ βι­βλί­ο τῶν Πρά­ξε­ων γί­νε­ται λό­γος γι­ὰ τὶς θαυ­μα­τουρ­γὲς θε­ρα­πεῖ­ες ποὺ δεί­χνουν τὴ δύ­να­μη τοῦ ὀ­νό­μα­τος τοῦ Ἰ­η­σοῦ καὶ τὴν ἀ­λή­θει­α τῆς ἀ­να­στά­σε­ώς του. Ἔτ­σι ἀ­νά­με­σα στὰ χα­ρί­σμα­τα ὁ Παῦ­λος μνη­μο­νεύ­ει καὶ τὸ χά­ρι­σμά τῆς θε­ρα­πεί­ας∙ «ἑτέ­ρῳ πί­στις ἐν τῷ αὐ­τῷ πνεύ­μα­τι, ἄλ­λῳ δὲ χα­ρί­σμα­τα ἰ­α­μά­των ἐν τῷ ἑνὶ πνεύ­μα­τι, ἄλ­λῳ δὲ ἐ­νερ­γή­μα­τα δυ­νά­με­ων, ἄλ­λῳ [δέ] προ­φη­τεί­ᾳ, ἄλ­λῳ [δέ] δι­α­κρί­σεις πνευ­μά­των…». (Α΄ Κορ. 12, 9-10). «Χα­ρί­σμα­τα ἰα­μά­των» εἶ­ναι οἱ θε­ρα­πευ­τι­κὲς ἱ­κα­νό­τη­τες. Δη­λα­δή, ὑ­πῆρ­χε στὴν κο­ριν­θι­α­κὴ κοι­νό­τη­τα μί­α ὁ­μά­δα χα­ρι­σμα­τού­χων ἐ­ξορ­κι­στῶν, ὅ­πως σ᾿ ὅ­λες τὶς ἀρ­χαῖ­ες θρη­σκεῖ­ες καὶ στὸν ἰ­ου­δα­ϊ­σμό, ἀ­φοῦ οἱ ἀ­σθέ­νει­ες, κα­τὰ τὴν ἀρ­χαι­ό­τη­τα, ἀ­πο­δί­δον­ταν σὲ ἄ­με­ση ἐ­νέρ­γει­α κα­κο­ποι­ῶν πνευ­μά­των. Τὰ «ἐνερ­γή­μα­τα δυ­νά­με­ων=ἄλ­λες θαυ­μα­τουρ­γι­κὲς πρά­ξεις, ὄ­χι ἀ­πο­κλει­στι­κὰ θε­ρα­πεῖ­ες» πρέ­πει νὰ ἦ­ταν κά­τι πα­ρό­μοι­ο μὲ τὶς «δυ­νά­μεις» τοῦ Ἰ­η­σοῦ στὰ Εὐ­αγ­γέ­λι­α καὶ στὶς Πρά­ξεις τῶν Ἀ­πο­στό­λων.  

Μί­α κα­τη­γο­ρί­α χρι­στι­α­νῶν στὴν κοι­νό­τη­τα τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης (ἐ­κτός τούς «ἀ­τά­κτους» καὶ τοὺς «ὀ­λι­γο­ψύ­χους»)[38] πού εἶ­χαν ἀ­νάγ­κη τὴν ἀ­ρω­γὴ τῶν ὑ­πο­λοί­πων ἦ­ταν καὶ οἱ «ἀσθε­νεῖς». Γι᾿ αὐ­τοὺς ὁ Παῦ­λος συμ­βου­λεύ­ει: «ἀν­τέ­χε­σθε τῶν ἀ­σθε­νῶν»[39]. Κα­τὰ τὸν Ἰ. Γα­λά­νη «τὸ σύ­νο­λο τῶν ἀρ­χαί­ων καὶ τῶν συγ­χρό­νων ἑρ­μη­νευ­τῶν ἀ­πο­κλεί­ει τὴν πε­ρί­πτω­ση νὰ ἐν­νο­εῖ ὁ Παῦ­λος ἐ­δῶ τούς σω­μα­τι­κὰ ἀ­σθε­νεῖς, ἂν καὶ σὲ ἄλ­λες ἐ­πι­στο­λὲς του ἀ­να­φέ­ρε­ται καὶ σ᾿ αὐ­τούς[40]. Τὸ πι­ὸ πι­θα­νὸ εἶ­ναι, τὸ ἐ­πί­θε­το («ἀ­σθε­νὴς») νὰ χρη­σι­μο­ποι­εῖ­ται με­τα­φο­ρι­κὰ καὶ νὰ δη­λώ­νει τοὺς ἀ­σθε­νεῖς στὴν πί­στη, δη­λα­δὴ τοὺς ὀ­λι­γό­πι­στους. Γι­ὰ πα­ρό­μοι­ες («ἀ­σθέ­νει­ες») κά­νει λό­γο στὴν πρὸς Ρω­μαί­ους[41] καὶ στὴν πρὸς Κο­ριν­θί­ους ἐπι­στο­λή[42]. Γι­ὰ τὴ θε­ρα­πεί­α αὐ­τῶν τῶν («ἀ­σθε­νῶν») ὁ Παῦ­λος προ­τεί­νει τὸ («ἀν­τέ­χε­σθε»). Τὸ ρῆ­μα («ἀν­τέ­χε­σθε») χρη­σι­μο­ποι­εῖ­ται μὲ πολ­λὲς ση­μα­σί­ες τό­σο στὴν ἑλ­λη­νι­κὴ γραμ­μα­τεί­α ὅ­σο καὶ στὴν Και­νὴ Δι­α­θή­κη. Ἡ πλη­σι­έ­στε­ρη στὴ φρά­ση («ἀν­τέ­χε­σθε τῶν ἀ­σθε­νῶν») ἔν­νοι­α εἶ­ναι ἡ ἀρ­χι­κὴ ἔν­νοι­α τοῦ ρή­μα­τος, δη­λα­δὴ αὐ­τὴ τοῦ προ­φυ­λάσ­σω, προ­στα­τεύ­ω ἢ φρου­ρῶ, ἡ ὁ­ποί­α εἶ­ναι πε­ρισ­σό­τε­ρο συ­χνὴ στὴ θρη­σκευ­τι­κὴ γλῶσ­σα τῆς Πα­λαι­ᾶς Δι­α­θή­κης»[43]. Ὁ Παῦ­λος, στὴν ἐ­πι­στο­λὴ του νου­θε­τεῖ τοὺς Θεσ­σα­λο­νι­κεῖς νὰ προ­στα­τεύ­ουν τοὺς ὀ­λι­γό­πι­στους καὶ νὰ μὴν τοὺς πε­ρι­φρο­νοῦν.

Στὴ χρι­στι­α­νι­κὴ κοι­νό­τη­τα τῆς Κο­ρίν­θου, τὸ ἐ­πί­θε­το «ἀσθε­νής», ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὴ θε­ο­λο­γι­κή της ση­μα­σί­α (ὀλι­γο­πι­στί­α) δί­νει καὶ μί­α κοι­νω­νι­κὴ δι­ά­στα­ση. Στοὺς «ἀ­σθε­νεῖς» συγ­κα­τα­λέ­γον­ταν τὰ μέ­λη τῆς κοι­νό­τη­τας ποὺ δὲν εἶ­χαν κά­ποι­α ἀ­νώ­τε­ρη κοι­νω­νι­κὴ θέ­ση, μόρ­φω­ση, οἰ­κο­νο­μι­κὴ εὐ­χέ­ρεια­ κ.λπ., δηλ. ἀν­τι­κα­το­πτρί­ζει τὴν κοι­νω­νι­κὴ δι­α­στρω­μά­τω­ση τῶν Κο­ριν­θί­ων[44].

Στοὺς ἀ­σθε­νεῖς ἡ χά­ρη τοῦ Θε­οῦ ἔρ­χε­ται συ­νή­θως μ᾿ ἕ­να λι­γό­τε­ρο θε­α­μα­τι­κὸ τρό­πο. Ἐ­πα­να­λαμ­βά­νον­τας μί­α χει­ρο­νο­μί­α τῶν Ἀ­πο­στό­λων[45], οἱ «πρε­σβύ­τε­ροι» τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας χρί­ζουν τοὺς ἀ­σθε­νεῖς μὲ ἔλαι­ο[46] στὸ ὄ­νο­μα τοῦ Κυ­ρί­ου, ἐ­νῶ οἱ τε­λευ­ταῖ­οι προ­σεύ­χον­ται μὲ πί­στη καὶ ὁ­μο­λο­γοῦν τὶς ἁ­μαρ­τί­ες τους. Αὐ­τὴ ἡ προ­σευ­χὴ τοὺς σώ­ζει, γι­α­τί τὰ ἁ­μαρ­τή­μα­τά τους συγ­χω­ροῦν­ται καὶ μπο­ροῦν νὰ ἐλ­πί­ζουν, ἂν θέ­λει ὁ Θε­ός, στὴ θε­ρα­πεί­α[47].  Ἡ θε­ρα­πεί­α ὅ­μως δὲν ἐ­πέρ­χε­ται ὑ­πο­χρε­ω­τι­κὰ σὰν νὰ εἶ­ναι τὸ μα­γι­κὸ ἀ­πο­τέ­λε­σμα τῆς προ­σευ­χῆς ἢ τῆς λει­τουρ­γί­ας. Ὅ­σο δι­αρ­κεῖ ὁ ση­με­ρι­νὸς κό­σμος, ἡ ἀν­θρω­πό­τη­τα συ­νε­χί­ζει νὰ ὑ­φί­στα­ται τὶς συ­νέ­πει­ες τῆς ἁ­μαρ­τί­ας. Ἀλ­λὰ ὁ Ἰ­η­σοῦς, στὸ Πά­θος του, παίρ­νον­τας πά­νω του «τὰς ἀ­σθε­νεί­ας ἡ­μῶν», τοὺς ἔ­δω­σε νέ­ο νό­η­μα: ὅ­πως κά­θε πό­νος, ἔ­χουν κι αὐ­τὲς στὸ ἑ­ξῆς λυ­τρω­τι­κὴ ἀ­ξί­α. Σ᾿ ἀν­τί­θε­ση μὲ τὸν Ἰ­ὼβ ποὺ δὲν κα­τά­λα­βε τὸ νό­η­μα τῆς δο­κι­μα­σί­ας του, ὁ χρι­στι­α­νὸς χαί­ρε­ται∙ «ἀν­τα­να­πλη­ρῶ τὰ ὑ­στε­ρή­μα­τα τῶν θλί­ψε­ων τοῦ Χρι­στοῦ ἐν τῇ σαρ­κί μου ὑ­πὲρ τοῦ σώ­μα­τος αὐ­τοῦ, ὁ ἔ­στιν ἡ  ἐκ­κλη­σί­α»[48].

Ἡ ἀ­σθέ­νει­α πα­ρα­μέ­νει δο­κι­μα­σί­α, ἐ­νῶ ἡ βο­ή­θει­α ἀ­πο­τε­λεῖ ἔν­δει­ξη ἀ­γά­πης∙ «φέ­ρα­τε τὰς ἀ­σθε­νεί­ας ἁ­πάν­των», συμ­βου­λεύ­ει ὁ Ἰ­γνά­τι­ος Ἀν­τι­ο­χεί­ας. Τὸ νὰ ὑ­πη­ρε­τοῦ­με τὸν ἀ­σθε­νῆ ση­μαί­νει ὅ­τι ὑ­πη­ρε­τοῦ­με τὸν ἴ­δι­ο τὸν Ἰ­η­σοῦ στὸ πρό­σω­πο τῶν με­λῶν ποὺ ὑ­πο­φέ­ρουν: «ἠ­σθέ­νη­σα, καὶ ἐ­πε­σκέ­ψα­σθέ με», θὰ πεῖ τὴν ἡ­μέ­ρα τῆς κρί­σε­ως[49]. Ὁ ἀ­σθε­νής, στὸ χρι­στι­α­νι­κὸ κό­σμο, δὲν εἶ­ναι πι­ὰ ἕ­νας κα­τα­ρα­μέ­νος ἀ­πὸ τὸν ὁ­ποῖ­ο ἀ­πο­στρέ­φει κα­νεὶς τὸ πρό­σω­πό του[50] ἀλ­λὰ εἶ­ναι ἡ εἰ­κό­να καὶ τὸ «ση­μεῖον» τοῦ Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ.

Ἀ­ξι­ο­ση­μεί­ω­τη εἶ­ναι ἡ θέ­ση τῶν Πα­τέ­ρων τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας πά­νω στὸ ζή­τη­μα τῆς ἀ­σθέ­νει­ας καὶ τῆς θε­ρα­πεί­ας. Οἱ ἴ­δι­οι θε­ω­ροῦν ὅ­τι ἡ ἀ­σθέ­νει­α προ­έρ­χε­ται ἀ­πὸ τὴ δι­ά­σπα­ση τῆς σχέ­σης τοῦ ἀν­θρώ­που μὲ τὸ Θε­ὸ καὶ ἡ θε­ρα­πεί­α κερ­δί­ζε­ται ἀ­πὸ τὴν ἀ­πο­κα­τά­στα­ση αὐ­τῆς τῆς σχέ­σης. Ὅ­μως μί­α τέ­τοι­α ἀ­πο­κα­τά­στα­ση δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ εἶ­ναι καρ­πὸς ἀν­θρώ­πι­νης προ­σπά­θει­ας[51]. Ὁ ἄν­θρω­πος κερ­δί­ζει τὴν ἀ­λη­θι­νὴ θε­ρα­πεί­α, μό­νο μὲ τὴ Χά­ρη καὶ τὸν πνευ­μα­τι­κὸ ἀ­γῶ­να[52]. Ὁ πι­στὸς πρέ­πει νὰ ζή­σει τὴν ἀ­σθέ­νει­α καὶ τὸν πό­νο ὡς συμ­με­το­χὴ στὰ πα­θή­μα­τα τοῦ Χρι­στοῦ[53] καὶ νὰ κα­τα­κτή­σει τὴν ἴ­α­ση καὶ τὴν ὑ­γεί­α ὡς πλη­ρό­τη­τα ζω­ῆς καὶ «ἀ­νά­σω­σιν τοῦ βί­ου». Τό­τε ἡ ἀ­σθέ­νει­α ἀ­πο­κα­λύ­πτε­ται ὡς ἐμ­πει­ρί­α θε­ο­φά­νει­ας καὶ δό­ξας[54].

Συ­νο­ψί­ζον­τας τὰ πα­ρα­πά­νω, ἔ­χου­με νὰ πα­ρα­τη­ρή­σου­με τὰ ἑ­ξῆς:

1. Στὴν ἀρ­χαί­α Ἑλ­λά­δα, σ᾿ ἀν­τί­θε­ση μὲ τοὺς λα­οὺς τῆς ἀρ­χαί­ας Ἀ­να­το­λῆς ποὺ ἔ­βλε­παν τὴν ἀ­σθέ­νει­α ὡς μί­α μά­στι­γα ποὺ τὴν προ­κα­λοῦ­σαν τὰ πο­νη­ρὰ πνεύ­μα­τα ἢ τὴ θε­ρα­πεί­α ὡς ἔρ­γο κυ­ρί­ως τῶν ἱ­ε­ρέ­ων ποὺ πλη­σί­α­ζε τὴ μα­γεί­α, ἡ ἰ­α­τρι­κὴ ἀ­να­πτυσ­σό­ταν αὐ­τό­νο­μη σὰν θε­τι­κή ἐ­πι­στή­μη[55]. Ἀν­τί­θε­τα ἡ βι­βλι­κὴ γραμ­μα­τεί­α πα­ρα­με­ρί­ζει τὴν ἐ­πι­στη­μο­νι­κὴ ἄ­πο­ψη τοῦ προ­βλή­μα­τος καὶ στρέ­φει τὴν προ­σο­χή της στὴ θρη­σκευ­τι­κὴ ση­μα­σί­α τῆς ἀρ­ρώ­στι­ας καὶ τῆς θε­ρα­πεί­ας, στὰ πλαί­σι­α τοῦ σχε­δί­ου τῆς σω­τη­ρί­ας[56].

2. Ἡ Πα­λαι­ά Δι­α­θή­κη, ὅ­σο ἀ­φο­ρᾶ τὴν ἀν­τι­με­τώ­πι­ση τῆς ἀ­σθέ­νει­ας, ἀ­να­πτύσ­σει τρεῖς δι­α­φο­ρε­τι­κοὺς τρό­πους, τοὺς ὁ­ποί­ους θὰ τοὺς ἀ­να­πτύ­ξου­με ἀ­μέ­σως πα­ρα­κά­τω[57]:

α. Ἡ ἀ­σθέ­νει­α ἀ­πο­τε­λεῖ μέ­ρος τῆς ζω­ῆς, δηλ. εἶ­ναι ἁ­πλῶς ἕ­να γε­γο­νὸς αὐ­τῆς.

β. Ἡ ἀ­σθέ­νει­α, ἐ­κτὸς ἀ­πὸ μά­ται­η, μπο­ρεῖ νὰ θε­ω­ρη­θεῖ σκλη­ρὴ καὶ ἄ­δι­κη (Ἰώ­β  9, 16-18 ). 

γ. Ἡ ἀ­σθέ­νει­α μπο­ρεῖ νὰ ἑρ­μη­νευ­τεῖ εἴ­τε ὡς μί­α προ­ει­δο­ποί­η­ση ἀ­πὸ τὸ Θε­ὸ (Ἰώβ 33, 14-26) εἴ­τε ὡς συ­νέ­πει­α τῆς ἀν­θρώ­πι­νης ἁ­μαρ­τί­ας. Δη­λα­δή ἀ­πο­τε­λεῖ τι­μω­ρί­α γι­ὰ τὶς ἁ­μαρ­τί­ες τοῦ ἰ­δί­ου ἢ τῶν προ­γό­νων του (Δτ. 28,15-61.  Ψλ10∙ 38,5).

3. Ἡ Πα­λαι­ὰ Δι­α­θή­κη ἐ­πι­τρέ­πει τὴ χρή­ση ἁ­πλῶν φαρ­μά­κων (ἔ­λαι­ον, οἶ­νος κ.ἄ.) ἀλ­λὰ ἀ­πα­γο­ρεύ­ει αὐ­στη­ρὰ τὴ σύν­δε­ση τῆς θε­ρα­πεί­ας μὲ τὴ μα­γεί­α καὶ τὴ λα­τρεί­α τῶν εἰ­δώ­λων.

4. Ὁ πι­στὸς πρέ­πει νὰ κα­τα­φεύ­γει μό­νο στὸ Θε­ὸ ποὺ εἶ­ναι κύ­ρι­ος τῆς ζω­ῆς καὶ τοῦ θα­νά­του, δηλ. σ᾿ αὐ­τὸν ποὺ δί­νει τὴν ἀ­σθέ­νει­α καὶ τὴ θε­ρα­πεί­α.

5. Στήν Και­νή Δι­α­θή­κη, ἡ ἀ­σθέ­νει­α ἀ­πο­τε­λεῖ ἀ­φ᾿ ἑ­νὸς συ­νέ­πει­α τῆς ἁ­μαρ­τί­ας καὶ ἀ­φ᾿ ἑτέρου ση­μά­δι τῆς δύ­να­μης τοῦ Δι­α­βό­λου πά­νω στοὺς ἀν­θρώ­πους. Ὁ Ἰ­η­σοῦς ἂν καὶ δι­έ­κρι­νε τὴ φυ­σι­κὴ ἀ­σθέ­νει­α ἀ­πὸ τὸ δαι­μο­νι­σμὸ ἐκ­δη­λώ­νει μὲ τὸν ἴ­δι­ο τρό­πο τὴ δύ­να­μή του. Ὅ­λα αὐ­τὰ ση­μαί­νουν τὸ θρί­αμ­βο τοῦ Ἰ­η­σοῦ πά­νω στὸ Δι­ά­βο­λο καὶ τὴν ἐγ­κα­θί­δρυ­ση τῆς βα­σι­λεί­ας τοῦ Θε­οῦ πά­νω στὴ γῆ.

6. Ὁ Ἰ­η­σοῦς συ­νι­στᾶ στοὺς ἀ­σθε­νεῖς ποὺ τοῦ ἐκ­φρά­ζουν τὴν ἐμ­πι­στο­σύ­νη τους, τρί­α βα­σι­κὰ πράγ­μα­τα: πί­στη, προ­σευ­χὴ καὶ νη­στεί­α.

α. Ἀ­να­φέ­ρε­ται στὴ δύ­να­μη τῆς πί­στης στὸν Μεσ­σί­α∙ «πάν­τα δυ­να­τὰ τῷ πι­στεύ­ον­τι»[58]. Ἡ πί­στη εἶ­ναι ἡ πη­γὴ καὶ τὸ κέν­τρο ὅ­λης τῆς θρη­σκευ­τι­κῆς ζω­ῆς τῶν χρι­στι­α­νῶν καὶ ἡ βα­σι­κὴ προ­ϋ­πό­θε­ση τῆς «ἐν Χρι­στῷ» σω­τη­ρί­ας.

β. Ἡ θαυ­μα­τουρ­γι­κὴ δύ­να­μη τῆς προ­σευ­χῆς, ἡ ὁ­ποί­α δὲν νο­εῖ­ται φυ­σι­κὰ ὡς μα­γι­κὴ ἀ­παγ­γε­λί­α τυ­πο­ποι­η­μέ­νων φρά­σε­ων ἀλ­λὰ ὡς ἐκ­δή­λω­ση βα­θει­ᾶς πί­στης, εἶ­ναι γνω­στὴ καὶ σ᾿ ἄλ­λα κεί­με­να τῆς Και­νῆς Δι­α­θή­κης. Ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὴν προ­σευ­χὴ ση­μαν­τι­κὸ ρό­λο δι­α­δρα­μα­τί­ζει καὶ ἡ νη­στεί­α, ἡ ὁ­ποί­α ὡς βο­η­θη­τι­κὸ παι­δα­γω­γι­κὸ μέ­σο γι­ὰ τὴν ἀν­τι­με­τώ­πι­ση δαι­μο­νι­κῶν κα­τα­στά­σε­ων ἀ­πο­τε­λεῖ γνω­στὴ πρα­κτι­κὴ στὴν ἀ­σκη­τι­κὴ πρα­κτι­κὴ πα­ρά­δο­ση τῆς ἐκ­κλη­σί­ας μας, ἐ­νῶ βα­σι­κό «ὅ­πλον κα­τὰ τοῦ δι­α­βό­λου» εἶ­ναι ὁ σταυ­ρὸς τοῦ Χρι­στοῦ. Μὲ τὴν προ­σευ­χὴ καὶ τὴ νη­στεί­α σφυ­ρη­λα­τεῖ­ται ὁ σύν­δε­σμος τοῦ ἀν­θρώ­που μὲ τὸ Θε­ὸ καὶ προ­σφέ­ρε­ται ἡ δυ­να­τό­τη­τα νὰ ἀ­πο­βεῖ ἡ πί­στη πι­ὸ θαυ­μα­τουρ­γι­κή.

7. Τέ­λος, ὅ­πως ὁ σω­μα­τι­κὸς θά­να­τος μπο­ρεῖ νὰ ὑ­πη­ρε­τή­σει τὴν πνευ­μα­τι­κὴ ζω­ή, ἔτ­σι καὶ ἡ σω­μα­τι­κὴ ἀ­σθέ­νει­α μπο­ρεῖ νὰ ὑ­πη­ρε­τή­σει τὴν πνευ­μα­τι­κὴ ὑ­γεί­α∙ «Εἶ­δες πῶς πᾶσιν αὕτη ρα­δί­α ἡ νη­στεί­α; Οὐκ ἔ­στι σώ­μα­τος ἀ­σθέ­νει­αν προ­βάλ­λε­σθαι: τῆς ψυ­χῆς κα­θα­ρόν ἐ­στι τὸ κα­τόρ­θω­μα»[59]. Ἀ­πὸ ἐ­δῶ ὅ­μως δὲν συ­νά­γε­ται ὅ­τι πα­ρα­θε­ω­ρεῖ­ται ἡ ἀ­ξί­α τῆς σω­μα­τι­κῆς ὑ­γεί­ας καὶ ζω­ῆς. Ἄλ­λω­στε ἡ συν­θε­τι­κὴ ἀν­θρω­πο­λο­γί­α τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, ποὺ ἐ­πι­μέ­νει στὴ ψυ­χο­σω­μα­τι­κὴ ἑ­νό­τη­τα τοῦ ἀν­θρώ­που, εἶ­ναι φυ­σι­κὸ νὰ βλέ­πει θε­τι­κὰ ὄ­χι μό­νο τὴ ψυ­χι­κὴ ἀλ­λὰ καὶ τὴ σω­μα­τι­κή του ὑ­γεί­α. Αὐ­τὸ μαρ­τυ­ροῦν πολ­λὲς εὐ­χὲς τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας γι­ὰ τὴν ὑ­γεί­α τῆς ψυ­χῆς καὶ τοῦ σώ­μα­τος τοῦ ἀν­θρώ­που. Πα­ράλ­λη­λα, ὅ­μως, ὑ­πῆρ­χε πάν­το­τε καὶ ἡ ἰ­α­τρι­κὴ ἀν­τι­με­τώ­πι­σή τους ποὺ εὐ­λο­γεῖ ἡ Ἐκ­κλη­σί­α∙ «Κύ­ρι­ος, τὴν ἰ­α­τρι­κὴν ἐ­πι­στή­μην τοῖς ἀν­θρώ­ποις ἐ­πέ­τρε­ψε»[60].



1. Βλ. σχε­τι­κό λῆμ­μα, στό Liddel, H. – Scott, R., Μέ­γα Λε­ξι­κόν τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς γλώσ­σης, μτφρ. Ξ. Μό­σχου καί Μ. Κων­σταν­τι­νί­δη, ἔκδ. Ἰ. Σι­δέ­ρης, Ἀ­θή­να 1994.

2. Θου­κυδ. 2,61. Δ΄ Μακκ. 7,20.

3. Ἐξ. 4,6. Ἰ­ώβ 16,12ἑξ∙ 19,21. Ψλ. 38,11ἑξ.

4. Γεν. 27,1.

5. Ἰ­δι­αί­τε­ρα ἀ­ξι­ο­ση­μεί­ω­τη εἶ­ναι ἡ ἀ­να­φο­ρὰ τοῦ Μ. Κων­σταν­τί­νου γι­ὰ τὴν τι­μω­ρί­α ὡς συ­νέ­πει­α τῆς ἁ­μαρ­τί­ας στὸ ὑ­πό­μνη­μά του, Ρῆ­μα Κυ­ρί­ου κρα­ται­όν, Θεσ­σα­λο­νί­κη 1990, σ. 128, ἡ ὁ­ποί­α ἔ­χει ὡς ἑ­ξῆς: «ὅ­τι ἡ τι­μω­ρί­α δὲν θὰ πρέ­πει νὰ ἀ­πο­δο­θεῖ σὲ ἐκ­δι­κη­τι­κὴ δι­ά­θε­ση τοῦ Θε­οῦ, ἀλ­λὰ νὰ θε­ω­ρη­θεῖ ὡς φυ­σι­κὴ συ­νέ­πει­α τῆς ἐ­λεύ­θε­ρης ἐ­πι­λο­γῆς τῶν ἀν­θρώ­πων». Τὸ ἴ­δι­ο ὑ­πο­στη­ρί­ζει καὶ ὁ Σ. Κα­λαν­τζά­κης στὸ ὑ­πό­μνη­μά του, ΕΝ ΑΡΧΗ ΕΠΟΙΗΣΕΝ Ο ΘΕΟΣ, Θεσ­σα­λο­νί­κη 2001, σ. 521, ὅ­που ἀ­να­φέ­ρει τὰ ἑ­ξῆς: «Ἡ ἁ­μαρ­τί­α ἔγ­κει­ται στὴν ἐ­λεύ­θε­ρη βού­λη­ση τῶν πρω­το­πλά­στων. Συ­νί­στα­ται δὲ ἐν προ­κει­μέ­νῳ ὄ­χι ἁ­πλῶς στὴν πα­ρά­βα­ση τῆς ἐν­το­λῆς τοῦ Θε­οῦ, ἀλ­λὰ στὴν ὑ­πέρ­βα­ση τῶν πε­ρι­ο­ρι­σμῶν τῆς ἀν­θρώ­πι­νης φύ­σης τους καὶ στὸ σφε­τε­ρι­σμὸ τῆς κυ­ρι­ό­τη­τας τοῦ Θε­οῦ». Γεν. 3, 16-19.

6. Ψλ. 37, 2-6.

7. Δτ. 28,21ἑξ∙ 27ἑξ∙ 35.

8. Ἰ­ώβ 16, 1-22. Ἡ ἀ­σθέ­νει­α καὶ ἡ θλί­ψη εἶ­ναι τὸ κατ᾿ ἐ­ξο­χὴν φάρ­μα­κο τῆς πρό­νοι­ας τοῦ Θε­οῦ νὰ φέ­ρει τὸν ἄν­θρω­πο κον­τά του καὶ νὰ αὐ­ξή­σει τὴν ἀ­ρε­τή του. Ὁ Ἰ­ὼβ ἦ­ταν ὁ κα­λύ­τε­ρος ἄν­θρω­πος πά­νω στὴ γῆ, ἀλ­λὰ ὁ Θε­ὸς ἤ­θε­λε νὰ τὸν κά­νει ἀ­κό­μη κα­λύ­τε­ρο. Ὁ ἄ­με­πτος, δί­και­ος καὶ θε­ο­σε­βὴς Ἰ­ώβ, πα­ρὰ τὴ δο­κι­μα­σί­α του, πα­ρα­μέ­νει ἑ­δραῖ­ος καὶ «οὐδὲν ἤ­μαρ­τεν Ἰ­ὼβ τοῖς χεί­λε­σιν ἐ­ναν­τί­ον τοῦ θε­οῦ». (2,10). Βλ. Δ. Δό­ϊ­κου, Εἰ­σα­γω­γὴ στὴν Πα­λαι­ὰ Δι­α­θή­κη, Θεσ­σα­λο­νί­κη 1984, σ. 192. Ἀ­κό­μη βλ. Π. Τρεμ­πέ­λα, Ὑ­πό­μνη­μα εἰς τὸν Ἰ­ὼβ, Ἀ­θῆ­ναι 1980, σσ. 157-163.

9. Δ. Δό­ϊ­κου, Εἰ­σα­γω­γὴ στὴν Πα­λαι­ὰ Δι­α­θή­κη, Θεσ­σα­λο­νί­κη 1984, σ. 192.

10. Ἡσ. 53,4ἑξ.

11. Ἡ λ. θε­ρα­πεί­α εἶ­ναι εὑ­ρύ­τα­τα δι­α­δο­μέ­νη καὶ στὸν ἀρ­χαῖ­ο ἑλ­λη­νι­κὸ κό­σμο καὶ συ­ναν­τᾶ­ται μὲ δι­ά­φο­ρες ση­μα­σί­ες, ὅ­πως: πε­ρι­ποί­η­ση, λα­τρεί­α, πε­ρί­θαλ­ψη καὶ ἰ­α­τρι­κὴ θε­ρα­πεί­α.  Πλάτ. Εὐ­θύ­φρ. 13D∙ Φαί­δρ. 255A. Ἀ­ρι­στ. Πο­λιτ. 7,9.9.

12. Ἡσ. 1,6. Ἱ­ερ. 8,22. Σολ. 7,20.

13. Σειρ. 38, 1-8∙ 12ἑξ.

14. Δ’ Βασ. 1,1-4. Β’ Πα­ραλ. 16,12.

15. Σειρ. 38,9ἑξ.∙ 14. Δευτ. 32,39. Ὡσ. 6,1.

16. Ἰ­δι­αί­τε­ρα ση­μαν­τι­κά εἶ­ναι τά σχό­λι­α τοῦ Δ. Κα­ϊ­μά­κη γιά τή φι­λευ­σπλα­χνί­α καί τήν ἀρ­ρώ­στι­α στό ὑ­πό­μνη­μά του, Ψα­λῶ τῷ Θε­ῷ μου, Θεσ­σα­λο­νί­κη 1990, σσ. 146-147, τὰ ὁ­ποῖ­α ἔ­χουν ὡς ἑ­ξῆς: «τὴν ὀρ­γὴ τοῦ Θε­οῦ μό­νο ἡ φι­λευ­σπλα­χνί­α μπο­ρεῖ νὰ τὴν ἀ­πο­μα­κρύ­νει. Γι­ὰ νὰ τὸ πε­τύ­χει αὐ­τὸ δὲν ἔ­χει πα­ρὰ νὰ στρα­φεῖ πρὸς τὸ Γι­αχ­βὲ καὶ μὲ τὴν προ­σευ­χὴ καὶ τὴν ἔμ­πρα­κτη με­τά­νοι­α νὰ ζη­τή­σει τὸ ἔ­λε­ός του». «Ὁ πι­στὸς πρέ­πει νὰ ἀ­πευ­θύ­νε­ται στὸ Γι­αχ­βὲ ὄ­χι μό­νο ἐ­πει­δὴ πι­στεύ­ει ὅ­τι ἡ ἀρ­ρώ­στι­α του εἶ­ναι συ­νέ­πει­α τῆς ἁ­μαρ­τί­ας, ἀλ­λὰ καὶ ἐ­πει­δὴ γι­ὰ τὸν πι­στὸ Ἰ­ου­δαῖ­ο ὁ μο­να­δι­κὸς γι­α­τρὸς εἶ­ναι ὁ Γι­αχ­βέ. Σ᾿ αὐ­τὸν πρέ­πει νὰ ἀ­πευ­θυν­θεῖ ὁ ἄν­θρω­πος καὶ μό­νο στὴ συ­νέ­χει­α μπο­ρεῖ νὰ ζη­τή­σει τὴ βο­ή­θει­α τῶν εἰ­δι­κῶν». Ψλ. 6∙ 37∙ 40∙ 87∙ 101 κ.ἄ.

17. Ἡσ. 25,8∙ 53, 4-5∙ 65,19 κ.ἄ.

18. Ἡσ. 53, 4-5.

19. Λκ. 13,16.

20. Μτ. 20,34.

21. Μτ. 8,16.

22. Λκ. 6,19 «καὶ πᾶς ­χλος ­ζή­τουν ἅπτε­σθαι αὐ­τοῦ, ­τι δύ­να­μις παρ᾿ αὐ­τοῦ ­ξήρ­χε­το καὶ ­α­το πάν­τας».

23. Μτ. 11,5.

24. U. Luz, Das Evangelium nach Mattaeus, Teilb. 1, Zuerich – Einsiedeln – Koeln 1985, σσ. 169-170. Μτ. 9,28. Μκ. 5,36∙ 9,23. Στήν Πα­λαι­ά Δι­α­θή­κη, πί­στη ση­μαί­νει «ἐμ­πι­στο­σύ­νη στὸ Γι­αχ­βέ, στὸ λό­γο του, στὸ νό­μο του, κα­θὼς καὶ στὰ θαυ­μα­στὰ γε­γο­νό­τα ποὺ συ­νο­δεύ­ουν τὸν Ἰσ­ρα­ὴλ στὴν ­στο­ρί­α του». Βλ. Δ. Κα­ϊ­μά­κη, Θέ­μα­τα πα­λαι­ο­δι­α­θη­κι­κῆς θε­ο­λο­γί­ας, Θεσ­σα­λο­νί­κη 1999, σ. 87.

25. Μτ. 9,22∙ 15,28. Μκ. 10,52.

26. Μκ. 1,40-45. Μτ. 8, 1-4. Λκ. 5, 12-16.

27. J. Gnilka, Das Evangelium nach Markus, 1978, σ. 90.

28. Βλ. Ἰ. Κα­ρα­βι­δό­που­λου, Τὸ κα­τὰ Μάρ­κον Εὐ­αγ­γέ­λι­ο, Θεσ­σα­λο­νί­κη 1988, σ. 100.

29. Μκ. 9, 14-29. Μτ. 17, 14-20. Λκ. 9, 37-43.

30. Μτ. 17,15.

31. Μκ. 9,25.

32. Μκ. 9,19.

33. Μκ. 9, 29.

34. Πρξ. 9,40∙ 28,8. Ἰ­ακ. 5,15.

35. Βλ. Ἰ. Κα­ρα­βι­δό­που­λου, Τὸ κα­τὰ Μάρ­κον Εὐ­αγ­γέ­λι­ο, Θεσ­σα­λο­νί­κη 1988, σ. 302.

36. Ἰ­ω. 5,14.

37. Μτ. 10,1.

38. Ἰ. Γα­λά­νη, Ἡ πρώ­τη ἐ­πι­στο­λὴ τοῦ Ἀ­πο­στό­λου Παύ­λου πρὸς Θεσ­σα­λο­νι­κεῖς, Θεσ­σα­λο­νί­κη 1985, σ. 328. Α΄ Θεσ. 5,14.

39. Α΄ Θεσ. 5,14.

40. Α΄ Κορ. 11,30. Φι­λιπ. 2,16ἑξ.

41. Ρωμ. 4,19: «καὶ μὴ ­σθε­νή­σας τῇ πί­στει» καί 14,1: «τὸν δὲ ­σθε­νοῦν­τα τῇ πί­στει προσ­λαμ­βά­νε­σθε, μὴ εἰς δι­α­κρί­σεις δι­α­λο­γι­σμῶν». 

42. Α΄ Κορ. 9,22: «­γε­νό­μην τοῖς ­σθε­νέ­σιν ­σθε­νής, ­να τοὺς ­σθε­νεῖς κερ­δή­σω».

43. Πα­ροιμ. 3,18: «ξύ­λον ζω­ῆς ­στι πᾶ­σι τοῖς ἀν­τε­χο­μέ­νοις αὕ­της». Ἡσ. 56,2: «μα­κά­ρι­ος ­νὴρ ποι­ῶν ταῦ­τα καὶ ἄν­θρω­πος ἀν­τε­χό­με­νος αὐ­τῶν…», κ.ἄ.

44. Πε­ρισ­σό­τε­ρα βλ. Χ. Ἀ­τματ­ζί­δη, ἔν­νοι­α τῆς δό­ξας στὴν Παύ­λει­α Θε­ο­λο­γί­α, Θεσ­σα­λο­νί­κη 2001, σ. 221. G. Theissen, Studien zur Soziologie des Urchristentums, ZNW 65 (1975), σ. 234. Δ. Πασ­σά­κου, Εὐ­χα­ρι­στί­α καὶ Ἱ­ε­ρα­πο­στο­λὴ, Θεσ­σα­λο­νί­κη 1994, σσ. 159-161. Ἰ. Βε­λιτ­σι­ά­νου, Τὸ πρό­βλη­μα τῶν εἰ­δω­λο­θύ­των στὴ χρι­στι­α­νι­κὴ κοι­νό­τη­τα τῆς Κο­ρίν­θου, Θεσ­σα­λο­νί­κη 2009, σσ. 67-69.

45. Μκ. 6,13ἑξ.

46. Μκ. 6, 12-13. Ἐν­δι­α­φέ­ρου­σα εἶ­ναι ἡ μό­νο ἀ­πὸ τὸ Μᾶρ­κο πα­ρα­δι­δό­με­νη πλη­ρο­φο­ρί­α ὅ­τι «ἤ­λει­φον ἐ­λαί­ῳ πολ­λοὺς ἀρ­ρώ­στους καὶ ἐ­θε­ρά­πευ­ον». Τὸ ἔ­λαι­ο ὡς θε­ρα­πευ­τι­κὸ μέ­σο εἶ­ναι γνω­στὸ ἀ­πὸ τὴν ἀρ­χαι­ό­τη­τα (Ἰ­ω­σή­που, Ἰ­ουδ. Πό­λε­μος 1,657 καί Billerbeck 2,11. Πρβλ. Ἡσ. 1,6. Λκ. 10,34). Ἐ­δῶ δὲν ἀ­να­φέ­ρε­ται ἁ­πλῶς ὡς φάρ­μα­κο ἀλ­λὰ ὡς «μέ­σο με­τά­δο­σης θεί­ας δύ­να­μης». (E. Haenchen, Der Weg Jesu. Eine Erklärung des MarkusEvangeliums und der Kanonischen Parallelen, 1996, σ. 211) πού ἔ­χει «μυ­στη­ρι­α­κή δύ­να­μη» (W. Grundmann, Das Evangelium nach Markus, Theologischer Handkommentar zum N.T., Berlin 1984, σ. 189) καὶ ποὺ προ­ϋ­πο­θέ­τει τὴ χρή­ση τοῦ ἤ­δη στὴν πρώ­τη κοι­νό­τη­τα γι­ὰ τὶς πε­ρι­πτώ­σεις ἀ­σθε­νῶν (R. Pesch, Das Markusevangelium 1-2, Herder Theologischer Kommentar, 1976-77, 103). Ἡ ἄ­λει­ψη τῶν ἀ­σθε­νῶν μὲ ἔ­λαι­ο ἀ­να­φέ­ρε­ται μό­νο στὸ χω­ρί­ο αὐ­τὸ τοῦ Μάρ­κου καὶ στὸ Ἰ­ακ. 5,14, ὅ­που συν­δυ­ά­ζε­ται ὄ­χι μό­νο μὲ τὴ σω­μα­τι­κὴ θε­ρα­πεί­α ἀλ­λὰ καὶ μὲ τὴν ἄ­φε­ση τῶν ἁ­μαρ­τι­ῶν (R. Pesch, Das Markusevangelium 1-2, Herder Theologischer Kommentar, 1976-77, σ. 103). Τὴ συ­σχέ­τι­ση τῶν δύ­ο χω­ρί­ων κά­νει καὶ ὁ Θε­ο­φύ­λα­κτος, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἀ­πα­ριθ­μεῖ κα­τό­πιν τὰ ἀ­γα­θὰ ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τα τοῦ ἐ­λαί­ου («καὶ πρὸς κό­πους ὠ­φέ­λι­μον καὶ φω­τὸς αἴ­τι­ον καὶ ἱ­λα­ρό­τη­τος πρό­ξε­νον…»).  P.G. 8,21.

47. Ἰ­ακ. 5,14ἑξ. Πε­ρισ­σό­τε­ρα βλ. Σ. Σάκ­κου, Ἑρ­μη­νεί­α εἰς τὴν ἐ­πι­στο­λὴ τοῦ Ἰ­α­κώ­βου, Θεσ­σα­λο­νί­κη 1975, σσ. 157-160.

48. Μὲ τὸ «νῦν χαί­ρω ἐν πα­θή­μα­σιν ὑ­πὲρ ὑ­μῶν» δη­λώ­νει ὁ ἀ­πό­στο­λος ὅ­τι, ἀ­φοῦ δὲν μπο­ρεῖ πα­ρὰ νὰ ἐκ­πλη­ρώ­σει τὴν ἀ­πο­στο­λὴ τοῦ εὐ­αγ­γε­λι­σμοῦ ποὺ τοῦ ἀ­νά­θε­σε ὁ Θε­ός, ὑ­πη­ρε­τεῖ καὶ μὲ αὐ­τὰ τὰ δε­σμὰ του τὴν ἐκ­κλη­σί­α, ὑ­πο­μέ­νον­τας θλί­ψεις καὶ πα­θή­μα­τα καὶ δο­κι­μά­ζον­τας ἔτ­σι τὴν Κυ­ρί­ῳ χα­ρά. Βλ. Ἰ. Κα­ρα­βι­δό­που­λου, Ἀ­πο­στό­λου Παύ­λου πρὸς Ἐ­φεσ­σί­ους, Φι­λιπ­πη­σί­ους, Κο­λοσ­σα­εῖς, Φι­λή­μο­να, Θεσ­σα­λο­νί­κη 2006, σ. 453. Κολ. 1,24.

49. Μτ. 25,36.

50. Ψλ. 37,12∙ 40, 6-10∙ 87,9.

51. «Ἐ­πε­πτώ­κει γὰρ ὄν­τως … ἡ φύ­σις ἡ ἡ­με­τέ­ρα καὶ τῆς κρα­ται­ᾶς ἐ­κεί­νης ἐ­δεῖ­το μό­νης (τοῦ Θε­οῦ) χει­ρός. Οὐ­δὲ γὰρ ἥν ἑ­τέ­ρως ἀ­να­στῆ­ναι αὐ­τὴν» Ἰ. Χρυ­σό­στο­μος, P.G. 59,80.

52. P.G. 59,93

53. Φιλ. 3,10.

54. Β΄ Κορ. 4,17.

55. Κα­τὰ τὸν Ἱπ­πο­κρά­τη καὶ τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ φι­λο­σο­φί­α, ὁ ἄν­θρω­πος ἀ­νή­κει στὸν συμ­παν­τι­κὸ κό­σμο, ὑ­πάρ­χει ὡς ψυ­χο­σω­μα­τι­κὴ ἑ­νό­τη­τα καὶ κα­λεῖ­ται νὰ κα­τα­κτή­σει τὴν ἐ­σω­τε­ρι­κή του ἰ­σορ­ρο­πί­α καὶ πλη­ρό­τη­τα∙ νὰ γί­νει ἕ­να ὑ­γι­ές, χα­ρού­με­νο καὶ δη­μι­ουρ­γι­κὸ ἄ­το­μο. Ὅ­ταν αὐ­τὰ τὰ στοι­χεῖ­α δι­α­σα­λευ­τοῦν, ὁ ἄν­θρω­πος ἀρ­ρω­σταί­νει. Γι᾿ αὐ­τὸ ἡ σω­στὴ θε­ρα­πεί­α κα­τὰ τὸν Ἱπ­πο­κρά­τη, εἶ­ναι συ­νάρ­τη­ση τῆς ψυ­χο­σω­μα­τι­κῆς ἀ­πο­κα­τά­στα­σης τοῦ ὅ­λου ἀν­θρώ­που. Βλ. Ἱπ­πο­κρά­τη, Πε­ρὶ Ἀρ­χαί­ας Ἰ­α­τρι­κῆς, 21.

56. Α΄ Κορ. 11,28-32. Βλ. πε­ρισ­σό­τε­ρα, Σ. Ἀ­γου­ρί­δη, Ἡ πρώ­τη πρὸς Κο­ριν­θί­ους Ἐ­πι­στο­λὴ, Θεσ­σα­λο­νί­κη 1982, σσ. 186-194.

57. Oeming, Manfred, „Mein Herz ist durchbohrt in meinem Inneren=πλη­γω­μέ­νη εἶ­ναι μέ­σα μου καρ­δι­ά μου (Ps 109,22) – Krankheit und Leid in alttestamentlicher Sicht, in: ders., Verstehen und Glauben. Exegetische Bausteine zu einer Theologie des Alten Testaments (BBB 142), Berlin 1994/2003, u.a., 243-259.

58. Μτ. 9,28 «…πι­στεύ­ε­τε ­τι δύ­να­μαι τοῦ­το ποι­­σαι; λέ­γου­σιν αὐ­τῷναὶ κύ­ρι­ε». Μκ. 5,36∙ 9, 23.

59. P.G. 50, 433.34.

60. P.G. 60, 705.72.

 

 

 

 

Σχετικά