ΣΤΟΝ ΑΕΡΑΕΡΩ — ΡαδιοΣυχνότητα
Ενωμένη ΡωμηοσύνηΕνωμένη ΡωμηοσύνηΚΕΝΤΡΟΝ ΕΝΟΤΗΤΟΣ ΚΑΙ ΜΕΛΕΤΗΣ
ΠΡΟΒΟΛΗΣ ΤΩΝ ΑΞΙΩΝ ΜΑΣ
ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ
Πανελλήνια Σύναξη στην ΙερισσόΣημαντική Ανακοίνωση προς τα Μέλη και Φίλους της «ΕΝΩΜΕΝΗΣ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗΣ» (Ε.ΡΩ.)Πρόγραμμα των Εκδηλώσεων Ετήσιας Σύναξης της Ε.Ρω στην Ιερισσό – 29/9/22 – 2/10/22Ανάγκες σε συνεργάτεςΠανελλήνια Σύναξη στην ΙερισσόΣημαντική Ανακοίνωση προς τα Μέλη και Φίλους της «ΕΝΩΜΕΝΗΣ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗΣ» (Ε.ΡΩ.)Πρόγραμμα των Εκδηλώσεων Ετήσιας Σύναξης της Ε.Ρω στην Ιερισσό – 29/9/22 – 2/10/22Ανάγκες σε συνεργάτες

Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΕΚΦΡΑΣΗ ΤΗΣ ΣΥΝΕΧΕΙΑΣ ΤΟΥ ΓΕΝΟΥΣ*

28 Μαρτίου 2013 · 12 λεπτά

Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγ. Βλασίου κ. Ἱεροθέου

Ἡ Ἐκ­κλη­σί­α εἶ­ναι τό Σῶ­μα τοῦ Χρι­στοῦ, κα­τά τόν ὁ­ρι­σμό καί προ­διο­ρι­σμό πού ἔ­δω­σε ὁ Ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος, ἀλ­λά καί κοι­νω­νί­α θε­ώ­σε­ως, κα­τά τόν ἅ­γιο Γρη­γό­ριο τόν Πα­λα­μᾶ. Αὐ­τό ση­μαί­νει ὅ­τι ὁ Χρι­στια­νός πού εἶ­ναι μέ­λος τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μέ τά Μυ­στή­ρια, εἶ­ναι μέ­λος καί τοῦ Σώ­μα­τος τοῦ Χρι­στοῦ καί μέ τήν θε­ρα­πευ­τι­κή μέ­θο­δο πού δια­θέ­τει ἡ Ἐκ­κλη­σί­α σκο­πεύ­ει στήν θέ­ω­σή του.

Κα­τά τήν ἱ­στο­ρι­κή της πο­ρεί­α, ὅ­μως, ἡ Ἐκ­κλη­σί­α, διά τῶν Ἀ­πο­στό­λων, κυ­ρί­ως διά τῶν Πα­τέ­ρων της, προσ­λάμ­βα­νε ὡς πε­ρί­βλη­μα διά­φο­ρα στοι­χεῖ­α ἀ­πό τό πε­ρι­βάλ­λον στό ὁ­ποῖ­ο ζοῦ­σε. Μέ αὐ­τήν τήν ἔν­νοια ἡ Ἐκ­κλη­σί­α πα­ρή­γα­γε καί ἐκ­φρά­ζει καί ἕ­ναν πο­λι­τι­σμό. Βε­βαί­ως, τό βα­σι­κό της ἔρ­γο εἶ­ναι ἡ σω­τη­ρί­α τοῦ ἀν­θρώ­που ἀ­πό τήν ἁ­μαρ­τί­α, τόν διά­βο­λο καί τόν θά­να­το, ἀλ­λά ἐ­πει­δή ζῆ στήν ἱ­στο­ρί­α ἐ­ξέ­φρα­σε καί ἕ­ναν πο­λι­τι­σμό, πού ἔ­χει σχέ­ση μέ τήν ἰ­διαι­τε­ρό­τη­τα μέ τήν ὁ­ποί­α βι­ώ­νει τόν Θε­ό καί τόν ἰ­διαί­τε­ρο τρό­πο ζω­ῆς μέ τόν ὁ­ποῖ­ο ἀ­ντι­με­τω­πί­ζει τίς ἐκ­δη­λώ­σεις τοῦ βί­ου κά­θε ἀν­θρώ­που.

 

1. Ὁ ἐκ­χρι­στια­νι­σμός τοῦ πε­ρι­βάλ­λο­ντος

Στήν ἱ­στο­ρι­κή της δια­δρο­μή ἡ Ἐκ­κλη­σί­α συ­νά­ντη­σε τόν ἰ­ου­δα­ϊ­κό, τόν ἑλ­λη­νι­κό-ἑλ­λη­νι­στι­κό τρό­πο σκέ­ψης καί ζω­ῆς, ἀλ­λά καί τόν ρω­μα­ϊ­κό πο­λι­τι­σμό, πού εἶ­ναι ἑλ­λη­νι­κός στήν οἰ­κου­με­νι­κή του διά­στα­ση. Ἑ­πό­με­νο ἦ­ταν νά προσ­λά­βη πολ­λά στοι­χεῖ­α ἀ­πό τούς τρεῖς αὐ­τούς πο­λι­τι­σμι­κούς πα­ρά­γο­ντες, νά τά ἀ­φο­μοι­ώ­ση δη­μιουρ­γι­κά καί νά ἐκ­φρά­ση ἕ­ναν τέ­τοιο πο­λι­τι­στι­κό τρό­πο ζω­ῆς, πού λέ­γε­ται ρω­μαί­ϊ­κος ἤ ὅ­πως ἀρ­γό­τε­ρα ὀ­νο­μά­σθη­κε βυ­ζα­ντι­νός πο­λι­τι­σμός. Πολ­λοί ἑρ­μη­νευ­τές με­λε­τοῦν αὐ­τό τό νέ­ο πο­λι­τι­στι­κό μο­ντέ­λο καί ἐκ­πλήσ­σο­νται ἀ­πό τήν δυ­να­μι­κό­τη­τά του, ἀ­πό τήν δυ­να­τή ἔκ­φρα­σή του καί τήν μο­να­δι­κό­τη­τά του. Αὐ­τή ἡ δυ­να­μι­κό­τη­τα φαί­νε­ται ἀ­πό τό ὅ­τι αὐ­τό τό πο­λι­τι­στι­κό πρό­τυ­πο ἐ­ξα­κο­λου­θεῖ νά ὑ­πάρ­χη μέ­χρι σή­με­ρα, ἄν καί τό κρά­τος (Ρω­μα­νί­α-Βυ­ζά­ντιο) πού τό δη­μιούρ­γη­σε δέν ὑ­πάρ­χει. Αὐ­τό προ­κα­λεῖ ἐ­ντύ­πω­ση σέ πολ­λούς ἱ­στο­ρι­κούς καί ἐ­ρευ­νη­τές. Ὅ­λη αὐ­τή ἡ ρω­μαί­ϊ­κη πα­ρά­δο­ση φαί­νε­ται στήν θε­ο­λο­γί­α, τήν ἀ­σκη­τι­κή, τήν διοι­κη­τι­κή ὀρ­γά­νω­ση καί τίς ἐκ­κλη­σια­στι­κές τέ­χνες. Μιά σύ­ντο­μη ἀ­νά­λυ­ση θά δεί­ξη αὐ­τήν τήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα.

θε­ο­λο­γί­α τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας δια­τυ­πώ­θη­κε μέ ὅ­ρους τῆς ἑλ­λη­νι­κῆς φι­λο­σο­φί­ας καί στήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα σέ αὐ­τό συν­δέ­ε­ται στε­νά ἡ ἀ­πο­κα­λυ­πτι­κή ἀ­λή­θεια, ἡ ἰ­ου­δα­ϊ­κή σκέ­ψη καί ὁ φι­λο­σο­φι­κός τρό­πος ἔκ­φρα­σης. Οἱ Πα­τέ­ρες τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας ἔ­κα­ναν αὐ­τήν τήν με­γά­λη ἱ­στο­ρι­κή συ­νά­ντη­ση, μέ τήν ἔν­νοια ὅ­μως ὅ­τι τά ἄρ­ρη­τα ρή­μα­τα πού βί­ω­ναν οἱ ἅ­γιοι, κα­τά τήν θε­ο­πτι­κή τους ἐ­μπει­ρί­α, δια­τυ­πώ­θη­καν μέ κτι­στά ρή­μα­τα καί νο­ή­μα­τα, ὅ­πως ἔ­λε­γε ὁ π. Ἰ­ω­άν­νης Ρω­μα­νί­δης. Ἡ θε­ό­τη­τα τῶν Προ­σώ­πων τῆς Ἁ­γί­ας Τριά­δος, ὅ­πως τήν βί­ω­σαν οἱ Προ­φῆ­τες, οἱ Ἀ­πό­στο­λοι καί οἱ Πα­τέ­ρες, δια­τυ­πώ­θη­κε μέ τίς λέ­ξεις τῆς ἑλ­λη­νι­κῆς φι­λο­σο­φί­ας, ἤ­τοι πρό­σω­πα, ὑ­πο­στά­σεις, φύ­ση, οὐ­σί­α, συμ­βε­βη­κό­τα κλπ. Γε­νι­κά, οἱ Πα­τέ­ρες τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας προ­σέ­λα­βαν λέ­ξεις ἀ­πό τήν ἀρ­χαί­α ἑλ­λη­νι­κή φι­λο­σο­φί­α, τίς ἀ­πο­φόρ­τι­σαν ἀ­πό τό πε­ρι­ε­χό­με­νο τό ὁ­ποῖ­ο εἶ­χαν καί προ­σέ­δω­σαν σέ αὐ­τές νέ­ο πε­ρι­ε­χό­με­νο. Αὐ­τό δεί­χνει ὅ­τι ὑ­πάρ­χει οὐ­σια­στι­κή δια­φο­ρά με­τα­ξύ θε­ο­λο­γί­ας καί φι­λο­σο­φί­ας.

Ἔ­τσι, μέ τήν ζω­ντά­νια καί τήν δυ­να­μι­κό­τη­τα τῆς ὀρ­θο­δό­ξου θε­ο­λο­γί­ας μπο­ροῦ­με νά ἀ­ντι­με­τω­πί­σου­με τόν οὑ­μα­νι­σμό, τόν δια­φω­τι­σμό, τόν γερ­μα­νι­κό ἰ­δε­α­λι­σμό, τήν νε­ώ­τε­ρη εὐ­ρω­πα­ϊ­κή φι­λο­σο­φί­α καί πολ­λά ἄλ­λα νέ­α φι­λο­σο­φι­κά ρεύ­μα­τα. Ἡ Ὀρ­θο­δο­ξί­α δέν εἶ­ναι μιά θρη­σκευ­τι­κή πί­στη, ἀλ­λά αὐ­τή ἡ ἀ­πο­κά­λυ­ψη τοῦ Θε­οῦ πού δί­νε­ται στούς ἁ­γί­ους καί ἐκ­φρά­ζε­ται μέ ὄ­ρους τῆς φι­λο­σο­φί­ας, χω­ρίς νά εἶ­ναι φι­λο­σο­φί­α.

ἀ­σκη­τι­κή ζω­ή τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, πού ἐκ­φρά­ζε­ται μέ τήν νη­πτι­κή-ἡ­συ­χα­στι­κή πα­ρά­δο­ση, ἐκ­δη­λώ­νε­ται καί πε­ρι­έ­χε­ται μέ­σα στό βι­βλί­ο τῆς Φι­λο­κα­λί­ας, συ­νι­στᾶ τήν μέ­θο­δο μέ τήν ὁ­ποί­α ὁ ἄν­θρω­πος ἀ­πο­κτᾶ τήν κοι­νω­νί­α του μέ τόν Θε­ό, εἶ­ναι αὐ­τή πού θε­ρα­πεύ­ει τόν ἄν­θρω­πο στήν ἐ­σω­τε­ρι­κή του ὕ­παρ­ξη, ἀ­να­φέ­ρε­ται στό βά­θος τῆς προ­σω­πι­κό­τη­τος τοῦ ἀν­θρώ­που, καί αὐ­τό ἔ­χει συ­νέ­πει­ες στό σῶ­μα του. Ὁ ἡ­συ­χα­σμός πού βι­ώ­θη­κε ἀ­πό τούς νη­πτι­κούς Πα­τέ­ρας τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας καί συ­νο­ψί­σθη­κε θε­ο­λο­γι­κά ἀ­πό τόν ἅ­γιο Γρη­γό­ριο τόν Πα­λα­μᾶ εἶ­ναι μιά με­γά­λη κλη­ρο­νο­μιά πού δια­σώ­ζε­ται μέ­χρι σή­με­ρα καί εἶ­ναι ἡ δι­κή μας ἀ­πά­ντη­ση σέ ἀρ­χαῖ­α ρεύ­μα­τα πού ἐκ­φρά­ζο­νταν ἀ­πό τούς ὀρ­φι­κούς, τούς πυ­θα­γο­ρεί­ους, τούς νε­ο­πλα­τω­νι­κούς, ἀλ­λά εἶ­ναι καί ἡ δι­κή μας πρό­τα­ση στήν σύγ­χρο­νη ψυ­χο­λο­γί­α, ψυ­χα­νά­λυ­ση καί ψυ­χο­θε­ρα­πεί­α, μέ τίς διά­φο­ρες σχο­λές πού ἔ­χουν ἀ­να­πτυ­χθῆ στήν Δύ­ση.

Βε­βαί­ως, ἡ νη­πτι­κή πα­ρά­δο­ση δέν εἶ­ναι ταυ­τό­ση­μη μέ τόν νε­ο­πλα­τω­νι­σμό, ὅ­πως ἰ­σχυ­ρί­ζο­νται με­ρι­κοί, οὔ­τε εἶ­ναι ἐ­πί­δρα­ση τῶν ἀ­να­το­λι­κῶν θρη­σκει­ῶν, ὅ­πως δια­τεί­νο­νται ἄλ­λοι. Εἶ­ναι ὁ τρό­πος τόν ὁ­ποῖ­ο μπο­ρεῖ κα­νείς νά χρη­σι­μο­ποι­ή­ση γιά νά ἀ­παλ­λα­γῆ ἀ­πό τήν ἐ­ξάρ­τη­ση στά πά­θη, τήν λο­γι­κή καί τό πε­ρι­βάλ­λον καί νά ἀ­πο­κτή­ση τήν πραγ­μα­τι­κή ἐ­λευ­θε­ρί­α, ὅ­πως τό ἔ­χουν κα­θο­ρί­σει οἱ Πα­τέ­ρες τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, ὕ­στε­ρα ἀ­πό πο­λυ­χρό­νι­ες με­λέ­τες τους πά­νω στήν ἀν­θρώ­πι­νη ψυ­χή καί τίς ἐκ­δη­λώ­σεις της. Ἐ­πί­σης, ἡ νη­πτι­κή πα­ρά­δο­ση δέν μπο­ρεῖ νά ταυ­τι­σθῆ μέ τά σύγ­χρο­να ψυ­χο­λο­γι­κά, ψυ­χο­θε­ρα­πευ­τι­κά καί ψυ­χα­να­λυ­τι­κά ρεύ­μα­τα πού πα­ρα­τη­ροῦ­νται στήν Δύ­ση, ἀ­φοῦ δια­κρί­νε­ται ἀ­πό μιά ἄλ­λη δια­φο­ρε­τι­κή ἀν­θρω­πο­λο­γί­α.

Ἔ­τσι, μέ τήν ἡ­συ­χα­στι­κή πα­ρά­δο­ση μπο­ροῦ­με νά ἀ­ντι­με­τω­πί­σου­με τόν μυ­στι­κι­σμό, ἀρ­χαῖ­ο καί νε­ώ­τε­ρο, καί ὅ­λο τόν ψυ­χο­λο­γι­σμό πού δη­μιουρ­γή­θη­κε στήν προ­σπά­θεια τοῦ ἀν­θρώ­που νά βρῆ μιά ἐ­σω­τε­ρι­κή πλη­ρό­τη­τα καί γα­λή­νη.

διοι­κη­τι­κή διάρ­θρω­ση τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, μέ τό συ­νο­δι­κό σύ­στη­μα τό ὁ­ποῖ­ο κα­θο­ρί­σθη­κε ἀ­πό τίς ἀ­πο­φά­σεις τῶν Οἰ­κου­με­νι­κῶν Συ­νό­δων, δια­σώ­ζει ἀφ’ ἑ­νός μέν τόν τρό­πο λει­τουρ­γί­ας τῶν ἑλ­λη­νι­κῶν πό­λε­ων κα­τά τήν ἀρ­χαι­ό­τη­τα, ἀφ’ ἑ­τέ­ρου δέ τήν ρω­μα­ϊ­κή νο­μο­θε­σί­α.

 Συ­γκε­κρι­μέ­να, ὁ ὅ­ρος Ἐκ­κλη­σί­α εἶ­ναι ἀρ­χαιο­ελ­λη­νι­κός πού προσ­διο­ρί­ζει τήν συ­νά­θροι­ση τῶν κα­τοί­κων μι­ᾶς πε­ριο­χῆς γιά νά ἐ­πι­λύ­σουν διά­φο­ρα προ­βλή­μα­τα πού τούς ἀ­πα­σχο­λοῦ­σαν, εἶ­ναι ἡ Ἐκ­κλη­σί­α τοῦ Δή­μου. Τό διοι­κη­τι­κό σύ­στη­μα πού κα­θο­ρί­σθη­κε διά μέ­σου τῶν αἰ­ώ­νων, μέ τά Πα­τριαρ­χεῖ­α, τίς Μη­τρο­πό­λεις καί τίς Ἐ­πι­σκο­πές εἶ­ναι πρόσ­λη­ψη τοῦ διοι­κη­τι­κοῦ τρό­που διαι­ρέ­σε­ως τῆς Ρω­μα­ϊ­κῆς Αὐ­το­κρα­το­ρί­ας. Ἀ­κό­μη, ὁ τρό­πος συν­θέ­σε­ως τῶν ἱ­ε­ρῶν κα­νό­νων μέ τούς ὁ­ποί­ους δια­τη­ρεῖ­ται ἡ ἑ­νό­τη­τα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας θυ­μί­ζουν ἐ­ξω­τε­ρι­κά τήν ρω­μα­ϊ­κή νο­μο­θε­σί­α, πού ἀ­πέ­βλε­πε στήν ἑ­νό­τη­τα τοῦ Ρω­μα­ϊ­κοῦ Κρά­τους.

Μέ τούς δύ­ο αὐ­τούς τρό­πους -διοί­κη­ση, κα­νο­νι­κό δί­καιο- ἡ Ἐκ­κλη­σί­α ἐκ­χρι­στιά­νι­σε τόν ἑλ­λη­νι­κό τρό­πο διοί­κη­σης τῶν κοι­νω­νι­ῶν, ἀλ­λά καί τόν ρω­μα­ϊ­κό νό­μο. Ἔ­δω­σε, δη­λα­δή, ἄλ­λο πε­ρι­ε­χό­με­νο σέ αὐ­τούς τούς θε­σμούς καί τίς θε­σμι­κές λει­τουρ­γί­ες. Ἔ­τσι, μπο­ροῦ­με καί σή­με­ρα νά κά­νου­με λό­γο γιά συ­νο­δι­κό πο­λί­τευ­μα πού δια­φέ­ρει σα­φέ­στα­τα ἀ­πό τά ἀ­πο­λυ­ταρ­χι­κά, φε­ου­δαρ­χι­κά συ­στή­μα­τα, ἀ­κό­μη καί τόν ἀ­ναρ­χι­σμό.

Οἱ ἐκ­κλη­σια­στι­κές τέ­χνες εἶ­ναι ἐκ­χρι­στιά­νι­ση τῶν ἀρ­χαί­ων πο­λι­τι­σμι­κῶν πα­ρα­δό­σε­ων πού συ­νά­ντη­σε ὁ Χρι­στια­νι­σμός στήν ἱ­στο­ρι­κή του πο­ρεί­α, μέ αὐ­τές τίς ἐκ­φρά­σεις τῆς πα­ρα­δό­σε­ως οἱ Πα­τέ­ρες ἐ­ξέ­φρα­σαν τήν θε­ο­πτι­κή τους ἐ­μπει­ρί­α.

Ἡ να­ο­δο­μί­α, ὁ τρό­πος, δη­λα­δή, μέ τόν ὁ­ποῖ­ο κτί­ζο­νται οἱ Ἱ­ε­ροί Να­οί, δεί­χνει πῶς οἱ Χρι­στια­νοί ἐκ­χρι­στιά­νι­σαν τήν ἀρ­χι­τε­κτο­νι­κή τῆς ἐ­πο­χῆς τους. Ἡ χρη­σι­μο­ποί­η­ση ὡς προ­τύ­που τῶν ἀρ­χαί­ων ρω­μα­ϊ­κῶν δι­κα­στη­ρί­ων γιά νά ἐκ­φρά­σουν τόν τύ­πο τοῦ βα­σι­λι­κοῦ ρυθ­μοῦ, ἀλ­λά καί ὁ τρό­πος μέ τόν ὁ­ποῖ­ο ἤ­θε­λαν οἱ Χρι­στια­νοί νά ἐκ­φρά­σουν τήν θε­ο­λο­γί­α τῆς ἐ­ναν­θρω­πή­σε­ως τοῦ Υἱ­οῦ καί Λό­γου τοῦ Θε­οῦ καί τήν θέ­ω­ση τοῦ ἀν­θρώ­που, πα­ρή­γα­γαν δια­φό­ρους τύ­πους να­ῶν, ὅ­πως τόν ρυθ­μό τῆς βα­σι­λι­κῆς με­τά τρού­λου, τόν ρυθ­μό τοῦ στραυ­ρο­ει­δοῦς με­τά τρού­λου κλπ. Ὁ τροῦ­λος δεί­χνει τόν οὐ­ρα­νό, τό δά­πε­δο τοῦ Ἱ­ε­ροῦ Να­οῦ ὑ­πο­δη­λώ­νει τήν γῆ καί ἡ κόγ­χη εἶ­ναι ὁ τρό­πος ἑ­νώ­σε­ως οὐ­ρα­νοῦ καί γῆς, πράγ­μα πού συμ­βο­λί­ζει τήν Πα­να­γί­α μας καί τό θε­ο­λο­γι­κό της ἔρ­γο.

Ἡ ἁ­γιο­γρα­φί­α τοῦ Ἱ­ε­ροῦ Να­οῦ, μέ τίς πα­ρα­στά­σεις, τούς δια­φό­ρους ἁ­γιο­λο­γι­κούς κύ­κλους, ἀλ­λά καί τίς διά­φο­ρες σχο­λές ἁ­γιο­γρα­φί­ας, δεί­χνει τήν ἐκ­χρι­στιά­νι­ση τῆς τέ­χνης τήν ὁ­ποί­α συ­νά­ντη­σε ὁ Χρι­στια­νι­σμός στήν ἱ­στο­ρι­κή του πο­ρεί­α. Ἄς θυ­μη­θοῦ­με ἐ­δῶ τά πορ­τραῖ­τα τοῦ Φα­γιούμ.

Ἡ ὑ­μνο­γρα­φί­α ἀλ­λά καί ἡ μου­σι­κή της ἐ­πέν­δυ­ση, εἶ­ναι δη­μιουρ­γή­μα­τα τῶν Χρι­στια­νῶν ἐ­κεί­νων πού γεύ­θη­καν τήν ἀ­γά­πη τοῦ Θε­οῦ, βί­ω­σαν τήν ἐ­σχα­το­λο­γι­κή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα τῆς Βα­σι­λεί­ας τοῦ Θε­οῦ καί βρῆ­καν τρό­πο νά ἐκ­φρα­σθῆ ἀ­ξιο­ποι­ώ­ντας στοι­χεῖ­α πού συ­νά­ντη­σαν στόν πε­ρι­βάλ­λο­ντα κό­σμο.

Ἡ χει­ρό­γρα­φη πα­ρά­δο­ση, μέ τήν ἀ­ντι­γρα­φή ἔρ­γων ἀρ­χαί­ων φι­λο­σό­φων, τῆς Ἁ­γί­ας Γρα­φῆς καί τῶν πα­τε­ρι­κῶν ἔρ­γων, ἡ πε­ρί­φη­μη με­γα­λο­γράμ­μα­τη καί μι­κρο­γράμ­μα­τη γρα­φή, οἱ μι­νια­τοῦ­ρες καί τά δια­κο­σμή­μα­τα, ἀ­πο­τε­λοῦν λα­μπρά στοι­χεῖ­α τῆς ἐκ­κλη­σια­στι­κῆς τέ­χνης, ἡ ὁ­ποί­α συν­δυά­ζει ὅ,τι κα­λό συ­νά­ντη­σε ὁ Χρι­στια­νι­σμός στόν πε­ρι­βάλ­λο­ντα κό­σμο μέ τήν εὐ­σέ­βεια τῆς ψυ­χῆς καί τά βι­ώ­μα­τα τῆς θεί­ας ἀ­γά­πης.

θεί­α Λει­τουρ­γί­α εἶ­ναι ἡ σύ­να­ξη τῶν με­λῶν τοῦ ἐκ­κλη­σια­στι­κοῦ σώ­μα­τος γιά νά λα­τρεύ­ση τόν Θε­ό καί ἀ­πο­τε­λεῖ τό κέ­ντρο τῆς ἐκ­κλη­σια­στι­κῆς καί προ­σω­πι­κῆς ζω­ῆς πού δια­τυ­πώ­νο­νται ὅ­λα αὐ­τά πού εἴ­δα­με προ­η­γου­μέ­νως. Τό τυ­πι­κό τε­λέ­σε­ως τῆς θεί­ας Λει­τουρ­γί­ας μᾶς ὑ­πεν­θυ­μί­ζει τίς ἀρ­χαῖ­ες τρα­γω­δί­ες, μέ τόν χο­ρό, τόν κο­ρυ­φαῖ­ο τοῦ χο­ροῦ, κα­θώς ἐ­πί­σης καί τήν ἐκ­κλη­σί­α τοῦ Δή­μου ὅ­που γι­νό­ταν διά­λο­γος. Τό ση­μα­ντι­κό, ὅ­μως, εἶ­ναι ὅ­τι ὁ τρό­πος τε­λέ­σε­ως τῆς θεί­ας Λει­τουρ­γί­ας ἐ­πη­ρε­ά­σθη­κε ἀ­πό τό ὅ­ρα­μα τοῦ Εὐ­αγ­γε­λι­στοῦ Ἰ­ω­άν­νου τοῦ Θε­ο­λό­γου, ὅ­πως τό κα­τέ­γρα­ψε ὁ ἴ­διος στό βι­βλί­ο τῆς Ἀ­πο­κα­λύ­ψε­ως, πού φέ­ρει τό ὄ­νο­μα του. Ἑ­πο­μέ­νως, καί ἐ­δῶ βλέ­που­με ὅ­τι ἡ οὐ­σί­α τῆς θεί­ας Λει­τουρ­γί­ας εἶ­ναι ἐ­μπει­ρί­α τῆς οὐ­ρά­νιας θεί­ας Λει­τουρ­γί­ας, τῆς κοι­νω­νί­ας τῶν ἁ­γί­ων μέ τόν Θε­ό, τό δέ τυ­πι­κό της ἐκ­φρά­σθη­κε μέ τά στοι­χεῖ­α τοῦ πε­ρι­βάλ­λο­ντος πού συ­νά­ντη­σε ἡ Ἐκ­κλη­σί­α.

 Μέ­σα στήν θεί­α Λει­τουρ­γί­α ἀ­πο­κτᾶ­με σχέ­ση καί κοι­νω­νί­α μέ τόν Θε­ό καί τούς ἀ­δελ­φούς μας, πού ζοῦν σέ ὁ­λό­κλη­ρο τόν κό­σμο, δο­ξά­ζου­με τήν νί­κη τοῦ Χρι­στοῦ ἐ­πί τοῦ θα­νά­του καί βι­ώ­νου­με τά ἔ­σχα­τα, τήν βα­σι­λεί­α τοῦ Θε­οῦ ἐ­πί τῆς γῆς ἀ­πό τό πα­ρόν, ἀλ­λά καί βρι­σκό­μα­στε σέ μιά διαρ­κῆ πο­ρεί­α πρός τήν μέλ­λου­σα δό­ξα.

Ἑ­πο­μέ­νως, μέ τά πο­λι­τι­στι­κά στοι­χεῖ­α τά ὁ­ποῖ­α ὑ­πάρ­χουν μέ­σα στήν Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α βλέ­που­με τό πῶς ἡ Ἐκ­κλη­σί­α ἐκ­χρι­στιά­νι­σε τό πε­ρι­βάλ­λον πού συ­νά­ντη­σε καί πῶς τό ἐ­ξα­γί­α­σε. Ἡ Ἐκ­κλη­σί­α προσ­λάμ­βα­νε κά­θε κα­λό καί τό ἀ­ξιο­ποιοῦ­σε γιά τήν ὠ­φέ­λεια τῶν με­λῶν της, γιά τήν δό­ξα τοῦ Θε­οῦ. Αὐ­τή εἶ­ναι ἡ νέ­α κτί­ση, πού εἶ­ναι ἔκ­φρα­ση τῆς νέ­ας δη­μιουρ­γί­ας τοῦ μέλ­λο­ντος αἰ­ῶ­νος. Ἔ­τσι, ἡ Ἐκ­κλη­σί­α ἔ­χει δια­σώ­σει ὅ,τι ἐ­κλε­κτό­τε­ρο ἔ­χει δη­μιουρ­γή­σει ὁ ἄν­θρω­πος, ἀλ­λά καί αὐ­τό τό ἔ­χει με­τα­μορ­φώ­σει καί ἀ­πε­τέ­λε­σε τό «τρί­τον γέ­νος». Δέν ξε­χω­ρί­ζει ὁ πο­λι­τι­σμός ἀ­πό τήν εὐ­σέ­βεια καί τήν ἐ­σω­τε­ρι­κό­τη­τα τοῦ ἀν­θρώ­που. Δέν νο­εῖ­ται Ἐκ­κλη­σί­α ἔ­ξω ἀ­πό τήν ἱ­στο­ρί­α καί δέν νο­εῖ­ται ἐκ­κλη­σια­στι­κός πο­λι­τι­σμός χω­ρίς ἁ­γι­ό­τη­τα.

 

2. Ἡ ἀ­ντι­με­τώ­πι­ση τῶν ἐ­ξω­τε­ρι­κῶν προ­κλή­σε­ων

Ὁ Χρι­στός, πού εἶ­ναι ἡ κε­φα­λή τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, εἶ­ναι ἡ δύ­να­μή της. Ἀλ­λά καί ἡ δια­χρο­νι­κή πα­ρά­δο­σή της, ἡ ὁ­ποί­α ἐκ­φρά­ζει τήν ἀ­πο­κα­λυ­πτι­κή ἀ­λή­θεια καί τήν ἐ­ξα­για­σμέ­νη ζω­ή τῶν Πα­τέ­ρων, ὑ­πῆρ­ξε τό ἰ­σχυ­ρό ἀ­νο­σιο­λο­γι­κό σύ­στη­μα τοῦ ὀρ­γα­νι­σμοῦ τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας καί μέ αὐ­τό ἀ­ντι­με­τω­πί­σθη­καν ὅ­λες οἱ ἐ­ξω­τε­ρι­κές προ­κλή­σεις.

Μί­α ἀ­πό τίς ἰ­σχυ­ρές προ­κλή­σεις πού δέ­χθη­κε ἡ Ἐκ­κλη­σί­α ἀ­πό τήν ἀρ­χή τῆς ἱ­στο­ρι­κῆς της δια­δρο­μῆς ἦ­ταν ὁ ἐ­ξελ­λη­νι­σμός τοῦ Χρι­στια­νι­σμοῦ, δη­λα­δή ἡ προ­σπά­θεια νά ἐκ­κο­σμι­κευ­θῆ ὁ ἀ­πο­κα­λυ­πτι­κός λό­γος καί νά χά­ση τήν οὐ­σί­α του. Αὐ­τή ἡ πρό­κλη­ση ἐκ­φρα­ζό­ταν ἀ­πό τόν γνω­στι­κι­σμό τοῦ 2ου μ.Χ. αἰ­ῶ­νος, τούς αἱ­ρε­τι­κούς πού χρη­σι­μο­ποιοῦ­σαν ὑ­πέρ τό δέ­ον τήν φι­λο­σο­φί­α καί ἐ­πι­δί­ω­καν νά κα­τε­βά­σουν τό ὕ­ψος τοῦ ἀ­πο­κα­λυ­πτι­κοῦ λό­γου στά ὅ­ρια τοῦ λο­γι­κοῦ φι­λο­σο­φι­κοῦ στο­χα­σμοῦ. Αὐ­τό τό ρεῦ­μα ἀ­ντι­με­τω­πί­σθη­κε ἀ­πό τούς με­γά­λους Πα­τέ­ρας τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, οἱ ὁ­ποῖ­οι γνώ­ρι­ζαν πο­λύ κα­λά τήν ἑλ­λη­νι­κή φι­λο­σο­φί­α, ἀλ­λά τήν χρη­σι­μο­ποιοῦ­σαν μό­νον γιά νά δια­τυ­πώ­σουν τόν ἀ­πο­κα­λυ­πτι­κό λό­γο, χω­ρίς νά τόν ἀλ­λοι­ώ­νουν, καί μέ αὐ­τήν τήν ἔν­νοια κά­νου­με λό­γο γιά τόν ἐκ­χρι­στια­νι­σμό τοῦ ἑλ­λη­νι­σμοῦ.

Μί­α ἄλ­λη πρό­κλη­ση πού δέ­χθη­κε ἡ Ἐκ­κλη­σί­α μέ τήν ὅ­λη θε­ο­λο­γί­α καί τήν πα­ρά­δο­σή της προ­ερ­χό­ταν ἀ­πό τήν Φρα­γκο­κρα­τί­α, πρό καί με­τά τό 1204 μ.Χ. Εἶ­ναι γνω­στόν ὅ­τι οἱ Φρά­γκοι κα­τε­δί­κα­σαν τήν Ζ’ Οἰ­κου­με­νι­κή Σύ­νο­δο καί δη­μιούρ­γη­σαν μιά ἄλ­λη πα­ρά­δο­ση, μέ τήν λο­γι­κο­κρα­τί­α καί τόν φε­ου­δα­λι­σμό, πού τε­λι­κά ἐ­πη­ρέ­α­σε τόν δυ­τι­κό Χρι­στια­νι­σμό καί ἐκ­φρά­σθη­κε τό­σο μέ τήν δυ­τι­κή θε­ο­λο­γί­α ὅ­σο καί μέ τόν πο­λι­τι­στι­κό τρό­πο ζω­ῆς καί τό διοι­κη­τι­κό σύ­στη­μα. Οἱ ἀ­να­το­λι­κοί ὀρ­θό­δο­ξοι ἀ­ντι­με­τώ­πι­σαν ἐ­πι­τυ­χῶς αὐ­τήν τήν πρό­κλη­ση, ὅ­πως τό συ­να­ντᾶ­με στήν δι­δα­σκα­λί­α τοῦ ἁ­γί­ου Μα­ξί­μου τοῦ Ὁ­μο­λο­γη­τοῦ, τοῦ ἁ­γί­ου Ἰ­ω­άν­νου τοῦ Δα­μα­σκη­νοῦ, τοῦ ἁ­γί­ου Γρη­γο­ρί­ου τοῦ Πα­λα­μᾶ. Ἔ­τσι, βλέ­που­με τήν σα­φέ­στα­τη δια­φο­ρά με­τα­ξύ τοῦ προ­σω­πο­κε­ντρι­σμοῦ καί τῆς οὐ­σιο­κρα­τί­ας, τοῦ συ­νο­δι­κοῦ συ­στή­μα­τος καί τοῦ πα­πι­σμοῦ, τῆς φι­λαν­θρω­πί­ας καί τοῦ νο­μι­κι­σμοῦ, τοῦ ἡ­συ­χα­σμοῦ καί τοῦ κοι­νω­νι­σμοῦ.

Μιά ἄλ­λη πρό­κλη­ση ἦ­ταν ἡ Τουρ­κο­κρα­τί­α μέ τήν ἐ­πί­δρα­ση ρευ­μά­των πού ἔρ­χο­νταν ἀ­πό τήν ἀ­να­το­λή. Ἡ Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α, μέ τήν θε­ο­λο­γί­α της καί τόν πο­λι­τι­σμό της, τόν συ­νο­δι­κό της θε­σμό, τό ἡ­συ­χα­στι­κό καί φι­λο­κα­λι­κό πνεῦ­μα της ἀ­ντι­με­τώ­πι­σε αὐ­τήν τήν πρό­κλη­ση καί δι­έ­σω­σε τήν πα­ρά­δο­ση τοῦ Γέ­νους.

Εἶ­ναι χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό ὅ­τι στίς πα­ρα­μο­νές τῆς ἁ­λώ­σε­ως τῆς Κων­στα­ντι­νου­πό­λε­ως δη­μιουρ­γή­θη­καν τρεῖς τά­σεις. Ἡ μί­α ἦ­ταν ἡ δυ­τι­κό­φι­λη, μέ τόν Μη­τρο­πο­λί­τη Νι­καί­ας Βησ­σα­ρί­ω­να, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἐ­πε­δί­ω­κε τήν στρο­φή τῆς Ὀρ­θο­δό­ξου Ἐκ­κλη­σί­ας στήν Δύ­ση καί οὐ­σια­στι­κά τήν ὑ­πο­δού­λω­σή της στόν Πά­πα. Ἡ ἄλ­λη ἦ­ταν ἡ ἀρ­χαι­ό­φι­λη, μέ τόν Γε­ώρ­γιο Γε­μι­στό-Πλή­θω­να, ὁ ὁ­ποῖ­ος εἰ­ση­γή­θη­κε τήν ἐ­πι­στρο­φή στήν ἀρ­χαί­α Ἑλ­λά­δα καί τήν ἀ­να­μόρ­φω­ση τοῦ Κρά­τους βά­σει τῶν ἀρ­χαιο­ελ­λη­νι­κῶν προ­τύ­πων. Καί ἡ ὀρ­θό­δο­ξη, μέ τόν Γε­ώρ­γιο-Γεν­νά­διο Σχο­λά­ριο, πού ἤ­θε­λε τήν δια­τή­ρη­ση τοῦ Γέ­νους μέ τήν πο­λι­τι­στι­κή ταυ­τό­τη­τα τῆς Ὀρ­θο­δό­ξου Ἐκ­κλη­σί­ας, ὅ­πως κα­θο­ρί­σθη­κε ἀ­πό τούς Πα­τέ­ρες τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Αὐ­τή ἡ τε­λευ­ταί­α πρό­τα­ση δι­και­ώ­θη­κε ἱ­στο­ρι­κά, ἐ­νῶ οἱ ἄλ­λες ἀ­πέ­τυ­χαν. Ἄν ἐ­πι­κρα­τοῦ­σαν οἱ ἀ­πό­ψεις τοῦ Βησ­σα­ρί­ω­νος καί τοῦ Πλή­θω­νος εἶ­ναι σί­γου­ρο, ὅ­πως ἔ­γι­νε σέ ἄλ­λες πε­ρι­πτώ­σεις, ὅ­τι θά χά­να­με ὄ­χι μό­νον τήν ὀρ­θό­δο­ξη πί­στη μας, ἀλ­λά καί τήν ἀλ­λοί­ω­ση τῆς ἑλ­λη­νι­κό­τη­τας μέ τήν ἀλ­λο­τρί­ω­ση τῆς γλώσ­σας, τοῦ πο­λι­τι­σμοῦ, τῆς συ­νέ­χειας τοῦ Γέ­νους.

 Σή­με­ρα δε­χό­μα­στε μιά νέ­α πρό­κλη­ση ἀ­πό τήν λε­γό­με­νη Εὐ­ρω­κρα­τί­α. Δέν εἴ­μα­στε ἐ­να­ντί­ον τῶν λα­ῶν τῆς Εὐ­ρώ­πης, ἀλ­λά δέν ἐ­πι­θυ­μοῦ­με τήν πο­λι­τι­στι­κή καί ἐκ­κλη­σια­στι­κή μας ἀλ­λο­τρί­ω­ση. Ἡ Εὐ­ρώ­πη σή­με­ρα δια­κρί­νε­ται ἀ­πό διά­φο­ρες θρη­σκευ­τι­κές πα­ρα­δό­σεις, οἱ ὁ­ποῖ­ες ὅ­μως πα­ρα­δό­ξως ἔ­χουν μιά ἑ­νιαί­α πο­λι­τι­στι­κή ὑ­πο­δο­μή, ἀ­φοῦ δια­κρί­νε­ται ἀ­πό ἕ­ναν ἐ­ξελ­λη­νι­σμέ­νο Χρι­στια­νι­σμό, πού στη­ρί­ζε­ται στόν ὀρ­θο­λο­γι­σμό καί τόν ἀ­το­μι­σμό. Ὁ Πα­πι­σμός, ὁ Προ­τε­στα­νι­σμός, ὁ δε­ϊ­σμός, ὁ ἀ­γνω­στι­κι­σμός καί ὁ ἀ­θε­ϊ­σμός μέ τίς ποι­κί­λες ἐκ­φρά­σεις του, χρω­μα­τί­ζο­νται ἀ­πό τόν δυ­τι­κό πο­λι­τι­σμό. Ἔ­τσι, ἄν ὁ δυ­τι­κός πο­λι­τι­σμός εἶ­ναι ἕ­νας ἐ­ξελ­λη­νι­σμέ­νος Χρι­στια­νι­σμός ἤ μιά ἐ­πα­να­φο­ρά τοῦ ἀρ­χαί­ου ἑλ­λη­νι­κοῦ τρό­που ζω­ῆς, ἡ Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α δια­κρί­νε­ται γιά τόν ἐκ­χρι­στια­νι­σμέ­νο ἑλ­λη­νι­σμό καί ἰ­ου­δα­ϊ­σμό.

Ὁ ἅ­γιος Μά­ξι­μος ὁ Ὁ­μο­λο­γη­τής, μιά ση­μα­ντι­κή πα­τε­ρι­κή φυ­σιο­γνω­μί­α τοῦ 7ου αἰ­ῶ­νος, πού ἀ­ξιο­ποί­η­σε τήν προ­η­γού­με­νη πα­τε­ρι­κή πα­ρά­δο­ση καί ἔ­δω­σε ση­μα­ντι­κά στοι­χεῖ­α γιά τήν ἑ­πο­μέ­νη πε­ρί­ο­δο, σέ μιά ἐ­ρώ­τη­ση πού τοῦ ὑ­πο­βλή­θη­κε: «Δια­τί ἀ­γα­πᾶς τούς Ρω­μαί­ους (τήν Ἐκ­κλη­σί­α τῆς Πα­λαι­ᾶς Ρώ­μης, πρίν τό σχῖ­σμα,) καί τούς Γραι­κούς μι­σεῖς;», ἀρ­νή­θη­κε αὐ­τήν τήν διά­κρι­ση καί ἀ­πά­ντη­σε ἀ­πε­ρί­φρα­στα: «Πα­ραγ­γε­λί­αν ἔ­χο­μεν, τοῦ μή μι­σῆ­σαί τι­να. Ἀ­γα­πῶ τούς Ρω­μαί­ους ὡς ὁ­μο­πί­στους· τούς δέ Γραι­κούς ὡς ὁ­μο­γλώσ­σους»[1]. Οἱ Γραι­κοί, εἶ­ναι ἀ­γα­πη­τοί γιά τό ὁ­μό­γλωσ­σον, οἱ Ρω­μαῖ­οι, πού εἶ­ναι ὀρ­θό­δο­ξοι, εἶ­ναι ἀ­γα­πη­τοί γιά τό ὁ­μό­πι­στο.

Οἱ σύγ­χρο­νοι Ἕλ­λη­νες ὀρ­θό­δο­ξοι εἴ­μα­στε Γραι­κοί ὡς ὁ­μό­γλωσ­σοι, καί Ρω­μαῖ­οι ὡς ὁ­μό­πι­στοι, ἔ­χου­με τήν δυ­να­τό­τη­τα νά ζοῦ­με καί νά ἀ­να­πνέ­ου­με μέ­σα στήν ζω­ο­γό­νο πα­ρά­δο­ση πού ἔρ­χε­ται ἀ­πό τό πα­ρελ­θόν, ἔ­χει σχέ­ση μέ τήν Ἀ­πο­κά­λυ­ψη τοῦ Θε­οῦ, ὅ­πως τήν βί­ω­σαν οἱ Ἅ­γιοι καί εἶ­ναι πε­μπτου­σί­α ὅ,τι κα­λύ­τε­ρου ἔ­χει ἀ­να­πτυ­χθῆ στήν ἀν­θρω­πό­τη­τα, δια­κρί­νε­ται γιά τήν οἰ­κου­με­νι­κό­τη­τα (ὄ­χι τόν οἰ­κου­με­νι­σμό), γιά τόν ἐκ­χρι­στια­νι­σμέ­νο ἑλ­λη­νι­σμό, δη­λα­δή, ὅ,τι πι­ό ση­μα­ντι­κό δη­μιούρ­γη­σε τό πνεῦ­μα τοῦ ἀν­θρώ­που. Καί αὐ­τό τό ὀ­φεί­λου­με στήν Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α καί τούς Ἁ­γί­ους της, πού εἶ­ναι οἱ Προ­φῆ­τες, οἱ Ἀ­πό­στο­λοι καί οἱ Πα­τέ­ρες καί ὅ­λοι ἐ­κεῖ­νοι πού ἀ­γα­ποῦν τόν Χρι­στό, τήν Ἐκ­κλη­σί­α καί τούς Ἁ­γί­ους.

Ἔ­τσι, ἡ Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α εἶ­ναι ἐκ­φρα­στής τῆς συ­νέ­χειας τοῦ Γέ­νους μας, ἀλ­λά καί ἐλ­πί­δα ὅ­λων τῶν ἀν­θρώ­πων, ὅ­σων θέ­λουν νά γνω­ρί­σουν ἕ­ναν ὑ­γι­ῆ καί ἰ­σορ­ρο­πη­μέ­νο πο­λι­τι­σμό, ἀλ­λά κυ­ρί­ως ὅ­σων θέ­λουν νά ἀ­πο­κτή­σουν νό­η­μα ζω­ῆς.

 

*ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ‘Ἐρῶ’ , Δ΄ ΤΕΥΧΟΣ, ΟΚΤ.-ΔΕΚ. 2010



[1] Μα­ξί­μου τοῦ Ὁ­μο­λο­γη­τοῦ, Φι­λο­κα­λί­α τῶν νη­πτι­κῶν καί ἀ­σκη­τι­κῶν, Πα­τε­ρι­καί ἐκ­δό­σεις «Γρη­γό­ριος ὁ Πα­λα­μᾶς», τόμ. 15 Γ΄ Θεσ­σα­λο­νί­κη 1995, σελ. 104

Σχετικά