ΣΤΟΝ ΑΕΡΑΕΡΩ — ΡαδιοΣυχνότητα
Ενωμένη ΡωμηοσύνηΕνωμένη ΡωμηοσύνηΚΕΝΤΡΟΝ ΕΝΟΤΗΤΟΣ ΚΑΙ ΜΕΛΕΤΗΣ
ΠΡΟΒΟΛΗΣ ΤΩΝ ΑΞΙΩΝ ΜΑΣ
ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ
Πανελλήνια Σύναξη στην ΙερισσόΣημαντική Ανακοίνωση προς τα Μέλη και Φίλους της «ΕΝΩΜΕΝΗΣ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗΣ» (Ε.ΡΩ.)Πρόγραμμα των Εκδηλώσεων Ετήσιας Σύναξης της Ε.Ρω στην Ιερισσό – 29/9/22 – 2/10/22Ανάγκες σε συνεργάτεςΠανελλήνια Σύναξη στην ΙερισσόΣημαντική Ανακοίνωση προς τα Μέλη και Φίλους της «ΕΝΩΜΕΝΗΣ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗΣ» (Ε.ΡΩ.)Πρόγραμμα των Εκδηλώσεων Ετήσιας Σύναξης της Ε.Ρω στην Ιερισσό – 29/9/22 – 2/10/22Ανάγκες σε συνεργάτες

Κ΄. Ἡγούμενος Εὐδόκιμος Ξενοφωντινός

1 Ιουλίου 2020 · 20 λεπτά

Απο την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

   Ὁ πα­νο­σι­ο­λο­γι­ώ­τα­τος Κα­θη­γού­με­νος τοῦ Ξε­νο­φῶν­τος Εὐ­δό­κι­μος γεν­νή­θη­κε τό ἔ­τος 1906 στήν Ἀμ­φί­κλεια (Δρύ­μια) Λο­κρί­δος. Ὠ­νο­μα­ζό­ταν κα­τά κό­σμον Εὐ­στά­θιος Σκου­φᾶς τοῦ Δη­μη­τρί­ου καί τῆς Χρυ­σού­λας. Γιά τήν ζω­ή του στόν κό­σμο δέν ὑ­πάρ­χουν στοι­χεῖ­α, για­τί ὁ Γέ­ρον­τας δέν μι­λοῦ­σε εὔ­κο­λα γιά τόν ἑ­αυ­τό του. Φαί­νε­ται ὅ­τι εἶ­χε εὐ­λά­βεια καί ζοῦ­σε προ­σε­κτι­κή ζω­ή. Ἐ­ξω­μο­λο­γεῖ­το καί ἐκ­κλη­σι­ά­ζε­το. Ἔ­κα­νε τήν στρα­τι­ω­τι­κή του θη­τε­ί­α μέ τόν βαθμό τοῦ Λο­χί­α. Ὅ­ταν ἀ­πε­φά­σι­σε νά γί­νη μο­να­χός, πῆ­γε πρῶ­τα στήν Μο­νή Ὀ­λυμ­πι­ώ­τισ­σας, ἀλ­λά δέν ἀ­να­πα­ύ­τη­κε λό­γῳ τῶν πολ­λῶν ἐ­πι­σκε­πτῶν καί κυ­ρί­ως τῶν γυ­ναι­κῶν. Σκέ­φτη­κε τό­τε νά μο­νά­ση στό Ἅ­γιον Ὄ­ρος καί συμ­βου­λεύ­τη­κε τόν Πνευ­μα­τι­κό του. Ἐ­κεῖ­νος τόν ἀ­πέ­τρε­ψε δυ­στυ­χῶς λέ­γον­τάς του ὅ­τι ἐ­κεῖ πᾶ­νε ὅ­λοι οἱ ἐγ­κλη­μα­τί­ες.

   Ὁ νε­α­ρός Εὐ­στά­θιος ὅ­μως δέν ἐ­πη­ρε­ά­στη­κε. Ἀ­κο­λου­θών­τας τήν θε­ϊ­κή φω­νή πού τόν κα­λοῦ­σε νά ἀ­φι­ε­ρώ­ση τόν ἑ­αυ­τόν του στόν Θε­ό, ἦλ­θε στό Ἅ­γιον Ὄ­ρος τό ἔ­τος 1929 σέ ἡ­λι­κί­α εἴ­κο­σι τρι­ῶν ἐ­τῶν, μα­ζί μέ ἕ­ναν συ­στρα­τι­ώ­τη του. Φαί­νε­ται πώς δέν ἐ­γνώ­ρι­ζε κά­ποι­ον μο­να­χό καί δέν εἶ­χε προ­τί­μη­ση ποῦ νά ἐγ­κα­τα­βι­ώ­ση. Τό­τε τά Μο­να­στή­ρια ἦ­ταν ἐ­παν­δρω­μέ­να καί δέν κρα­τοῦ­σαν εὔ­κο­λα νέ­ους γιά μο­να­χούς. Πῆ­γε ἀρ­χι­κά στήν Μο­νή Ξη­ρο­πο­τά­μου, ἀλ­λά δέν τόν δέ­χθη­καν καί ἔ­φθα­σε στοῦ Ξε­νο­φῶν­τος. Ἐ­κεῖ, παρ᾿ ὅ­λο πού δέν εἶ­χαν ἀ­νάγ­κη ἀ­πό ἄλ­λους μο­να­χούς, τόν θε­ώ­ρη­σαν χρή­σι­μο γιά βα­ρειά δι­α­κο­νή­μα­τα ἐ­πει­δή τόν εἶ­δαν σω­μα­τώ­δη καί ρω­μα­λέ­ο. Τόν κρά­τη­σαν καί τόν ρώ­τη­σαν ἄν μπο­ρῆ νά βο­η­θᾶ στό μα­γει­ρεῖ­ο. Τοῦ ἔ­δω­σαν ἕ­να ζω­στι­κό καί ἔ­μει­νε πέν­τε χρό­νια στό δι­α­κό­νη­μα. Στό Μο­να­στή­ρι προ­σῆλ­θε στίς 4 Φε­βρου­α­ρί­ου 1929 καί με­τά ἀ­πό ἕ­να χρό­νο δο­κι­μῆς, στίς 16 Μαρ­τί­ου 1930, ἐ­κά­ρη μο­να­χός μέ τό ὄ­νο­μα Εὐ­δό­κι­μος. Πράγ­μα­τι τοῦ ταί­ρια­ζε αὐ­τό τό ὄ­νο­μα, για­τί εὐ­δο­κί­μη­σε σέ ὅ­λα τά δι­α­κο­νή­μα­τα πού τοῦ ἀ­νέ­θε­σαν κα­θώς ἦ­ταν ἡ τά­ξη στά πα­λαι­ά κοι­νό­βια, πέ­ρα­σε ἀπ᾿ ὅ­λα τά δι­α­κο­νή­μα­τα. Ἔ­κα­νε στήν συ­νέ­χεια ἄλ­λα πέν­τε χρό­νια Ἐκ­κλη­σι­α­στι­κός. Ξυ­πνοῦ­σε πο­λύ ἐ­νω­ρίς, ἑ­τοί­μα­ζε τήν Ἐκ­κλη­σί­α καί κρά­τη­σε τήν κα­λή συ­νή­θεια νά κα­τε­βαί­νη πρίν ἀπ᾿ ὅ­λους στήν Ἐκ­κλη­σί­α σ᾿ ὅ­λη τήν μο­να­χι­κή του ζω­ή.

Ἔ­κα­νε κα­θα­ρή καί τα­κτι­κή ἐ­ξα­γό­ρευ­ση στόν π. Πο­λύ­καρ­πο, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἦ­ταν σέ με­γά­λα μέ­τρα ἀ­ρε­τῆς. Ἔ­λε­γε ἀρ­γό­τε­ρα: «Ἡ κα­θη­με­ρι­νή ἐ­ξα­γό­ρευ­σή μου μέ βο­ή­θη­σε νά σώ­σω τήν μο­να­χι­κή μου ἀ­κρί­βεια».

Εἶ­χε πράγ­μα­τι μο­να­χι­κή ἀ­κρί­βεια καί κά­πο­τε πού τόν ρώ­τη­σαν, ἄν ἐ­πι­τρέ­πε­ται οἱ μο­να­χοί νά κο­λυμ­βοῦν στήν θά­λασ­σα, ἀ­πάν­τη­σε: «Στά χρό­νια  μας (ὅ­ταν δη­λα­δή ἦ­ταν νέ­ο κα­λο­γέ­ρι) καί νά κοι­τά­ξης τήν θά­λασ­σα ἐ­θε­ω­ρεῖ­το ἁ­μαρ­τί­α».

Ἐν συ­νε­χεί­ᾳ ἐρ­γά­σθη­κε στό βου­νό ἀρ­κε­τά χρό­νια ὡς ὑ­πεύ­θυ­νος τῶν δα­σερ­γα­τῶν. Ἐ­κτός ἀ­πό μου­λά­ρια τό Μο­να­στή­ρι εἶ­χε καί βό­δια μέ τά ὁ­ποῖ­α ἔ­συ­ραν τούς κομ­μέ­νους κορ­μούς τῶν δέν­δρων. Ἦ­ταν πο­λύ κο­πι­α­στι­κή ἐρ­γα­σί­α, στήν ὁ­ποί­α συμ­με­τεῖ­χε πρῶ­τος καί κα­λύ­τε­ρος ὁ πα­τήρ Εὐ­δό­κι­μος. Ἔ­κα­νε καί ὑ­πεύ­θυ­νος στήν φύ­λα­ξη τῶν ταύ­ρων (ταυ­ριά). Ἦ­ταν βια­στής μο­να­χός καί ὅ­ταν ἐρ­γα­ζό­ταν ἔ­λε­γε τήν εὐ­χή.

Κά­πο­τε, σ᾿ ἕ­να βα­ρύ χει­μῶ­να, ἀ­πο­κλεί­στη­κε   στό βου­νό ἀ­πό τά χι­ό­νια μέ τόν βο­η­θό του, ἕ­να κο­σμι­κό ἐρ­γά­τη. Φρόν­τι­ζαν τά ταυ­ριά καί ἔ­με­ναν σ᾿ ἕ­να σπί­τι χω­ρίς Ἐκ­κλη­σί­α στήν θέ­ση «Ζα­χα­ρᾶ». Οἱ προ­μή­θει­ές τους τε­λεί­ω­σαν καί ἔ­πρε­πε νά πά­η κά­ποι­ος νά φέ­ρη τρό­φι­μα. Προ­θυ­μο­ποι­ή­θη­κε νά πά­η ὁ ἐρ­γά­της, ἀλ­λά ὁ πα­τήρ Εὐ­δό­κι­μος δέν τόν ἄ­φη­σε λέ­γον­τάς του: «Ἐ­σύ ἔ­χεις γυ­ναῖ­κα καί παι­διά· θά πά­ω ἐ­γώ πού δέν ἔ­χω ὑ­πο­χρε­ώ­σεις κι ἄν χα­θῶ κα­νε­ίς δέν θά μέ κλά­ψει». Ξε­κί­νη­σε τό πρωΐ χω­μέ­νος μέ­σα στά χι­ό­νια, πῆ­ρε ὅ,τι μπο­ροῦ­σε νά ση­κώ­ση στήν πλά­τη του, καί γύ­ρι­σε μέ πο­λύ κό­πο τό σο­ύ­ρου­πο. Ὁ ἐρ­γά­της ὅ­λη τήν ἡ­μέ­ρα κοίτα­ζε τόν δρό­μο. Ὅ­ταν ἐ­πι­τέ­λους τόν εἶ­δε νά πλη­σι­ά­ζη, χά­ρη­κε καί τοῦ φά­νη­κε ὅ­τι εἶ­χε φῶς μα­ζί του. Ὅ­ταν πλη­σί­α­σε ὅ­μως εἶ­δε μό­νο τό πρό­σω­πό του νά λάμ­πη, χω­ρίς νά κρα­τᾶ φῶς, καί τοῦ τό ἐ­ξω­μο­λο­γή­θη­κε. «Πᾶ­ψε», τοῦ εἶ­πε, «θά μοῦ πεῖς ὅ­τι εἶ­μαι καί ἅ­γιος». Καί δέν ἔ­δω­σε ση­μα­σί­α.  

Γιά ἕ­να χρο­νι­κό δι­ά­στη­μα ἀ­πό 1–12–1945 μέ­χρι 13–4–1946 ἀ­πῆλ­θε οἰ­κει­ο­θε­λῶς τῆς Μο­νῆς, ἄ­γνω­στο γιά ποι­ό λό­γο, καί σύν­το­μα ἐ­πα­νῆλ­θε.

Ὅ­ταν ἀρ­γό­τε­ρα δη­μι­ουρ­γή­θη­κε πρό­βλη­μα στή   δι­ο­ί­κη­ση τῆς Μο­νῆς καί δέν μπο­ροῦ­σε νά στα­θε­ρο­ποι­η­θῆ κά­ποι­ος Ἡ­γού­με­νος, ἀ­φοῦ σέ ἕ­να χρό­νο ἄλ­λα­ξαν ἑ­πτά Ἡ­γου­μέ­νους, ἔ­φθα­σαν καί στόν π. Εὐ­δό­κι­μο πού μέ­χρι τό­τε ἦ­ταν ἁ­πλός μο­να­χός καί ἐρ­γα­ζό­ταν στό βου­νό. Τόν εἶ­χαν κά­νει πρίν προ­ϊ­στά­με­νο καί ἄρ­χι­σε νά βά­ζη τά­ξη στό Μο­να­στή­ρι. Τοῦ πρό­τει­ναν, νά χει­ρο­το­νη­θῆ πα­πᾶς καί νά τόν κά­νουν Ἡ­γο­ύ­με­νο, ἀλ­λά δέν δε­χό­ταν. Κα­τώρ­θω­σε ὅ­μως ὁ Ἡ­γο­ύ­με­νος τοῦ Δι­ο­νυ­σί­ου Γα­βρι­ήλ, τόν ὁ­ποῖ­ον συμ­βου­λευ­ό­ταν καί θα­ύ­μα­ζε, νά τόν πε­ί­ση νά δε­χθῆ. Ἔ­τσι χει­ρο­το­νή­θη­κε Πρε­σβύ­τε­ρος στίς 15–11– –1953 καί ἐν­θρο­νί­στη­κε Ἡ­γού­με­νος στίς 14–12–1953.

Με­τά τήν ἐ­κλο­γή του σέ Ἡ­γού­με­νο κά­ποι­ος τόν εἰ­ρω­νεύ­τη­κε: «Σύ εἶ ὁ ἐρ­χό­με­νος ἤ ἕ­τε­ρον προσ­δοκῶ­μεν;»[1]. Δέν τοῦ ἀ­πάν­τη­σε, ἀλ­λά εἶ­πε μέ­σα του: «Θά σέ βο­λέ­ψω». Αὐ­τός ὁ μο­να­χός ἦ­ταν καί Ἀν­τι­πρό­σω­πος καί ἔ­λυ­νε καί ἔ­δε­νε. Αὐ­τός ἦ­ταν ἡ αἰ­τί­α πού δέν στέ­ρι­ω­νε Ἡ­γο­ύ­με­νος. Ὁ πα­πα–Εὐ­δό­κι­μος τόν ἔ­βγα­λε ἀ­πό Ἀν­τι­πρό­σω­πο καί ἡ­σύ­χα­σε τό Μο­να­στή­ρι.

Φαί­νε­ται ὅ­τι ὁ πα­πα–Εὐ­δό­κι­μος ἦ­ταν ὁ κα­τάλ­λη­λος νά γί­νη Ἡ­γο­ύ­με­νος, για­τί βο­ή­θη­σε τό Μο­να­στή­ρι του. Ὁ ἴ­διος ἀρ­γό­τε­ρα ἔ­λε­γε μέ τα­πεί­νω­ση: «Μπο­ρεῖ πνευ­μα­τι­κά νά μή βο­ή­θη­σα τό Μο­να­στή­ρι, ἀλ­λά ὑ­λι­κά τό βο­ή­θη­σα». Ἦ­ταν πα­ρά­δειγ­μα γιά ὅ­λους τούς πα­τέ­ρες καί ἦ­ταν πρῶ­τος στά δι­α­κο­νή­μα­τα καί στίς ἀ­κο­λου­θί­ες. Ἐ­πει­δή οἱ πα­τέ­ρες ἦ­ταν λί­γοι καί ἡ­λι­κι­ω­μέ­νοι, ὁ ἡ­γο­ύ­με­νος Εὐ­δό­κι­μος ἔ­κα­νε τόν μάγ­κι­πα (φούρ­να­ρη), τόν μά­γει­ρα, τόν Ἐκ­κλη­σι­α­στι­κό, τόν Ἐ­φη­μέ­ριο. Δέν στα­μα­τοῦ­σε κα­θό­λου. Θυ­σί­α­ζε τόν ἑ­αυ­τό του καί ἐ­στε­ρεῖ­το τόν ὕ­πνο γιά νά προ­λα­βα­ί­νη τίς δου­λει­ές.  Ὡς Ἡ­γού­με­νος δέν ἄλ­λα­ξε τήν συμ­πε­ρι­φο­ρά του. Τό κελ­λί του ἦ­ταν ἁ­πλό καί ἔ­με­νε μα­ζί μέ το­ύς ὑ­πό­λοι­πους ἱ­ε­ρεῖς σέ μί­α πτέ­ρυ­γα κοντά στό πα­ρεκ­κλή­σι τῆς Ἁ­γί­ας Εὐ­φη­μί­ας. Ὅ­ταν πή­γαι­νε κά­ποι­ος γιά μί­α ὑ­πό­θε­ση στόν Ἡ­γο­ύ­με­νο, τόν δε­χό­ταν στό κελ­λί του. Σέ ὅ­λα τά χρό­νια καί τά στά­δια τῆς κα­λο­γε­ρι­κῆς του εἶ­χε ὡς ἀρχή, ὅ­ποι­ος τοῦ κτυ­ποῦ­σε τήν πόρ­τα, ὅ­ποι­α ὥ­ρα καί νά ἦ­ταν, ἀ­κό­μη καί νά κοι­μό­ταν, πε­τα­γό­ταν ἀ­μέ­σως καί ἄ­νοι­γε. Ἔ­λε­γε: «Τόν ὕ­πνο τόν ξα­να­βρί­σκω, τόν ἀ­δελφό τόν ξα­να­βρί­σκω;». Ἦ­ταν σάν  μάν­να πού φρόν­τι­ζε γιά ὅ­λους. Καί κα­λό­γε­ροι τα­λαι­πω­ρη­μέ­νοι ἀ­πό ἄλ­λα Μο­να­στή­ρια εὕ­ρι­σκαν κα­τα­φύ­γιο κοντά του καί το­ύς ἐρ­γά­τες ἐ­ξυ­πη­ρε­τοῦ­σε μέ ἀ­γά­πη. Τήν πόρ­τα τοῦ κελ­λιοῦ του δέν τήν κλε­ί­δω­νε. Ἦ­ταν ἀ­νοι­χτή γιά ὅ­λους.

Φο­ροῦ­σε τά ἴ­δια ροῦ­χα, ἁ­πλά, κα­λο­γε­ρι­κά, λί­γο λε­ρω­μέ­να. Ἀ­κό­μη καί τά πα­πού­τσια του, ὅ­ταν χα­λοῦ­σαν, δέν ἀ­γό­ρα­ζε και­νούρ­για ἀλ­λά τά μπά­λω­νε ὁ ἴ­διος, καί γι᾿ αὐ­τό με­ρι­κοί τόν ἀ­πο­κα­λοῦ­σαν ἐμ­παι­κτι­κά «Τσα­ρού­χα». Δέν ἀ­γά­πη­σε τίς με­γα­λο­πρέ­πει­ες καί δέν τόν συγ­κι­νοῦ­σαν τά πο­λυ­τε­λῆ ἄμ­φια. Σπά­νια φο­ροῦσε τόν ἡγουμενικό μαν­δύ­α. Μία φο­ρά πού τοῦ ἔ­δω­σαν νά φο­ρέ­ση μαν­δύ­α, ἀ­στε­ϊ­ζό­με­νος εἶ­πε: «Δέν κρυ­ώ­νω». Ὅ­ταν ἔ­βλε­πε κά­ποι­ον κα­λό­γε­ρο νά φο­ρᾶ ἐ­πί­ση­μο φαρ­δο­μά­νι­κο ρά­σο, τοῦ ἔ­λε­γε: «Ἔ, κα­κο­μοί­ρη μου (συ­νή­θης ἔκ­φρα­σή του) ἤ Ἀρ­χι­μαν­δρί­της τοῦ Πα­τρι­αρ­χεί­ου εἶ­σαι ἤ προ­ϊ­στά­με­νος Ἰδιορρυθμίτης».

Ὡς Ἡ­γού­με­νος ἀ­γω­νί­στη­κε μέ ὅ­λες του τίς δυ­νά­μεις νά βο­η­θή­ση οἰ­κο­νο­μι­κά τό Μο­να­στή­ρι πού εἶ­χε με­γά­λες ἀ­νάγ­κες. Γιά νά μήν ξο­δεύ­ων­ται ἄ­σκο­πα χρή­μα­τα, πή­γαι­νε ὁ ἴ­διος στήν Θεσ­σα­λο­νί­κη νά προ­μη­θευ­τῆ τά ἀ­ναγ­καῖ­α τρώ­γον­τας τό πιό φθη­νό φα­γη­τό στό φθη­νό­τε­ρο Ἑστι­α­τό­ριο. Δέν κυ­κλο­φο­ροῦ­σε σάν Ἡ­γο­ύ­με­νος ἐ­πί­ση­μα, ἀλ­λά σάν ἁ­πλός κα­λό­γε­ρος. Ἐ­πέ­στρε­φε στήν Οὐ­ρα­νού­πο­λη καί ἀ­πό ἐ­κεῖ μερικές φο­ρές γύ­ρι­ζε στό Μο­να­στή­ρι πε­ζο­πο­ρών­τας 7–8 ὧ­ρες, γιά νά μήν πλη­ρώ­ση εἰ­σι­τή­ριο στό κα­ρά­βι. Κά­πο­τε βγῆ­κε στήν Θεσ­σα­λο­νί­κη καί ἐ­πέ­στρε­φε ἔ­χον­τας μα­ζί του πολ­λά χρή­μα­τα. Στήν  Οὐ­ρα­νού­πο­λη ἔ­χα­σε τό κα­ρά­βι. Οἱ Οὐ­ρα­νο­πο­λί­τες ζή­τη­σαν 12 δραχ­μές γιά νά τόν με­τα­φέ­ρουν στοῦ Ξε­νο­φῶν­τος. Αὐ­τός τούς εἶ­πε 10. Δέν συμ­φώ­νη­σαν καί ἦρ­θε στό Μο­να­στή­ρι του μέ τά πό­δια, γιά νά μήν πλη­ρώ­ση 2 δραχ­μές πα­ρα­πά­νω. Τά χρή­μα­τα καί τήν πε­ρι­ου­σί­α τῆς Μο­νῆς τά θε­ω­ροῦ­σε ἱ­ε­ρά, ὅτι ἀ­νῆ­καν στόν Ἅ­γιο καί γι᾿ αὐτό ὁ ἴ­διος φο­βό­ταν νά τά ξο­δεύ­η ἄ­σκο­πα. Εἶ­χε τήν αἴ­σθη­ση ὅ­τι ἦ­ταν δι­α­κο­νη­τής τοῦ Μο­να­στη­ριοῦ. Ἔ­κα­νε καί ἔρ­γα. Ἔ­κτι­σε τά χω­ρί­σμα­τα με­τα­ξύ τῶν πτε­ρύ­γων γιά προ­στα­σί­α ἀ­πό τήν φω­τιά. Αὔ­ξη­σε τά ὑ­πο­στα­τι­κά τῆς Μο­νῆς. Ἀ­πό δέ­κα ἑ­πτά μου­λά­ρια πού βρῆ­κε τά ἔ­κα­νε ἑ­βδο­μῆν­τα. Ἦ­ταν Ἡ­γού­με­νος καί δού­λευ­ε σάν ἐργά­της. Κά­πο­τε ἕ­νας ἐρ­γά­της ἔ­βγα­ζε ρα­κί καί πῆ­ρε φω­τιά ἡ σκε­πή. Φώ­να­ξε τόν Ἡ­γού­με­νο. Ἔ­τρε­ξε ὁ ἴ­διος. Δέν κά­λε­σε κα­νέ­ναν ἄλ­λον. Εἶ­πε στόν ἐρ­γά­τη: «Μή φο­βᾶ­σαι». Ἔ­σβη­σε τήν φω­τιά μό­νος του καί δέν εἶ­πε σέ κα­νέ­ναν τί­πο­τε.

Γύ­ρι­ζε στό Μο­να­στή­ρι καί ἔ­βλε­πε στό Δο­χει­ό ἄν λεί­πη κά­τι. Ψά­ρια δέν ἀ­γό­ρα­ζε. Ἔρ­χον­ταν με­ρι­κές φο­ρές Ἰ­τα­λοί ψα­ρά­δες μέ φου­σκω­τές βάρ­κες καί γέ­μι­ζαν τό Δο­χειό μέ ρο­φούς. Ἔ­κα­ναν καί πα­στούς ρο­φούς καί ὁ Ἡ­γού­με­νος τούς ἔ­δι­νε «κρα­σο­ρά­κι» (κρα­σί καί ρα­κί). Ἦ­ταν κα­λός στό κου­μάν­το, ἄν καί με­ρι­κοί προ­ϊ­στά­με­νοι τόν θε­ω­ροῦ­σαν σφι­χτό.

Κά­ποι­ος προ­ϊ­στά­με­νος μα­γεί­ρευ­ε μό­νος του στό κελ­λί καί ὁ Ἡ­γού­με­νος τό κα­τά­λα­βε. Τοῦ εἶ­πε:

–Κα­κο­μοί­ρη, οἱ μυ­ρου­δι­ές ἔ­φθα­σαν μέ­χρι τό μα­γει­ρεῖ­ο.

–Ἅ­μα βά­λης τέ­τοι­α φα­γη­τά στήν τρά­πε­ζα, θά στα­μα­τή­σω νά μα­γει­ρεύ­ω στό κελ­λί.

–Ἅ­μα βά­λω τέ­τοι­α φα­γη­τά, θά τό ρί­ξου­με ἔ­ξω τό Μο­να­στή­ρι.

Ὁ Ἡ­γού­με­νος Εὐ­δό­κι­μος ἦ­ταν ἔ­ξυ­πνος, εὔ­στρο­φος, δί­και­ος καί εὐ­θύς στά λό­για καί στά ἔρ­γα του. Κά­πο­τε ἔ­κλε­ψε κά­ποι­ος ξύ­λα καί αὐ­τός ἀ­κο­λου­θών­τας τά ἴ­χνη τῶν ζώ­ων βρῆ­κε τά κλεμ­μέ­να ξύ­λα. Δέν ζή­τη­σε τί­πο­τε, δέν τόν μά­λω­σε, μό­νο τοῦ εἶ­πε: «Εὐ­λο­γη­μέ­νε, για­τί δέν μοῦ εἶ­πες ὅ­τι ἔ­χεις ἀ­νάγ­κη ἀ­πό ξύ­λα νά σοῦ δώ­σω;».

Κά­πο­τε ἦρ­θε ἕ­νας ἔμ­πο­ρος νά ἀ­γο­ρά­ση τούς ταύ­ρους πού ἔ­τρε­φε ἡ Μο­νή. Πο­νη­ρά σκε­φτό­με­νος, γιά νά κερ­δί­ση πα­ρα­νό­μως, ἔ­κλει­σε γιά δύ­ο μέ­ρες τούς ταύ­ρους στόν σταῦ­λο νη­στι­κούς χω­ρίς νε­ρό καί τούς  ἔ­φε­ρε  στό  Μο­να­στή­ρι τή  νύ­χτα  γιά  νά τούς ζυ­γί­σουν. Ὁ Ἡ­γού­με­νος, ὅ­ταν τούς εἶ­δε, κα­τά­λα­βε τί εἶ­χε συμ­βῆ, κά­λε­σε ἕ­ναν ἐρ­γά­τη, καί τά με­σά­νυ­χτα τά­ϊ­σαν τούς ταύ­ρους πί­του­ρα μέ ἁ­λά­τι. Τά ζῶ­α δί­ψα­σαν. Ἔ­πει­τα τά πό­τι­σαν, ἤ­πιαν πο­λύ νε­ρό καί ἦρ­θαν στά κι­λά τους. Ὅ­ταν εἶ­δε ὁ ἔμ­πο­ρος το­ύς τα­ύ­ρους μέ φου­σκω­μέ­νες τίς κοι­λι­ές, εἶ­πε: «Μέ­χρι τώ­ρα ὅ­λους τούς ξε­γε­λοῦ­σα. Αὐ­τόν τόν κα­λό­γε­ρο (Ἡ­γού­με­νο Εὐ­δό­κι­μο) δέν μπό­ρε­σα νά τόν ξε­γε­λά­σω». Γιά νά μήν ἐ­πι­βα­ρύ­νη τήν συ­νε­ί­δη­σή του μέ ἁ­μαρ­τί­α ὁ ἔμ­πο­ρος καί ἐ­πει­δή ἡ ἀ­δι­κί­α ἀ­φο­ροῦ­σε τά συμ­φέ­ρον­τα τῆς Μο­νῆς ὁ Ἡ­γού­με­νος δέν τήν ἀνέ­χθη­κε.

Πο­ύ­λη­σε κτῆ­μα τῆς Μο­νῆς καί οἱ δι­κη­γό­ροι τοῦ πρό­τει­ναν νά τοῦ δώ­σουν με­ρί­διο ἀ­πό τά χρή­μα­τα. Ἀ­πάν­τη­σε: «Ὅ,τι ζή­τη­σα εἶ­ναι γιά τό Μο­να­στή­ρι μου. Γιά τόν ἑ­αυ­τό μου δέν θέ­λω τί­πο­τε, για­τί εἶ­μαι κα­λό­γε­ρος καί οἱ κα­λό­γε­ροι δέν ἔ­χουν τί­πο­τε δι­κό τους».  ­

Ὁ ἡ­γού­με­νος Εὐ­δό­κι­μος κρυ­φά ἔ­κα­νε πολ­λές ἐ­λε­η­μο­σύ­νες. Ὅ­ταν ἔ­βγαι­νε ἔ­ξω, ἔ­παιρ­νε τό πορ­το­φό­λι του γε­μᾶ­το καί τό μπλόκ τῶν ἀ­πο­δεί­ξε­ων. Ὅ­ποι­ος φτω­χός τοῦ ζη­τοῦ­σε χρή­μα­τα τοῦ ἔ­δι­νε. Ὅ­ποι­ος εἶ­χε ἀ­νάγ­κες με­γα­λύ­τε­ρες τοῦ ἔ­κο­βε μία ἀ­πό­δει­ξη λέ­γον­τας: «Ὅ­ταν μπο­ρέ­σης, τά γυ­ρί­ζεις». Ἔ­κα­νε δέ­μα­τα μέ τρό­φι­μα, τά ἔ­παιρ­νε μα­ζί του καί τά ἔ­δι­νε σέ φτω­χές οἰ­κο­γέ­νει­ες. Βο­ή­θη­σε φτω­χό μα­θη­τή ἀ­πό τά χω­ριά τῆς Χαλ­κι­δι­κῆς νά σπου­δά­ση. Σή­με­ρα εἶ­ναι κα­θη­γη­τής Πα­νε­πι­στη­μί­ου καί εὐ­γνω­μο­νεῖ τόν ἡ­γού­με­νο Εὐ­δό­κι­μο.

Με­τα­ξύ τῶν ἀ­ρε­τῶν τοῦ Ἡ­γου­μέ­νου ξε­χώ­ρι­ζε  ­καί ἡ τε­λε­ί­α ξε­νιτεί­α του. Δέν εἶ­χε καμ­μία ἐ­πικοι­νωνί­α μέ τούς κα­τά σάρ­κα συγ­γε­νεῖς του. Κά­πο­τε πού το­ύς ἔ­στει­λε ἐ­πι­στο­λή γιά κά­ποι­α ἀ­ναγ­καί­α ὑ­πό­θε­ση, αὐ­τοί οὔ­τε κἄν τόν θυμόνταν.

Στίς δογ­μα­τι­κές του πε­ποι­θή­σεις ἦ­ταν ἀ­κρι­βής φύ­λα­κας τῶν Ὀρ­θο­δό­ξων πα­ρα­δό­σε­ων. Συμ­φώ­νη­σαν μέ ἄλ­λους Ἡ­γου­μέ­νους νά κό­ψουν τό μνη­μό­συ­νο τοῦ Πα­τριά­ρχου. Οἱ ἄλ­λοι με­τά ἀ­πό ἕ­να δι­ά­στη­μα ἄρ­χι­σαν νά μνη­μο­νεύ­ουν. Στόν γέ­ρον­τα Εὐ­δό­κι­μο ἦρ­θε Πα­τρι­αρ­χι­κή Ἐ­ξαρ­χί­α μέ Πρό­ε­δρο τόν Σταυ­ρου­πό­λε­ως Μά­ξι­μο. Ἀ­φοῦ ἐ­ξή­γη­σε το­ύς λό­γους γιά το­ύς ὁ­πο­ί­ους ἔ­κο­ψε τό μνη­μό­συ­νο, τόν ρώ­τη­σε ὁ Πρό­ε­δρος τῆς Ἐ­ξαρ­χί­ας:

–Ἅ­γι­ε Ἡ­γο­ύ­με­νε, πό­σους κα­λο­γέ­ρους ἔ­χεις ἐ­δῶ;

–Γιά φα­γη­τό ἤ γιά δου­λειά; ἀ­πάν­τη­σε.

–Πῶς μι­λᾶς ἔ­τσι, τοῦ εἶ­πε θυ­μω­μέ­νος ὁ Δε­σπό­της, δέν ξέ­ρεις ὅ­τι τό μπα­στο­ύ­νι πού κρα­τᾶς μπο­ρῶ νά σοῦ τό πά­ρω;

–Πᾶρ­τε το, ἀ­πάν­τη­σε καί πα­ρέ­δω­σε τό χασ­δρά­νι. Ἐ­δῶ δέν ἦρ­θα γιά νά κά­νω τόν Ἡ­γο­ύ­με­νο, ἀλ­λά γιά τήν σω­τη­ρί­α τῆς ψυ­χῆς μου.

Ἔ­τσι στίς 10–3–1974 μέ Πα­τρι­αρ­χι­κή ἀ­πό­φα­ση ἔ­γι­νε ἔκ­πτω­τος τοῦ Ἡ­γου­με­νι­κοῦ ἀ­ξι­ώ­μα­τος. Ὕ­στε­ρα ὁ τό­τε πο­λι­τι­κός Δι­οι­κη­τής κ. Δ. Κρι­ε­κο­ύ­κιας μέ τό ὑπ᾿ ἀ­ριθμ. Φ. 26/12/15. 6. 1974  ἔγ­γρα­φό του δι­έ­τα­ξε «τήν ἀ­πο­μά­κρυν­σιν τοῦ Ἡ­γου­μέ­νου π. Εὐ­δο­κί­μου ἐκ τῆς Ἱ­ε­ρᾶς αὐ­τοῦ με­τα­νο­ί­ας, ἐ­πει­δή οὗ­τος πα­ρα­μέ­νει εἰς τάς ἰ­δί­ας αὐ­τοῦ πνευ­μα­τι­κάς θέ­σεις». Ἀλ­λά ἡ δι­α­τα­γή του δέν ὑ­λο­ποι­ή­θη­κε.   

Στό δι­ά­στη­μα αὐ­τό με­τά τήν ἔκ­πτω­σή του ἀ­πό Ἡ­γο­ύ­με­νος  συ­νέ­χι­σε  νά  βο­η­θᾶ τό Μο­να­στή­ρι στά δι­ά­φο­ρα  δι­α­κο­νή­μα­τα.  Ἦ­ταν  ἄν­θρω­πος  με­γά­λης σω­μα­τι­κῆς ἀν­το­χῆς. Ἡ  Μο­νή τό­τε ἐ­στε­ρεῖ­το ἐ­φη­μερί­ου καί λει­τουρ­γοῦ­σε τίς κα­θη­με­ρι­νές ὁ πα­πα–Ἰ­ω­αν­νί­κιος ἀ­πό τήν Σκή­τη τοῦ Ξε­νο­φῶν­τος καί τίς Κυ­ρια­κές καί ἑ­ορ­τές ὁ γε­ρω–Εὐ­δό­κι­μος. Συ­νέ­βη νά λεί­πη στήν Θεσ­σα­λο­νί­κη. Τό πρωΐ τοῦ Σαβ­βά­του ἦλ­θε στήν Οὐ­ρα­νού­πο­λη καί, ἐ­πει­δή δέν εἶ­χε συγ­κοι­νω­νία­, ἦρ­θε μέ τά πό­δια (8 ὧ­ρες πο­ρεί­α)· ἔ­κα­νε τόν ἐ­φη­μέ­ριο στήν ἀ­γρυ­πνί­α καί τήν Κυ­ρια­κή τό πρωΐ λει­τούρ­γη­σε κα­νο­νι­κά, ἐ­νῶ ἦ­ταν τό­τε ἄ­νω τῶν 70 ἐ­τῶν.

Ἀ­γα­ποῦ­σε πο­λύ τήν Μο­νή τῆς με­τα­νοί­ας του, πού ἦ­ταν γι᾿ αὐ­τόν ὁ ἐ­πί­γει­ος πα­ρά­δει­σος. Αἰ­σθα­νό­ταν σάν τόν Ἀ­δάμ πού φυ­λά­ει καί καλ­λι­ερ­γεῖ τόν πα­ρά­δει­σο. Ἀλ­λά ἔ­μελ­λε νά βρε­θῆ ἐ­κτός τῆς Μο­νῆς του ἀ­πό τίς 24–10–1977 τρί­α χρό­νια με­τά τήν ἀ­νω­τέ­ρω δι­α­τα­γή. Δέν στε­νο­χω­ρή­θη­κε τό­σο πού ἔ­χα­σε τό ἀ­ξί­ω­μα τοῦ Ἡ­γου­μέ­νου, ἀλ­λά ὑ­πέ­φε­ρε πο­λύ πού ἦ­ταν ἐ­ξό­ρι­στος ἀ­πό τό Μο­να­στή­ρι του γιά τό ὁ­ποῖ­ο τό­σους ἱ­δρῶ­τες ἔ­χυ­σε καί στό ὁ­ποῖ­ο εἶ­χε ζή­σει 48 χρό­νια, ἐκ τῶν ὁ­πο­ί­ων τά 20 ὡς Ἡ­γο­ύ­με­νος.

Μέ πί­κρα καί πό­νο ἐγ­κα­τα­βί­ω­σε στήν γει­το­νι­κή Μο­νή τοῦ Δο­χει­α­ρί­ου καί ἔ­γι­νε ὑ­πο­τα­κτι­κός σέ ἕ­να ἁ­πλό μο­να­χό. Τοῦ ἔ­κα­νε ὑ­πα­κο­ή καί, ὅ­ταν ἐκεῖνος τόν ἐπέπληττε δη­μο­σί­ως γιά κά­τι, τα­πει­νά ἔ­λε­γε «εὐ­λό­γη­σον». Ἀ­πό αὐ­τό φαί­νε­ται τό μέ­γε­θος τῆς τα­πει­νο­φρο­σύ­νης του.

Γιά νά ἁ­πα­λύ­νη τήν ὀ­δύ­νη του, στίς ἀρ­χές πή­γαι­νε κά­θε μέ­ρα μέ τό κα­ρα­βά­κι στήν Δάφ­νη. Ἤ­θε­λε νά βλέ­πη τό Μο­να­στή­ρι του ἔ­στω καί ἀ­πό μα­κρυ­ά. Ὅ­ταν τό ἔ­βλε­πε, ἔ­κλαι­γε καί ἔ­λε­γε: «Ἐ­κά­θισεν Ἀ­δάμ ἀ­πέ­ναν­τι τοῦ Πα­ρα­δεί­σου…». Ἄλ­λες φο­ρές δι­α­σκε­δά­ζον­τας τόν πό­νο του ρω­τοῦ­σε σάν νά μήν ἤ­ξε­ρε: «Ποιό εἶ­ναι αὐ­τό τό Μο­να­στή­ρι;».

Πολ­λές φο­ρές, ὡς ἐ­ξό­ρι­στος πού ἦ­ταν, αἰ­σθα­νό­ταν νά τόν πνί­γη ἡ ἀ­δι­κί­α καί τοῦ ἔ­λε­γε ὁ λο­γι­σμός του νά δι­α­μαρ­τυ­ρη­θῆ. Ἀλ­λά κά­πο­τε πού δι­ά­βα­ζε τήν Φι­λο­κα­λί­α βρῆ­κε ἕ­να χω­ρί­ο πού τόν ἔ­κα­νε νά πα­ραι­τη­θῆ ἀ­πό κά­θε ἐ­νέρ­γεια. Ἔ­κα­ψε καί τήν ἀλ­λη­λο­γρα­φί­α του μέ κά­ποι­ους πα­λιούς ἐ­χθρούς του, τούς συγ­χώ­ρε­σε καί αἰ­σθάν­θη­κε πο­λύ ἀ­νά­λα­φρος καί χα­ρού­με­νος.

Τοῦ πρό­τει­νε γνω­στός του ἐρ­γά­της νά τοῦ πα­ρα­χω­ρή­ση ἕ­να κτῆ­μα μέ συμ­βό­λαι­ο, νά κά­νη ἔ­ρα­νο καί νά κτί­ση Μο­να­στή­ρι, ἀλ­λά δέν δέ­χτη­κε: «Κτή­μα­τα βρί­σκου­με πολ­λά, ἀλ­λά Ἅ­γιον Ὄ­ρος δέν ὑ­πάρ­χει ἄλ­λο», εἶ­πε. Προ­τί­μη­σε νά πα­ρα­μεί­νη ἐ­ξό­ρι­στος στό Ἅ­γιον Ὄ­ρος, νά ὑ­πο­τα­γῆ στόν τε­λευ­ταῖ­ο ἰ­δι­ορ­ρυθ­μί­τη μο­να­χό καί ἀ­πό Ἡ­γού­με­νος μέ χα­ρά νά κά­νη τόν Ἐκ­κλη­σι­α­στι­κό. Ἔ­λε­γε: «Τό δι­α­κό­νη­μα  τοῦ Ἐκ­κλησι­α­στι­κοῦ εἶ­ναι τό κα­λύ­τε­ρο, για­τί ὁ Ἐκ­κλη­σι­α­στι­κός εἶ­ναι συ­νέ­χεια μέ το­ύς Ἁ­γί­ους, ἀ­φοῦ κά­θε λί­γο ἀ­νά­βει τά καν­τή­λια τους».

Σέ μία πα­νή­γυ­ρη ὁ Τυ­πι­κά­ρης τοῦ εἶ­πε ν᾿ ἀ­νά­ψη τόν Πο­λυ­έ­λε­ο καί ἔκανε ὑπακοή. Ξαφ­νι­κά τοῦ λέ­ει δυ­να­τά μπρο­στά στόν κό­σμο: «Βρέ πα­λιο­τσα­ρο­ύ­χα, τώ­ρα σοῦ εἶ­πα νά τόν ἀ­νά­ψης;». Δέχθηκε σι­ω­πη­λά τήν προ­σβο­λή, ἔ­κα­νε ὑ­πα­κοή καί εἶ­πε μέ­σα του: «Ὑ­πο­μο­νή, Εὐ­δό­κι­με».

Ὅ­ταν ἡ Ἱ­ε­ρά Μο­νή Δο­χει­α­ρί­ου ἔ­γι­νε κοι­νό­βιο, ἡ στά­ση τοῦ προ­η­γου­μέ­νου Εὐ­δο­κί­μου ἦ­ταν δι­α­κρι­τι­κή. Ὅ­ταν ὁ Ἡ­γού­με­νος τοῦ ζη­τοῦ­σε τήν γνώ­μη του, τήν ἔ­λε­γε μέ σε­βα­σμό καί τα­πεί­νω­ση ἀ­πο­κα­λών­τας τόν Ἡ­γού­με­νο «Ἅ­γι­ε Κα­θη­γού­με­νε», καί τοῦ ἔ­βα­ζε με­τά­νοι­α. Οἱ συμ­βου­λές του ἦ­ταν γιά πρα­κτι­κά μο­να­χι­κά θέ­μα­τα. Ἔ­λε­γε στόν Ἡ­γού­με­νο νά οἰ­κο­νο­μῆ το­ύς πα­τέ­ρες καί νά βά­ζη λί­γο λά­δι στό φα­γη­τό τους, ὅ­ταν ἔ­κα­ναν βα­ρει­ές δου­λει­ές. Γιά τόν ἑ­αυ­τό του πα­ρε­κά­λε­σε νά μήν πη­γα­ί­νη στήν τρά­πε­ζα, ἀλ­λά νά τρώ­η στό κελ­λί του. Δέν τό ἔ­κα­νε ἀ­πό ἰ­δι­ορ­ρυθ­μί­α, ἀλ­λά ἐ­πει­δή τοῦ ἀρ­κοῦ­σε νά τρώ­η μία φο­ρά τήν ἡ­μέ­ρα. Ὅ­μως στήν ἀ­κο­λου­θί­α καί στίς ἀ­γρυ­πνί­ες πάν­τα κα­τέ­βαι­νε καί ἔ­ψαλ­λε ὅ­σο τόν βο­η­θοῦ­σε ἡ φω­νή του, ὅ­ταν τοῦ ἔ­λε­γε ὁ Τυ­πι­κά­ρης. Ἐ­πί­σης συμ­βού­λευ­ε «νά κα­θα­ρί­σουν τήν πε­ρι­ο­χή γύ­ρω ἀ­πό τό Μο­να­στή­ρι, ὥ­στε, ἄν κα­ῆ τό δά­σος, νά μήν κα­ῆ καί τό Μο­να­στή­ρι, καί ἄν πά­ρη φω­τιά τό Μο­να­στή­ρι, νά γλυ­τώ­ση τό δά­σος». Τοῦ ἀ­νέ­θε­σαν τό δι­α­κό­νη­μα τοῦ Δα­σάρ­χη καί πα­ρά τήν ἡ­λι­κί­α του κα­θά­ρι­ζε τά μο­νο­πά­τια πρός τίς γει­το­νι­κές Μο­νές καί πρός Κα­ρυ­ές.

Κάποια φο­ρά ἕνας λα­ϊ­κός στήν Δάφνη τοῦ εἶ­πε ὅ­τι ἔ­δω­σε 80.000 δραχ­μές στόν πρώ­ην Προ­σμο­νά­ριο τῆς Μο­νῆς Δο­χει­α­ρί­ου γιά τίς ἀ­νάγ­κες τῆς Μο­νῆς. Ὁ δι­α­κρι­τι­κός Γέροντας πρός στιγ­μήν δέν μί­λη­σε γιά νά μή σκαν­δα­λί­ση τόν δω­ρη­τή, ἀλ­λά ἔ­κα­νε τό ἑ­ξῆς: Ἐ­πι­στρέ­φον­τας στήν Μο­νή βρῆ­κε τόν πρώ­ην Προ­σμο­νά­ριο καί τοῦ εἶ­πε: «Πάτερ, στήν Δάφνη συ­ζη­τοῦν ὅ­τι κά­ποι­ος σοῦ ἔ­δω­σε 80.000 δραχ­μές γιά τήν Μο­νή. Τί θά γί­νει ἅ­μα τό μά­θη ὁ Ἡ­γο­ύ­με­νος; Ἄν θέ­λης κρά­τη­σε 5.000 δραχ­μές καί δῶ­σε μου τά ὑ­πό­λοι­πα καί τά δί­νω ἐ­γώ στόν Ἡ­γο­ύ­με­νο. Ἡ εὐ­θύ­νη εἶ­ναι δι­κή μου». Πράγ­μα­τι τοῦ ἔ­δω­σε τά χρή­μα­τα καί ὁ γε­ρω–Εὐ­δό­κι­μος τά ἔ­δω­σε στόν Ἡ­γο­ύ­με­νο λέγοντάς του: «Ἅ­γι­ε Κα­θη­γο­ύ­με­νε, πά­ρε αὐ­τά τά χρή­μα­τα γιά τό Μο­να­στή­ρι. Κάποιος μοῦ τά ἔ­δω­σε. Ἄν μά­θης ὅ­τι ἦ­ταν πε­ρισ­σό­τε­ρα, τά κρά­τη­σα ἐ­γώ». Ἔ­τσι μέ τήν δι­α­κρι­τι­κή του πα­ρέμ­βα­ση τα­κτο­ποι­ή­θη­κε τό θέ­μα. Ἦ­ταν ἄν­θρω­πος «εἰς οἰ­κο­δο­μήν καί οὐκ εἰς κα­θα­ί­ρε­σιν».

Εἶ­χε μία πνευ­μα­τι­κή ἀρ­χον­τιά καί εὐ­αι­σθη­σί­α αὐ­τός ὁ ἄ­ξε­στος καί ἀ­γροῖ­κος ταυ­ριά­ρης. Κα­νείς δέν τόν εἶ­δε ὀρ­γι­σμέ­νο. Μέ ὅ­λους τούς μο­να­χούς ἦ­ταν πο­λύ φι­λι­κός καί εὐ­χά­ρι­στος. Μέ κα­νέ­ναν δέν εἶ­χε πα­ρε­ξη­γη­θῆ. Συμ­βο­ύ­λευ­ε καί στο­ύς ἄλ­λους, ὅ­ταν γί­νων­ται πα­ρε­ξη­γή­σεις, νά μήν κα­θυ­στε­ροῦν, ἀλ­λά νά συμ­φι­λι­ώ­νων­ται ἀ­μέ­σως βά­ζον­τας με­τά­νοι­α. Ἀ­πέ­φευ­γε τήν ἀρ­γο­λο­γί­α καί τήν κα­τά­κρι­ση. Ἦ­ταν σι­ω­πη­λός καί ὀ­λι­γό­λο­γος. Δέν εἶ­χε χά­ρι­σμα λό­γου, ἀλ­λά πε­ρισ­σό­τε­ρο δί­δα­σκε μέ τό πα­ρά­δειγ­μά του· ὅ,τι ἔ­λε­γε ὅ­μως ἔ­βγαι­νε ἀ­πό τήν πεῖ­ρα του καί ὁ λό­γος του εἶ­χε βα­ρύ­τη­τα.  Πάν­το­τε ζοῦ­σε στήν ἀ­φά­νεια, στό πε­ρι­θώ­ριο καί ἤ­θε­λε νά εἶ­ναι ἀ­πα­ρα­τή­ρη­τος. Ἦ­ταν τό­σο ἡ­συ­χα­στι­κός, πού, ὅ­ταν ἀρ­γό­τε­ρα ἀ­νο­ί­χτη­καν οἱ δρό­μοι, μό­λις ἄ­κου­γε αὐ­το­κί­νη­το κρυ­βό­ταν μέ­σα στό δά­σος. Ὡς χα­ρα­κτή­ρας ἦ­ταν σκλη­ρός μέ τόν ἑ­αυ­τό του καί ἀ­πό­το­μος. Ἐ­ξω­τε­ρι­κά ἦ­ταν πάν­τα ἀ­τη­μέ­λη­τος, μέ ρά­σα πα­λαι­ά καί ὄ­χι τό­σο κα­θα­ρά. Ἀλ­λά εἶ­χε ἐ­σω­τε­ρι­κή κα­θα­ρό­τη­τα καί τά μά­τια του πρό­δι­δαν εὐ­σπλα­χνί­α και συμ­πά­θεια. Τά γέ­νια του ἦ­ταν πυ­κνά καί τό πρό­σω­πό του ἡ­λι­ο­κα­μέ­νο καί αὐ­λα­κω­μέ­νο ἀ­πό ρυ­τί­δες. Τά μαλ­λιά του ἀ­σπρο­κί­τρι­να καί μα­δη­μέ­να, πάν­τα ἀ­τη­μέ­λη­τα καί ἄ­δε­τα.

Ἦ­ταν ἀ­κτή­μων. Τά χρή­μα­τα ἀ­πό τήν σύν­τα­ξη τοῦ ΟΓΑ πού ἔ­παιρ­νε, τά ξό­δευ­ε ἀ­γο­ρά­ζον­τας ἀ­πό τήν Δάφ­νη λά­δι γιά τά καν­τή­λια, χυ­μούς καί γλυ­κί­σμα­τα γιά τούς πα­τέ­ρες τῆς Μο­νῆς. Τά μοί­ρα­ζε ὁ ἴ­διος τήν ὥ­ρα τοῦ δι­α­κο­νή­μα­τος, γιά νά δώ­ση μία ἀ­να­ψυ­χή στούς κο­πι­ῶν­τες πα­τέ­ρες. Ἀπ᾿ τό μου­ρά­γιο πή­γαι­νε στά χω­ρά­φια σάν μι­κρό παι­δί καί τά μο­ί­ρα­ζε γιά νά ἔ­χη καί ὁ ἴ­διος συμ­με­το­χή μέ αὐ­τό τόν τρό­πο σέ ὅ,­τι γι­νό­ταν. 

Πα­ρό­λο πού κερ­νοῦ­σε γλυ­κά το­ύς πα­τέ­ρες, αὐ­τός δέν ἔ­τρω­γε λέ­γον­τας: «Ἐ­μεῖς οἱ πα­λαι­οί δέν μά­θα­με νά τρῶ­με γλυ­κά. Κι ἄν βλέ­πα­με μι­σό λου­κο­ύ­μι πε­τα­μέ­νο, στε­νο­χω­ρι­όμα­σταν καί τό θε­ω­ρο­ύ­σα­με ἁ­μαρ­τί­α. Σήμερα βλέ­πω ἕ­να σω­ρό γλυ­κά. Καί τά τρῶ­νε οἱ πα­τέ­ρες καί τά πε­τᾶ­νε εὔ­κο­λα». 

Γιά τόν ἑ­αυ­τό του δέν ζη­τοῦ­σε τί­πο­τε οὔ­τε εἶ­χε πα­ρά­πο­νο ἀ­πό κα­νέ­ναν. Ἔ­λε­γε στόν μά­γει­ρα νά μήν τοῦ μα­γει­ρεύ­η ἰ­δι­αί­τε­ρο φα­γη­τό, ἀλ­λά νά τοῦ στέλ­νη λί­γο ζου­μί ἀ­πό τό φα­γη­τό τῶν πα­τέ­ρων. Τοῦ πή­γαι­ναν καί ἕ­να πο­τή­ρι κρα­σί, πού τόν κρα­τοῦ­σε κά­πως, για­τί στά γη­ρα­τειά του ἦ­ταν κα­τα­βε­βλη­μέ­νος. Ὅ­ταν ἤ­θε­λε νά τοῦ προ­σφέ­ρη ρα­κί ὁ πορ­τά­ρης, τοῦ ἔ­λε­γε 3–1. Δη­λα­δή νά τό ἀ­ραι­ώ­ση μέ τρί­α μέ­ρη νε­ρό.

Τήν Μ. Σα­ρα­κο­στή ἔ­κα­νε τρι­ή­με­ρη νη­στε­ί­α κά­θε ἑ­βδο­μά­δα. Ἀ­πό Δευ­τέ­ρα μέ­χρι Τε­τάρ­τη τη­ροῦ­σε ἀ­σι­τί­α. Τήν Τε­τάρ­τη κοι­νω­νοῦ­σε στήν Προ­η­γι­α­σμέ­νη καί ὕ­στε­ρα ἔ­τρω­γε ψω­μί καί ἐ­λι­ές. Τήν Πέμπτη πά­λι ἀ­σι­τί­α. Τήν Πα­ρα­σκευή κοι­νω­νοῦ­σε στήν Προ­η­γι­α­σμέ­νη καί ἔ­τρω­γε ψω­μί καί ἐ­λι­ές, ἐ­νῶ τό Σαβ­βα­το­κύ­ρια­κο ἔ­τρω­γε λα­δε­ρό φα­γη­τό. Αὐ­τό τό τυ­πι­κό τό ἐ­πα­να­λάμ­βα­νε κά­θε ἑ­βδο­μά­δα τῆς Μ. Σα­ρα­κο­στῆς.

Τό κελ­λί του ἦ­ταν πο­λύ φτω­χι­κό καί λί­γο ἀ­τη­μέ­λη­το, ὅ­πως καί ὁ ἴ­διος. Κά­πο­τε τό κα­θά­ρι­σαν οἱ πα­τέ­ρες ἐν ἀ­γνοί­ᾳ του καί, ὅ­ταν τό εἶ­δε, εἶ­πε γε­λών­τας: «Αὐ­τό πού κά­να­τε τώ­ρα, ἔ­πρε­πε νά τό κά­νε­τε μία φο­ρά με­τά τόν θά­να­τό μου. Τί θέ­λε­τε καί μπαί­νε­τε στόν κό­πο ἄ­δι­κα;».

Γιά σκέ­πα­σμα εἶ­χε τρεῖς κου­βέρ­τες ραμ­μέ­νες με­τα­ξύ τους καί πι­α­σμέ­νες στόν τοῖ­χο, γιά νά μήν πέ­φτουν ὅ­ταν κοι­μᾶ­ται, καί κρυ­ώ­νη. Κοι­μό­ταν ὅ­πως ἦ­ταν. «Μόνο τά πα­πο­ύ­τσια βγά­ζω», ἔ­λε­γε. Δί­πλα στό κελ­λί του ἦ­ταν ἕ­να Ἐκ­κλη­σά­κι τῶν Τρι­ῶν Ἱ­ε­ραρ­χῶν, μι­κρό καί κα­τα­νυ­κτι­κό. Κά­θε μέ­ρα ἄ­να­βε τά καν­τή­λια, τά δι­α­τη­ροῦ­σε ἀ­κοί­μη­τα μέ πο­λύ με­γά­λες φλό­γες.

Ἀ­πό τίς με­γά­λες του ἀν­τι­πά­θει­ες ἦ­ταν οἱ γά­τες, ἄν καί ἀ­γα­ποῦ­σε πο­λύ τά ζῶ­α. Ἄν ἔ­βλε­πε μο­να­χό νά χα­ϊ­δε­ύ­η γά­τα, τοῦ ἔ­λε­γε: «Μή, κα­κο­μο­ί­ρη μου, δέν κά­νει νά χα­ϊ­δε­ύ­ης τίς γά­τες. Εἶ­ναι μα­λα­κό πρᾶ­μα». Ἐ­νῶ οἱ γά­τες κοι­μόν­ταν ἀ­μέ­ρι­μνες, ὅ­ταν ἄ­κου­γαν τά βή­μα­τά του καί τό μπα­στού­νι του στήν σκά­λα ἔ­τρε­χαν πα­νι­κό­βλη­τες νά κρυ­φθοῦν. Ἦ­ταν ἕ­να θέ­α­μα πού προ­κα­λοῦ­σε γέ­λω­τα. Κά­πο­τε κα­τέ­βη­κε στόν Ἀρ­σα­νᾶ καί ὑ­πῆρ­χε μία γά­τα στό μου­ρά­γιο στήν ἄ­κρη. Ὁ προ­η­γού­με­νος Εὐ­δό­κι­μος προ­χω­ροῦ­σε μέ τό μπα­στού­νι του, ἐ­νῶ ἡ γά­τα μή μπο­ρών­τας νά ξε­φύ­γη ἔ­πε­σε στήν θά­λασ­σα καί βγῆ­κε κο­λυμ­πών­τας. Ἔ­λε­γε γε­λών­τας: «Προ­τί­μη­σε νά αὐ­το­κτο­νή­ση».

Ὁ προ­η­γού­με­νος Εὐ­δό­κι­μος κα­τά τά τε­λευ­ταῖ­α ἔ­τη τῆς ζω­ῆς του εἶ­δε ἕ­να ὅ­ρα­μα. Ἐ­νῶ ἦ­ταν ξα­πλω­μέ­νος, κά­ποι­ος τοῦ ἔ­δει­ξε σάν σέ πί­να­κα ὅ­λες τίς ἁ­μαρ­τί­ες του. Τοῦ εἶ­πε μία φω­νή:

–Οἱ ἁ­μαρ­τί­ες σου δέν ἔ­χουν κα­θα­ρι­σθῆ τε­λεί­ως. Ρώ­τη­σε ὁ προ­η­γού­με­νος:

–Καί πῶς θά δι­α­γρα­φοῦν; Τότε πῆ­ρε τήν ἀ­πάν­τη­ση:

–Μέ τήν εὐ­χή. Ἀ­πό τό­τε ἄρ­χι­σε νά λέ­η τήν εὐ­χή ἀ­βί­α­στα μέ­σα του.

Πάν­τα κρα­τοῦ­σε στό χέ­ρι του ἕ­να 33άρι κομ­πο­σχοί­νι, καί στήν ἀ­κο­λου­θί­α καί ἐ­κτός Ἐκ­κλη­σί­ας, καί ἔ­λε­γε συ­νε­χῶς τήν εὐ­χή. Συ­νή­θως τό κομ­πο­σχοι­νά­κι του ἦ­ταν φτι­αγ­μέ­νο μέ ἁ­πλούς κόμ­πους, ὄ­χι κα­νο­νι­κά πλεγ­μέ­νο, καί με­ρι­κές φο­ρές μέ ἄ­σπρο νῆ­μα.

Στήν ἀ­κο­λου­θί­α ἦ­ταν πρῶ­τος. Στε­κό­ταν στό πρῶ­το στα­σί­δι δε­ξιά τῆς Λι­τῆς κρα­τών­τας τό κο­μπο­σχοι­νά­κι του, ἔ­λε­γε τήν εὐ­χή καί κου­νοῦ­σε τό κε­φά­λι του. Λόγῳ ἡ­λι­κί­ας στα­μά­τη­σε νά λει­τουρ­γῆ, ὅ­πως συ­νη­θί­ζουν οἱ πα­λαι­οί Ἁ­γι­ο­ρεῖ­τες. Ἔ­βα­ζε ὅ­μως πε­τρα­χή­λι καί ἔ­κα­νε τίς ἀ­κο­λου­θί­ες, ὅ­ταν ἔ­λει­πε ὁ Ἐ­φη­μέ­ριος. Ὅ­ταν ζη­τοῦ­σε κα­νείς τήν εὐ­χή του, εὐ­λο­γοῦ­σε λέ­γον­τας: «Θε­ός σχω­ρέσ᾿».

Ἀ­πό τίς ἐ­λά­χι­στες στε­ρε­ό­τυ­πες καί πο­λύ λι­τές σέ λό­για ἀλ­λά πλού­σι­ες σέ βά­θος δι­δα­σκα­λί­ες του ἦ­ταν καί οἱ ἑ­ξῆς:

«Ὁ νοῦς τοῦ ἀν­θρώ­που εἶ­ναι τό πιό γρή­γο­ρο πρᾶγ­μα στόν κό­σμο. Γιά νά μή μᾶς φεύ­γη ἐ­κεῖ πού δέν πρέ­πει, νά λέ­με τήν εὐ­χή συ­νέ­χεια».

«Ἄν ὁ μο­να­χός ἔ­χη ζή­σει σω­στά καί ἔ­χη ἀ­γω­νι­σθῆ στά νειᾶτα του, τό­τε τά γη­ρα­τειά του εἶ­ναι μυ­στα­γω­γί­α καί ἀ­πό­λαυ­ση. Ὅ­πως τό φορ­τω­μέ­νο κα­ρά­βι πού φθά­νει στό λι­μά­νι. Ἄν ὅ­μως ἔ­ζη­σε ἀ­με­λῶς, τό­τε ἀλ­λοί­μο­νό του».

Θέλοντας νά το­νί­ση τήν ἀ­ξί­α τῆς πε­ί­ρας ἔ­λε­γε σέ νε­ώ­τε­ρο μο­να­χό: «Πές μου ὅ­σα ξέ­ρεις, νά σοῦ πῶ ὅ­σα ἔ­πα­θα».

Ἔ­λε­γε γιά τόν ὑ­πέρ­με­τρο πε­ρι­σπα­σμό στά ἔρ­γα: «Κα­κο­μο­ί­ρη μου, οἱ δου­λει­ές δέν τε­λει­ώ­νουν πο­τέ. Ἐ­μεῖς θά τε­λει­ώ­σου­με. Καί ὁ Μα­θου­σά­λας πού ἔ­ζη­σε τό­σα χρό­νια, ἄ­φη­σε μι­σές τίς δου­λει­ές του ὅ­ταν πέ­θα­νε».

Λυ­πό­ταν πού οἱ ἄν­θρω­ποι δέν πο­ρε­ύ­ον­ται σω­στά καί δέν εἶ­ναι εὐ­γνώ­μο­νες στόν Θεό.

Ὅ­ταν ἀ­νέ­φε­ρε τό ὄ­νο­μα τοῦ Θε­οῦ, ἔ­λε­γε μέ εὐ­λά­βεια «ὁ Ἅ­γιος Θε­ός». Γιά τήν παντογνωσία τοῦ Θεοῦ ἔ­λε­γε χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά: «Τί σέ κά­νω, Θεέ μου, καί δέν τό βλέ­πεις, καί τί σέ ἑ­τοι­μά­ζω καί δέν τό ξέ­ρεις;».

Πολ­λές φο­ρές στίς συ­ζη­τή­σεις, ὅ­ταν ἀ­να­φε­ρό­ταν στο­ύς Ἁ­γί­ους, κα­τα­νυσ­σό­ταν καί ἔ­τρε­χαν τά δά­κρυά του. Ἔ­λε­γε: «Δι­ά­βα­σα τήν Φι­λο­κα­λί­α, τό Γε­ρον­τι­κό, τήν Κλί­μα­κα καί ἄλ­λα βι­βλί­α, ἀλ­λά αὐ­τά πού θέλ­γουν καί εὐ­φρα­ί­νουν τήν ψυ­χή μου εἶ­ναι οἱ Βίοι τῶν Ἁ­γί­ων». Πρός τό τέ­λος τῆς ζω­ῆς του εἶ­χε πε­ρισ­σό­τε­ρα δά­κρυ­α.

Μέ­χρι πού ἔ­πε­σε στό κρεβ­βά­τι, κά­θε μέ­ρα κα­τέ­βαι­νε στήν ἀ­κο­λου­θί­α τήν ὥ­ρα πού χτυ­ποῦ­σε τό προ­ει­δο­ποι­η­τι­κό καμ­πα­νά­κι· μι­σή ὥ­ρα πρίν ἀπό τό «Εὐ­λο­γη­τός». Προ­σκυ­νοῦ­σε καί ἔ­πια­νε ἕ­να γε­ρον­τι­κό στα­σί­δι. Δέν πε­ρί­με­νε νά τε­λει­ώ­ση ἡ ἀ­κο­λου­θί­α τίς κα­θη­με­ρι­νέ­ς, ἀλ­λά κά­ποι­α στιγ­μή ἔ­φευ­γε. Τίς Κυ­ρια­κές κα­θό­ταν μέ­χρι τέ­λους γιά νά κοι­νω­νή­ση. Τήν ὥ­ρα τοῦ κοι­νω­νι­κοῦ προ­σκυ­νοῦ­σε τίς εἰ­κό­νες στά προ­σκυ­νη­τά­ρια καί τοῦ τέμ­πλου, ἔμ­παι­νε στό Ἱ­ε­ρό καί φο­ροῦ­σε τό πε­τραχ­ή­λι πού κρα­τοῦ­σε κά­τω ἀ­πό τήν μα­σχά­λη του. Ἔ­παιρ­νε συγ­χώ­ρε­ση ἀ­πό τόν Ἡ­γού­με­νο καί κοι­νω­νοῦ­σε σάν τε­λευ­ταῖ­ος πα­πᾶς.

Ὅ­ταν ἔ­φθα­σε στά τε­λευ­ταῖ­α του, ἡ Μο­νή Ξε­νο­φῶν­τος τοῦ ζή­τη­σε νά ἐ­πι­στρέ­ψη στήν με­τά­νοιά του. Ἀρ­νή­θη­κε λέ­γον­τας: «Μέ αὐ­το­ύς ἐ­δῶ το­ύς πα­τέ­ρες ἔ­ζη­σα τό­σα χρό­νια καί λό­γον ἀν­τι­ευ­αγ­γε­λι­κόν δέν ἀν­ταλ­λά­ξα­με. Πῶς νά το­ύς ἀ­φή­σω νά γυ­ρί­σω πί­σω; Ἄν τό κά­να­τε πα­λαιά, θά ἐρ­χό­μουν. Τώρα ἔ­φθα­σα στό τέ­λος». Καί ἔ­τσι ἀ­πέ­λα­βε πλή­ρη τόν μι­σθό τοῦ ἐ­ξο­ρί­στου.    

Τήν ἑ­βδο­μά­δα τῆς Πεν­τη­κο­στῆς ἀρ­ρώ­στη­σε καί  οἱ πα­τέ­ρες ἤ­θε­λαν νά τόν βγά­λουν ἔ­ξω στό Νο­σο­κο­μεῖ­ο. «Δέν θά προ­λά­βε­τε», τούς εἶ­πε.

Στα­μά­τη­σε πλέ­ον νά πί­νη τό πο­τη­ρά­κι τό κρα­σί πού τοῦ πή­γαι­νε ὁ δι­α­κο­νη­τής του. Τοῦ εἶ­χε πεῖ ἀ­πό πα­λαιά: «Νά ξέ­ρης πώς, ἄν δέν μπο­ρῶ νά πί­νω τό κρα­σί, θά πε­θά­νω».

Τόν ρώ­τη­σε κά­ποι­ος μο­να­χός: «Γέροντα, εἶ­σαι τό­σα χρό­νια στό Ἅ­γιον Ὄ­ρος, τί κα­τά­λα­βες; Ποιό εἶ­ναι τό νό­η­μα τῆς μο­να­χι­κῆς ζω­ῆς;». «Ἡ τα­πει­νο­φρο­σύ­νη», ἀ­πάν­τη­σε.  

Τίς τρεῖς τε­λευ­ταῖ­ες ἡ­μέ­ρες δέν ἔ­φα­γε τί­πο­τε. Ἔ­πι­νε μό­νο νε­ρό. Τοῦ ἔ­κα­ναν Εὐ­χέ­λαι­ο καί, πρίν τε­λει­ώ­ση, ἐ­κοι­μή­θη εἰ­ρη­νι­κά τήν 1η Ἰ­ου­λί­ου 1990, ἡ­μέ­ρα Κυ­ρια­κή.

 Εἶχε πῆ στο­ύς πα­τέ­ρες: «Ὅ­ταν πε­θά­νω, μήν ψά­ξε­τε νά βρῆτε τί­πο­τε στό κελ­λί. Ὅ,τι ἔ­χω θά εἶ­ναι στήν τσέ­πη μου». Πράγ­μα­τι δέν βρέ­θη­κε τί­πο­τε στό κελ­λί του πα­ρά μό­νο τό ρά­σο πού φο­ροῦ­σε.

Στήν κη­δεί­α του προ­ΐ­στα­το κα­λε­σμέ­νος ὁ Ἡ­γού­με­νος τοῦ Ξε­νο­φῶν­τος Ἀ­λέ­ξιος. Τήν ἑ­πο­μέ­νη τῆς θα­νῆς του ἦρ­θε καί ἡ ἄρ­ση τῆς ποι­νῆς του ἀ­πό τό Οἰ­κου­με­νι­κό Πα­τρι­αρ­χεῖ­ο.

Ἐ­κοι­μή­θη ὁ προ­η­γού­με­νος Εὐ­δό­κι­μος πα­ρε­ξη­γη­μέ­νος, συ­κο­φαν­τη­μέ­νος, κα­τα­φρο­νη­μέ­νος καί ἐ­ξό­ρι­στος. Κα­νείς ἐ­κτός τῆς Μο­νῆς πού τόν δέ­χτη­κε ἐ­ξό­ρι­στο, δέν ἐν­δι­α­φέρ­θη­κε γι᾿ αὐ­τόν. Ἦ­ταν ξε­χα­σμέ­νος ἀπ᾿ ὅ­λους. Πό­νε­σε στήν ζω­ή του, «ἐ­τα­πει­νώ­θη σφό­δρα», κο­πί­α­σε πο­λύ γιά τό Μο­να­στή­ρι του καί ἀ­γω­νί­σθη­κε ὡς κα­λό­γη­ρος. «Ὁ Ἅ­γιος Θε­ός», ὅ­πως ἔ­λε­γε, κα­τά τήν δι­και­ο­σύ­νη Του καί κα­τά τό ἔ­λε­ός Του ἄς τοῦ δώ­ση τήν θέ­ση πού τοῦ ἀ­ξί­ζει στήν Βα­σι­λεί­α Του. Ἀ­μήν.

Τήν εὐ­χή του νά ἔ­χου­με.  Ἀ­μήν.

  1. . Ματθ. ι­α΄, 3.

 

Διαβάστε ΕΔΩ τα προηγούμενα σχετικά άρθρα

Σχετικά

Κ΄. Ἡγούμενος Εὐδόκιμος Ξενοφωντινός · Ε.Ρω.