ΣΤΟΝ ΑΕΡΑΕΡΩ — ΡαδιοΣυχνότητα
Ενωμένη ΡωμηοσύνηΕνωμένη ΡωμηοσύνηΚΕΝΤΡΟΝ ΕΝΟΤΗΤΟΣ ΚΑΙ ΜΕΛΕΤΗΣ
ΠΡΟΒΟΛΗΣ ΤΩΝ ΑΞΙΩΝ ΜΑΣ
ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ
Πανελλήνια Σύναξη στην ΙερισσόΣημαντική Ανακοίνωση προς τα Μέλη και Φίλους της «ΕΝΩΜΕΝΗΣ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗΣ» (Ε.ΡΩ.)Πρόγραμμα των Εκδηλώσεων Ετήσιας Σύναξης της Ε.Ρω στην Ιερισσό – 29/9/22 – 2/10/22Ανάγκες σε συνεργάτεςΠανελλήνια Σύναξη στην ΙερισσόΣημαντική Ανακοίνωση προς τα Μέλη και Φίλους της «ΕΝΩΜΕΝΗΣ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗΣ» (Ε.ΡΩ.)Πρόγραμμα των Εκδηλώσεων Ετήσιας Σύναξης της Ε.Ρω στην Ιερισσό – 29/9/22 – 2/10/22Ανάγκες σε συνεργάτες

ΚΕ΄. Ἀσκητής Εὐθύμιος Βιγλολαυριώτης

9 Ιουλίου 2020 · 13 λεπτά

Απο την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

Ο γε­ρω–Εὐ­θύ­μιος γεν­νή­θη­κε τό ἔ­τος 1915 στό χω­ριό Γο­μά­τι Χαλ­κι­δι­κῆς ἀ­πό τόν Ἀ­θα­νά­σιο Πα­που­τσῆ καί τήν Ἑ­λέ­νη. Στήν βά­πτι­ση ὠ­νο­μά­σθη­κε Ἀ­στέ­ριος. Ὡς λα­ϊ­κός ἐρ­γα­ζό­ταν καί βο­η­θοῦ­σε  τούς γο­νεῖς του στίς ἐρ­γα­σί­ες τους ἀλ­λά τοῦ ἄ­ρε­σε καί ἡ μου­σι­κή. Ἦ­ταν καλ­λί­φω­νος, ἔ­παι­ζε βι­ο­λί καί τρα­γου­δοῦ­σε.

Ἡ χά­ρις τοῦ Θε­οῦ τόν φώ­τι­σε καί ἦρ­θε στό Ἅ­γιον Ὄ­ρος νά μο­νά­ση, με­τά τήν στρα­τι­ω­τι­κή του θη­τεί­α. Τόν Ἰ­α­νουά­ριο τοῦ 1950 κοι­νο­βί­α­σε στήν Ἱ­ε­ρά Μο­νή Κων­στα­μο­νί­του, ὅ­που με­τά τήν κα­νο­νι­κή δο­κι­μα­σί­α ἐ­κά­ρη μο­να­χός μέ τό ὄ­νο­μα Εὐ­θύ­μιος. Ἔ­μει­νε πέν­τε–ἕ­ξι χρό­νια στήν ὑ­πα­κο­ή τοῦ κοι­νο­βί­ου καί ὕ­στε­ρα ἐ­πε­θύ­μη­σε τήν ἐ­ρη­μι­κή ζω­ή. Εἶ­πε τόν λο­γι­σμό του στόν Ἡ­γού­με­νο καί ἐ­κεῖ­νος τόν ἔ­στει­λε γιά μί­α ἑ­βδο­μά­δα στό δά­σος νά κό­βη ξύ­λα μέ τό τσε­κού­ρι, χω­ρίς φα­γη­τό.  Πέ­ρα­σε ἡ ἑ­βδο­μά­δα καί ὁ γερω–­Εὐ­θύ­μιος ἄν­τε­ξε τόν κα­νό­να. Εἶ­χε πολ­λές δυ­νά­μεις καί πο­λύ ζῆ­λο, ὁ ὁ­ποῖ­ος τόν ὡ­δή­γη­σε στήν ἔ­ρη­μο τῆς Βί­γλας γιά με­γα­λύ­τε­ρους ἀ­γῶ­νες.

Ὑ­πο­τά­χθη­κε στόν ἐ­νά­ρε­το ἱ­ε­ρο­μό­να­χο καί  Πνευ­μα­τι­κό, γέ­ρον­τα Βαρ­λα­άμ, πρώ­ην χω­ρο­φύ­λα­κα, στήν Κα­λύ­βη τῶν ὁ­σί­ων Βαρ­λα­άμ καί Ἰ­ω­ά­σαφ. Ὁ γε­ρω–Εὐ­θύ­μιος ἔ­λε­γε γιά τόν Γέ­ρον­τά του ὅ­τι ἔ­λαμ­πε (ἀ­πό ἀ­ρε­τές) σ᾽ ὅ­λο τό Ἅ­γιον Ὄ­ρος. «Ἦ­ταν ἅ­γιος ὁ Γέ­ρον­τάς μου», δι­η­γεῖ­το ἀρ­γό­τε­ρα καί ἔ­κλαι­γε ἀ­πό συγ­κί­νη­ση καί ἀ­γά­πη.

Ἐ­κεῖ στήν ὑ­πα­κο­ή τοῦ γέ­ρον­τος Βαρ­λα­άμ ἐ­πι­δό­θη­κε ὁ γε­ρω–Εὐ­θύ­μιος σέ με­γά­λες ἀ­σκή­σεις. Νή­στευ­ε πο­λύ, ἔ­κα­νε δι­πλές, δη­λα­δή ἔ­τρω­γε κά­θε δύ­ο μέ­ρες ἕ­να πιά­το ἀ­λά­δω­το. Γιά τόν Γέ­ρον­τά του πή­γαι­νε στήν θά­λασ­σα, ψά­ρευ­ε καί τόν ἀ­νέ­παυ­ε κα­θώς ἦ­ταν ἡ­λι­κι­ω­μέ­νος, ἀλ­λά ὁ ἴ­διος γευ­ό­ταν τῆς ἐγ­κρα­τεί­ας τήν τρυ­φήν, πα­ξι­μά­δι καί νε­ρό­βρα­στα ὄ­σπρια ἤ λα­χα­νι­κά, ἀ­νέ­λαι­α φυ­σι­κά. Μα­ζί μέ τή νη­στεί­α ἔ­κα­νε με­τά­νοι­ες ἀ­μέ­τρη­τες καί εὐ­χή ἀ­δι­ά­λει­πτη. Φρόν­τι­ζε καί τήν μι­κρή πε­ρι­ο­χή τῆς Κα­λύ­βης τους καί ἔ­κα­νε καί λί­γο ἐρ­γό­χει­ρο. Ἔ­μα­θε νά κά­νη κου­τά­λες.

Ἀ­γω­νι­ζό­με­νος μέ τό­ση αὐ­τα­πάρ­νη­ση δέν ἄρ­γη­σε νά γευ­θῆ τούς καρ­πούς τῶν ἀ­σκη­τι­κῶν του ἀ­γώ­νων.

Κα­τα­γι­νό­με­νος μέ ἐ­πι­μο­νή στήν εὐ­χή εἶ­χε ἄ­φθο­να δά­κρυ­α ὅ­ταν προ­σευχόταν. Μία φο­ρά πῆ­γε στήν Ρου­μα­νι­κή Σκή­τη νά λει­τουρ­γη­θῆ καί ὁ Τυ­πι­κά­ρης πῆ­γε νά τοῦ πῆ νά ψάλ­η. Ἀλ­λά εἶ­δε τόν Γέ­ρον­τα πνιγ­μέ­νο στά δά­κρυ­α καί ἀ­πό εὐ­λά­βεια δέν τοῦ μί­λη­σε.

Γιά πε­ρισ­σό­τε­ρη ἡ­συ­χί­α καί ἀ­πε­ρί­σπα­στη ἐ­πί­δο­ση στήν εὐ­χή ἔ­κτι­σε πα­ρα­δί­πλα ἕ­να κελ­λά­κι μι­κρό μέ κτι­στό κά­θι­σμα. Ἐ­κεῖ ὁ γε­ρω–Εὐ­θύ­μιος ἀ­γρυ­πνοῦ­σε τίς νύ­χτες λέ­γον­τας τήν εὐ­χή. Ὅ­ταν ἤ­θε­λε νά ξε­κου­ρα­στῆ, κοι­μό­ταν κα­θι­στός στό κτι­στό κά­θι­σμά του, καί πά­λιν, ὅ­ταν ξυ­πνοῦ­σε, συ­νέ­χι­ζε τή νο­ε­ρά του ἐρ­γα­σί­α.

Ἕ­να Σάβ­βα­το, ἐ­νῶ ἔ­κα­νε κομ­πο­σχο­ί­νι στο­ύς ἁ­γί­ους Πάν­τες, εἶ­δε τόν Ἀρ­χάγ­γε­λο Μι­χα­ήλ, ἀ­κρι­βῶς ὅ­πως εἶ­ναι σέ μία τοι­χο­γρα­φί­α στήν Λι­τή τοῦ Κα­θο­λι­κοῦ τῆς Λαύ­ρας, μέ ξί­φος καί μαν­δύ­α. «Βά­δι­ζε», δι­η­γεῖ­το, «καί ἡ οὐ­ρά τοῦ μαν­δύ­α ἄ­νοι­γε–κλοῦ­σε». Τό ἐ­ξωμο­λο­γή­θη­κε στόν Γέ­ρον­τά του καί ἐ­κεῖ­νος σταυ­ρο­κο­πι­ό­ταν καί ἐ­πα­να­λάμ­βα­νε: «Δό­ξα σοι ὁ Θε­ός!».

Ἄλ­λη φο­ρά ἡρ­πά­γη σέ θε­ω­ρί­α καί εἶ­δε τό ἄ­κτι­στο φῶς. Τό ἐκ­μυ­στη­ρεύ­τη­κε στόν γέ­ρον­τα Πα­ΐ­σιο, καί ἐ­κεῖ­νος γιά νά ὠ­φε­λή­ση κά­ποι­ον νέ­ον θε­ο­λό­γο καί μο­να­χό τοῦ ἀ­νέ­φε­ρε τό γε­γο­νός. Ὁ νέ­ος πῆ­γε στόν γε­ρω–Εὐ­θύ­μιο καί τόν ρω­τοῦ­σε ἐ­πί­μο­να μέ ἐν­δι­α­φέ­ρον πῶς εἶ­δε τό ἄ­κτι­στο φῶς καί ἄν εἶ­ναι ἀ­λή­θεια ὅ­τι ἦ­ταν μία ἑ­βδο­μά­δα σέ θε­ω­ρί­α. Ἐ­κεῖ­νος ἀ­πο­φεύ­γον­τας νά ἀ­πο­κα­λύ­ψη τά μυ­στι­κά του βι­ώ­μα­τα τοῦ εἶ­πε: «Ναί, μ᾿ ἔ­βα­λε ὁ Γέροντάς  μου κα­νό­να μία βδο­μά­δα θε­ω­ρί­α. Μα­λώ­σα­με κά­πο­τε· τόν ἔ­δει­ρα καί μέ κα­νό­νι­σε ἔ­τσι». Ὁ νέ­ος φυ­σι­κά τά ἔ­χα­σε καί δέν κα­τώρ­θω­σε νά βρῆ ἄ­κρη μέ τόν ἀ­σκη­τή τῆς Βί­γλας, τόν γε­ρω–Εὐ­θύ­μιο.

Ἀ­φοῦ ἐ­κοι­μή­θη ὁ Γέ­ρον­τάς του, τόν ἔ­θα­ψε καί πῆ­ρε τήν εὐ­χή του, συ­νε­χί­ζον­τας τούς ἀ­σκη­τι­κούς του ἀ­γῶ­νες μέ πιό με­γά­λη ἔν­τα­ση. Λί­γοι μο­να­χοί στήν ἐ­πο­χή μας ἀν­τέ­χουν σέ τό­σο με­γά­λες νη­στεῖ­ες. Ὁ βί­ος του ἦ­ταν ἀ­νό­μοι­ος καί ἀ­προ­σπέ­λα­στος στούς­ πολ­λούς. Ἡ  αὐ­τα­πάρ­νη­σή του ἔ­φθα­νε ὥς τό κα­τά προ­αί­ρε­ση μαρ­τύ­ριο καί τόν θά­να­το. Κάποτε νή­στε­ψε ὀ­κτώ ἡ­μέ­ρες μέ τε­λε­ί­α ἀ­σι­τί­α καί ἐ­ξαν­τλή­θη­κε. Ἔ­λε­γε: «Ἔ­πρε­πε νά εἶ­χα πε­θά­νει τό­τε· εἶ­χα γί­νει σάν στα­φί­δα. Ἀ­πο­ροῦ­σα ποῦ βρί­σκον­ταν τά ὑ­γρά στόν ὀρ­γα­νι­σμό μου».

Μα­ζί μέ τ᾽ ἄλ­λα ἀ­γω­νί­σμα­τά του ἔ­κα­νε καί πο­λύ ὡ­ραῖ­ες, ἐ­πι­τυ­χη­μέ­νες σα­λό­τη­τες.

Πή­γαι­νε στοῦ Φι­λο­θέ­ου, πα­λαι­ά πού ἦ­ταν ἰ­δι­όρ­ρυθ­μο, καί ὅ­ταν ὁ ὑ­πεύ­θυ­νος μο­να­χός μοί­ρα­ζε τήν κουμ­πά­νια στο­ύς πα­τέ­ρες, ὁ γε­ρω–Εὐ­θύ­μιος ἔ­λε­γε σ᾽ ἕ­να κα­λο­γέ­ρι· «τώ­ρα νά δῆς τί θά τούς κά­νω». Πήγαινε καί ἔμ­παι­νε μπρο­στά στήν γραμ­μή πρίν ἀπ᾽ ὅ­λους τούς πα­τέ­ρες, καί ἐ­νῶ δέν ἐδι­και­οῦ­το κουμ­πά­νια, για­τί δέν ἦ­ταν ἀ­πό τό Μο­να­στή­ρι, ἔ­λε­γε ἀ­παι­τη­τι­κά: «Θά μοῦ δώ­σεις δύ­ο κου­τιά κα­λα­μα­ρά­κια, μία πλά­κα τυ­ρί, ἐ­κεῖ­νο καί ἐ­κεῖ­νο», καί ἀ­φοῦ γέ­μι­ζε τόν ντορ­βά του μέ τρό­φι­μα, πή­γαι­νε καί τά μοί­ρα­ζε σέ φτω­χά καί ἀ­νήμ­πο­ρα γε­ρον­τά­κια. Ἔ­δι­νε τήν ἐν­τύ­πω­ση τοῦ πα­ρά­ξε­νου, τοῦ ἰ­δι­ό­τρο­που, τοῦ σα­λοῦ, τοῦ πλε­ο­νέ­κτη, ἐ­νῶ ὁ ἴ­διος ζοῦ­σε τό­σο πτω­χι­κά καί ἀ­σκη­τι­κά.

Πῆ­γε στήν πα­νή­γυ­ρη ἑ­νός Κελ­λιοῦ καί ἔ­ψα­λλε. Στό τέ­λος εἶ­πε ἐ­πι­τα­κτι­κά στόν Γέροντα τῆς συ­νο­δε­ί­ας: «Θά μοῦ δώ­σεις αὐ­τό καί κεῖ­νο καί κεῖ­νο καί ἕ­να μου­λά­ρι νά τά φορ­τώ­σω, καί ἕ­να κα­λο­γέ­ρι νά φέ­ρη πί­σω τό μου­λά­ρι».

Κά­πο­τε εἶ­χε καρ­φώ­σει ἕ­να κα­ρού­λι στόν τοῖ­χο τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας τοῦ Κα­θο­λι­κοῦ τῆς Λαύ­ρας. Ἐ­κεῖ κρε­μοῦ­σε τό τρι­α­κο­σά­ρι του κομ­πο­σχο­ί­νι καί κα­θή­με­νος στό στα­σί­δι του «τρα­βοῦ­σε κομ­πο­σχο­ί­νι». Ἀλ­λά τό κα­ρού­λι γυ­ρί­ζον­τας ἔ­κα­νε θό­ρυ­βο. Ἕ­νας προϊ­στά­με­νος τόν πα­ρα­τή­ρη­σε καί ὁ γε­ρω–Εὐ­θύ­μιος τοῦ ἔ­δω­σε ἕ­να χα­στού­κι.

Κάποτε πού πλη­σί­α­σε στήν πα­ρα­λί­α ἕ­να κα­ρά­βι μέ γυ­ναῖ­κες, ὁ Γέ­ρον­τας τούς ἔ­δι­ω­χνε μέ τίς πέ­τρες.

Ἄλλη φορά ἔ­δω­σε χρή­μα­τα σέ μία συ­νο­δί­α νά κά­νουν Σα­ραν­τα­λεί­τουρ­γο γιά τούς κε­κοι­μη­μέ­νους γο­νεῖς του, καί με­τά πῆ­γε καί τά ζη­τοῦ­σε, για­τί, ὅ­πως ἔ­λε­γε, τούς εἶ­δε στήν κό­λα­ση.

Ἡ ἑ­κού­σια διά Χρι­στόν πτω­χεί­α του ἦ­ταν με­γά­λη. Τά ρά­σα του ἦ­ταν μπά­λω­μα στό μπά­λω­μα. Κα­νείς δέν θά τά ἔ­παιρ­νε. Οὔ­τε καί γιά σκιά­χτρα ἔ­κα­ναν. Τό κα­λυ­βά­κι του πα­λαι­ό καί ἁ­πλό, ἀλ­λά κα­θα­ρό καί πε­ρι­ποι­η­μέ­νο. Ἀρ­γό­τε­ρα ἄ­φη­σε καί τό ἐρ­γό­χει­ρο καί ἀ­σχο­λεῖ­το μό­νο μέ τά πνευ­μα­τι­κά. Ἀ­πό χρή­μα­τα εἶ­χε μό­νο 200 δραχ­μές καί δύ­ο–τρί­α τάλ­λη­ρα, μήπως περάση κά­ποι­ος φτω­χός μέ «παν­ταχοῦ­σα» νά δώ­ση ἐ­λε­η­μο­σύ­νη.

Ὅ­ταν πή­γαι­νε στήν Λαύ­ρα νά λει­τουρ­γη­θῆ καί νά κοι­νω­νή­ση, ἔ­παιρ­νε μα­ζί του τήν κουμ­πά­νια τῆς ἑ­βδο­μά­δος. Γιά νά μήν τρώ­η δέ ἄρ­τον ἀρ­γόν, δι­α­κο­νοῦ­σε στήν τρά­πε­ζα μέ σβελ­τά­δα.

Εὐ­λο­γί­ες δέν δε­χό­ταν κα­θό­λου. Μία εὐ­λα­βής κυ­ρί­α ἀ­πό τό χω­ριό του, πού ὕ­στε­ρα ἔ­γι­νε μο­να­χή, τοῦ ἔ­στει­λε ἕ­να δέ­μα μέ τρό­φι­μα ἀλλά ὁ Γέ­ρον­τας τό γύ­ρι­σε πί­σω. Στίς Κα­ρυ­ές εἶ­χε νά πά­η ἴ­σως πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πό μι­σόν αἰ­ῶ­να. Ὅ­ταν ἦ­ταν νε­ώ­τε­ρος πή­γαι­νε σέ πα­νη­γύ­ρια καί ἔ­ψαλ­λε πο­λύ γλυ­κά καί μέ συ­να­ί­σθη­ση. Κάποτε πῆ­γε σέ μία πα­νή­γυ­ρη στόν Ἅ­γιο Παῦλο καί εἶ­δε τόν δι­ά­βο­λο κά­τω ἀ­πό τόν πο­λυ­έ­λαι­ο νά χο­ρεύ­η.

Ἄλ­λη φο­ρά, ὅ­ταν ἦ­ταν νε­ώ­τε­ρος, σέ μί­α πα­νή­γυ­ρη πού πα­ρα­βρέ­θη­κε, ἤ­πι­ε κρα­σί. Ὕ­στε­ρα τοῦ  πα­ρου­σι­ά­στη­κε ὁ δι­ά­βο­λος καί τόν ὀ­νεί­δι­σε καί ἔ­κτο­τε θε­ώ­ρη­σε κα­λό νά μήν ξα­να­πι­ῆ κρα­σί, πρᾶγ­μα πού τό κρά­τη­σε.

Ἔ­γρα­φε γράμ­μα­τα στ᾽ ἀ­δέλ­φια του καί τούς συμ­βού­λευ­ε νά με­τα­νο­ή­σουν καί νά ἐ­ξο­μο­λο­γη­θοῦν, ἀλ­λά ἐ­κεῖ­νοι δέν ἔ­δι­ναν ση­μα­σί­α στίς συμ­βου­λές του. Τούς κα­λοῦ­σε νά ᾽ρθοῦν στό Ἅ­γιον Ὄ­ρος νά τούς μι­λή­ση γιά τήν σω­τη­ρί­α τους, ἀλ­λά ἐ­κεῖ­νοι ἀ­δια­φοροῦ­σαν. Τό­τε γρά­φει ἕ­να γράμ­μα ὅ­τι δῆ­θεν αὐ­τός σέ λί­γο θά πε­θά­νει καί νά ᾽ρθοῦν γρή­γο­ρα νά τόν κλη­ρο­νο­μή­σουν, νά πά­ρουν αὐ­τοί τίς λί­ρες, νά μήν προ­λά­βη ἡ Λαύ­ρα. Ἀ­μέ­σως τό­τε ἦρ­θαν στό Κελ­λί του καί ὅ­ταν εἶ­δαν τήν κα­τά­στα­ση καί τήν πτω­χεία­ του, κα­τά­λα­βαν τό τέ­χνα­σμά του καί ἔ­φυ­γαν ἀ­πο­γο­η­τευ­μέ­νοι. «Οὔ­τε ἕ­να μπου­κά­λι κρα­σί δέν εἶ­χε, μό­νο ξε­ρο­κόμ­μα­τα (πα­ξι­μά­δια)», εἶ­παν.

Πολ­λοί νέ­οι μο­να­χοί ζή­τη­σαν νά μεί­νουν μα­ζί του, ἀλ­λά κα­νείς δέν μπό­ρε­σε νά τόν ἀ­κο­λου­θή­ση στήν ἄ­σκη­ση. Αὐ­το­ύς πού ἔ­βλε­πε ὅ­τι δέν κά­νουν γι᾽ αὐ­τήν τήν ζω­ή, γιά νά τούς δι­ώ­ξη, τούς ἔ­κα­νε δι­ά­φο­ρες δο­κι­μα­σί­ες καί ἔ­τσι ἀ­ναγ­κά­ζον­ταν νά φύ­γουν.

Ὁ γέ­ρον­τας Πα­ΐ­σιος ἔ­λε­γε: «Ὁ γε­ρω–Εὐ­θύ­μιος μοιά­ζει μέ ἕ­ναν για­τρό πού δί­νει στόν ἀ­σθε­νῆ ἕ­να δυ­να­τό φάρ­μα­κο. Ἄν τό ἀν­τέ­ξη, σώ­θη­κε». Δηλ. ἄν κά­ποι­ος πά­η κον­τά του καί μπο­ρέ­ση νά τόν ἀ­κο­λου­θή­ση, θά ἁ­γι­ά­σει.

Ἕ­νας ἱ­ε­ρο­μό­να­χος ζή­τη­σε νά μεί­νη μα­ζί του. Τόν δέ­χτη­κε καί τοῦ εἶ­πε νά πο­τί­ση τά δέν­τρα.  Με­τά ὁ ἱ­ε­ρο­μό­να­χος πε­ρί­με­νε νά τοῦ στρώ­ση τρά­πε­ζα.

Ἔ­λε­γε ὁ γε­ρω–Εὐ­θύ­μιος: «Νό­μι­ζε ὅ­τι με­τά θά τόν τρα­πε­ζώ­σω. Μοῦ λέ­ει: “Θά φύ­γω”. “Νά φύ­γης τώ­ρα πού εἶ­ναι ἥ­λιος”. Καί ἔ­φυ­γε καί αὐ­τός».

Ὁ ἴ­διος ὁ Γέ­ρον­τας ἐρ­γα­ζό­ταν τό κα­λο­καί­ρι χω­ρίς φα­γη­τό καί νε­ρό, καί μά­λι­στα γυ­μνός ἀ­πό τήν μέ­ση καί πά­νω στόν ἥ­λιο, γιά νά τα­λαι­πω­ρῆ τόν ἑ­αυ­τό του.

Ἄλ­λος Ἱ­ε­ρο­μό­να­χος ζη­τοῦ­σε νά με­ί­νη μα­ζί του καί ὁ γε­ρω–Εὐ­θύ­μιος τοῦ ἔ­γρα­ψε τήν ἑ­ξῆς ἐ­πι­στο­λή:    

«Ἐ­γώ ὁ Γέ­ρων Εὐ­θύ­μιος πρός σέ τόν Κύ­ριον Πρε­σβύ­τε­ρον… ὑ­πο­κλι­νό­με­νος σᾶς χαι­ρε­τῶ.

»Πολ­λά­κις μοῦ πεί­ρα­ξες γιά νἄρ­θης γιά συ­νο­δία­. Ἐ­άν λοι­πόν ἐν ἀ­λη­θεί­ᾳ θέ­λεις νά συμ­βι­ο­τεύ­σω­με τόν ὑ­πό­λοι­πον χρό­νον τῆς ζω­ῆς μας, ἔ­λα σοῦ δέ­χο­μαι. Καί ὅ­πως βρί­σκο­μαι ἐ­γώ κα­θώς ξέ­ρεις καί δέν ἠμ­πο­ρῶ νά δι­α­λε­χθῶ μέ ἀν­θρώ­πους, ἐ­σύ θά ἔ­χεις ὅ­λη τήν προ­στα­σί­α τοῦ Ἡ­συ­χα­στη­ρί­ου, καί ἄν εὕ­ρης καί κα­νέ­ναν ἀ­κό­μα, νά τόν ἔ­χης βο­η­θόν καί εἰς τάς Λει­τουρ­γί­ας καί εἰς τάς λοι­πάς ἀ­νάγ­κας, ἄ­σχη­μα δέν θά εἶ­σαι. Καί ἐ­μέ­να, ἄν μέ ρω­τᾶ­τε, ἔ­ξω δέν θά πέ­σε­τε εἰς οἱ­ον­δή­πο­τε ζή­τη­μα, μέ τήν βο­ή­θεια τοῦ Θε­οῦ. Ἕ­να κομ­μά­τι ψω­μί νά μοῦ δί­νε­τε, εὐ­χα­ρι­στη­μέ­νος θά εἶ­μαι. Ὅ,τι ἔ­ζη­σα δέν θά ζή­σω. Τό ψω­μί μου τὄ­φα­γα. Ἴ­σως καί νά εἶ­ναι καί θέ­λη­μα Θε­οῦ, δέν ξέ­ρω, καί γι᾽ αὐ­τό ἄς τ᾽ ἀ­φή­σω στόν Θε­ό καί, ὅ­πως εἶ­ναι θέ­λη­μά Του, ἄς γί­νη.

»Μέ­χρι τώ­ρα ἀν­τι­στέ­κο­μαν καί δέν κρά­τη­σα κα­νέ­ναν  ἀ­πό  ὅ­σους πέ­ρα­σαν  ἀπ᾽ ἐ­δῶ. Τώ­ρα θά τ᾽ἀ­φή­σω στόν Θε­ό καί ὅ­πως θέ­λει ἄς γί­νη.

»Ὑ­πο­κλι­νό­με­νος σέ χαι­ρε­τῶ.

»Εὐ­θύ­μιος Βι­γλο­λαυ­ρι­ώ­της».

Τε­λι­κά οὔ­τε αὐ­τός πῆ­γε νά με­ί­νη μα­ζί του. Καί ἔ­τσι συ­νέ­χι­σε μό­νος του τόν ἀ­γῶ­να του. Ἦ­ταν ἀ­συγ­κα­τά­βα­τος καί ἀ­κρι­βής. Δέν ἐ­πέ­τρε­πε καμ­μί­α οἰ­κο­νο­μί­α, οὔ­τε στόν ἑ­αυ­τό του οὔ­τε σ᾽ αὐ­τόν πού θά ἔ­με­νε μα­ζί του. Τό 1985 ἔ­κα­νε τή νη­στεί­α τῶν ἁ­γί­ων Ἀ­πο­στό­λων μέ δι­πλές. Ἦ­ταν 72 χρό­νων καί ἡ νη­στεί­α ἕ­νας μῆ­νας. 

Κά­πο­τε φι­λο­ξέ­νη­σε φι­λο­μό­να­χο νέ­ον. Τόν ἔ­βα­λε νά κοι­μη­θῆ στό κελ­λί τοῦ Γέ­ρον­τός του. Οἱ κου­βέρ­τες κα­θα­ρές, ἀλ­λά κου­ρε­λι­α­σμέ­νες. Ἀ­νά­με­σα ἔ­βα­ζε ἕ­να νά­ϋ­λον γιά νά συγ­κρα­τοῦν­ται νά μή δι­α­λυ­θοῦν.

Ἐν­τύ­πω­ση προ­ξέ­νη­σε στό νέ­ο ἡ τα­χύ­τητα, ὁ ζῆ­λος, ἡ ὁρ­μή καί ἡ εὐ­καμ­ψί­α τοῦ Γέ­ρον­τα, ὅ­ταν ἔ­κα­νε τίς με­τά­νοι­ες στήν Ἐκ­κλη­σί­α. Ἔ­μοια­ζε σάν γυ­μνα­σμέ­νος ἀ­θλη­τής, πα­ρά τά ἑ­βδο­μῆν­τα χρό­νια του, ὁ ἀ­θλη­τής τοῦ Χρι­στοῦ γε­ρω–Εὐ­θύ­μιος. Ἦ­ταν Με­γά­λη Σα­ρα­κο­στή. Δι­ά­βα­ζε ἕ­να μέ­ρος τῆς ἀ­κο­λου­θί­ας μέ ἕ­να με­γε­θυν­τι­κό φα­κό μέ χε­ρού­λι, για­τί εἶ­χε ἀ­δυ­να­τί­σει ἤ­δη ἡ ὅ­ρα­σή του. Φο­ροῦ­σε ρά­σα παμ­πά­λαι­α, τριμ­μέ­να, ἀλ­λά κα­θα­ρά, κου­κού­λι καί ἕ­να σκου­φί δι­κῆς του κα­τα­σκευ­ῆς. Καί ἡ θέ­α του, τό σχῆ­μα του καί ἡ ζω­ή του ἦ­ταν ἀ­συ­νή­θι­στα, ὅ­πως καί ὁ ἴ­διος φαι­νό­ταν ἀ­συ­νή­θι­στος καί πα­ρά­ξε­νος στο­ύς ἄλ­λους. Ἀλ­λά αὐ­τές οἱ πα­ρα­ξε­νι­ές του ἔ­κρυ­βαν πνευ­μα­τι­κό νό­η­μα.

Με­τά τόν Ἑ­σπε­ρι­νό πα­ρέ­θε­σε τρά­πε­ζα. Ὅ,τι  κα­λύ­τε­ρο εἶ­χε γιά νά ἀ­να­παύ­ση τόν ἐ­πι­σκέ­πτη του: Ρε­βύ­θια βρα­σμέ­να ἀ­λά­δω­τα, πα­ξι­μά­δι βρεγ­μέ­νο καί δύ­ο εἴ­δη ἐ­λι­ές. «Αὐ­τές εἶ­ναι κα­λύ­τε­ρες», εἶ­πε. Ἀλ­λά καί οἱ δύ­ο ἦ­ταν κα­τά­πι­κρες. Τά πιά­τα ἦ­ταν πή­λι­να, τό τρα­πέ­ζι πα­λαι­ό, ἡ κου­ζί­να μι­σο­σκό­τει­νη καί κά­τω στρω­μέ­νη μέ χῶ­μα, ἀλ­λά ὅ­λα ἦ­ταν ται­ρια­στά, εἶ­χαν χά­ρι ἀ­σκη­τι­κή, ἁ­πλό­τη­τα καί ἦταν πιό εὐ­χά­ρι­στα ἀ­πό τό πο­λυ­τε­λέ­στε­ρο ξε­νο­δο­χεῖ­ο.

Ὕ­στε­ρα στήν συ­ζή­τη­ση ὁ Γέ­ρον­τας ἦ­ταν πα­τρι­κός καί στορ­γι­κός· συμ­βού­λευ­ε πο­λύ ὡ­ραῖ­α καί πρα­κτι­κά τόν ἐ­πι­σκέ­πτη. Μι­λοῦ­σε μέ μία ἐ­λευ­θε­ρί­α, μέ ἀ­πά­θεια, ἐ­νῶ τά γα­λα­νά του μά­τια, ὅ­μοι­α μέ τόν κα­τα­γά­λα­νο οὐ­ρα­νό, ἔδειχναν μία ἀ­θω­ό­τη­τα μι­κροῦ παι­διοῦ.

Στό Κα­λύ­βι του ὅ­λα τά πράγ­μα­τα ἦ­ταν ἁ­πλά, παμ­πά­λαι­α· τί­πο­τε και­νούρ­γιο δέν εὕ­ρι­σκες. Σέ με­τέ­φε­ραν σέ πα­λαι­ό­τε­ρη ἐ­πο­χή, ἀ­κό­μη καί τά λί­γα βι­βλί­α του. Εἶ­χε τήν Φι­λο­κα­λί­α ἐπίτομη τῆς πρώ­της ἐκ­δό­σε­ως. Ἀλ­λά καί ὁ ἴ­διος αἰ­σθα­νό­ταν ὅ­τι ζοῦ­σε σέ ἄλ­λη ἐ­πο­χή. Ἤ μᾶλ­λον ἀ­πό ἄλ­λη ἐ­πο­χή ἦρ­θε στήν γε­νε­ά μας. Φεύ­γον­τας ὁ ἐ­πι­σκέ­πτης τοῦ ἔ­γρα­ψε ἐ­πι­στο­λή, εὐ­χα­ρι­στών­τας τον γιά τήν ἀ­βρα­μια­ία φι­λο­ξε­νί­α καί τοῦ ἔ­στει­λε λί­γους φα­κέλ­λους καί κόλ­λες. Καί αὐ­τά τά ἐ­πέ­στρε­ψε. Μέ­χρις αὐ­τό τό ση­μεῖ­ο τη­ροῦ­σε ἀ­κρί­βεια.

Μέ τό πέ­ρα­σμα τῶν χρό­νων, κα­τέ­πε­σαν οἱ δυ­νά­μεις του. Αἰ­σθα­νό­ταν ἀ­δυ­να­μί­α καί δυ­σκο­λευ­ό­ταν νά πη­γαί­νη στίς Λει­τουρ­γί­ες, ὄ­χι μό­νο στήν Λαύ­ρα ἀλ­λά ἀ­κό­μη καί στήν γει­το­νι­κή Ρου­μα­νι­κή Σκή­τη. Ἔ­λε­γε τό­τε: «Τώ­ρα τρώ­ω καμ­μί­α φο­ρά καί δύ­ο φο­ρές τήν ἡ­μέ­ρα (τήν Δι­α­και­νή­σι­μο)». Ἀ­συ­νή­θι­στος στίς οἰ­κο­νο­μί­ες γιά τόν ἑ­αυ­τό του καί ἐ­πι­θυ­μών­τας ἀ­νώ­τε­ρη ἀ­σκη­τι­κή ζω­ή ἔ­λε­γε: «Νά μπο­ροῦ­σα νά κά­νω ἕ­να κα­λυ­βά­κι στοῦ κυρ–᾽Σα­ΐ­α καί νά ἀ­να­λά­βω πο­λι­τεί­α». Δηλ. νά ἀρ­χί­ση ἀ­γῶ­νες.

Ἔ­τσι ἀ­ναγ­κά­στη­κε λό­γῳ γή­ρα­τος καί ἀ­δυ­να­μί­ας νά κοι­νο­βιά­ση στήν Λαύ­ρα. Ἤ­δη εἶ­χε ἀ­πο­λέ­σει τήν ἀ­κο­ή του καί ἐ­νί­ο­τε ὑ­πέ­γρα­φε «Εὐ­θύ­μιος ὁ κω­φός». Ἀρ­γό­τε­ρα ἔ­μει­νε καί τυ­φλός, για­τί δέν θέ­λη­σε νά βγῆ στόν κό­σμο νά κά­νη ἐγ­χεί­ρη­ση. Ἔ­σπα­σε τό πό­δι του καί δέν θέ­λη­σε μέ τί­πο­τε νά βγῆ ἔ­ξω.

Στήν Λαύ­ρα ἀ­κο­λου­θοῦ­σε τό τυ­πι­κό καί πρό­σε­χε νά μήν τρώ­η τί­πο­τε ἐ­κτός τρα­πέ­ζης.

Τό ἔ­τος 2001, σέ ἡ­λι­κί­α 86 ἐ­τῶν, ἔ­κα­νε τρι­ή­με­ρο, ἀλ­λά κρυ­φά, για­τί δέν τοῦ ἐ­πέ­τρε­πε ὁ νο­σο­κό­μος. Ἔ­λε­γε προ­σποι­η­τά: «Τώ­ρα πά­ει ἐ­γώ, δέν μπο­ρῶ. Κά­πο­τε τά ἔ­κα­να αὐ­τά». Ἀλ­λά κα­τά­φε­ρε πα­ρά τό γῆρας του νά κά­νη τό τρι­ή­με­ρο.

Κάποτε Κα­θα­ρά Δευ­τέ­ρα, ἐ­νῶ ἦ­ταν στό πα­ρεκ­κλή­σι τῆς Ἁ­γί­ας Τριά­δος, ἄ­κου­σε ἕ­ναν δαί­μο­να νά φω­νά­ζη στο­ύς ἄλ­λους: «Συ­να­χθῆτε, ἔ­χο­με πό­λε­μο».

Στό νο­σο­κο­μεῖ­ο τόν ἐ­πι­σκέ­πτον­ταν πολ­λοί, γιά νά ἀ­κού­σουν τίς συμ­βου­λές του. Ἔ­λε­γε: «Ὅ­λη ἡ  βά­ση εἶ­ναι ἡ νη­στεί­α. Ἀ­πό δῶ γεν­νῶν­ται ὅ­λα τ᾽ ἄλ­λα· καί ἡ προ­σευ­χή, ἡ ὑ­πα­κο­ή, ἡ ἀ­γρυ­πνί­α. Ὅ­ταν νη­στεύ­η ὁ ἄν­θρω­πος, ὁ νοῦς ἀ­πο­κτᾶ δύ­να­μη καί νι­κᾶ τούς λο­γι­σμούς. Τό “Κύ­ρι­ε Ἰ­η­σοῦ Χρι­στέ ἐ­λέ­η­σόν με”, ἀ­κού­γε­ται μέ­σα του. Τήν μο­νο­φα­γί­α τό πα­λι­ό­κορ­μο δέν τήν φο­βᾶ­ται. Ἡ μο­νο­φα­γί­α (δηλ. νά τρώ­η κα­νείς μία φο­ρά τήν ἡ­μέ­ρα με­τά τόν Ἑ­σπε­ρι­νό), δέν θέ­λει κα­θη­σιό, θέ­λει καί δου­λειά. Ὅ­ταν νη­στεύ­η ὁ ἄν­θρω­πος, ἀ­πό δύ­ο ἡ­μέ­ρες καί πά­νω τό­τε μπο­ρεῖ νά μή δου­λεύ­η.

»Ὁ κα­λό­γη­ρος νά μήν ξα­νοί­γε­ται σέ πολ­λές μέ­ρι­μνες. Νά ἐ­ξα­σφα­λί­ζη τά βα­σι­κά καί νά εἶ­ναι ἀ­πε­ρί­σπα­στος, νά μήν ἔ­χη προ­σπά­θεια. Τό­τε, ὅ,τι κά­νει, τοῦ μέ­νει ὁ καρ­πός. Μέ τόν πε­ρι­σπα­σμό ἔρ­χε­ται ἡ λή­θη καί ἡ ἄ­γνοι­α σάν ἕ­να σφουγ­γά­ρι πού σβή­νει ἀ­πό τό νοῦ ὅ,τι δι­α­βά­ζει ἤ ὅ,τι (πνευ­μα­τι­κό) ἀ­κού­ει. Πολ­λοί φεύ­γουν ἀ­πό τά Κοι­νό­βια στήν ἔ­ρη­μο, γιά νά κά­νουν τό θέ­λη­μά τους. Τά κα­θή­κον­τα τοῦ ὑ­πο­τα­κτι­κοῦ πρός τόν Γέ­ρον­τα εἶ­ναι ἕ­ξι. Γρά­φον­ται στήν Ἁ­γι­ο­ρεί­τι­κη φυλ­λά­δα». (Ἀ­κο­λου­θί­α Ἁ­γι­ο­ρει­τῶν Πα­τέ­ρων).

Ὁ γε­ρω–Εὐ­θύ­μιος τόν μο­να­χό καί ἰ­δι­αί­τε­ρα τόν ἐ­ρη­μί­τη τόν ἤ­θε­λε ἀ­σκη­τή, νη­στευ­τή. Πί­στευ­ε ὅ­τι «τά θη­ρί­α τῶν πα­θῶν διά νη­στεί­ας ἀ­πο­κτεί­νον­ται». Ἔ­γρα­φε σέ νέ­ο φι­λο­μό­να­χο πού ὑ­πη­ρε­τοῦ­σε στρα­τι­ώ­της: «Καί ἄν σοῦ ἐ­πι­βάλ­λουν οἱ λο­γι­σμοί νά κά­νης τρι­ή­με­ρα, ἐ­σύ μήν τούς ἀ­κοῦς. Νά κρα­τᾶς ἐ­νά­τη κά­θε μέ­ρα καί μέ­χρι τόν Ἑ­σπε­ρι­νό νά μήν παίρ­νης οὔ­τε ἀν­τί­δω­ρο». Ὅ­πως ζοῦ­σε καί ἀ­γω­νι­ζό­ταν, ἔ­τσι καί συμ­βού­λευ­ε καί φαν­τα­ζό­ταν ὅ­τι καί οἱ ἄλ­λοι μπο­ροῦν νά κά­νουν πα­ρό­μοι­ες σχε­δόν ἀ­σκή­σεις. Ἀ­πό τόν ὑ­περ­βο­λι­κό του ζῆ­λο καί τήν ἀ­γω­νι­στι­κό­τη­τά του ἔ­φθα­νε σέ ἀ­δι­α­κρι­σί­α. Αὐ­τό πού ὁ ἴ­διος θε­ω­ροῦ­σε οἰ­κο­νο­μί­α καί συγ­κα­τά­βα­ση γιά τούς ἄλ­λους ἦ­ταν κα­τόρ­θω­μα.

Ὁ  γε­ρω–Εὐ­θύ­μιος  δί­νον­τας  ὅ­λο  του τό εἶ­ναι στόν ἀ­σκη­τι­κό του ἀ­γῶ­να καί χρη­σι­μο­ποι­ών­τας τήν «ἀ­πο­το­μί­α» γιά τήν κά­θαρ­ση τῶν πα­θῶν, ἔ­ζη­σε δε­κα­ε­τί­ες μό­νος του, διό καί ὑ­πέ­γρα­φε ἐ­νί­ο­τε «ἐ­ρη­μο­πο­λί­της». Ὄ­χι μό­νο στε­ροῦν­ταν τίς ὑ­λι­κές πα­ρη­γο­ρι­ές, ἀλ­λά ἀ­πέ­φευ­γε καί τήν ἐ­πι­κοι­νω­νί­α μέ τούς ἀν­θρώ­πους. Ζοῦ­σε πο­λύ ἀ­πο­μο­νω­μέ­νος, χω­ρίς φί­λους, γνω­στο­ύς καί συμ­μύ­στες. Αὐ­τό ἴ­σως δέν τόν ὠ­φέ­λη­σε, για­τί ἀ­πέ­κτη­σε κά­ποι­α κα­χυ­πο­ψί­α, ἐξ αἰ­τί­ας τῆς ὁ­πο­ί­ας φι­λο­νι­κοῦ­σε μέ με­ρι­κο­ύς καί ἦ­ταν ἐ­ρι­στι­κός, ἄν φυ­σι­κά δέν ἐ­πρό­κει­το γιά προ­σποι­η­τές σα­λό­τη­τες. Ἀλ­λά εὐ­χόμα­στε ὁ κα­λός Θε­ός μπρο­στά στήν με­γά­λη του θυ­σί­α γιά τήν ἀ­γά­πη τοῦ Χρι­στοῦ νά μήν τήν κα­τα­λο­γί­ση αὐ­τήν τήν μι­κρή ἀν­θρώ­πι­νη ἀ­δυ­να­μί­α.

Στά τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια ὁ γε­ρω–Εὐ­θύ­μιος, κα­θι­σμέ­νος στό νο­σο­κο­μεῖ­ο τῆς Λαύ­ρας, κω­φός καί τυ­φλός, κρα­τοῦ­σε τή νη­στεί­α του πα­ρά τά σχεδόν ἐνε­νή­κον­τά του χρό­νια, καί ρω­τοῦ­σε, ὅ­ταν τοῦ προ­σέ­φε­ραν κά­τι γιά φα­γη­τό, ἄν εἶ­ναι ἀ­πό τήν τρά­πε­ζα. Ὅ,τι δέν ἦ­ταν ἀ­πό τήν τρά­πε­ζα δέν τό ἔ­τρω­γε. Ἔ­κα­νε ἐ­νά­τη κά­θε μέ­ρα καί μό­νο τήν Τρί­τη καί τό Σαβ­βα­το­κύ­ρια­κο κα­τέ­λυ­ε λά­δι. Τήν εὐ­χή δέν τήν ἄ­φη­νε πο­τέ. Ἄν καί ἦ­ταν στό κρεβ­βά­τι τρα­βοῦ­σε τό κομ­πο­σχο­ί­νι του πού τό εἶ­χε κρε­μα­σμέ­νο σέ ἕ­να κα­ρο­ύ­λι καρ­φω­μέ­νο στόν τοῖ­χο.

Στό νο­σο­κο­μεῖ­ο τῆς Μο­νῆς θυ­μή­θη­κε κά­ποι­α πρό­σω­πα πού τόν εἶ­χαν στε­νο­χω­ρή­σει καί ἄρ­χι­σε νά το­ύς κα­τα­κρί­νη καί νά το­ύς κα­τα­δι­κά­ζη, μέ ἀ­πο­τέ­λε­σμα νά τόν ἐγ­κα­τα­λε­ί­ψη ἡ χά­ρις τοῦ Θε­οῦ. Δια­κό­πη­κε ἡ προ­σευ­χή του καί βυ­θί­στη­κε σέ μί­α κα­τά­στα­ση ἀ­πο­γνώ­σε­ως. Ἐ­πί ἕ­ξι μῆ­νες ὑ­πέ­φε­ρε, ζοῦ­σε τήν κό­λα­ση. Οἱ πα­τέ­ρες πού τόν δι­α­κο­νοῦ­σαν κα­τά­λα­βαν τήν αἰ­τί­α τοῦ πει­ρα­σμοῦ καί κά­λε­σαν τούς­ πα­τέ­ρες μέ το­ύς ὁ­πο­ί­ους ὁ γε­ρω–Εὐ­θύ­μιος εἶ­χε δι­α­φο­ρές. Συγ­χω­ρή­θη­καν με­τα­ξύ τους καί στα­δια­κά συ­νῆλ­θε τε­λε­ί­ως καί ξα­να­βρῆ­κε τήν εἰ­ρή­νη καί τήν εὐ­χή.

Σέ ὅ­σους τόν ρω­τοῦ­σαν, ἔ­δι­νε πρα­κτι­κές καί ὠ­φέ­λι­μες συμ­βου­λές, ἐ­νῶ προ­ε­τοι­μα­ζό­ταν ὁ ἴ­διος γιά τό με­γά­λο τα­ξί­δι. Προ­σευ­χό­ταν συ­νε­χῶς γιά τόν ἑ­αυ­τό του καί τόν κό­σμο. Ἔ­λε­γε συ­χνά: «Τί νά κάνω; Δέν ἔ­χω δά­κρυ­α γιά νά κλά­ψω τόν κό­σμο».

Κά­ποι­ος τοῦ ἀ­νέ­φε­ρε γιά ἕ­ναν Ἐ­πί­σκο­πο πού ἔ­χει κα­ταρ­γή­σει τά κω­λύ­μα­τα τῆς ἱ­ε­ρω­σύ­νης. Ὁ γε­ρω–Εὐ­θύ­μιος ἀ­πάν­τη­σε: «Αὐ­τός θέ­λει δέ­σι­μο στόν  μῶ­λο καί του­φέ­κι­σμα». Ἀ­νέ­φε­ρε μία πε­ρι­ο­χή καί  θαύ­μα­σε ὁ ἄλ­λος, για­τί κα­τά­λα­βε ὅ­τι ὁ Γέ­ρον­τας δι­έ­βλε­ψε ποι­ός Ἐ­πί­σκο­πος ἦ­ταν.

Σέ  ἄλ­λον μο­να­χό πού τόν ἐ­πι­σκέ­φθη­κε, τοῦ περι­έ­γρα­ψε λε­πτο­με­ρῶς τό Κα­λύ­βι του χω­ρίς νά τό γνω­ρί­ζη.

Προ­αι­σθα­νό­με­νος τήν  κοί­μη­σή του συγ­χω­ρήθηκε μέ ὅ­λους τούς πα­τέ­ρες καί ἐ­κοι­μή­θη εἰ­ρη­νι­κά στίς 9 Ἰ­ου­λί­ου τοῦ ἔ­τους 2004.

Ὁ βί­ος του ἀποτελεῖ σι­ω­πη­ρή δι­α­μαρ­τυ­ρί­α καί ἔ­λεγ­χο γιά τή νω­θρή πλει­ο­νό­τη­τα τῶν μο­να­χῶν τῆς γε­νε­ᾶς μας, ἀλ­λά καί πα­ρά­δειγ­μα πρός μί­μη­ση.

Τήν εὐ­χή του νά ἔ­χου­με.  Ἀ­μήν.

 

Διαβάστε ΕΔΩ τα προηγούμενα σχετικά άρθρα

 

 

Σχετικά