ΣΤΟΝ ΑΕΡΑΕΡΩ — ΡαδιοΣυχνότητα
Ενωμένη ΡωμηοσύνηΕνωμένη ΡωμηοσύνηΚΕΝΤΡΟΝ ΕΝΟΤΗΤΟΣ ΚΑΙ ΜΕΛΕΤΗΣ
ΠΡΟΒΟΛΗΣ ΤΩΝ ΑΞΙΩΝ ΜΑΣ
ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ
Πανελλήνια Σύναξη στην ΙερισσόΣημαντική Ανακοίνωση προς τα Μέλη και Φίλους της «ΕΝΩΜΕΝΗΣ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗΣ» (Ε.ΡΩ.)Πρόγραμμα των Εκδηλώσεων Ετήσιας Σύναξης της Ε.Ρω στην Ιερισσό – 29/9/22 – 2/10/22Ανάγκες σε συνεργάτεςΠανελλήνια Σύναξη στην ΙερισσόΣημαντική Ανακοίνωση προς τα Μέλη και Φίλους της «ΕΝΩΜΕΝΗΣ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗΣ» (Ε.ΡΩ.)Πρόγραμμα των Εκδηλώσεων Ετήσιας Σύναξης της Ε.Ρω στην Ιερισσό – 29/9/22 – 2/10/22Ανάγκες σε συνεργάτες

Ο ΑΓΙΟΣ ΤΗΣ ΕΝΟΤΗΤΟΣ ΤΟΥ ΓΕΝΟΥΣ*

9 Μαρτίου 2013 · 9 λεπτά

Ὁ Πατροκοσμᾶς δημιούργησε ἐπί Τουρκοκρατίας 200 Σχολεῖα

 

π. Γεωργίου Μεταλληνοῦ

 

Ἡ ἐμ­φά­νι­ση τοῦ Ἁ­γί­ου Κο­σμᾶ συ­νέ­πε­σε μέ μιά κρι­σι­μό­τα­τη πε­ρί­ο­δο τῆς ἐ­θνι­κῆς μας ἱ­στο­ρί­ας. Τό ἀ­πο­πνι­κτι­κό σκο­τά­δι τῆς τουρ­κι­κῆς κυ­ρι­αρ­χί­ας κρα­τοῦ­σε τό Γέ­νος στή φρι­κα­λε­ό­τη­τα μιᾶς ἀ­τέ­λει­ω­της νύ­κτας.

Τόν 18ο αἰ. ἄρ­χι­σε νά ἀ­πει­λεῖ­ται καί πά­λι ἡ ἐθνι­κή ἑ­νό­τη­τα τοῦ Ἑλ­λη­νι­σμοῦ, ὄ­χι ἀ­πό τήν Ἀ­να­το­λή αὐ­τή τή φο­ρά, ἀλλά ἀ­πό τή Δύ­ση. Συν­τε­λεῖ­ται ἡ συ­νάν­τη­ση τοῦ Ἑλ­λη­νι­σμοῦ μέ τόν δυ­τι­κό Δι­α­φω­τι­σμό. Πα­ρά τίς ἀ­ναμ­φι­σβή­τη­τες θε­τι­κές του πλευ­ρές ὁ Δι­α­φω­τι­σμός με­τα­κέ­νω­σε στήν ἐθνι­κή μας συ­νεί­δη­ση καί στοι­χεῖ­α κα­τα­λυ­τι­κά τῆς οὐ­σί­ας της, π.χ. τή θρη­σκευ­τι­κή ἀ­δι­α­φο­ρί­α ἤ μί­α ἀλ­λοι­ω­μέ­νη θρη­σκευ­τι­κό­τη­τα, ὁ­λό­τε­λα ξέ­νη πρός τήν οὐ­σί­α τῆς Πα­ρα­δό­σε­ώς μας.

Μέ­σα σ᾿ αὐ­τό τό κλίμα, σ᾿ αὐ­τό τό κοι­νω­νι­κό καί ἱ­στο­ρι­κό πλαί­σιο, το­πο­θε­τεῖ­ται ἡ δρά­ση τοῦ Πα­τρο­κο­σμᾶ. Δι­α­λέ­γει ἕ­ναν Ἀ­πο­στο­λι­κό τρό­πο ἐρ­γα­σί­ας, τήν πε­ρι­ο­δεί­α. Πε­ρι­ο­δεύ­ει γιά εἴ­κο­σι πε­ρί­που χρό­νια, ἀρ­δεύ­ον­τας ὅ­λη τή χώ­ρα μέ τά νά­μα­τα τῆς χρι­στι­α­νι­κῆς ἀ­λή­θειας. Οἱ πε­ρι­ο­δεῖ­ες του ἀ­πο­σκο­ποῦ­σαν βα­σι­κά στήν ἀ­πο­κα­τά­στα­ση τῆς ἑ­νό­τη­τας τοῦ λα­οῦ. Ὁ ἅ­γιος Κο­σμᾶς ἀ­πευ­θύ­νει τό κή­ρυγμά του σέ ὁ­λό­κλη­ρο τό Γέ­νος. Στρέ­φε­ται ὅ­μως βα­σι­κά στόν λαό, στήν εὐ­ρύ­τε­ρη λα­ϊ­κή βά­ση. Εἶ­χε πι­στεύ­σει στίς λα­ϊ­κές δυ­νά­μεις, πού δι­α­τη­ροῦ­σαν μέ­σα τους τά ζώ­πυ­ρα τῆς Πα­ρα­δό­σε­ως. Πί­στευ­ε στή δυ­να­τό­τη­τα ἀ­φυ­πνί­σε­ώς του, ἐ­πα­να­φο­ρᾶς του στή φα­νέ­ρω­ση τῆς ρω­μαί­ι­κης συ­νει­δή­σε­ως, γιά νά πραγ­μα­το­ποι­η­θεῖ ἔ­τσι καί ἡ Ἀ­νά­στα­ση τοῦ Γέ­νους. Δέν θά μπο­ροῦ­σε ὅ­μως ὁ Πα­τρο­κο­σμᾶς νά ἐ­πι­χει­ρή­σει κά­τι τέ­τοι­ο, ἄν δέν κου­βα­λοῦ­σε ὁ ἴ­διος ὁ­λό­κλη­ρο τόν λαό μέ­σα του.

Τό λα­ϊ­κό φρό­νη­μα τοῦ Πα­τρο­κο­σμᾶ φαί­νε­ται στή γλώσ­σα καί στό ὕ­φος τῶν Δι­δα­χῶν του. Ἡ γλωσ­σι­κή καί ὑ­φο­λο­γι­κή ἁ­πλό­τη­τά του δέν ὀ­φεί­λον­ταν βέ­βαι­α στή δι­κή του ἀ­νε­παρ­κῆ παι­δεί­α. Ὁ ἴ­διος κα­τεῖ­χε ὑ­ψη­λή γιά τήν ἐ­πο­χή του μόρ­φω­ση.

Ἡ ἀ­πύθ­με­νη ἀ­γά­πη του γιά τόν λαό φαί­νε­ται στά πα­ρα­κά­τω λό­για: «Χρέ­ος ἔ­χουν ἐ­κεῖ­νοι, ὅ­που σπου­δά­ζουν, νά μήν τρέ­χουν εἰς ἀρ­χον­τι­κά καί αὐ­λάς με­γά­λων καί νά μα­ται­ώ­νω­σι (νά χα­ρα­μί­ζουν) τήν σπου­δή τους, διά νά ἀ­πο­κτή­σουν πλοῦ­τον καί ἀ­ξί­ω­μα, ἀλ­λά νά δι­δά­σκω­σι μά­λι­στα τόν κοι­νόν λα­όν, ὅ­πως ζῶ­σι μέ πολ­λήν ἀ­παι­δευ­σί­αν καί βαρ­βα­ρό­τη­τα…».

Ὁ Πα­τρο­κο­σμᾶς θέ­λει νά γί­νει δεί­κτης στρο­φῆς ὅ­λων τῶν μορ­φω­μέ­νων πρός τόν λα­ό, γιά τόν ὁ­ποῖ­ο ὀ­φεί­λου­με νά σπου­δά­ζου­με. Για­τί, ἄν ἡ σπου­δή δέν ἀ­πο­βλέ­πει στόν φω­τι­σμό τοῦ λα­οῦ, δέν εἶ­ναι «θεί­α», ἀλ­λά «ἐ­πί­γει­ος, ψυ­χι­κή, δι­α­μο­νώ­δης». (Ἰ­ακ. 3, 15). Ἡ «ἀ­γα­θή γῆ» (Λουκ. 8, 8) ὅ­μως πού δε­χό­ταν τόν σπο­ρό­λο­γό του ἦ­ταν οἱ καρ­δι­ές τοῦ λα­οῦ, πού δι­α­τη­ροῦ­σε ἀ­κό­μα κά­τι ἀ­πό τήν πρω­ταρ­χι­κή του ὡ­ραι­ό­τη­τα («τό ἀρ­χαῖ­ον κάλ­λος»). Μέ­σα σ᾿ αὐ­τόν τόν λαό ὅ­μως ἦ­σαν καί ἀρ­κε­τοί Τοῦρ­κοι, πού ὁ Πα­τρο­κο­σμᾶς δέν τούς ἀ­πέ­κλει­ε, για­τί τό γνή­σιο ρω­μαί­ι­κο–οἰ­κου­με­νι­κό του πνεῦ­μα ἀ­να­ζη­τοῦ­σε κά­θε ἄν­θρω­πο κα­λῆς θε­λή­σε­ως. Ποῦ στή­ρι­ξε ὅ­μως τήν ἑ­νο­ποι­η­τι­κή ἱε­ρα­πο­στο­λι­κή καί ἐ­θνα­πο­στο­λι­κή του μαρ­τυ­ρί­α;

Στή γνη­σι­ό­τη­τα τῆς πί­στε­ως. Στήν Ὀρ­θό­δο­ξη πί­στη. Στόν αὐ­θεν­τι­κό δη­λα­δή καί ἀ­πο­κε­κα­λυμ­μέ­νο τρό­πο σκέ­ψε­ως, πί­στε­ως, δρά­σε­ως. Ἀ­γω­νί­σθη­κε νά ἀ­να­ζω­πυ­ρώ­σει τό ὀρ­θό­δο­ξο φρό­νη­μα τοῦ λα­οῦ, τό φρό­νη­μα τῶν ἁγί­ων Πα­τέ­ρων του. Γι᾿ αὐ­τό ἔ­κα­νε ἀ­δι­ά­κο­πα ἔκ­κλη­ση στά Ὀρ­θό­δο­ξα βά­θη τῆς ἀ­δού­λω­της λα­ϊ­κῆς ψυ­χῆς.

Συ­νε­χῶς ἐ­πα­να­λαμ­βά­νει: «Νά δο­ξά­ζε­τε (δηλ. μέ ὅ­λη τή ζω­ή σας) τήν Ἁ­γί­α Τριά­δα». Εἶ­ναι σα­φής ὁ δι­α­χω­ρι­σμός πού κά­νει ἀ­πό τόν ἐ­ξω­χρι­στι­α­νι­κό μο­νο­θε­ϊ­σμό, ἐ­νῷ θά εἶ­χε κά­θε δι­καί­ω­μα νά ζη­τή­σει νά βρεῖ προ­σβά­σεις, γιά νά «δι­ευ­κο­λύ­νει» τήν κη­ρυ­κτι­κή του δρα­στη­ρι­ό­τη­τα. Κα­νέ­νας δι­πλω­μα­τι­κός συμ­βι­βα­σμός δέν φαί­νε­ται στό κή­ρυγ­μά του. Ἤ ζω­ή ἐν ἀ­λη­θεί­ᾳ ἢ θά­να­τος!    Τό κή­ρυγ­μά του δέν εἶ­ναι μό­νο τρι­α­δο­κεν­τρι­κό, ἀλ­λά καί χρι­στο­κεν­τρι­κό.  Ἡ Θε­ό­της τοῦ Χρι­στοῦ δι­α­κη­ρύσ­σε­ται μέ σθέ­νος, συν­δυ­α­σμέ­νη μέ τήν κυ­ρι­ό­τη­τά Του, τή βα­σι­λι­κή Του ἐ­ξου­σί­α στόν οὐ­ρα­νό καί στή γῆ, στά πνευ­μα­τι­κά καί στά βι­ο­τι­κά. Εἷς Ἅ­γιος, εἷς Κύ­ριος, Ἰ­η­σοῦς Χρι­στός. Αὐ­τό εἶ­ναι τό βα­θύ­τε­ρο γιά τήν ἐ­θνι­κή ζω­ή μή­νυ­μά του! Ὁ Χρι­στός δέν εἶ­ναι γιά τόν Πα­τρο­κο­σμᾶ μό­νον Θε­ός, ἀλ­λά καί «ὁ γλυ­κύ­τα­τος αὐ­θέν­της καί Δε­σπό­της». Κα­τα­λα­βαί­νο­υμε τήν αἴ­σθη­ση αὐ­τοῦ τοῦ λό­γου σέ ἕ­ναν λα­ό, πού εἶ­χε συ­νη­θί­σει νά ὀ­νο­μά­ζει «αὐ­θέν­τη» του τόν τύ­ραν­νο–Σουλ­τά­νο καί «Δε­σπό­τη» τόν Ἐ­πί­σκο­πό του.  Πά­νω ἀ­πό κά­θε ἐ­πί­γεια ἀρ­χή καί ἐξου­σί­α εἶ­ναι γι᾿ αὐ­τόν ὁ Χρι­στός. Τό κή­ρυγ­μά του πε­ραι­τέ­ρω, δέν ἦ­ταν μί­α ἄ­χρω­μη ἠ­θι­κο­λο­γί­α, ἀλ­λά Θε­ο­λο­γί­α, πού προ­βαλ­λό­ταν ὡς τό ὀν­το­λο­γι­κό θε­μέ­λιο τοῦ ὀρ­θο­δό­ξου ἤ­θους. Συ­νή­θως –ἀ­κό­μη καί σή­με­ρα–  ὑ­πο­τιμᾶται τό λα­ϊ­κό στοι­χεῖ­ο. Λέ­με: Δέν εἶ­ναι γιά τόν λα­ό αὐ­τό· ἡ ὑ­ψη­λή μας –δῆ­θεν– Θε­ο­λο­γί­α. Τό δι­α­βά­ζου­με αὐ­τό κα­τά κό­ρον σέ πολ­λά –ἐκ­κλη­σι­α­στι­κά ἀ­κό­μη– κεί­με­να τῆς Τουρ­κο­κρα­τί­ας. Ὁ Πα­τρο­κο­σμᾶς εἶ­χε ὅ­μως δι­α­φο­ρε­τι­κή γνώ­μη. Ὅ­πως οἱ ἅγιοι Πα­τέ­ρες, ζη­τοῦ­σε κα­θα­ρό­τη­τα καρ­διᾶς ἀ­πό τόν λα­ό καό εἰ­λι­κρι­νῆ δι­ά­θε­ση, γιά νά τούς κη­ρύ­ξει –στήν ἁ­πλου­στευ­μέ­νη βέ­βαι­α μορ­φή της– ὅ­λη τήν ἀ­πο­κε­κα­λυμ­μέ­νη θεί­α ἀ­λή­θεια. Γι᾿ αὐ­τό πά­λι δέν κη­ρύσ­σει δι­α­νο­η­τι­κά, θε­ω­ρη­τι­κά, ἀλ­λά τή συγ­κε­κρι­μέ­νη πί­στη, πού ἔ­γι­νε γε­γο­νός καί ἱ­στο­ρί­α, σαρ­κω­μέ­νη ἀ­λή­θεια στό πρό­σω­πο τοῦ Κυ­ρί­ου ἡ­μῶν Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ.

Πα­ράλ­λη­λα ὅ­μως πρός τήν πί­στη (ὄ­χι μό­νο ὡς θεί­α δι­δα­σκα­λί­α, ἀλ­λά καί ὡς κα­τά­φα­ση τοῦ ἀν­θρώ­που στή λυ­τρω­τι­κή κλή­ση τοῦ Θε­οῦ) θέ­λει νά συ­νει­δη­το­ποι­η­θεῖ καί ἡ ἀ­νάγ­κη με­το­χῆς στή μυ­στη­ρια­κή ζω­ή τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Ἡ δι­πλή αὐ­τή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, πού ζη­τεῖ νά προ­βάλ­λει, φαί­νε­ται ἀ­νά­γλυ­φα στίς δύ­ο ἐ­κεῖ­νες χα­ρα­κτη­ρι­στι­κές ἐ­νέρ­γει­ές του, ὅ­που πή­γαι­νε: Πρῶ­τα ἔ­στη­νε ἕ­ναν ξύ­λι­νο Σταυ­ρό, ὑ­πό τή σκιά τοῦ ὁ­ποί­ου δί­δα­σκε, καί ἔ­πει­τα κα­λοῦ­σε σέ λα­τρευ­τι­κές καί μυ­στη­ρια­κές πρά­ξεις (π.χ. Εὐ­χέ­λαι­ο, Ἐ­ξο­μο­λό­γη­ση, Εὐ­χα­ρι­στί­α). Τοῦ­το με­τα­φρα­ζό­ταν στή συ­νεί­δη­ση τοῦ λα­οῦ μας: Μέ τά Μυ­στή­ρια τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας στό μυ­στή­ριο τοῦ Σταυ­ροῦ τοῦ Χρι­στοῦ, στό γε­γο­νὸς τῆς σω­τη­ρί­ας!

Ἀ­πό τήν πί­στη (τή σχέ­ση πρός τόν Θε­ό) προ­χω­ροῦ­σε τό κή­ρυγ­μά του στόν ἴ­διο τόν ἄν­θρω­πο, στό ἀν­θρώ­πι­νο Ἐ­γώ. Για­τί ἀ­πό τήν Ὀρ­θό­δο­ξη πί­στη,  με­του­σι­ω­μέ­νη σέ φρό­νη­μα, πη­γά­ζει τό ὀρ­θό­δο­ξο ἦ­θος. Ἡ ὀρ­θή δι­α­σύν­δε­ση τοῦ Ἐ­γώ μέ τό Ἐ­μεῖς, ὅ­πως θά ἔ­λε­γε ὁ Μα­κρυ­γιά­ννης. Ἀ­δι­ά­κο­πα προ­βάλ­λει γιά τόν ἄν­θρω­πο τή σω­τη­ρί­α τριά­δα τῶν ἀ­ρε­τῶν: τα­πεί­νω­ση, συγ­χω­ρη­τι­κό­τη­τα καί ἀ­γά­πη, σάν τή βά­ση τῆς Ἐκ­κλη­σι­α­στι­κῆς κοι­νω­νι­κό­τη­τας.

Ὁ Πα­τρο­κο­σμᾶς ἔ­γι­νε ὄ­χι μό­νο τῆς ὀρ­θο­δό­ξου πί­στε­ως ἱε­ρα­πό­στο­λος, ἀλ­λά καί τῆς Παι­δεί­ας. Στήν ὑ­πό­θε­ση τῆς Παι­δεί­ας βλέ­πει μί­α θρη­σκευ­τι­κὴ ἀ­ναγ­και­ό­τη­τα, γι᾿ αὐ­τό ἡ ἀ­μέ­λειά της εἶ­ναι γι᾿ αὐ­τόν ἁ­μάρ­τη­μα, πα­ρά­βα­ση δη­λα­δή τοῦ θεί­ου νό­μου. Θά ἐ­πα­να­λαμ­βά­νει: «Ἁ­μαρ­τά­νε­τε πο­λύ νά τά ἀ­φή­νε­τε (τά παι­διά) ἀ­γράμ­μα­τα καί τυ­φλά, καί μή μό­νον φρον­τί­ζε­τε νά τούς ἀ­φή­σε­τε πλού­τη καί ὑ­πο­στα­τι­κά, καί με­τά τόν θά­να­τό σας νά τά τρῶν καί νά τά πί­νουν καί νά σᾶς ὀ­πι­σο­λο­γοῦν (κα­τη­γο­ροῦν). Κα­λύ­τε­ρα νά τά ἀ­φή­σε­τε φτω­χά καί γραμ­μα­τι­σμέ­να, πα­ρά πλού­σια καί ἀ­γράμ­μα­τα».

Ζη­τᾶ ὅ­μως καί ἐ­δῶ κά­τι τό συγ­κε­κρι­μέ­νο. Ὄ­χι ὁ­ποι­α­δή­πο­τε Παι­δεί­α, ἀλ­λά Παι­δεί­α Ἑλ­λη­νι­κή. Δέν κρύ­βε­ται κα­νέ­νας ἐ­θνι­κι­στι­κός σο­βι­νι­σμός κά­τω ἀ­πό αὐ­τήν τήν ἀ­παί­τη­ση. Ἀ­να­φέ­ρε­ται στή δο­κι­μα­σμέ­νη ἐ­κεί­νη καί νι­κή­τρια τοῦ χρό­νου (κλα­σι­κή) Παι­δεί­α, τήν ὁ­ποί­α ἀ­πέ­κτη­σαν καί οἱ Πα­τέ­ρες καί δι­α­τή­ρη­σαν τήν ὑ­πό­στα­ση καί ταυ­τό­τη­τά τους.

Ἐκ­φρά­ζει ὅ­μως καί μί­αν ἄλ­λη ἀ­λή­θεια τό αἴ­τη­μά του αὐ­τό.

Μέ τήν Ἑλ­λη­νι­κή Παι­δεί­α, πού δέν εἶ­ναι πα­ρά γνή­σια ἀ­να­ζή­τη­ση τῆς ἀ­λή­θειας, φι­λο­σο­φί­α, ἀ­νοί­γε­ται ὁ δρό­μος πρός τό Εὐ­αγ­γέ­λιο. Ἄν δέν μορ­φω­θεῖ ὁ ἄν­θρω­πος Ἑλ­λη­νι­κά, ἂν δέν δε­χθεῖ τό γνή­σια ἐ­ρευ­νη­τι­κό ἑλ­λη­νι­κό πνεῦ­μα καί δέν μά­θει τήν ἑλ­λη­νι­κή γλώσ­σα –καρ­πό ἑ­νός ἁρ­μο­νι­κά ἀ­να­πτυγ­μέ­νου ἀν­θρω­πί­νου πνεύ­μα­τος– δέν γί­νε­ται σω­στός Χρι­στια­νός. Τό γνή­σιο δέ Πα­τε­ρι­κό καί ξέ­νο πρός κά­θε ὑ­πο­ψί­α σκο­τα­δι­σμοῦ πνεῦ­μα του φαί­νε­ται στά λό­για του: «Αἱ πολ­λαί ἐκ­κλη­σί­αι οὔ­τε δι­α­τη­ροῦν, οὔ­τε ἐ­νι­σχύ­ουν τήν πί­στιν μας, ὅ­σον καί ὅ­πως πρέ­πει, ἐ­άν οἱ εἰς Θε­ὸν πι­στεύ­ον­τες δέν εἶ­ναι φω­τι­σμέ­νοι ὑ­πό τῶν πα­λαι­ῶν καί νέ­ων Γρα­φῶν».

Πά­νω σέ πα­ρό­μοι­ες θέ­σεις τοῦ Πα­τρο­κο­σμᾶ φαί­νε­ται, στη­ρί­χθη­κε ἡ ἄ­πο­ψη, ὅ­τι γκρέ­μι­σε στή Χει­μάρ­ρα ἐκ­κλη­σί­ες, γιά νά φτιά­ξει σχο­λεῖ­α. Δέν εἶ­ναι ἀ­πί­θα­νο ὅ­μως, ἐ­ρει­πω­μέ­νες καί ἐγ­κα­τα­λελειμ­μέ­νες ἐκ­κλη­σί­ες νά ὅ­ρι­ζε νά τίς με­τα­τρέ­πουν σέ σχο­λεῖ­α. Ἀλ­λά καί ἄν ἀ­κό­μη τό ἔ­κα­με, τά σχο­λεῖ­α ποὺ ἵ­δρυ­ε, πά­λι «ἐκ­κλη­σί­ες» ἦ­σαν, ἀ­φοῦ σ᾿ αὐ­τὰ «λα­τρευ­ό­ταν» ἡ ἱ­ε­ρή γνώ­ση καί κοι­νω­νοῦ­σαν τά Ρω­μη­ό­που­λα τίς θεῖ­ες ἀ­λή­θει­ες.

Τὸ ἔρ­γο τοῦ Πα­τρο­κο­σμᾶ ἀ­πέ­βλε­πε στήν ἀ­να­γέν­νη­ση, ὄ­χι μό­νον τοῦ ἀν­θρω­πί­νου προ­σώ­που, ἀλ­λά καί τῆς ἀν­θρώ­πι­νης κοι­νω­νί­ας. «Σι­μά εἰς τά ἄλ­λα –ἐ­κή­ρυτ­τε– ηὕ­ρη­κα καί τοῦ­τον τόν λό­γον, ὁ­πού λέ­γει ὁ Χρι­στός μας, πώς δέν πρέ­πει κα­νέ­νας Χρι­στια­νός, ἄν­δρας ἤ γυ­ναί­κα, νά φρον­τί­ζει διά τοῦ λό­γου του μό­νον, πῶς νά σω­θεῖ, ἀλ­λά νά φρον­τί­ζει καί διά τούς ἀ­δελ­φούς του (πρβλ. Α΄ Κορ. 10, 24)».

Κή­ρυ­ξε ἰ­σό­τη­τα καί ἀ­δελ­φό­τη­τα ὅ­λων τῶν ἀν­θρώ­πων («ἀ­πό ἕ­ναν ἄν­δρα καί μί­αν γυ­ναί­κα ἐ­γεν­νή­θη­μεν καί ὅ­λοι εἴ­με­θα ἀ­δελ­φοί»). Δέν πα­ρα­λεί­πει ὅ­μως νά συμ­πλη­ρώ­σει: «Ὅ­λοι εἴ­με­θα ἀ­δελ­φοί, μό­νον ἡ πί­στις μᾶς χω­ρί­ζει», συμ­φω­νών­τας καί σέ τοῦ­το μέ τούς ἁ­γί­ους Πα­τέ­ρες, ὅ­τι ναί μέν ὅ­λοι οἱ ἄν­θρω­ποι εἶ­ναι ἐξ ἴ­σου πλά­σμα­τα τοῦ Θε­οῦ, τήν πραγ­μα­τι­κή ὅ­μως, πνευ­μα­τι­κή ἀ­δελ­φο­σύ­νη δη­μι­ουρ­γεῖ μό­νον ἡ πί­στη. Ἡ φε­ου­δαρ­χι­κή ἀν­τί­λη­ψη γιά φυ­σι­κή δι­ά­κρι­ση τῶν ἀν­θρώ­πων σέ εὐ­γε­νεῖς καί δου­λο­πά­ροι­κους ἀ­που­σιά­ζει τε­λεί­ως στόν ἐκ­κλη­σι­α­στι­κο­κεν­τρι­κό στο­χα­σμό τοῦ Πα­τρο­κο­σμᾶ. Εἶ­ναι ἴ­σως κά­πως τολ­μη­ρό νὰ ἰ­σχυ­ρι­σθεῖ κα­νείς ὅ­τι ἔ­φθα­σε στή σύλ­λη­ψη τοῦ σχε­δί­ου τοῦ Ρή­γα, πού ὁ­ρα­μα­τί­σθη­κε κοι­νή συ­νέ­νω­ση ὅ­λων τῶν Βαλ­κα­νι­κῶν λα­ῶν μέ ἑλ­λη­νι­στι­κή ἀ­φο­μοί­ω­ση καί κοι­νό ὄρ­γα­νο τήν ἑλ­λη­νι­κή γλώσ­σα. Ἴ­σως ἔ­τσι σκε­πτό­ταν μέ­χρι τό 1774, πού κυ­ρι­αρ­χοῦ­σε μέ­σα του ἡ ἰ­δέ­α τῆς ἐ­πα­να­στά­σε­ως κα­τά τοῦ τυ­ράν­νου καί τῆς ἀ­πε­λευ­θε­ρώ­σε­ως. Ἴ­σως νά μήν ἄγ­γι­ξε τήν οἰ­κου­με­νι­κή ἰ­δέ­α τοῦ Ρή­γα, πού εἶ­χε ἄλ­λω­στε κα­θα­ρό πο­λι­τι­κό χα­ρα­κτῆ­ρα. Ὁ Πα­τρο­κο­σμᾶς ἄλ­λω­στε δι­α­πνέ­ε­ται ἀ­πό μί­αν ἄλ­λου τύ­που οἰ­κου­με­νι­κό­τη­τα, θρη­σκευ­τι­κοῦ, ἐκ­κλη­σι­α­στι­κοῦ χα­ρα­κτῆ­ρα, θε­με­λι­ω­μέ­νη στήν ὀρ­θο­δο­ξο–ρω­μαί­ικη Πα­ρά­δο­ση. Ζοῦ­σε καί ἐ­κι­νεῖ­το μέ­σα στό ρω­μαί­ικο κλί­μα, ὅ­που ὄ­χι ἡ ἐ­θνό­τη­τα, ἀλ­λά ἡ κοι­νή πί­στη ἕ­νω­νε τήν πολ­λα­πλό­τη­τα τ­ῶν λα­ῶν, πρῶ­τα στό ἕ­να ἐκ­κλη­σι­α­στι­κό σῶ­μα καί με­τά στή μί­α οἰ­κου­με­νι­κή Πο­λι­τεί­α. Ἔ­τσι κή­ρυ­ξε ἰ­σό­τη­τα ἀν­δρῶν καί γυ­ναι­κῶν, μέ­σα ὅ­μως στήν ἰ­δι­αι­τε­ρό­τη­τα τοῦ φύ­λου καί τῆς ἀ­πο­στο­λῆς τους στό κοι­νω­νι­κό σῶ­μα (θέ­λει τόν ἄν­δρα «ὡ­σάν Βα­σι­λέ­α» καί τή γυ­ναί­κα «ὡ­σάν Βε­ζί­ρη!») ἀλ­λά συγ­χρό­νως καί ἀ­πο­φυ­γή τῆς «ἁρ­πα­γῆς καί ἀ­δι­κί­ας», το­νί­ζον­τας: «Ἄν εἶ­σθε Χρι­στια­νοί, μέ τόν κό­πον σας νά ζῆ­τε», δεί­χνον­τας ἔ­τσι τήν ἀν­τι­φε­ου­δα­λι­κή καί ἀν­τι­α­στι­κή συ­νεί­δη­σή του.

Τό ἁ­γι­ο­γρα­φι­κό ὑ­πό­βα­θρο τοῦ κοι­νω­νι­κοῦ κη­ρύγ­μα­τός του φαί­νε­ται, ὅ­ταν λέ­γει: «Ὅ­θεν, ἀ­δελ­φοί μου, ὅ­σοι ἀ­δι­κή­σα­τε Χρι­στια­νούς ἤ Ἑ­βραί­ους ἤ Τούρ­κους, νά δώ­σε­τε τό ἄ­δι­κον ὀ­πί­σω, δι­ό­τι εἶ­ναι κα­τη­ρα­μέ­νον καί δέν βλέ­πε­τε καμ­μί­αν προ­κο­πήν».

 

Ἡ πο­ρεί­α πρός τή Θέ­ω­ση.

 

Γεν­νή­θη­κε τό 1714 στό Μέ­γα Δέν­δρο (κατ᾿ ἄλ­λους στόν Τα­ξιά­ρχη) τῆς ἐ­παρ­χί­ας Ἀ­πο­κού­ρου στήν Αἰ­τω­λί­α. Τά πρῶ­τα γράμ­μα­τα ἔ­μα­θε στό ἱ­ε­ρο­δι­δα­σκα­λεῖ­ο τοῦ Λύ­τσι­κα στή Σι­γδί­τσα τῆς Παρ­νασ­σί­δος καί στή μο­νή τῆς Ἁ­γί­ας Πα­ρα­σκευ­ῆς στά Βραγ­για­νά τῶν Ἀ­γρά­φων. Δι­ο­ρί­σθη­κε Δά­σκα­λος στή Λομ­πο­τι­νά Ναυ­πα­κτί­ας καί δί­δα­ξε πι­θα­νῶς καί σ᾿ ἄλ­λα χω­ριά. Ἐ­πι­θυ­μών­τας νά λά­βει  ἀ­νώ­τε­ρη Παι­δεί­α, πῆ­γε στήν Ἀ­θω­νιά­δα Σχο­λή, ὅ­που εἶ­χε Δα­σκά­λους τόν Πα­να­γι­ώ­τη Πα­λα­μᾶ καί τόν Εὐ­γέ­νιο Βούλ­γα­ρη. Συγ­χρό­νως ἐ­πι­δό­θη­κε στή με­λέ­τη τῆς Ἁ­γί­ας Γρα­φῆς καί τῶν Ἁ­γί­ων Πα­τέ­ρων. Τό 1759 ἐκά­ρη­ μο­να­χός στή Μο­νή Φι­λο­θέ­ου καί ἀ­φι­ε­ρώ­θη­κε στήν ἄ­σκη­ση καί με­λέ­τη. Φλε­γό­με­νος ἀ­πό τόν πό­θο νά βο­η­θή­σει τό ὑ­πό­δου­λο Γέ­νος καί νά συμ­βάλ­ει στόν κα­τά Θε­όν φω­τι­σμό του πῆ­γε στήν Κων­σταν­τι­νού­πο­λη καί ἔ­λα­βε τήν ἄ­δεια τοῦ κη­ρύγ­μα­τος ἀ­πό τόν Οἰ­κου­με­νι­κό Πα­τριά­ρχη Σε­ρα­φείμ Β΄. Τό 1760, σέ ἡ­λι­κί­α 46 ἐ­τῶν, ἄρ­χι­σε τό ἱε­ρα­πο­στο­λι­κό του ἔρ­γο, τό ὁ­ποῖ­ο συ­νέ­χι­σε ἀ­δι­ά­κο­πα γιά μιάν πε­ρί­που εἰ­κο­σα­ε­τί­α καί τό ἐ­πι­σφρά­γι­σε μέ τό μαρ­τύ­ριό του. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε τέσ­σε­ρις με­γά­λες πε­ρι­ο­δεῖ­ες, σχε­δόν σ᾿ ὅ­λες τίς πε­ρι­ο­χές ὅ­που ἁ­πλω­νό­ταν τό ἑλ­λη­νι­κό στοι­χεῖο­. Στήν πε­ρι­ο­χή Κων­σταν­τι­νου­πό­λε­ως καί Θρά­κης, στήν Ἀ­χα­ΐ­α, στή Θεσ­σα­λί­α, στή Μα­κε­δο­νί­α, στήν Ἤ­πει­ρο, στά νη­σιὰ τοῦ Αἰ­γαί­ου καί τοῦ Ἰ­ο­νί­ου,  στή Νό­τια Σερ­βί­α καί στήν Ἀλ­βα­νί­α. Τόν χα­ρα­κτή­ρα τοῦ κη­ρύγ­μα­τός του δεί­χνουν οἱ Δι­δα­χές του, πού δι­α­σώ­θη­καν ἀ­πό τούς μα­θη­τές του. Ἡ ἐ­πί­δρα­σή του στόν λα­ό ἦ­ταν τε­ρά­στια καί τόν σε­βόν­του­σαν Ρω­μηοί καί Τοῦρ­κοι. Ἔπειτα ἀ­πό συ­κο­φαν­τί­α Ἑ­βραί­ων στίς τουρ­κι­κές ἀρ­χές, ὅ­τι δῆ­θεν ἦ­ταν ὄρ­γα­νο τῶν Ρώ­σων καί ὑ­πο­κι­νοῦ­σε ἐ­πα­νά­στα­ση, συ­νε­λή­φθη καί κρε­μά­σθη­ ἀ­πό δέν­τρο στίς 24 Αὐ­γού­στου 1779. Ἐτάφη κον­τά στό χω­ριό Κο­λι­κόν­τα­σι τῆς Β. Ἠ­πεί­ρου. Ἀ­να­κη­ρύ­χθη­κε Ἅ­γιος τό 1961, ἐ­νῷ τι­μό­ταν ἀ­πό τόν λα­ό ἀ­μέ­σως με­τά τό μαρ­τύ­ριό του.

 

*ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ‘Ἐρῶ’ , Δ΄ ΤΕΥΧΟΣ, ΟΚΤ.-ΔΕΚ. 2010

 

Σχετικά

Ο ΑΓΙΟΣ ΤΗΣ ΕΝΟΤΗΤΟΣ ΤΟΥ ΓΕΝΟΥΣ* · Ε.Ρω.