ΣΤΟΝ ΑΕΡΑΕΡΩ — ΡαδιοΣυχνότητα
Ενωμένη ΡωμηοσύνηΕνωμένη ΡωμηοσύνηΚΕΝΤΡΟΝ ΕΝΟΤΗΤΟΣ ΚΑΙ ΜΕΛΕΤΗΣ
ΠΡΟΒΟΛΗΣ ΤΩΝ ΑΞΙΩΝ ΜΑΣ
ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ
Πανελλήνια Σύναξη στην ΙερισσόΣημαντική Ανακοίνωση προς τα Μέλη και Φίλους της «ΕΝΩΜΕΝΗΣ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗΣ» (Ε.ΡΩ.)Πρόγραμμα των Εκδηλώσεων Ετήσιας Σύναξης της Ε.Ρω στην Ιερισσό – 29/9/22 – 2/10/22Ανάγκες σε συνεργάτεςΠανελλήνια Σύναξη στην ΙερισσόΣημαντική Ανακοίνωση προς τα Μέλη και Φίλους της «ΕΝΩΜΕΝΗΣ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗΣ» (Ε.ΡΩ.)Πρόγραμμα των Εκδηλώσεων Ετήσιας Σύναξης της Ε.Ρω στην Ιερισσό – 29/9/22 – 2/10/22Ανάγκες σε συνεργάτες

ΤΟ ΦΩΣ ΕΛΗΛΥΘΕΝ ΕΙΣ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟΝ

21 Ιουνίου 2012 · 39 λεπτά

 

Ἁ­γί­ου Ἰ­ω­άν­νου τοῦ Χρυ­σο­στό­μου

Πα­τριά­ρχου Κων­σταν­τι­νου­πό­λε­ως

 

      Ἂς ἀ­κού­σω­με τὴν πνευ­μα­τι­κὴν λύ­ρα ποὺ παί­ζει ὄ­χι ὁ ἁ­λι­εύς, οὔ­τε ὁ υἱ­ὸς τοῦ Ζε­βε­δαί­ου Ἰ­ω­άν­νης, ἀλ­λὰ ἐ­κεῖ­νο τὸ ὁ­ποῖ­ο γνω­ρί­ζει τὰ βά­θη τοῦ Θε­οῦ, τὸ Πνεῦ­μα λέ­γω. Δι­ό­τι τί­πο­τε ἀν­θρώ­πι­νο δὲν θὰ μᾶς εἰ­πῆ, ἀλ­λὰ θὰ ὁ­μι­λή­ση ἀ­πὸ τὶς ἀ­βύσ­σους τὶς πνευ­μα­τι­κές, ἀ­πὸ τὰ ἄ­γνω­στα ἐ­κεῖ­να μυ­στή­ρια, τὰ ὁ­ποῖ­α οὔ­τε οἱ Ἄγ­γε­λοι ἐ­γνώ­ρι­ζαν πρὶν πραγ­μα­το­ποι­η­θοῦν. Πράγ­μα­τι μα­ζὶ μέ μᾶς καὶ δι᾿ ἡ­μῶν ἔ­μα­θαν καὶ αὐ­τοὶ ὅ­σα ἐ­γνω­ρί­σα­με καὶ μεῖς διὰ τῆς φω­νῆς τοῦ Ἰ­ω­άν­νου.

Καὶ βε­βαί­ως μᾶς ἐ­τί­μη­σε καὶ σ᾿ αὐ­τὸ ὁ Θε­ὸς ὄ­χι λί­γο, στὸ ὅ­τι δη­λα­δή, οἱ Ἄγ­γε­λοι ἔ­μα­θαν μα­ζὶ μὲ μᾶς αὐ­τὰ τὰ ὁ­ποῖ­α ἀ­γνο­οῦ­σαν.

      Ἐ­πει­δὴ ὁ μὲν Ματ­θαῖ­ος ἄρ­χι­σε τὴν δι­ή­γη­ση ἀ­πὸ τὸν βα­σι­λέ­α Ἡ­ρώ­δη, ὁ δὲ Λου­κᾶς ἀ­πὸ τὸν Καί­σα­ρα Τι­βέ­ριον καὶ ὁ Μάρ­κος ἀ­πὸ τὸ βά­πτι­σμα Ἰ­ω­άν­νου τοῦ Βα­πτι­στοῦ, ὁ εὐ­αγ­γε­λι­στὴς Ἰ­ω­άν­νης, ἀ­φή­νον­τας ὅ­λα αὐ­τὰ ἀ­νῆλ­θε ὑ­πε­ρά­νω κά­θε χρό­νου καὶ αἰ­ῶ­νος, καὶ ἐ­ξα­κον­τί­ζον­τας τὴν δι­ά­νοι­α τῶν ἀ­κρο­α­τῶν πρὸς τὸ «ἐν ἀρ­χὴ ἦν» δὲν τὴν ἄ­φη­σε κά­που νὰ στα­θῆ, οὔ­τε ἔ­θε­σε ὅ­ριον, ὅ­πως ἐ­κεῖ­νοι, τὸν Ἡ­ρώ­δη, τὸν Τι­βέ­ριο καὶ τὸν Ἰ­ω­άν­νη. Ἐ­κεῖ­νο πάν­τως, ποὺ ἀ­ξί­ζει νὰ θαυ­μά­σω­με μα­ζὶ μὲ αὐ­τὰ καὶ πρέ­πει νὰ ὑ­πο­γραμ­μί­σω­με εἶ­ναι ὅ­τι, οὔ­τε αὐ­τός, ποὺ ἄ­φη­σε τὸν ἑ­αυ­τό του νὰ ἀ­νυ­ψω­θῆ πρὸς τὸν ὑ­ψη­λό­τε­ρον αὐ­τὸν λό­γο, ἔ­δει­ξε ἀ­μέ­λεια γιὰ τὴν θεί­αν Οἰ­κο­νο­μί­α, οὔ­τε ἐ­κεῖ­νοι, ποὺ ἰ­δι­αι­τέ­ρως ἐ­πέ­μει­ναν, σ᾿ αὐ­τὴν ἀ­πε­σι­ώ­πη­σαν τὴν προ­αι­ώ­νιον ὕ­παρ­ξη. Καὶ αὐ­τὸ εἶ­ναι φυ­σι­κὸ, δι­ό­τι ἕ­να εἶ­ναι τὸ Πνεῦ­μα τὸ ὁ­ποῖ­ο κι­νεῖ ὅ­λων αὐ­τῶν τὶς ψυ­χές. Γι᾿ αὐ­τὸ καὶ ἐ­πέ­δει­ξαν πολ­λὴν συμ­φω­νί­α στὴν ἔκ­θε­ση τῶν γε­γο­νό­των.

 

      α1. «Ἐν ἀρ­χῇ ἦν ὁ Λό­γος». Στὴν ἀρ­χὴ ὑ­πῆρ­χε ὁ Λό­γος. «Καὶ ὁ Λό­γος ἦν πρὸς τὸν Θε­όν».

Ἀ­γα­πη­τέ, ὅ­ταν ἀ­κού­ης Λό­γος, μὴ ἀ­νε­χθῆς πο­τὲ ἐ­κεί­νους ποὺ λέ­γουν ὅ­τι εἶ­ναι ἔρ­γο, ἀλ­λὰ οὔ­τε ἐ­κεί­νους, ποὺ νο­μί­ζουν ὅ­τι εἶ­ναι ἁ­πλὸς λό­γος. Δι­ό­τι οἱ λό­γοι τοῦ Θε­οῦ εἶ­ναι πολ­λοὶ ποὺ τοὺς ἐ­φαρ­μό­ζουν καὶ οἱ Ἄγ­γε­λοι, ἀλ­λὰ κα­νεὶς ἀ­πὸ ἐ­κεί­νους τοὺς λό­γους δὲν εἶ­ναι Θε­ός. Ἀλ­λ᾿ ἐ­κεῖ­νοι μὲν εἶ­ναι προ­φη­τεῖ­ες καὶ προ­στάγ­μα­τα τοῦ Θε­οῦ. Ἐ­νῶ αὐ­τὸς ὁ Λό­γος εἶ­ναι μί­α οὐ­σί­α μὲ ὑ­πό­στα­ση, ἡ ὁ­ποί­α προ­ῆλ­θε ἀ­πὸ τὸν Πα­τέ­ρα ἀ­πα­θῶς. Γι᾿ αὐ­τὸ δη­λώ­νε­ται μὲ τὴν ὀ­νο­μα­σί­α Λό­γος. Τὸ «ἐν ἀρ­χῇ» φα­νε­ρώ­νει τὸ αἰ­ώ­νιο, τὸ δὲ «οὗ­τος ἦν ἐν ἀρ­χῇ πρὸς τὸν Θε­ὸν», (αὐ­τὸς ἦ­ταν ἀ­πὸ τὴν ἀρ­χὴ στὸν Θε­ὸ), μᾶς φα­νε­ρώ­νει τὸ συ­ναι­ώ­νιο. Δι­ό­τι ὁ Πα­τὴρ δὲν ἦ­ταν πο­τὲ χω­ρὶς Λό­γο, ἀλ­λὰ πάν­το­τε, ἦ­ταν Θε­ὸς μα­ζὶ μὲ Θε­όν, εἶ­χε δη­λα­δὴ δι­κή του ὑ­πό­στα­ση.

 

      α3. «Πάν­τα, δι᾿ αὐ­τοῦ, ἐ­γέ­νε­το, καὶ χω­ρὶς αὐ­τοῦ ἐ­γέ­νε­το οὐ­δὲ ἐν ὅ γέ­γο­νε». Ὁ μὲν Μω­ϋσῆς ἀρ­χί­ζον­τας τὴν ἱ­στο­ρί­α τῆς γε­νέ­σε­ως τοῦ κό­σμου καὶ τὴν συγ­γρα­φὴ τῆς Πα­λαι­ᾶς Δι­α­θή­κης, μᾶς ὁ­μι­λεῖ πε­ρὶ τῶν αἰ­σθη­τῶν καὶ τὰ ἐκ­θέ­τει λε­πτο­με­ρῶς, («ἐν ἀρ­χῇ», λέ­γει, «ἐ­ποί­η­σε ὁ Θε­ὸς τὸν οὐ­ρα­νὸν καὶ τὴν γῆν», (Γεν. α1), καὶ ἕ­πε­ται, προ­σθέ­τει ὅ­τι ἐ­δη­μι­ουρ­γή­θη καὶ τὸ φῶς καὶ δεύ­τε­ρος οὐ­ρα­νός, ὅ­τι ἀ­κο­λού­θως ἐμ­φα­νί­σθη­καν ἀ­στέ­ρες καὶ ζῶ­α, ὅ­λα τὰ γέ­νη τῶν ζώ­ων καὶ ὅ­λα τὰ ἄλ­λα, γιὰ νὰ μὴ μα­κρη­γο­ροῦ­με δι­η­γού­με­νοι κα­θέ­να ξε­χω­ρι­στά. Αὐ­τὸς ὅ­μως ὁ Εὐ­αγ­γε­λι­στὴς συν­το­μεύ­ον­τάς τα ὅ­λα αὐ­τά, σὲ μί­α λέ­ξη πε­ρι­λαμ­βά­νει καὶ αὐ­τὰ καὶ τὰ ἀ­νώ­τε­ρα ἀ­πὸ αὐ­τά. Γι᾿ αὐ­τὸ ἐ­κεῖ­νος μὲν ἂν καὶ βε­βαί­ως ἀ­νε­φέρ­θη στὸ μι­κρό­τε­ρο μέ­ρος τῆς κτί­σε­ως –δι­ό­τι δὲν μᾶς μί­λη­σε κα­θό­λου πε­ρὶ τῶν ἀ­ο­ρά­των δυ­νά­με­ων– ἀ­σχο­λεῖ­ται, λε­πτο­με­ρῶς μὲ αὐ­τά, ἐ­νῶ αὐ­τὸς ἐ­δῶ, ἐ­πει­δὴ ἐ­πεί­γε­ται νὰ ἀ­νέλ­θη πρὸς τὸν Ἴ­διον τὸν Ποι­η­τὴν τῆς κτί­σε­ως, εὐ­λό­γως, τὰ προ­σπερ­νᾶ ὅ­λα ἀ­φοῦ τό­σον αὐ­τὰ ὅ­σο καὶ ἐ­κεῖ­να ποὺ ἀ­πε­σι­ώ­πη­σε ἐ­κεῖ­νος τὰ πε­ρι­έ­λα­βε σὲ μί­α μι­κρὴ καὶ σύν­το­μη φρά­ση, τὴν «πάν­τα δι᾿ αὐ­τοῦ ἐ­γέ­νε­το». Καὶ γιὰ νὰ μὴ νο­μί­ζης ὅ­τι μᾶς ὁ­μι­λεῖ μό­νο γιὰ ἐ­κεῖ­να γιὰ τὰ ὁ­ποῖ­α ἤ­δη μᾶς μί­λη­σε ὁ Μω­ϋ­σῆς, συμ­πλη­ρώ­νει ὅ­τι «καὶ  χω­ρὶς αὐ­τοῦ ἐ­γέ­νε­το οὐ­δὲ ἕν, ὅ γέ­γο­νε», δη­λα­δὴ ὅ­τι δη­μι­ουρ­γή­θη­κε, εἴ­τε τοῦ­το εἶ­ναι ὁ­ρα­τό, εἴ­τε ἀ­ό­ρα­το, τί­πο­τε ἀ­πο­λύ­τως δὲν ἔ­λα­βε ὕ­παρ­ξη χω­ρὶς τὴν δύ­να­μη τοῦ Υἱ­οῦ.

Προ­σθέ­τον­τας δὲ, τὸ «ὅ γέ­γο­νε» δι­ορ­θώ­νει κά­θε ἄ­το­πη ἑρ­μη­νεί­α ποὺ μπο­ρεῖ ὕ­που­λα νὰ εἰ­σχω­ρή­ση ἐ­δῶ. Ἐ­πει­δή, δη­λα­δὴ εἶ­πε, «χω­ρὶς αὐ­τοῦ ἐ­γέ­νε­το οὐ­δὲν ἕν», γιὰ νὰ μὴν ἰ­σχυ­ρι­σθῆ κα­νείς: «Λοι­πόν, ἂν τὰ πάν­τα δη­μι­ουρ­γή­θη­καν δι᾿ Αὐ­τοῦ, ἑ­πο­μέ­νως καὶ τὸ Πνεῦ­μα δη­μι­ουρ­γή­θη­κε», χρει­ά­σθη­κε αὐ­τὴ ἡ προ­σθή­κη.

«Δι­ό­τι ἐ­γώ, λέ­γει, εἶ­πα ὅ­τι δη­μι­ουρ­γή­θη­κε δι᾿ αὐ­τοῦ ὁ­τι­δή­πο­τε ἔ­χει δη­μι­ουρ­γη­θεῖ, εἴ­τε εἶ­ναι ἀ­ό­ρα­το, εἴ­τε ἀ­σώ­μα­το, εἴ­τε στοὺς οὐ­ρα­νούς, γι᾿ αὐ­τὸ δὲν εἶ­πα ὅ­λα γε­νι­κῶς, ἀλ­λ᾿ ὁ­τι­δή­πο­τε δη­μι­ουρ­γή­θη­κε, ὅ­σα δη­λα­δὴ εἶ­ναι κτι­στά. Τὸ Πνεῦ­μα ὅ­μως δὲν εἶ­ναι κτι­στό».

Ἀ­φοῦ ὁ Ἰ­ω­άν­νης ὡ­μί­λη­σε πε­ρὶ τῆς δη­μι­ουρ­γί­ας, προ­σθέ­τει καὶ τὸν πε­ρὶ προ­νοί­ας λό­γον λέ­γον­τας:  

      α4. «Ὅ­τι ἐν αὐ­τῷ ζω­ὴ ἦν». Γιὰ νὰ μὴν ἀ­πι­στή­ση κά­ποι­ος, πὼς τὰ τό­σο πολ­λὰ καὶ ἐ­ξαι­ρε­τι­κῶς, με­γά­λα ἔρ­γα ἔ­γι­ναν δι᾿ Αὐ­τοῦ, πρό­σθε­σε, ὅ­τι «μέ­σα του ὑ­πῆρ­χε ζω­ή». Ὅ­πως ἀ­πὸ τὴν πη­γή, ἡ ὁ­ποί­α γεν­νᾶ ἀ­βύσ­σους, ὅ­σο καὶ ἂν ἀ­φαι­ρέ­σης, κα­θό­λου δὲν τὴν μει­ώ­νεις, ἔ­τσι καὶ ἡ ἐ­νέρ­γεια τοῦ Μο­νο­γε­νοῦς, ὅ­σα καὶ ἂν πι­στεύ­σης ὅ­τι πα­ρή­χθη­σαν καὶ δη­μι­ουρ­γή­θη­καν δι᾿  αὐ­τῆς, δὲν πρέ­πει κἄν νὰ φαν­τα­σθῆς ὅ­τι ἔ­στω καὶ κα­τ᾿ ἐ­λά­χι­στον ἐ­λατ­τώ­θη­κε. Μᾶλ­λον ὅ­μως θὰ ἀ­να­φέ­ρω τὸ πα­ρά­δειγ­μα τοῦ φω­τός, τὸ ὁ­ποῖ­ο εἶ­ναι πιὸ οἰ­κεῖ­ο καὶ γνω­στὸ καὶ τὸ ὁ­ποῖ­ο καὶ αὐ­τὸς ὁ ἴ­διος προ­σέ­θε­σε εὐ­θὺς ἀ­μέ­σως, λέ­γον­τας, «καὶ ἡ ζω­ὴ ἦν τὸ φῶς». Ὅ­πως τὸ φῶς, ὅ­σες μυ­ριά­δες δη­μι­ουρ­γη­μά­των καὶ ἂν φω­τί­ση, τί­πο­τε δὲν χά­νει ἀ­πὸ τὴν λαμ­πρό­τη­τά του, ἔ­τσι καὶ ὁ Θε­ὸς καὶ πρὶν ἀ­πὸ τὴν δη­μι­ουρ­γί­α καὶ με­τὰ ἀ­πὸ αὐ­τὴν πα­ρα­μέ­νει ἀ­νελ­λι­πής, ὅ­πως ἦ­ταν, χω­ρὶς νὰ ὑ­φί­στα­ται κα­μμί­αν ἐ­λάτ­τω­ση, ἢ ἀ­το­νί­α καὶ ἀ­δυ­να­μί­α ἀ­πὸ τὴν πολ­λὴν δη­μι­ουρ­γί­α. Ἀλ­λὰ πα­ρα­μέ­νει ὁ ἴ­διος ἀ­ναλ­λοί­ω­τος, ἔ­στω καὶ ἂν χρεια­σθῆ νὰ πα­ρα­χθοῦν μύ­ριοι ἢ καὶ ἄ­πει­ροι τοι­οῦ­τοι κό­σμοι καὶ ἐ­παρ­κεῖ γιὰ ὅ­λους, ὄ­χι μό­νον πρὸς δη­μι­ουρ­γί­α, ἀλ­λὰ καὶ πρὸς δι­α­τή­ρη­ση καὶ συγ­κρά­τη­σή τους με­τὰ τὴν δη­μι­ουρ­γί­α τους, δι­ό­τι ἐ­δῶ τὸ ὄ­νο­μα τῆς ζω­ῆς δὲν ση­μαί­νει μό­νο τὴν δη­μι­ουρ­γί­α, ἀλ­λὰ καὶ τὴν πρό­νοι­α πρὸς συν­τή­ρη­ση τῆς δη­μι­ουρ­γί­ας.  

Ἀλ­λὰ καὶ τὸν πε­ρὶ τῆς ἀ­να­στά­σε­ως Λό­γο μᾶς προ­α­ναγ­γέ­λει καὶ ἀρ­χί­ζει ἀ­πὸ τώ­ρα νὰ μᾶς εὐ­αγ­γε­λί­ζε­ται τὸ θαυ­μα­στὸ τοῦ­το γε­γο­νός, δι­ό­τι ἐφ᾿ ὅ­σον ἦλ­θε σὲ μᾶς ἡ ζω­ή, κα­ταρ­γή­θη­κε ἡ ἐ­ξου­σί­α τοῦ θα­νά­του καὶ ἀ­φοῦ ἔ­λαμ­ψε σὲ μᾶς τὸ φῶς, δὲν ὑ­πάρ­χει πλέ­ον τὸ σκό­τος, ἀλ­λὰ μέ­νει παν­το­τι­νὰ μέ­σα μας ἡ ζω­ὴ καὶ ὁ θά­να­τος ἀ­δυ­να­τεῖ νὰ ὑ­πε­ρι­σχύ­ση αὐ­τῆς.

Πρῶ­τα λοι­πὸν μᾶς ἐ­δί­δα­ξε πε­ρὶ τῆς δη­μι­ουρ­γί­ας, ἔ­πει­τα μᾶς λέ­γει καὶ γιὰ τὰ ἀ­γα­θὰ τῆς ψυ­χῆς, τὰ ὁ­ποῖα μᾶς ἐ­χά­ρι­σε μὲ τὴν ἔ­λευ­σή του. Αὐ­τὰ συμ­πε­ρι­έ­λα­βε ὁ Εὐ­αγ­γε­λι­στὴς σὲ μί­α μι­κρὴ φρά­ση: «Καὶ ἡ ζω­ὴ ἦ­ταν τὸ φῶς τῶν ἀν­θρώ­πων». Δὲν εἶ­πε: «ἦ­ταν τὸ φῶς τῶν Ἰ­ου­δαί­ων», ἀλ­λὰ ὅ­λων γε­νι­κὰ τῶν ἀν­θρώ­πων δι­ό­τι δὲν ἦλ­θαν μό­νο οἱ Ἰ­ου­δαῖ­οι, ἀλ­λὰ καὶ οἱ Ἕλ­λη­νες στὴν θε­ο­γνω­σί­α, καὶ σὲ ὅ­λους ἀ­πὸ κοι­νοῦ προ­σε­φέρ­θη τοῦ­το τὸ φῶς.

Γιὰ ποι­ὸν λό­γο ὅ­μως δὲν πρό­σθε­σε καὶ τοὺς Ἀγ­γέ­λους καὶ εἶ­πε «τῶν ἀν­θρώ­πων;».

Ἐ­πει­δὴ τώ­ρα ὁ Λό­γος του ἀ­φο­ρᾶ τὴν ἀν­θρώ­πι­νη φύ­ση καὶ πρὸς αὐ­τοὺς εὐ­αγ­γε­λί­ζε­ται τὰ ἀ­γα­θά.

 

       α9. «Ἦν τὸ φῶς τὸ ἀ­λη­θι­νόν, ὅ φω­τί­ζει πάν­τα ἄν­θρω­πον, ἐρ­χό­με­νον εἰς τὸν κό­σμον».

Ποῦ εἶ­ναι λοι­πὸν ἐ­κεῖ­νοι πού δὲν τὸν ὀ­νο­μά­ζουν Θε­ὸν ἀ­λη­θι­νό; Δι­ό­τι ἐ­δῶ μὲν ἔ­χει ὀ­νο­μα­σθῆ φῶς ἀ­λη­θι­νό, σὲ ἄλ­λα δὲ ση­μεῖ­α αὐ­το­α­λή­θεια καὶ αὐ­το­ζω­ή. Καὶ ἂν φω­τί­ζη κά­θε ἄν­θρω­πο πού ἔρ­χε­ται στὸν κό­σμο, πῶς ἔ­χουν μεί­νει τό­σοι ἀ­φώ­τι­στοι; Δι­ό­τι δὲν ἐ­γνώ­ρι­σαν ὅ­λοι τὸ σέ­βας τοῦ Χρι­στοῦ. Πῶς λοι­πὸν φω­τί­ζει κά­θε ἄν­θρω­πος; Ὅ­σο ἐ­ξαρ­τᾶ­ται ἀ­πὸ αὐ­τόν. Ἂν δὲ κά­ποι­οι, μὴ θέ­λον­τας νὰ δε­χθοῦν τὶς ἀ­κτί­νες τού­του τοῦ φω­τὸς ἔ­κλει­σαν τοὺς ὀ­φθαλ­μοὺς τῆς δι­α­νοί­ας τους, ἡ ἀ­πο­τύ­φλω­σή τους δὲν ὀ­φεί­λε­ται στὴ φύ­ση τοῦ φω­τός, ἀλ­λὰ στὴν ἐγ­κλη­μα­τι­κὴ εὐ­θύ­νη ἐ­κεί­νων ποὺ στέ­ρη­σαν τοὺς ἑ­αυ­τοὺς των αὐ­τῆς τῆς δω­ρε­ᾶς. Πρά­μα­τι ἡ Χά­ρις, ἔ­χει ἐκ­χυ­θῆ πρὸς ὅ­λους καὶ δὲν ἀ­πο­στρέ­φε­ται, οὔ­τε τὸν Ἕλ­λη­να, οὔ­τε τὸν βάρ­βα­ρο, οὔ­τε τὸν Σκύ­θη, οὔ­τε δοῦ­λο, οὔ­τε ἐ­λεύ­θε­ρο, οὔ­τε ἄν­δρα, οὔ­τε γυ­ναῖκα, οὔ­τε γέ­ρον­τα, οὔ­τε νέ­ο, ἀλ­λὰ προ­σφέ­ρε­ται σὲ ὅ­λους ὁ­μοί­ως, τοὺς κα­λεῖ κά­νον­τας σὲ ὅ­λους τὴν ἴ­δια τι­μή. Ὅ­σοι ὅ­μως δὲν θέ­λουν νὰ ἀ­πο­λαύ­σουν αὐ­τὴν τὴν δω­ρε­ὰ, θὰ ἦσαν δί­και­οι ἐ­ὰν κα­τε­λό­γι­ζαν τὴν τύ­φλω­ση αὐ­τὴ στὸν ἑ­αυ­τό τους. Δι­ό­τι ὅ­ταν ἡ εἴ­σο­δος εἶ­ναι γιὰ ὅ­λους ἀ­νοι­κτὴ καὶ δὲν ὑ­πάρ­χει, κα­νεὶς ποὺ νὰ τὴν πα­ρεμ­πο­δί­ζη, καὶ ἀ­πὸ θε­λη­μα­τι­κὴ κα­κί­α ὡ­ρι­σμέ­νοι μέ­νουν ἔ­ξω, ἀ­πὸ κα­νέ­να ἄλ­λον, ἀλ­λὰ μό­νο ἀ­πὸ τὴ δι­κή τους πο­νη­ρί­α χά­νον­ται.

 

       α­10. «Ἐν τῷ κό­σμῳ ἦν;». Ὄ­χι ὅ­μως ὡς σύγ­χρο­νος τοῦ κό­σμου, πρὸς Θε­οῦ. Γι᾿ αὐ­τὸ ἄλ­λω­στε πρό­σθε­σε, «καὶ ὁ κό­σμος δι᾿ αὐ­τοῦ ἐ­γέ­νε­το». Μὲ αὐ­τὸ σὲ ἀ­νυ­ψώ­νει πά­λι στὴν προ­αι­ώ­νια ὕ­παρ­ξη τοῦ Μο­νο­γε­νοῦς. Δι­ό­τι ἐ­κεῖ­νος ποὺ ἀ­κού­σει ὅ­τι αὐ­τὸ ἐ­δῶ τὸ σύμ­παν εἶ­ναι δι­κό του ἔρ­γο, ἀ­κό­μη καὶ ἂν εἶ­ναι τε­λεί­ως ἀ­ναί­σθη­τος, ἢ ἐ­χθρός, ἢ ἀν­τί­πα­λος τῆς δό­ξης τοῦ Θε­οῦ, ὁ­πωσ­δή­πο­τε, εἴ­τε τὸ θέ­λει, εἴ­τε ὄ­χι, θὰ ἀ­ναγ­κα­σθῆ νὰ ὁ­μο­λο­γή­ση ὅ­τι ὁ ποι­η­τὴς ὑ­πῆρ­χε πρὶν ἀ­πὸ τὰ ἔρ­γα του.

      «Καὶ ὁ κό­σμος αὐ­τὸν οὐκ ἔ­γνω». Κό­σμον ὀ­νο­μά­ζει ἐ­δῶ τὸ πλῆ­θος τὸ δι­ε­φθαρ­μέ­νο καὶ προ­σκολ­λη­μέ­νο στὰ γή­ϊ­να πράγ­μα­τα, τὸν ἀ­προ­βλη­μά­τι­στο καὶ τα­ρα­χώ­δη καὶ ἀ­νό­η­το λα­ό. Κα­θό­σον οἱ φί­λοι τοῦ Θε­οῦ καὶ θαυ­μα­σταὶ του ὅ­λοι τὸν ἀ­νε­γνώ­ρι­σαν καὶ πρὶν ἀ­πὸ τὴν ἐν­σάρ­κω­σή του.

       Καὶ πε­ρὶ μὲν τοῦ Πα­τριά­ρχου καὶ ὁ ἴ­διος ὁ Χρι­στὸς λέ­γει, ὀ­νο­μα­τι­κῶς ὅ­τι «ὁ Ἀ­βρα­ὰμ ὁ πα­τέ­ρας σας γε­μᾶ­τος ἀ­γα­λλί­α­ση πο­θοῦ­σε νὰ ἰ­δῆ τὴν ἡ­μέ­ρα τῆς πα­ρου­σί­ας μου καὶ τὴν εἶ­δε, καὶ ἐ­χά­ρη­κε»[1]. Πε­ρὶ δὲ τοῦ Δαυ­ΐδ, ἐ­λέγ­χον­τας τοὺς Ἰ­ου­δαί­ους, ἔ­λε­γε: «Πῶς λοι­πὸν ὁ Δαυ­ΐδ, ἐμ­πνευ­σμέ­νος ἀ­πὸ τὸ Πνεῦ­μα τὸν ὀ­νο­μά­ζει Κύ­ριον καὶ λέ­γει: «εἶ­πε ὁ Κύ­ριος στὸν Κύ­ριό μου, κά­θη­σε στὰ δε­ξιά μου;»[2].

      Καὶ σὲ πολ­λὰ ση­μεῖ­α τοὺς ἀν­τι­κρού­ει, ὑ­πεν­θυ­μί­ζον­τας τὸν Μω­ϋ­σῆ. Πε­ρὶ δὲ τῶν ἄλ­λων Προ­φη­τῶν ὁ­μι­λεῖ ὁ Ἀ­πό­στο­λος, δι­ό­τι ὁ Πέ­τρος λέ­γει ὅ­τι ὅ­λοι οἱ Προ­φῆ­τες ἀ­πὸ τὸν Σα­μου­ήλ, τὸν ἀ­νε­γνώ­ρι­σαν καὶ προ­α­νήγ­γει­λαν ἀ­πὸ πο­λὺ ἐ­νω­ρὶς τὴν πα­ρου­σί­α του λέ­γον­τας, «καὶ ὅ­λοι οἱ Προ­φῆ­τες ἀ­πὸ τὸν Σα­μου­ὴλ καὶ ἔ­πει­τα ὅ­σοι ὡ­μί­λη­σαν προ­α­νήγ­γει­λαν τὶς ἡ­μέ­ρες αὐ- τές»[3].

      Στὸν Ἰ­α­κὼβ δὲ καὶ τὸν πα­τέ­ρα του, ὅ­πως καὶ στὸν παπ­ποῦ του, ἐμ­φα­νί­σθη­κε καὶ συ­νω­μί­λη­σε μα­ζί του καὶ τοὺς ὑ­πο­σχέ­θη­κε, ὅ­τι θὰ τοῦ δώ­ση πολ­λὰ καὶ με­γά­λα ἀ­γα­θά, τὰ ὁ­ποῖ­α καὶ πραγ­μα­το­ποί­η­σε.

      Ὥ­στε, μο­λο­νό­τι δὲν εἶ­δαν τὴν ἔν­σαρ­κο πα­ρου­σί­α του, ἐν τού­τοις ἐ­γνώ­ρι­ζαν ὅ­τι πρό­κει­ται νὰ γί­νη καὶ τὴν ἐ­πι­θυ­μοῦ­σαν καὶ ἐ­πί­στευ­αν σ᾿ αὐ­τὸν ἂν καὶ δὲν τὸν εἶ­χαν δεῖ ἐν­σαρ­κω­μέ­νον.

      Ὅ­ταν λοι­πὸν σᾶς κα­τη­γο­ροῦν οἱ ἐ­θνι­κοὶ, λέ­γον­τας τὰ ἑ­ξῆς: «τί ἔ­κα­νε ὅ­μως ὁ Χρι­στὸς τὸν προ­η­γού­με­νο χρό­νο, τό­τε πού δὲν ἐ­πώ­πτευ­ε τὸ ἀν­θρώ­πι­νο γέ­νος; Καὶ για­τί τέ­λος πάν­των ἦλ­θε νὰ ἀ­να­λά­βη τὴν ὑ­πό­θε­ση τῆς σω­τη­ρί­ας μας τώ­ρα τε­λευ­ταῖα, ἀ­φοῦ ἐ­πὶ τό­σον χρό­νον μᾶς εἶ­χε ἀ­με­λή­σει;». Θὰ ἀ­παν­τή­σου­με, ὅ­τι καὶ προ­η­γου­μέ­νως εὑ­ρί­σκε­το στὸν κό­σμο καὶ προ­νο­οῦ­σε γιὰ τὰ ἔρ­γα του καὶ ἦ­ταν γνω­στὸς σὲ ὅ­λους τούς ἀ­ξί­ους. Ἐ­ὰν ὅ­μως ἰ­σχυ­ρί­ζε­σθε ὅ­τι δὲν εἶ­χε γί­νει γνω­στός, ἐ­πει­δὴ τό­τε δὲν τὸν ἐ­γνώ­ρι­ζαν ὅ­λοι, πα­ρὰ μό­νον οἱ γεν­ναῖ­οι, ἐ­κεῖ­νοι καὶ ἐ­νά­ρε­τοι, μὲ τὴν ἴ­δια λο­γι­κὴ θὰ πρέ­πει νὰ ὁ­μο­λο­γή­σε­τε, ὅ­τι οὔ­τε τώ­ρα αὐ­τὸς προ­σκυ­νεῖ­ται ἀ­πὸ τοὺς ἀν­θρώ­πους, ἀ­φοῦ οὔ­τε καὶ τώ­ρα τὸν γνω­ρί­ζουν ὅ­λοι. Ὅ­πως λοι­πὸν τώ­ρα κα­νεὶς δὲν θὰ μπο­ρέ­σει νὰ ἀμ­φι­σβη­τή­ση ἐ­κεί­νους ποὺ τὸν γνω­ρί­ζουν ἐξ αἰ­τί­ας αὐ­τῶν ποὺ τὸν ἀ­γνο­οῦν, ἔ­τσι οὔ­τε γιὰ τοὺς πα­λαι­οὺς χρό­νους πρέ­πει νὰ ἔ­χω­με ἀμ­φι­βο­λί­ες, δι­ό­τι σὲ πολ­λούς, ἢ μᾶλ­λον σὲ ὅ­λους τούς γεν­ναί­ους καὶ θαυ­μά­σιους ἐ­κεί­νους ἄν­δρες εἶ­χε γί­νει γνω­στός.

      Ἂν δὲ κά­ποι­ος εἰ­πῆ: καὶ γιὰ ποι­ὸν λό­γο τό­τε δὲν τὸν πρό­σε­χαν καὶ δὲν τὸν ἐ­λά­τρευ­αν ὅ­λοι, ἀλ­λὰ μό­νον οἱ δί­και­οι; Θὰ ἐ­ρω­τή­σω καὶ ἐ­γώ. Για­τί οὔ­τε καὶ τώ­ρα τὸν γνω­ρί­ζουν ὅ­λοι; Καὶ τί λέ­γω πε­ρὶ τοῦ Χρι­στοῦ; Για­τί καὶ τὸν Πα­τέ­ρα του, οὔ­τε τό­τε, οὔ­τε τώ­ρα τὸν ἀ­να­γνω­ρί­ζουν ὅ­λοι; Ἀλ­λὰ ἄλ­λοι μὲν ἰ­σχυ­ρί­ζον­ται ὅ­τι τὰ πάν­τα λει­τουρ­γοῦν αὐ­το­μά­τως, ἄλ­λοι δὲ ἀ­να­θέ­τουν τὴν πρό­νοι­α τοῦ παν­τὸς στὰ δαι­μό­νια; Ὑ­πάρ­χουν μά­λι­στα καὶ ἐ­κεῖ­νοι ποὺ ἀ­να­πλά­θουν ἄλ­λον θε­ὸν ἐ­κτὸς ἀ­πὸ αὐ­τὸν, ἐ­νῶ κά­ποι­οι ἀπ᾿ αὐ­τοὺς βλα­σφη­μοῦν ἀ­πο­δί­δον­τας τὴν δύ­να­μή του στὸν ἀν­τί­πα­λό του καὶ θε­ω­ροῦν τοὺς νό­μους του, ἔρ­γον κά­ποι­ου πο­νη­ροῦ δαί­μο­νος;

      Τί λοι­πόν; Ἕ­νε­κα τού­του θὰ ἰ­σχυ­ρι­σθοῦ­με, ὅ­τι αὐ­τὸς δὲν εἶ­ναι οὔ­τε Θε­ός, ἐ­πει­δὴ ἔ­τσι λέ­γουν με­ρι­κοί, καὶ θὰ ὁ­μο­λο­γή­σου­με ὅ­τι εἶ­ναι πο­νη­ρός; Δι­ό­τι καὶ αὐ­τὸ ὑ­πάρ­χουν με­ρι­κοὶ ποὺ τοῦ τὸ ἀ­πο­δί­δουν. Μα­κριὰ ἀ­πὸ αὐ­τὴν τὴν πα­ρα­φρο­σύ­νη καὶ τὴν τε­λεί­α τρέλ­λα. Ἐ­πει­δή, ἂν πρό­κει­ται νὰ δι­α­τυ­πώ­νου­με τὰ δόγ­μα­τα ἀ­πὸ τὴν κρί­ση τῶν μαι­νο­μέ­νων, τί­πο­τε δὲ μᾶς ἐμ­πο­δί­ζει νὰ ἐκ­δη­λώ­σου­με καὶ μεῖς μα­νί­α φο­βε­ρή.

      Λέ­γον­τας δη­λα­δὴ, ὅ­τι «ὁ Κό­σμος δὲν τὸν ἐ­γνώ­ρι­σε», ἀ­νέ­φε­ρε μὲ μί­αν λέ­ξη καὶ τὴν αἰ­τί­α τῆς ἀ­γνοί­ας τους. Δι­ό­τι δὲν εἶ­πε γε­νι­κῶς, ὅ­τι κα­νεὶς δὲν τὸν ἐ­γνώ­ρι­σε, ἀλ­λ᾿ ὅ­τι «ὁ κό­σμος δὲν τὸν ἐ­γνώ­ρι­σε», δη­λα­δὴ οἱ ἄν­θρω­ποι ποὺ εἶ­ναι μό­νο στὸν κό­σμο προ­ση­λω­μέ­νοι καὶ φρο­νοῦν τὰ τοῦ κό­σμου. Δι­ό­τι ἔ­τσι συ­νή­θι­ζε νὰ τοὺς ὀ­νο­μά­ζη ὁ Χρι­στός, ὅ­πως ὅ­ταν λέ­γη: «Πά­τερ Ἅ­γιε­, καὶ ὁ κό­σμος σὲ οὐ ἔ­γνω»[4]. Ἑ­πο­μέ­νως ὄ­χι μό­νον αὐ­τόν, ἀλ­λὰ καὶ τὸν Πα­τέ­ρα του ἀ­γνό­η­σε ὁ κό­σμος, ὅ­πως ἔ­λε­γα.  

Δι­ό­τι τί­πο­τε δὲν θο­λώ­νει τό­σο τὴν δι­ά­νοι­α, ὅ­σο ἡ προ­σκόλ­λη­ση στὰ πα­ρόν­τα.

      Γνω­ρί­ζον­τας λοι­πὸν αὐ­τά, ἀ­πο­σπά­σα­τε τοὺς ἑ­αυ­τούς σας ἀ­πὸ τὸν κό­σμο καὶ ἀ­πο­κό­ψε­τέ τους ἀ­πὸ τὰ σαρ­κι­κὰ πράγ­μα­τα, ὅ­σο εἶ­ναι δυ­να­τόν. Δι­ό­τι ἡ ζη­μιὰ ἀ­πὸ αὐ­τὰ δὲν ἀ­φο­ρᾶ σὲ τυ­χαῖ­α πράγ­μα­τα, ἀλ­λὰ στὰ κε­φα­λαι­ώ­δη ἀ­γα­θά. Δι­ό­τι δὲν εἶ­ναι δυ­να­τὸν ἄν­θρω­πος ποὺ ἐ­πι­μέ­νει στὰ πράγ­μα­τα τοῦ πα­ρόν­τος βί­ου νὰ ἐ­πι­τύ­χη τὰ γνή­σια ἀ­γα­θὰ τῶν οὐ­ρα­νῶν. Κατ᾿  ἀ­νάγ­κην δὲ αὐ­τὸς ποὺ ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ αὐ­τὰ, θὰ ἐκ­πέ­ση ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­να. Δι­ό­τι «οὐ δύ­να­σθε», λέ­γει, «Θε­ῷ δου­λεύ­ειν καὶ μα­μω­νᾶ»[5].

      Κα­τ᾿ ἀ­νάγ­κη θὰ ἀ­φο­σι­ω­θῆ­τε στὸν ἕ­να καὶ θὰ μι­σή­σε­τε τὸν ἄλ­λον.

      Αὐ­τὸ ἄλ­λω­στε τὸ φω­νά­ζει καὶ ἡ ἴ­δια ἡ πεί­ρα τῶν πραγ­μά­των. Ὅ­σοι λοι­πὸν πε­ρι­γε­λοῦν τὴν ἐ­πι­θυ­μί­α τῶν χρη­μά­των αὐ­τοὶ κυ­ρί­ως εἶ­ναι ἐ­κεῖ­νοι ποὺ ἀ­γα­ποῦν τὸν Θε­ὸ ὅ­πως πρέ­πει, ὅ­πως, ἀν­τι­θέ­τως, ἐ­κεῖ­νοι οἱ ὁ­ποῖ­οι θαυ­μά­ζουν τὴν ἀ­πό­κτη­ση τῶν χρη­μά­των αὐ­τοὶ εἶ­ναι πρὸ πάν­των ποὺ ἔ­χουν μει­ω­μέ­νη τὴν ἀ­γά­πη πρὸς αὐ­τόν. Δι­ό­τι ἐ­ὰν ἡ ψυ­χὴ κυ­ρι­ευ­θῆ μί­α φο­ρὰ ἀ­πὸ τὴν φι­λο­χρη­μα­τί­α, δὲν πα­ραι­τεῖ­ται εὔ­κο­λα ἀ­πὸ τοῦ νὰ κά­μη καὶ νὰ εἰ­πῆ κά­τι ἀ­πὸ αὐ­τὰ ποὺ ἐ­ξορ­γί­ζουν τὸν Θε­ό, ἐ­πει­δή, γί­νε­ται δού­λη καὶ ἄλ­λου δε­σπό­του, ὁ ὁ­ποῖ­ος δι­α­τάσ­σει τὰ ἐν­τε­λῶς ἀν­τί­θε­τα ἀ­πὸ τὸν Θε­ό.

      Συ­νέλ­θε­τε λοι­πὸν καὶ ἀ­φυ­πνι­σθῆ­τε καὶ ἀ­φοῦ κα­τα­νο­ή­σου­με τί­νος δοῦ­λοι εἴ­μα­στε, ἂς ἀ­γα­πή­σου­με τὴν Βα­σι­λεί­α αὐ­τοῦ μό­νον.

      Ἂς κλαύ­σου­με, ἂς θρη­νή­σου­με γιὰ τοὺς προ­η­γου­μέ­νως χρό­νους κα­τὰ τοὺς ὁ­ποί­ους ἐ­δου­λεύ­σα­με στὸν μα­μω­νᾶ. Ἂς ἀ­πορ­ρί­ψου­με ἅ­παξ διὰ παν­τὸς τὸν ζυ­γό του, ὁ ὁ­ποῖ­ος εἶ­ναι ἀ­σή­κω­τος καὶ βα­ρύς, καὶ ἂς ἐ­πι­μέ­νου­με νὰ φέ­ρου­με τὸν ζυ­γό τοῦ Χρι­στοῦ, ὁ ὁ­ποῖ­ος εἶ­ναι ἐ­λα­φρὸς καὶ δὲν μᾶς ἐ­πι­βάλλ­ει τί­πο­τε ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­να ποὺ μᾶς ἐ­πι­βάλ­λει ὁ μα­μωνάς. Δι­ό­τι αὐ­τὸς μὲν μᾶς δι­α­τάσ­σει νὰ γί­νου­με μὲ ὅ­λους ἐ­χθροί, ἐ­νῶ ὁ Χρι­στὸς τὸ ἀν­τί­θε­το, μᾶς πα­ραγ­γέ­λει νὰ ἀ­γα­ποῦ­με καὶ νὰ εἴ­μα­στε φί­λοι μὲ ὅ­λους.  

      Ἐ­κεί­νους, ἀ­φοῦ μᾶς προ­σκολ­λή­ση στὸν πη­λό. Καὶ στὰ τοῦ­βλα, (δι­ό­τι τέ­τοι­ος εἶ­ναι ὁ χρυ­σὸς), δὲν μᾶς ἀ­φή­νει οὔ­τε τὴν νύ­κτα νὰ ἀ­να­πνεύ­σου­με λί­γο. Αὐ­τὸς ἀ­πὸ αὐ­τὴν μὲν τὴν πε­ριτ­τὴ καὶ ἀ­νό­η­τη φρον­τί­δα μᾶς ἀ­παλ­λάσ­σει, μᾶς πα­ραγ­γέλ­λει δὲ νὰ συγ­κεν­τρώ­σου­με θη­σαυ­ροὺς στοὺς οὐ­ρα­νούς, ὄ­χι ἀ­πὸ ἀ­δι­κί­α πρὸς τοὺς ἄλ­λους, ἀλ­λὰ ἀ­πὸ τὴν ἰ­δι­κὴ μας δι­και­ο­σύ­νη. Ἐ­κεῖ­νος ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ τοὺς πολ­λοὺς ἱ­δρῶ­τες καὶ τὶς τα­λαι­πω­ρί­ες, ὄ­χι μό­νον δὲν ἠμ­πο­ρεῖ νὰ μᾶς συμ­πα­ρα­στα­θῆ ὅ­ταν θὰ κο­λα­ζώ­μα­στε ἐ­κεῖ καὶ θὰ ὑ­πο­φέ­ρου­με ἐξ αἰ­τί­ας τῶν νό­μων του, ἀλ­λὰ καὶ θὰ ἐ­παυ­ξά­νη τὴν φλό­γα. Αὐ­τὸς ὅ­μως καὶ ὅ­ταν ἀ­κό­μη μᾶς ἐ­πι­βάλ­λη νὰ δώ­σου­με ἕ­να πο­τή­ρι μὲ κρύο­ νε­ρό, οὔ­τε αὐ­τοῦ τὴν ἀν­τι­μι­σθί­α καὶ τὴν ἀν­τα­μοι­βὴ μᾶς ἐ­πι­τρέ­πει νὰ χά­σου­με, ἀλ­λὰ μᾶς τὴν ἀν­τα­πο­δί­δει μὲ με­γά­λη ἀ­φθο­νί­α.

      Πῶς λοι­πὸν δὲν εἶ­ναι δεῖγ­μα ἐ­σχά­της τρέλ­λας, νὰ πα­ρα­με­λοῦ­με αὐ­τὴν τὴ δε­σπο­τεί­α τὴν τό­σον κα­τα­δε­κτι­κή, καὶ γε­μά­τη ἀ­πὸ τό­σα ἀ­γα­θά, καὶ νὰ γι­νώ­μα­στε δοῦ­λοι ἀ­χα­ρί­στου καὶ ἀ­γνώ­μο­νος τυ­ράν­νου, ὁ ὁ­ποῖ­ος οὔ­τε ἐ­δῶ, οὔ­τε ἐ­κεῖ ἠμ­πο­ρεῖ νὰ ὠ­φε­λή­ση αὐ­τοὺς ποὺ πεί­θον­ται καὶ προ­σέ­χουν σ᾿  αὐ­τόν; Καὶ δὲν εἶ­ναι μό­νο αὐ­τὸ τὸ φο­βε­ρό, οὔ­τε αὐ­τὴ μό­νο ἡ ζη­μιά, ὅ­τι δη­λα­δὴ δὲν μᾶς ὑ­πο­στη­ρί­ζει ὅ­ταν κο­λα­ζώ­μα­στε, ἀλ­λὰ ὅ­τι μα­ζὶ μὲ αὐ­τὸ πε­ρι­βάλ­λει μὲ μύ­ρια κα­κά, ὅ­πως εἶ­πα ἤ­δη, ὅ­σους πεί­θον­ται σ᾿ αὐ­τόν. Δι­ό­τι οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι ἀ­πὸ αὐ­τοὺς ποὺ θὰ κο­λά­ζων­ται ἐ­κεῖ, βλέ­πει κα­νεὶς ὅ­τι κο­λά­ζον­ται ἀ­πὸ αὐ­τή, τὴν αἰ­τί­α, ὅ­τι ἔ­γι­ναν δοῦ­λοι τοῦ χρή­μα­τος καὶ  ἀ­γά­πη­σαν τὸν χρυ­σὸ καὶ δὲν ἠμ­πό­ρε­σαν νὰ ἐ­παρ­κέ­σουν στὶς ἀ­νάγ­κες τους.

      Γιὰ νὰ μὴ πά­θου­με καὶ ἐ­μεῖς αὐ­τά, ἂς σκορ­πί­σου­με, ἂς δώ­σου­με στοὺς πτω­χούς, ἂς ἀ­παλ­λά­ξου­με τὴν ψυ­χή, καὶ ἀ­πὸ τὶς ἐ­δῶ βλα­βε­ρὲς φρον­τί­δες καὶ ἀ­πὸ τὴν τι­μω­ρί­α ἡ ὁ­ποί­α τὴν πε­ρι­μέ­νει ἐ­κεῖ ἐξ αἰ­τί­ας αὐ­τῶν. Ἂς ἀ­πο­θέ­σου­με στοὺς οὐ­ρα­νοὺς δι­και­ο­σύ­νη, ἀν­τὶ χρη­μά­των στὴν γῆ ἂς συγ­κεν­τρώ­σου­με θη­σαυ­ροὺς ἀ­πόρ­θη­τους, θη­σαυ­ροὺς οἱ ὁ­ποῖ­οι ἠμ­πο­ροῦν νὰ ἀ­πο­δη­μή­σουν μα­ζί μας στὸν οὐ­ρα­νό, οἱ ὁ­ποῖ­οι ἠμ­πο­ροῦν νὰ μᾶς συμ­πα­ρα­στα­θοῦν ὅ­ταν κιν­δυ­νεύ­ου­με καὶ νὰ κά­νουν τό­τε τὸν Κρι­τὴ ἐ­πι­ει­κῆ. Αὐ­τὸν εἴ­θε ὅ­λοι μας νὰ τὸν ἔ­χου­με εὐ­με­νῆ καὶ τώ­ρα καὶ κα­τ᾿ ἐ­κεί­νην τὴν ἡ­μέ­ρα.

      Καὶ νὰ ἀ­πο­λαύ­σου­με μὲ πο­λὺ θάρ­ρος τὰ ἀ­γα­θὰ ποὺ εἶ­ναι ἑ­τοι­μα­σμέ­να στοὺς οὐ­ρα­νοὺς γιὰ ἐ­κεί­νους οἱ ὁ­ποῖ­οι τὸν ἀ­γα­ποῦν ὅ­πως πρέ­πει, μὲ τὴν Χά­ριν καὶ φι­λαν­θρω­πί­α τοῦ Κυ­ρί­ου μας Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ, «με­θ᾿ οὐ τῷ Πα­τρὶ ἡ δό­ξα ἅ­μα τῷ ἁ­γί­ῳ Πνεύ­μα­τι, νῦν καὶ ἀ­εί, καὶ εἰς τοὺς αἰ­ώ­νας τῶν αἰ­ώ­νων». Ἀ­μήν.

 

ΜΕΡΟΣ Β΄

 

       Εἶ­πε, ὅ­τι «ὁ κό­σμος δὲν τὸν ἐ­γνώ­ρι­σε», μι­λών­τας πε­ρὶ τῶν πα­λαι­ῶν χρό­νων. Με­τα­φέ­ρει τώ­ρα τὸν λό­γο στοὺς χρό­νους τοῦ κη­ρύγ­μα­τος καὶ λέ­γει, «εἰς τὰ ἴ­δια, (τὰ ἰ­δι­κὰ του), ἦλ­θε καὶ οἱ ἴ­διοι αὐ­τὸν οὐ πα­ρέ­λα­βον, (δὲν τὸν ἐ­δέ­χθη­σαν)». Ἰ­δι­κοὺς του ἐ­δῶ ἐν­νο­εῖ τοὺς Ἰ­ου­δαί­ους ὡς λα­ὸν πε­ρι­ού­σιο, ἢ καὶ ὅ­λους τούς ἀν­θρώ­πους, ἀ­φοῦ ἀ­πὸ αὐ­τὸν ἐ­πλά­σθη­καν.  

      Καὶ ὅ­πως πα­ρα­πά­νω, ἀ­πο­ρών­τας γιὰ τὴν μυ­ρί­α τῶν πολ­λῶν ἐν­τρε­πό­με­νος γιὰ τὴν κοι­νή μας φύ­ση, ἔ­λε­γε ὅ­τι ὁ κό­σμος, ὁ ὁ­ποῖ­ος δη­μι­ουρ­γή­θη­κε δι᾿ αὐ­τοῦ, δὲν ἐ­γνώ­ρι­σε τὸν Δη­μι­ουρ­γό, ἔ­τσι καὶ ἐ­δῶ πά­λι, δυ­σα­να­σχε­τών­τας γιὰ τὴν ἀ­γνω­μο­σύ­νη τῶν Ἰ­ου­δαί­ων καὶ πολ­λῶν ἄλ­λων θέ­τει πιὸ κτυ­πη­τά τὴν κα­τη­γο­ρί­α, λέ­γον­τας, ὅ­τι «οἱ ἰ­δι­κοί του δὲν τὸν ἐ­δέ­χθη­σαν» καὶ γιαυ­τὸ, ἐ­νῶ ἦλ­θε ὁ ἴ­διος πρὸς αὐ­τούς.

Καὶ ὄ­χι μό­νον αὐ­τός, ἀλ­λὰ καὶ οἱ Προ­φῆ­τες ἀ­πο­ρών­τας ἔ­λε­γαν τὸ ἴ­διο ἀ­κρι­βῶς.

      Ἐ­πί­σης καὶ ὁ Παῦ­λος ἀρ­γό­τε­ρα, ἐκ­πλητ­τό­με­νος γιὰ τὸ γε­γο­νὸς αὐ­τό. Καὶ οἱ μὲν Προ­φῆ­τες ἐ­φώ­να­ζαν ὡς ἑ­ξῆς, μι­λών­τας ἐκ μέ­ρους τοῦ Χρι­στοῦ. «Λα­ός, ὅν οὐκ ἔ­γνων ἐ­δού­λευ­σέ μοι, εἰς ἀ­κο­ὴν ὠ­τί­ου ὑ­πή­κου­σέ μου υἱ­οὶ ἀλ­λό­τριοι ἐ­ψεύ­σαν­τό με, υἱ­οὶ ἀλ­λό­τριοι ἐ­πα­λαι­ώ­θη­σαν, καὶ ἐ­χώ­λα­ναν ἀ­πὸ τῶν τρί­βων αὐ­τῶν»[6]. Καὶ πά­λι, «οἷς οὐκ ἀ­νηγ­γέ­λη πε­ρὶ αὐ­τοῦ, ὄ­ψον­ται καὶ οἱ οὐκ ἀ­κη­κό­α­σι, συ­νή­σου­σι»[7] καὶ «εὑ­ρέ­θην τοῖς ἐ­μὲ μὴ ζη­τοῦ­σιν ἐμ­φα­νὴς ἐ­γε­νό­μην τοῖς ἐ­μὲ μὴ ἐ­πε­ρω­τῶ­σι»[8].

      Ὁ Παῦ­λος δὲ, γρά­φον­τας πρὸς τοὺς Ρω­μαί­ους ἔ­λε­γε, «τί οὖν; Ὁ ἐ­πε­ζή­τει Ἰσ­ρα­ήλ, τοῦ­το οὐκ ἐ­πέ­τυ­χεν ἡ δὲ ἐ­κλο­γὴ ἐ­πέ­τυ­χε»[9]. Καὶ πά­λι, «τί οὖν ἐ­ροῦ­μεν; Ὅ­τι ἔ­θη, τὰ μὴ δι­ώ­κον­ται δι­και­ο­σύ­νην, κα­τέ­λα­βε δι­και­ο­σύ­νην Ἰσ­ρα­ὴλ δέ, δι­ώ­κων νό­μων δι­και­ο­σύ­νης, εἰς νό­μον δι­και­ο­σύ­νης οὐκ ἔ­φθα­σε»[10]. Καὶ εἶ­ναι πράγ­μα­τι ἀ­πο­ρί­ας ἄ­ξιο, πῶς ἐ­κεῖ­νοι μὲν ποὺ ἀ­νε­τρά­φη­σαν μὲ τὰ προ­φη­τι­κὰ βι­βλί­α καὶ ἄ­κου­γαν κα­θη­με­ρι­νῶς τὸν Μω­ϋ­σέ­α, ὁ ὁ­ποῖ­ος λέ­γει μύ­ρια πράγ­μα­τα πε­ρὶ τῆς πα­ρου­σί­ας τοῦ Χρι­στοῦ, καὶ ὅ­λους τούς με­τέ­πει­τα Προ­φῆ­τες, καὶ ἐ­πὶ πλέ­ον ἔ­βλε­παν τὸν ἴ­διο τὸν Χρι­στό, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἔ­κα­νε πρὸς χά­ριν τους θαύ­μα­τα καὶ μι­λοῦ­σε μό­νο πρὸς αὐ­τούς, καὶ δὲν ἐ­πέ­τρε­πε οὔ­τε στοὺς μα­θη­τάς του νὰ πο­ρευ­θοῦν «εἰς ὁ­δὸν ἐ­θνι­κῶν ἢ νὰ εἰ­σέλ­θουν εἰς πό­λιν Σα­μα­ρει­τῶν», πράγ­μα ποὺ οὔ­τε ὁ ἴ­διος ἔ­κα­νε, ἀλ­λ᾿ ἐ­πα­νε­λάμ­βα­νε μὲ ἐ­πί­τα­ση, ὅ­τι ἔ­χει ἀ­πο­στα­λεῖ «εἰς τὰ ἀ­πο­λω­λό­τα πρό­βα­τα τοῦ οἴ­κου Ἰσ­ρα­ήλ», καὶ ὅ­μως αὐ­τοὶ ποὺ καὶ τὰ θαύ­μα­τα ἀ­πε­λάμ­βα­ναν καὶ τοὺς Προ­φῆ­τες ἄ­κου­γαν, κα­θη­με­ρι­νῶς καὶ εἶ­χαν καὶ τὸν ἴ­διο τὸν Χρι­στὸ ποὺ τοὺς ὑ­πεν­θύ­μι­ζε συ­νε­χῶς αὐ­τούς, τό­σο πο­λὺ ἐ­τύ­φλω­σαν τοὺς ἑ­αυ­τοὺς των καὶ τοὺς ἐ­κού­φα­ναν, ὥ­στε κα­νεὶς ἀ­πὸ αὐ­τοὺς νὰ μὴν ἠμ­πο­ρέ­ση νὰ ὁ­δη­γη­θῆ στὴν πί­στη τοῦ Χρι­στοῦ.

      Οἱ ἐξ ἐ­θνῶν ἀν­τι­θέ­τως, οἱ ὁ­ποῖ­οι δὲν ἀ­πή­λαυ­σαν τί­πο­τε ἀ­πὸ αὐ­τά, οὔ­τε ἄ­κου­σαν πο­τὲ Θεί­α λό­για, οὔ­τε στὸν ὕ­πνο τους, ἀλ­λὰ ἀ­νε­τρέ­φον­το πάν­το­τε μὲ τοὺς μύ­θους τῶν πα­ρα­φρό­νων, (δι­ό­τι αὐ­τὸ εἶ­ναι ἡ φι­λο­σο­φί­α τῶν ἐ­θνι­κῶν), καὶ ἀ­νε­γί­νω­σκαν τὶς φλυ­α­ρί­ες τῶν ποι­η­τῶν καὶ ἦ­σαν προ­ση­λω­μέ­νοι σὲ ξύ­λα καὶ λί­θους καὶ δὲν ἐ­γνώ­ρι­ζαν τί­πο­τε τὸ ἀ­γα­θὸ ποὺ νὰ προ­έρ­χε­ται ἀ­πὸ κά­ποι­α δόγ­μα­τα ἢ ἀ­πὸ συμ­πε­ρι­φο­ρὰ, (δι­ό­τι ὁ βί­ος τους ἦ­ταν πιὸ ἀ­κά­θαρ­τος καὶ βδε­λυ­ρὸς ἀ­πὸ τὰ δι­δάγ­μα­τά τους.

      Καὶ πῶς νὰ μὴν εἶ­ναι, βλέ­πον­τας τοὺς θε­οὺς των νὰ χαί­ρουν γιὰ κά­θε κα­κί­α καὶ νὰ λα­τρεύ­ων­ται μὲ αἰ­σχρὰ λό­για καὶ ἀ­κό­μη πιὸ αἰ­σχρὰ ἔρ­γα, καὶ αὐ­τὸ νὰ τὸ θε­ω­ροῦν τι­μὴ καὶ ἑ­ορ­τή, καὶ ἀ­κό­μη νὰ τι­μῶν­ται μὲ ἀ­κά­θαρ­τους φό­νους καὶ παι­δο­κτο­νί­ας, φυ­σι­κὸ ἦ­ταν νὰ δεί­χνουν καὶ αὐ­τοὶ ζῆ­λο πρὸς αὐ­τά). Ἀλ­λὰ ὅ­μως ἂν καὶ εἶ­χαν φθά­σει στὸν πυθ­μέ­να τῆς κα­κί­ας, ξαφ­νι­κά, ὡ­σὰν ἀ­πὸ μη­χα­νῆς, ἐ­φά­νη­καν νὰ ἀ­στρά­πτουν ἀ­πὸ ἐ­πά­νω μας, ἀ­πὸ τὴν ἴ­δια τὴν κο­ρυ­φὴ τῶν οὐ­ρα­νῶν.

      Πῶς λοι­πὸν ἔ­γι­νε αὐ­τὸ καὶ ἀ­πὸ ποῦ;

 Ἄ­κου­σε τὸν Παῦ­λο ποὺ τὸ λέ­γει. Δι­ό­τι ὁ μα­κά­ριος ἐ­κεῖ­νος ἀ­να­ζη­τών­τας αὐ­τὰ ἀ­κρι­βῶς, δὲν ἔ­παυ­σε μέ­χρις ὅ­του εὑρῆ­κε τὴν αἰ­τί­α καὶ τὴν ἐ­φα­νέ­ρω­σε σὲ ὅ­λους τούς ἄλ­λους. Ποι­ὰ λοι­πὸν εἶ­ναι αὐ­τὴ, καὶ ἀ­πὸ ποῦ ἡ τό­σο με­γά­λη τύ­φλω­ση αὐ­τῶν; Ἄ­κου­σε αὐ­τὸν, στὸν ὁ­ποῖ­ο ἐ­νε­πι­στεύ­θη τὸ μυ­στή­ριο τῆς Θείας Οἰ­κο­νο­μί­ας, νὰ τὰ λέ­γη αὐ­τά.  

      Τί λέ­γει λοι­πὸν αὐ­τός, ἀ­παν­τών­τας σ᾿ αὐ­τὴν τὴν ἀ­πο­ρί­α ὅ­λων; «Ἀ­γνο­οῦν­τες», λέ­γει, «τὴν τοῦ Θε­οῦ δι­και­ο­σύ­νη, καὶ ζη­τοῦν­τες τὴν ἰ­δί­αν δι­και­ο­σύ­νην στῆ­σαι τὴ δι­και­ο­σύ­νη τοῦ Θε­οῦ οὔχ ὑ­πε­τά­γη­σαν»[11] γι᾿ αὐ­τὸ τὰ ἔ­πα­θαν αὐ­τά.

     Καὶ πά­λι, ἐ­ξη­γών­τας τὸ ἴ­διο μὲ ἄλ­λο τρό­πο, λέ­γει, «τί οὖν ἐ­ροῦ­μεν;», «ὅ­τι ἔ­θη τὰ μὴ δι­ώ­κον­τα δι­και­ο­σύ­νην, κα­τέ­λα­βε δι­και­ο­σύ­νη, δι­και­ο­σύ­νη δὲ τὴν ἐκ πί­στε­ως Ἰσ­ρα­ὴλ δέ, δι­ώ­κων νό­μον, δι­και­ο­σύ­νης εἰς νό­μον δι­και­ο­σύ­νης οὐκ ἔ­φθα­σεν». Για­τί ἄ­ρα­γε; «Ὅ­τι οὐκ ἐκ πί­στε­ως προ­σέ­κο­ψαν γὰρ τῷ λί­θῳ τοῦ προ­σκόμ­μα­τος»[12].

     Ἐ­κεῖ­νο τὸ ὁ­ποῖ­ον θέ­λει νὰ εἰ­πῆ εἶ­ναι τὸ ἑ­ξῆς: αἰ­τί­α τῶν κα­κῶν ἔ­γι­νε σ᾿  αὐ­τοὺς ἡ ἀ­πι­στί­α, αὐ­τὴν δὲ τὴν ἐ­γέν­νη­σε ἡ ἀ­νο­η­σί­α. Δι­ό­τι, ἐ­πει­δὴ πρὶν ἀ­πὸ αὐ­τὸ πλε­ο­νε­κτοῦ­σαν ἔ­ναν­τι τῶν Ἑλ­λή­νων, ὡς πρὸς τὸ ὅ­τι εἶ­χαν λά­βει τὸν νό­μο καὶ εἶ­χαν ἰ­δεῖ τὸν Θε­όν, καὶ ἄλ­λα ποὺ ἀ­να­φέ­ρει ὁ Παῦ­λος, με­τὰ τὴν πα­ρου­σί­α τοῦ Χρι­στοῦ, ὅ­ταν εἶ­δαν νὰ κα­λοῦν­ται μὲ τὴν πί­στη ἐξ ἴ­σου καὶ ἐ­κεῖ­νοι καὶ αὐ­τοί, χω­ρὶς νὰ πλε­ο­νε­κτῆ ὁ ἐκ πε­ρι­το­μῆς ἀ­πὸ τὸν ἐ­θνι­κὸ με­τὰ τὴν πί­στη, ἐ­πλη­γώ­θη­καν καὶ ἔ­φθα­σαν ἀ­πὸ τὴν ἀ­νο­η­σί­α τους σὲ φθό­νο, καὶ δὲν ἀ­νέ­χθη­καν τὴν ἀ­πε­ρί­γρα­πτη, καὶ πά­ρα πο­λὺ με­γά­λην φι­λαν­θρω­πί­α τοῦ Δε­σπό­του. Αὐ­τὸ δὲ τοὺς συ­νέ­βη ὄ­χι ἀ­πὸ που­θε­νὰ ἀλ­λοῦ, ἀλ­λὰ ἀ­πὸ ἀ­λα­ζο­νεί­α. Καὶ πο­νη­ρί­α καὶ μι­σαν­θρω­πί­α.

      Κα­τὰ τί ἄ­ρα­γε, θὰ ἐ­βλά­πτε­σθε ὢ! σεῖς οἱ ἀ­νο­η­τό­τε­ροι ὅ­λων, ἀ­πὸ τὴν κη­δε­μο­νί­α πού θὰ ἐ­πε­δει­κνύ­ε­το πρὸς ἄλ­λους; Πῶς θὰ ἐ­λι­γό­στευ­αν τὰ δι­κά σας ἀ­γα­θὰ μὲ τὸ νὰ ἔ­χε­τε συμ­με­τό­χους καὶ ἄλ­λους σ᾿ αὐ­τά; Ἀλ­λὰ πράγ­μα­τι ἡ πο­νη­ρί­α εἶ­ναι τυ­φλὴ καὶ δὲν ἠμ­πο­ρεῖ ν᾿ ἀν­τι­λη­φθῆ γρή­γο­ρα τί­πο­τε ἀ­πὸ ὅ­σα πρέ­πει. Ἀ­φοῦ ἐ­πλη­γώ­θη­καν ἀ­πὸ τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι ἐ­πρό­κει­το νὰ ἔ­χουν καὶ ἄλ­λους με­τό­χους τῆς ἰ­δί­ας παρ­ρη­σί­ας, ἔ­σπρω­ξαν τὸ ξί­φος ἐ­ναν­τί­ον τους, ἀ­πο­ξε­νώ­νον­τας τοὺς ἑ­αυ­τοὺς των ἀ­πὸ τὴν φι­λαν­θρω­πί­α τοῦ Θε­οῦ. Καὶ πο­λὺ φυ­σι­κά. Δι­ό­τι λέ­γει, «ἑ­ταῖ­ρε ἀ­δι­κῶ σέ θέ­λω δὲ καὶ τού­τοις δοῦ­ναι, ὥ­σπερ καὶ σο­ί»[13]. Ἀλ­λ᾿ αὐ­τοὶ, δέν εἶ­ναι ἄ­ξιοι οὔ­τε αὐ­τῶν τῶν λό­γων. Δι­ό­τι ἐ­κεῖ­νος καὶ ἂν ἐ­ξέ­φρα­σε τὴν δυ­σφο­ρί­α του, εἶ­χε ἐ­πι­τέ­λους νὰ ἐ­πι­δεί­ξη τοὺς κό­πους μί­ας ὁ­λο­κλή­ρου ἡ­μέ­ρας καὶ τὶς τα­λαι­πω­ρί­ες καὶ τὴν ζέ­στη, καὶ τοὺς ἱ­δρῶ­τες.

      Αὐ­τοὶ ὅ­μως τί θὰ εἶ­χαν νὰ εἰ­ποῦν; Τί­πο­τε τέ­τοι­ο, ἀλ­λὰ ρα­θυ­μί­α καὶ ἀ­σω­τί­α καὶ τὰ ἄ­πει­ρα κα­κά, γιὰ τὰ ὁ­ποῖ­α τοὺς ἐ­κα­τη­γο­ροῦ­σαν δια­ρκῶς ὅ­λοι οἱ Προ­φῆ­τες καὶ ἐξ αἰ­τί­ας τῶν ὁ­ποί­ων καὶ αὐ­τοὶ προ­σέ­κρου­σαν στὸν Θε­ὸ, ὅ­πως καὶ οἱ ἐ­θνι­κοὶ.

      Καὶ αὐ­τὸ ὁ Παῦ­λος τὸ ἐ­δή­λω­σε ὅ­ταν ἔ­λε­γε, «οὐ γὰρ ἐστί δι­α­στο­λὴ Ἰ­ου­δαῖ­ο τε καὶ ἕλ­λη­νος πάν­τες γὰρ ἥ­μαρ­τον, καὶ ὑ­στε­ροῦν­ται τῆς δό­ξης τοῦ Θε­οῦ, δι­και­ού­με­νοι, δω­ρε­ὰν τῇ αὐ­τοῦ χά­ρι­τι»[14]. Καὶ αὐ­τὸ μὲν τὸ Κε­φά­λαι­ο πο­λὺ σω­στὰ καὶ συ­νε­τά τούς γυ­μνά­ζει σύμ­φω­να μὲ τὸ πνεῦ­μα τῆς ἐ­πι­στο­λῆς ἐ­κεί­νης. Πιὸ ἐ­πά­νω δὲ, δεί­χνει ὅ­τι εἶ­ναι ἄ­ξιοι με­γα­λύ­τε­ρης τι­μω­ρί­ας. «Ὅ­σοι γὰρ ἐν νό­μῳ ἥ­μαρ­τον, διὰ νό­μου κρι­θή­σον­ται»[15].

      Δη­λα­δή, εἶ­ναι χει­ρό­τε­ρο μα­ζὶ μὲ τὴν φύ­ση νὰ ἔ­χουν κα­τή­γο­ρο καὶ τὸν νό­μο. Καὶ ὄ­χι ἕ­νε­κα αὐ­τοῦ μό­νο, ἀλ­λὰ καὶ δι­ό­τι ἔ­γι­ναν ἀ­φορ­μὴ νὰ βλα­σφη­μῆ­ται τὸ ὄ­νο­μα τοῦ Θε­οῦ ἀ­πὸ τοὺς ἐ­θνι­κοὺς «ὄ­νο­μά μου», λέ­γει, «βλα­σφη­μεῖ­ται ἐξ αἰ­τί­ας σας εἰς τὰ ἔ­θνη»[16].

      Πρό­σε­ξε δὲ, «εἰς τὰ ἴ­δια ἦλ­θεν», ὄ­χι ἀ­πὸ ἰ­δι­κὴ του ἀ­νάγ­κη, (ἀ­φοῦ ὅ­πως εἶ­πα, ὁ Θε­ὸς εἶ­ναι ἀ­νεν­δε­ὴς), ἀλ­λὰ γιὰ νὰ εὐ­ερ­γε­τή­ση τοὺς ἰ­δι­κούς του. Οὔ­τε στὴν πε­ρί­πτω­ση αὐ­τὴ ὅ­μως οἱ ἰ­δι­κοὶ του τὸν ἐ­δέ­χθη­καν, μο­λο­νό­τι εἶ­χεν ἔλ­θει «εἰς τὰ ἴ­δια» χά­ριν τοῦ ἰ­δι­κοῦ των συμ­φέ­ρον­τος, ἀλ­λὰ καὶ τὸν ἀ­πέ­κρου­σαν. Καὶ ὄ­χι μό­νον αὐ­τό, ἀλ­λὰ ἀ­φοῦ τὸν ἔ­βγα­λαν ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸν ἀμ­πε­λῶνα τὸν ἐ­φό­νευ­σαν[17].

      Καὶ οὔ­τε γιὰ τὴν δι­α­γω­γὴ τους αὐ­τὴν τοὺς ἀ­πέ­κλει­σε ἀ­πὸ τὴν με­τά­νοι­α, ἀλ­λὰ τοὺς ἔ­δω­σε τὴν εὐ­και­ρί­α ἐ­ὰν θέ­λουν, με­τὰ ἀ­πὸ τὴν τό­σο με­γά­λη πα­ρα­νο­μί­α, νὰ ἀ­πο­πλύ­νουν ὅ­λα τὰ ἁ­μαρ­τή­μα­τά τους μὲ τὴν πί­στη σ᾿ αὐ­τὸν καὶ νὰ γί­νουν ἴ­σοι μὲ ἐ­κεί­νους ποὺ δὲν εἶ­χαν κά­νει τί­πο­τε τέ­τοι­ο καὶ ἦσαν κα­τ᾿ ἐ­ξο­χὴν φί­λοι του.

      Ἀ­πὸ ποῦ ὅ­μως ἦλ­θε αὐ­τὸς ποὺ πλη­ροῖ τὰ πάν­τα καὶ εἶ­ναι παν­τα­χοῦ πα­ρών; Ποι­ὸν τό­πον τῆς πα­ρου­σί­ας του ἄ­φη­σε κε­νὸ ἐρ­χό­με­νος αὐ­τὸς ποὺ στὸ χέ­ρι του πε­ρι­έ­χει καὶ συγ­κρα­τεῖ τὰ πάν­τα; Τό­πο μὲν δὲν ἄλ­λα­ξε κα­νέ­να, (πῶς ἄλ­λω­στε θὰ ἦ­ταν τοῦ­το δυ­να­τὸν). Τὸ ἔ­κα­νε ὅ­μως μὲ τὴν συγ­κα­τά­βα­σή τους πρὸς ἐ­μᾶς. Πράγ­μα­τι ἐ­πει­δή, ἂν καὶ εὑρί­σκε­το στὸν κό­σμο, δὲν ἐ­φαί­νε­το νὰ εἶ­ναι πα­ρών, μὲ τὸ νὰ μὴν εἶ­ναι ἀ­κό­μη γνω­στός, ἔ­πει­τα ὅ­μως ἐ­φα­νέ­ρω­σε τὸν ἑ­αυ­τό του, κα­τα­ξι­ώ­νον­τας τὴν ἰ­δι­κὴ μας σάρ­κα μὲ τὸ νὰ τὴν φο­ρέ­ση, τὴν φα­νέ­ρω­ση αὐ­τὴ καὶ συγ­κα­τά­βα­ση τὴν ὀ­νο­μά­ζει πα­ρου­σί­α.

 

      Ἀ­ξί­ζει νὰ θαυ­μά­σου­με τὸν μα­θη­τὴ ὁ ὁ­ποῖ­ος δὲν ἐν­τρέ­πε­ται γιὰ τὴν ἀ­τι­μί­α τοῦ δι­δα­σκά­λου[18], ἀλ­λὰ ἀ­να­γρά­φει τὴν τα­πεί­νω­ση ποὺ ἔ­γι­νε σ᾿ αὐ­τὸν μὲ θάρ­ρος.

      Καὶ αὐ­τὸ δὲν εἶ­ναι μι­κρὴ ἀ­πό­δει­ξη τῆς ἀ­ξι­ο­πι­στί­ας του. Ἄλ­λω­στε ἐ­κεῖ­νος ποὺ ὑ­βρί­ζε­ται πρέ­πει νὰ ἐν­τρέ­πε­ται γιὰ ἐ­κεί­νους ποὺ τὸν ὑβρί­ζουν καὶ ὄ­χι γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό του, ποὺ ἀ­δι­κή­θη­κε. Δι­ό­τι αὐ­τὸς μὲ τὸν τρό­πο αὐ­τὸ δι­έ­πρε­ψε καὶ δι­έ­λαμ­ψε ἀ­φοῦ καὶ με­τὰ τὴν τα­πεί­νω­ση, τό­σο ἐν­δι­α­φέ­ρον ἔ­δει­ξε ὑ­πὲρ ἐ­κεί­νων ποὺ τὸν ὕ­βρι­σαν. Ἐ­κεῖ­νοι δὲ ἀ­πο­δεί­χθη­καν ἀ­γνώ­μο­νες καὶ ἀ­κά­θαρ­τοι σὲ ὅ­λους, ἀ­φοῦ ἐ­κεῖ­νον ποὺ ἦλ­θε νὰ τοὺς φέ­ρει τό­σα ἀ­γα­θὰ τὸν ἀ­πώ­θη­σαν ὡς ἐ­χθρὸ καὶ ἀν­τί­πα­λο.

     «Αὐ­τὴ δὲ ἐστίν ἡ κρί­σις, ὅ­τι ἦλ­θε τὸ φῶς εἰς τὸν κό­σμον, καὶ ἠ­γά­πη­σεν οἱ ἄν­θρω­ποι μᾶλ­λον τὸ σκό­τος ἢ τὸ φῶς»[19]. Αὐ­τὸ ποὺ λέ­γει, ση­μαί­νει τὸ ἑ­ξῆς πε­ρί­που: γι᾿ αὐ­τὸ τι­μω­ροῦν­ται, δι­ό­τι δὲν ἠ­θέ­λη­σαν ν᾿ ἀ­φή­σουν τὸ σκό­τος καὶ νὰ τρέ­ξουν πρὸς τὸ φῶς.

      Μὲ αὐ­τὰ λοι­πὸν τὰ λό­για τούς στε­ρεῖ καὶ ἀ­πὸ κά­θε ἀ­πο­λο­γί­α. Δι­ό­τι, λέ­γει, ἂν εἶ­χα ἔλ­θει γιὰ νὰ τούς τι­μω­ρή­σω καὶ νὰ ζη­τή­σω εὐ­θύ­νες τῶν πρά­ξε­ών τους, ἠμ­πο­ροῦ­σαν νὰ ἰ­σχυ­ρι­σθοῦν: γι᾿ αὐ­τὸ ἀ­πο­μα­κρυν­θή­κα­με, τώ­ρα ὅ­μως ἔ­χω ἔλ­θει γιὰ νὰ τοὺς ἀ­παλ­λά­ξω ἀ­πὸ τὸ σκο­τά­δι καὶ νὰ τοὺς ὁ­δη­γή­σω στὸ φῶς. Καὶ ποι­ὸς λοι­πὸν θὰ ἠμ­πο­ροῦ­σε νὰ λυ­πη­θῆ ἐ­κεῖ­νον, πού δὲν θέ­λει νὰ με­τα­βῆ ἀ­πὸ τὸ σκό­τος στὸ φῶς;

      Δι­ό­τι, ἐ­νῶ δὲν ἠμ­πο­ροῦν νὰ μᾶς κα­τη­γο­ρή­σουν σὲ τί­πο­τε, λέ­γει, ἀλ­λ᾿ ἀν­τι­θέ­τως ἔ­χουν μυ­ριά­κις εὐ­ερ­γε­τη­θῆ, ἀ­πο­μα­κρύ­νον­ται ἀ­πὸ ἐ­μᾶς. Τὴν ἴ­δια κα­τη­γο­ρί­α ἀ­πευ­θύ­νον­τας κατ᾿ αὐ­τῶν σ᾿ ἄλ­λα μέ­ρη, λέ­γει: «ἐ­μί­ση­σάν με δω­ρε­άν»[20].

      Καὶ πά­λι, «εἰ­ μὴ ἦλ­θον καὶ ἐ­λά­λη­σα αὐ­τοῖς, ἁ­μαρ­τί­αν οὐκ εἶ­χον»[21]. Δι­ό­τι ἐ­κεῖ­νος ποὺ κά­θε­ται στὸ σκό­τος, ἐ­πει­δὴ δὲν ἔ­χει φῶς, ἠμ­πο­ρεῖ νὰ συγ­χω­ρη­θῆ. Ἐ­κεῖ­νος ὅ­μως ποὺ με­τὰ τὴν πα­ρου­σί­α τοῦ φω­τὸς ἐ­ξα­κο­λου­θεῖ νὰ κά­θε­ται στὸ σκό­τος, φέ­ρει μα­ζί του τὴν ἀ­πό­δει­ξη, ὅ­τι εἶ­ναι δι­ε­στραμ­μέ­νος, καὶ ἰ­σχυ­ρο­γνώ­μων.

      Ἔ­πει­τα, ἐ­πει­δή, φαι­νό­ταν ἀ­πί­στευ­το σὲ πολ­λοὺς αὐ­τὸ ποὺ εἶ­χε εἰ­πεῖ, (δι­ό­τι κα­νεὶς δὲν θὰ προ­τι­μοῦ­σε τὸ σκο­τά­δι ἀ­πὸ τὸ φῶς), ἐκ­θέ­τει τὴν αἰ­τί­α, ἕ­νε­κα τῆς ὁ­ποί­ας συμ­βαί­νει τοῦ­το. Ποι­ὰ λοι­πὸν εἶ­ναι αὐ­τή; «Ἦν γὰρ αὐ­τῶν», λέ­γει, «πο­νη­ρὰ τὰ ἔρ­γα. Πᾶς γὰρ ὁ φαῦ­λα πράσ­σων, μι­σεῖ τὸ φῶς καὶ οὐκ ἔρ­χε­ται πρὸς τὸ φῶς, ἵνα μὴ φα­νε­ρω­θῇ αὐ­τοῦ τὰ ἔρ­γα»[22].

      Ἀ­σφα­λῶς ὁ Χρι­στὸς δὲν ἦλ­θε οὔ­τε γιὰ νὰ κρί­νη, οὔ­τε γιὰ νὰ τι­μω­ρή­ση, ἀλ­λὰ γιὰ νὰ δώ­ση συγ­γνώ­μη καὶ ἄ­φε­ση τῶν ἁ­μαρ­τι­ῶν καὶ νὰ χα­ρί­ση σω­τη­ρί­α διὰ τῆς πί­στε­ως. Για­τί ὅ­μως οἱ ἄν­θρω­ποι ἀ­πέ­φυ­γαν; Δι­ό­τι, ἐ­ὰν εἶ­χε ἔλ­θει γιὰ τοὺς κα­θί­ση στὸ δι­κα­στή­ριο, ὑ­πῆρ­χε κά­ποι­α πρό­φα­ση γιὰ ν᾿ ἀ­πο­φύ­γουν. Δι­ό­τι ἐ­κεῖ­νος ποὺ ἔ­χει πο­νη­ρὴ συ­νεί­δη­ση συ­νη­θί­ζει ν᾿ ἀ­πο­φεύ­γη τὸν δι­κα­στή, ἀλ­λὰ σ᾿ ἐ­κεῖ­νον ποὺ συγ­χω­ρεῖ, προ­στρέ­χουν ὅ­λοι ὅ­σοι ἔ­χουν ὑ­πο­πέ­σει σὲ σφάλ­μα­τα.

      Ἐ­ὰν λοι­πὸν εἶ­χε ἔλ­θει γιὰ νὰ συγ­χω­ρή­ση, ἔ­πρε­πε πρῶ­τα νὰ τρέ­ξουν πρὸς αὐ­τόν, ὅ­σοι εἶ­χαν συ­νεί­δη­ση τῶν ἁ­μαρ­τη­μά­των τους, πράγ­μα ποὺ ἔ­γι­νε σὲ πολ­λὲς πε­ρι­πτώ­σεις. Δι­ό­τι καὶ τε­λῶ­νες καὶ ἁ­μαρ­τω­λοί, ἀ­φοῦ προ­σῆλ­θαν συ­να­νε­στρέ­φον­το μὲ τὸν Χρι­στό. Τί ση­μαί­νει λοι­πὸν αὐ­τὸ πού εἶ­πε; Αὐ­τὰ τὰ εἶ­πε γιὰ ἐ­κεί­νους, ποὺ προ­τι­μοῦν νὰ μέ­νουν συ­νε­χῶς στὴν ἀ­κο­λα­σί­α καὶ κα­κί­α. Δι­ό­τι αὐ­τὸς γι᾿ αὐ­τὸν τὸν σκο­πὸ ἦλ­θε, γιὰ νὰ  συγ­χω­ρή­ση δη­λα­δὴ τὰ προ­η­γού­με­να ἁ­μαρ­τή­μα­τα καὶ γιὰ νὰ τοὺς ἀ­σφα­λί­ση γιὰ τὰ μέλ­λον­τα. Ἐ­πει­δή, ὅ­μως ὑ­πάρ­χουν με­ρι­κοὶ τό­σο ὀ­κνη­ροὶ καὶ μαλ­θα­κοὶ στοὺς κό­πους τῆς ἀ­ρε­τῆς, ὥ­στε νὰ θέ­λουν νὰ πα­ρα­μέ­νουν στὴν ἁ­μαρ­τί­α ἀ­πὸ τὴν πρώ­τη ἕ­ως τὴν τε­λευ­ταί­α τους πνο­ὴ καὶ νὰ μὴ ἀ­πο­μα­κρύ­νων­ται ἀ­πὸ αὐ­τήν, πο­τέ, αὐ­τοὺς ἐ­πι­ση­μαί­νει ἐ­δῶ, γιὰ νὰ τοὺς προ­σβά­λη.

      Ἐ­πει­δή, δη­λα­δὴ ὁ Χρι­στι­α­νι­σμὸς ἀ­παι­τεῖ καὶ ὀρ­θό­τη­τα τῶν δογ­μά­των καὶ ἐν­τι­μό­τη­τα ἠ­θῶν, ἐ­φο­βή­θη­καν, λέ­γει, νὰ ἔλ­θουν πρὸς ἐ­μᾶς, ἐ­πει­δὴ δὲν ἤ­θε­λαν νὰ ἐ­πι­δεί­ξουν ὀρ­θὴν ζω­ή. Καὶ ἐ­κεῖ­νον μὲν ποὺ ζῆ στὴν εἰ­δω­λο­λα­τρί­α, δὲν θὰ ἠμ­πο­ρέ­ση νὰ τὸν ἐ­λέγ­ξη κα­νείς. Δι­ό­τι ἐ­κεῖ­νος ποὺ λα­τρεύ­ει τέ­τοι­ους θε­οὺς καὶ ἔ­χει ἑ­ορ­τὲς ὅ­μοι­ες μὲ τοὺς θε­οὺς αἰ­σχρὲς καὶ γε­λοῖ­ες, ἐ­πι­δει­κνύ­ει ἔρ­γα ἀν­τά­ξια τῶν δογ­μά­των. Ἐ­κεῖ­νοι ὅ­μως ποὺ λα­τρεύ­ουν τὸν Θε­ό, ἐ­ὰν ζοῦν ρα­θύ­μως, ὅ­λοι τούς ἐ­πι­τι­μοῦν καὶ τοὺς κα­τη­γο­ροῦν. Τό­σο πο­λὺ ἀ­ξι­ο­θαύ­μα­στη εἶ­ναι ἡ δύ­να­μη τῆς ἀ­λή­θειας ἀ­κό­μη καὶ στοὺς ἐ­χθρούς της.

      Κοί­τα λοι­πὸν μὲ πό­ση ἀ­κρί­βεια το­πο­θε­τεῖ αὐ­τὰ ποὺ λέ­γει. Δὲν εἶ­πε δη­λα­δή, ἐ­κεῖ­νος ποὺ ἔ­χει κά­μει φαυ­λό­τη­τες δὲν ἔρ­χε­ται πρὸς τὸ φῶς, ἀλ­λ᾿ ἐ­κεῖ­νος ποὺ τὶς κά­νει συ­νε­χῶς, δη­λα­δὴ ἐ­κεῖ­νος ποὺ θέ­λει νὰ κυ­λι­έ­ται συ­νε­χῶς στὸν βόρ­βο­ρο τῆς ἁ­μαρ­τί­ας, ποὺ δὲν θέ­λει νὰ ὑ­πο­τα­χθῆ στοὺς δι­κούς μου νό­μους, ἀλ­λὰ μέ­νον­τας ἔ­ξω ἀ­πὸ αὐ­τοὺς θέ­λει νὰ πορ­νεύ­η ἐ­λεύ­θε­ρα καὶ νὰ κά­μη ὅ­λα ὅ­σα δὲν ἐ­πι­τρέ­πον­ται. Πράγ­μα­τι, ὅ­ταν ἔλ­θη ἐ­δῶ, φα­νε­ρώ­νε­ται ὅ­πως ὁ κλέ­πτης στὸ φῶς. Γι᾿ αὐ­τὸ ἀ­πο­φεύ­γει τὴ δι­κή μου ἐ­ξου­σί­α.

      Εἶ­ναι λοι­πὸν δυ­να­τὸν ν᾿ ἀ­κού­σης καὶ τώ­ρα πολ­λοὺς εἰ­δω­λο­λά­τρες νὰ λέ­γουν, ὅ­τι γι᾿ αὐ­τὸ δὲν ἠμ­πο­ροῦν νὰ προ­σέλ­θουν στὴ δι­κή μας πί­στη, ἐ­πει­δὴ δὲν ἠμ­πο­ροῦν νὰ ἀ­πο­μα­κρυν­θοῦν ἀ­πὸ τὴν μέ­θη, τὴν πορ­νεί­α καὶ ὅ­λα αὐ­τὰ τὰ πλημ­με­λή­μα­τα. Δὲν ὑ­πάρ­χουν λοι­πὸν λέ­γουν, Χρι­στια­νοὶ ποὺ κά­νουν φαυ­λό­τη­τες καὶ εἰ­δω­λο­λά­τρες πού ζοῦν μὲ φρό­νη­ση;

      Ὅ­τι ὑ­πάρ­χουν Χρι­στια­νοί, ποὺ κά­νουν φαυ­λό­τη­τες, τὸ γνω­ρί­ζω. Ἂν ὅ­μως ὑ­πάρ­χουν καὶ εἰ­δω­λο­λά­τρες ποὺ ζοῦν ὀρ­θὰ καὶ ἄ­ψο­γα, αὐ­τὸ δὲν τὸ γνω­ρί­ζω κα­λά. Μὴ μοῦ πα­ρου­σιά­σης ἐ­κεί­νους ποὺ εἶ­ναι ἀ­γα­θοὶ καὶ ἐγ­κρα­τεῖς ἀ­πὸ τὴν φύ­ση τους, δι­ό­τι αὐ­τὸ δὲν εἶ­ναι ἀ­ρε­τή, ἀλ­λὰ δεῖ­ξε μου ἐ­κεῖ­νον ποὺ ὑ­πο­μέ­νει τὴν με­γά­λη ὁρ­μὴ τῶν πα­θῶν καὶ ὅ­μως εἶ­ναι σώ­φρων.

      Ἀ­σφα­λῶς δὲν ἠμ­πο­ρεῖς. Δι­ό­τι, ἂν ἡ ὑ­πό­σχε­ση τῆς Βα­σι­λείας καὶ ἡ ἀ­πει­λὴ τῆς γε­έν­νης καὶ ἡ τό­ση ἄλ­λη δι­δα­σκα­λί­α με­τὰ βί­ας συγ­κρα­τοῦν τοὺς ἀν­θρώ­πους στὴν ἄ­σκη­ση τῆς ἀ­ρε­τῆς, πο­λὺ δυ­σκο­λώ­τε­ρα θὰ ἀ­σκή­σουν αὐ­τὴν ἐ­κεῖ­νοι ποὺ δὲν πι­στεύ­ουν τί­πο­τε ἀ­πὸ αὐ­τά. Ἐ­ὰν δὲ με­ρι­κοὶ ὑ­πο­κρί­νων­ται, αὐ­τὸ τὸ κά­νουν ἀ­πὸ μα­ται­ο­δο­ξί­α. Ἐ­κεῖ­νος δὲ ποὺ κά­νει αὐ­τὸ ἀ­πὸ μα­ται­ο­δο­ξί­α, ὅ­ταν ἠ­μπο­ρέ­ση κρυ­φί­ως, δὲν θ᾿ ἀ­πο­φύ­γη τὴν χρή­ση καὶ ἱ­κα­νο­ποί­η­ση τῶν πο­νη­ρῶν ἐ­πι­θυ­μῶν. Ἀλ­λὰ γιὰ νὰ μὴ φα­νοῦ­με σὲ με­ρι­κούς, ὅ­τι εἴ­μα­στε φι­λόνει­κοι, ἂς πα­ρα­δε­χθοῦ­με ὅ­τι ὑ­πάρ­χουν ἄν­θρω­ποι με­τα­ξὺ τῶν εἰ­δω­λο­λα­τρῶν ποὺ ζοῦν ἐ­νά­ρε­τα.

      Δι­ό­τι αὐ­τὸ δὲν ἀν­τί­κει­ται πο­τὲ στὰ λό­για μας. Δι­ό­τι εἶ­πε ἐ­κεῖ­νο, ποὺ συμ­βαί­νει συ­χνὰ καὶ ὄ­χι ἐ­κεῖ­νο ποὺ γί­νε­ται σπα­νί­ως.

      Κοί­τα λοι­πὸν μὲ ποι­ὸν ἄλ­λο τρό­πο τοὺς στε­ρεῖ ἀ­πὸ κά­θε ἄλ­λη αἰ­τι­ο­λο­γί­α, ὅ­ταν εἶ­πε ὅ­τι: ἦλ­θε τὸ φῶς στὸν κό­σμο. Μή­πως, λέ­γει τὸ ζή­τη­σαν αὐ­τοί; Μή­πως ἐ­κο­πί­ασαν; Μή­πως ἐ­κου­ρά­σθη­καν γιὰ νὰ τὸ εὕ­ρουν; Αὐ­τὸ τὸ φῶς πῆ­γε σ᾿ αὐ­τοὺς καὶ δὲν ἔ­τρε­ξαν οὔ­τε τό­τε πρὸς αὐ­τό. Ἀλ­λ᾿ ἐ­πει­δὴ ὑ­πάρ­χουν καὶ με­ρι­κοὶ ἀ­πὸ τοὺς Χρι­στια­νοὺς ποὺ ζοῦν πο­νη­ρά, τὸ ἑ­ξῆς θὰ τοὺς ἀ­παν­τή­σου­με, ὅ­τι ὁ Χρι­στὸς δὲν ὁ­μι­λεῖ γιὰ ἐ­κεί­νους ποὺ ὑ­πῆρ­ξαν ἀ­πὸ τὴν ἀρ­χὴ Χρι­στια­νοὶ καὶ ποὺ ἐ­δέ­χθη­σαν τὴν ἀ­λη­θι­νὴ εὐ­σέ­βεια ἀ­πὸ τοὺς προ­γό­νους των, ἂν καὶ αὐ­τοὶ πολ­λὲς φο­ρὲς ἀ­πο­μα­κρύν­θη­καν ἀ­πὸ τὴν ἀ­κρί­βεια τῶν ἀ­λη­θι­νῶν δογ­μά­των ἕ­νε­κα τοῦ πο­νη­ροῦ τους βί­ου. Ἀλ­λὰ νο­μί­ζω, ὅ­τι τώ­ρα δὲν ὁ­μι­λεῖ πε­ρὶ αὐ­τῶν, ἀλ­λὰ πε­ρὶ ἐ­κεί­νων ἐκ τῶν εἰ­δω­λο­λα­τρῶν ἢ τῶν Ἰ­ου­δαί­ων ποὺ ὀ­φεί­λουν νὰ στρα­φοῦν πρὸς τὴν ὀρ­θὴ πί­στη. Δι­ό­τι δει­κνύ­ει, ὅ­τι κα­νείς, ποὺ ζῆ σὲ πλά­νη, δὲν θὰ προ­τι­μή­ση, νὰ προ­σέλ­θη στὴν πί­στη, ἐ­ὰν πρῶ­τα, δὲν προ­δι­α­γρά­ψη, γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό του, ὀρ­θὴ ζω­ή, καὶ κα­νεὶς δὲν θὰ μεί­νη στὴν ἀ­πι­στί­α, ἐ­ὰν πρῶ­τα δὲν ἀ­πο­φα­σί­ση νὰ μεί­νη κα­κὸς σ᾿ ὅ­λη του τὴ ζω­ή.

      Μὴ μοῦ εἰ­πῆς, ὅ­τι αὐ­τὸς δὲν πορ­νεύ­ει καὶ δὲν κλέ­πτει. Δι­ό­τι τὴν ἀ­ρε­τὴ δὲν τὴν ἀ­πο­τε­λοῦν μό­νο αὐ­τά. Πράγ­μα­τι, ποι­ὰ εἶ­ναι ἡ ὠ­φέ­λεια ὅ­ταν αὐ­τὰ τὰ ἔ­χη, εἶ­ναι ὅ­μως δοῦ­λος τῆς κε­νο­δο­ξί­ας καὶ ὅ­ταν μέ­νη στὴν πλά­νη, ἐ­πει­δὴ ἐν­τρέ­πε­ται τοὺς φί­λους του; Δι­ό­τι αὐ­τὸ ἀ­σφα­λῶς δὲν εἶ­ναι ἡ ὀρ­θὴ ζω­ή. Ὁ δὲ δοῦ­λος τῆς κε­νο­δο­ξί­ας δὲν ἁ­μαρ­τά­νει λι­γώ­τε­ρο ἀ­πὸ τὸν πόρ­νο.  

      Ὁ πρῶ­τος κά­νει πο­λὺ πε­ρισ­σό­τε­ρα καὶ με­γα­λύ­τε­ρα κα­κὰ ἀ­πὸ τὸν δεύ­τε­ρο. Δεῖ­ξε μου ὅ­μως κά­ποι­ον ποὺ πα­ρα­μέ­νει στοὺς εἰ­δω­λο­λά­τρες ποὺ εἶ­ναι ἀ­πηλ­λαγ­μέ­νος ἀ­πὸ ὅ­λα τὰ πά­θη, καὶ εἶ­ναι ἐ­λεύ­θε­ρος, ἀ­πὸ κά­θε κα­κί­α. Ἀλ­λὰ δὲν θὰ ἠμ­πο­ρέ­σης. Δι­ό­τι καὶ ὅ­σοι ἐξ αὐ­τῶν ὑ­πε­ρη­φα­νεύ­θη­καν πο­λὺ καὶ πε­ρι­φρό­νη­σαν καὶ τὰ χρή­μα­τα καὶ τὶς ἀ­πο­λαύ­σεις τῆς κοι­λί­ας, ὅ­πως ἰ­σχυ­ρί­ζον­ται, ὑ­πο­δου­λώ­θη­καν στὴν κε­νο­δο­ξί­α πο­λὺ πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ τοὺς ἄλ­λους ἀν­θρώ­πους. Καὶ αὐ­τὸ εἶ­ναι ἡ αἰ­τί­α ὅ­λων τῶν κα­κῶν. Ἔ­τσι ἐ­πέ­με­ναν σ᾿ αὐ­τὰ καὶ οἱ Ἰ­ου­δαῖ­οι. Γι᾿ αὐ­τὸ καὶ ὁ Χρι­στὸς τοὺς ἐ­πι­τι­μᾶ λέ­γον­τας: «πῶς δύ­να­σθε πι­στεύ­ειν, δό­ξαν πα­ρὰ ἀν­θρώ­πων λαμ­βά­νον­τες»[23].

Τί ὅ­μως ἐ­πέ­τυ­χαν ὅ­σοι τὸν δέ­χθη­καν;

      α12. «Ὅ­σοι δὲ ἔ­λα­βον αὐ­τόν, ἔ­δω­κεν, αὐ­τοῖς ἐ­ξου­σί­αν τέ­κνα Θε­οῦ γε­νέ­σθαι», λέ­γει. Για­τί ὅ­μως δὲν μᾶς ἀ­να­φέ­ρεις, μα­κά­ρι­ε, καὶ τὴν τι­μω­ρί­α ἐ­κεί­νων ποὺ δὲν τὸν δέ­χθη­καν καὶ εἶ­πες μό­νον ὅ­τι ἦσαν δι­κοί του καὶ ὅ­τι ὅ­ταν ἦλ­θε στὰ ἰ­δι­κά του δὲν τὸν δέ­χθη­καν; Καὶ δὲν ἐ­πρό­σθε­σες ἀ­κό­μη τί θὰ πά­θουν γι᾿ αὐ­τὸ καὶ ποι­ὰ τι­μω­ρί­α θὰ ὑ­πο­στοῦν; Ἂν καὶ ἔ­τσι θὰ τοὺς ἐ­φό­βι­ζες πε­ρισ­σό­τε­ρο καὶ μὲ τὴν ἀ­πει­λὴ θὰ ἐ­μα­λά­κω­νες τὴν σκλη­ρό­τη­τα τῆς πα­ρα­φρο­σύ­νης τους;

Για­τί λοι­πὸν τὸ ἀ­πο­σι­ώ­πη­σες;

    Καὶ ποι­ὰ τι­μω­ρί­α, λέ­γει, θὰ ἠμ­πο­ροῦ­σε νὰ ἀ­πο­δει­χθῆ με­γα­λύ­τε­ρη ἀ­πὸ αὐ­τήν, ὅ­ταν, ἐ­νῶ εἶ­χαν ἐ­ξου­σί­α νὰ γί­νουν παι­διὰ τοῦ Θε­οῦ, δὲν ἔ­γι­ναν καὶ στέ­ρη­σαν θε­λη­μα­τι­κά τούς ἑ­αυ­τοὺς των ἀ­πὸ τὴν τό­σο με­γά­λη εὐ­γέ­νεια  καὶ τι­μή; Ἀλ­λὰ δὲν στα­μα­τᾶ ἐ­δῶ μό­νο ἡ τι­μω­ρί­α, στὸ ὅ­τι δη­λα­δὴ δὲν ἔ­λα­βαν κα­νέ­να ἀ­γα­θὸ, ἀλ­λὰ θὰ τοὺς ὑ­πο­δε­χθῆ καὶ τὸ ἄ­σβε­στο πῦρ, πράγ­μα τὸ ὁ­ποῖ­ο κα­θὼς προ­χω­ρεῖ τὸ φα­νε­ρώ­νει κα­λύ­τε­ρα. Στὴν ἀρ­χὴ ἀ­να­φέ­ρει τὰ ἀ­πε­ρί­γρα­πτα ἀ­γα­θὰ ἐ­κεί­νων ποὺ τὸν δέ­χθη­καν καὶ τὰ σκι­α­γρα­φεῖ μὲ σύν­το­μη φρά­ση ὁ­μι­λών­τας ὡς ἑ­ξῆς: «ὅ­σοι δὲ ἔ­λα­βον αὐ­τόν, ἔ­δω­κεν αὐ­τοῖς ἐ­ξου­σί­αν τέ­κνα Θε­οῦ γε­νέ­σθαι». Εἴ­τε δοῦ­λοι εἶ­ναι, εἴ­τε ἐ­λεύ­θε­ροι, εἴ­τε Ἕλ­λη­νες, εἴ­τε βάρ­βα­ροι, εἴ­τε Σκύ­θες, εἴ­τε ἄ­σο­φοι, εἴ­τε σο­φοί, εἴ­τε γυ­ναῖ­κες, εἴ­τε ἄν­δρες, εἴ­τε παι­διὰ, εἴ­τε ἡ­λι­κι­ω­μέ­νοι, εἴ­τε ἄ­τι­μοι, εἴ­τε ἔν­τι­μοι, εἴ­τε πλού­σιοι, εἴ­τε πτω­χοί, εἴ­τε ἄρ­χον­τες, εἴ­τε ἰ­δι­ῶ­τες, λέ­γει, ὅ­λοι ἀ­ξι­ώ­νον­ται τῆς ἴ­διας τι­μῆς. Δι­ό­τι ἡ πί­στη καὶ ἡ χά­ρη τοῦ Πνεύ­μα­τος, ἀ­φοῦ ἀ­φαί­ρε­σαν τὴν ἀ­νο­μοι­ο­μορ­φί­α τῶν κο­σμι­κῶν δι­α­κρί­σε­ων, δι­έ­πλα­σαν ὅ­λους σὲ μί­α ἑ­νια­ία μορ­φὴ καὶ τοὺς ἀ­πο­τύ­πω­σαν ἕ­να χα­ρα­κτή­ρα, τὸν βα­σι­λι­κό.

      Τί θὰ ἠμ­πο­ροῦ­σε νὰ γί­νη ἰ­σά­ξιο αὐ­τῆς τῆς φι­λαν­θρω­πί­ας; Ὁ μὲν βα­σι­λέ­ας, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἀ­πο­τε­λεῖ­ται ἀ­πὸ τὸν ἴ­διο μὲ ἐ­μᾶς πη­λό, τοὺς συν­δού­λους του οἱ ὁ­ποῖ­οι ἔ­χουν τὴν ἴ­δια μὲ ἐ­κεῖ­νον φύ­ση καὶ οἱ ὁ­ποῖ­οι πολ­λὲς φο­ρὲς εἶ­ναι στὸν χα­ρα­κτή­ρα ἀ­νώ­τε­ροι, δὲν κα­τα­δέ­χε­ται νὰ τοὺς συγ­κα­τα­λέ­γη στὸ βα­σι­λι­κὸ στρα­τό­πε­δο, ἐ­ὰν τύ­χη νὰ εἶ­ναι δοῦ­λοι. Ὁ  δὲ μο­νο­γε­νὴς Υἱ­ὸς τοῦ Θε­οῦ δὲν ἀ­πα­ξί­ω­σε νὰ συγ­κα­τα­λέ­ξη, στὴν χο­ρεί­α τῶν τέ­κνων τοῦ Θε­οῦ καὶ τε­λῶ­νες καὶ μά­γους καὶ δού­λους καὶ τοὺς πιὸ ἄ­ση­μους ἀ­πὸ ὅ­λους, κα­θὼς καὶ πολ­λοὺς σω­μα­τι­κῶς ἀ­να­πή­ρους μὲ ἄ­πει­ρες κα­κώ­σεις. Τό­σο με­γά­λη εἶ­ναι ἡ δύ­να­μη τῆς πί­στε­ως σ᾿ Αὐ­τὸν τό­σο με­γά­λη εἶ­ναι ἡ ὑ­πε­ρο­χὴ τῆς χά­ρι­τος.

      Καὶ ὅ­πως ἡ φύ­ση τῆς φω­τιᾶς ὅ­ταν ἔρ­χε­ται σ᾿ ἐ­πα­φὴ μὲ τὸ χῶ­μα τῶν με­τάλ­λων, τὸ με­τα­βάλ­λει ἀ­μέ­σως ἀ­πὸ χῶ­μα, σὲ χρυ­σό, ἔ­τσι ἀ­κρι­βῶς, καὶ πο­λὺ πε­ρισ­σό­τε­ρο, τὸ Βά­πτι­σμα με­τα­βάλ­λει αὐ­τοὺς ποὺ λού­σθη­καν ἀ­πὸ πή­λι­νους σὲ χρυ­σούς, δι­ό­τι τὴν στιγ­μὴ ἐ­κεί­νη τὸ Ἅ­γιον Πνεῦ­μα πέ­φτει σὰν φω­τιὰ ἐ­πά­νω στὶς ψυ­χές μας καὶ τὴν μὲν εἰ­κό­να τοῦ πή­λι­νου τὴν κα­τα­καί­ει, ἐ­πα­να­φέ­ρει δὲ τὴν εἰ­κό­να τοῦ ἐ­που­ρα­νί­ου και­νούρ­για καὶ λαμ­πρή, ἡ ὁ­ποί­α ἀ­κτι­νο­βο­λεῖ σὰν νὰ βγῆ­κε ἀ­πὸ χω­νευ­τή­ριο.

      Καὶ για­τί δὲν εἶ­πε ὅ­τι τοὺς ἔ­κα­νε παι­διὰ τοῦ Θε­οῦ, ἀλ­λὰ ὅ­τι «ἔ­δω­κεν αὐ­τοῖς ἐ­ξου­σί­αν τέ­κνα Θε­οῦ γε­νέ­σθαι;». Γιὰ νὰ δεί­ξη ὅ­τι χρει­ά­ζε­ται πολ­λὴ προ­σπά­θεια γιὰ νὰ δι­α­τη­ρη­θῆ τε­λεί­ως ἀ­κη­λί­δω­τη καὶ ἀ­νέ­πα­φη ἡ εἰ­κό­να τῆς υἱ­ο­θε­σί­ας ἡ ὁ­ποί­α τυ­πώ­θη­κε μέ­σα μας κα­τὰ τὸ Βά­πτι­σμα καὶ ταυ­το­χρό­νως γιὰ νὰ φα­νε­ρώ­ση ὅ­τι τὴν ἐ­ξου­σί­α αὐ­τὴ κα­νεὶς δὲν θὰ ἠμ­πο­ρέ­ση νὰ μᾶς τὴν ἀ­φαι­ρέ­ση, ἐ­ὰν δὲν προ­λά­βου­με καὶ τὴν ἀ­φαι­ρέ­σου­με ἐ­μεῖς. Δι­ό­τι ἐ­ὰν ἐ­κεῖ­νοι ποὺ λαμ­βά­νουν ἀ­πὸ ἀν­θρώ­πους ἐ­ξου­σί­α με­ρι­κῶν πραγ­μά­των, ἔ­χουν τό­ση δύ­να­μη ὅ­ση σχε­δὸν καὶ ἐ­κεῖ­νοι ποὺ τοὺς ἔ­δω­σαν τὴν ἐ­ξου­σί­α, πο­λὺ πε­ρισ­σό­τε­ρο ἐ­μεῖς ποὺ ἐ­τύ­χα­με αὐ­τὴ τῆς τι­μῆς ἀ­πὸ τὸν Θε­ό, ἐ­ὰν δὲν κά­νου­με τί­πο­τε ἀ­νά­ξιο αὐ­τῆς τῆς ἐ­ξου­σί­ας, θὰ εἴ­μα­στε δυ­να­τώ­τε­ροι ἀ­πὸ ὅ­λους, ἐ­πει­δὴ ἀ­νώ­τε­ρος ὅ­λων καὶ ἀ­γα­θώ­τε­ρος εἶ­ναι καὶ ἐ­κεῖ­νος ποὺ μᾶς ἔ­δω­σε αὐ­τὴ τὴν τι­μή.

      Θέ­λει δὲ ἀ­κό­μη νὰ δεί­ξη ὅ­τι οὔ­τε ἡ Χά­ρη ἔρ­χε­ται μό­νη της, ἀλ­λὰ ἔρ­χε­ται σ᾿ ἐ­κεί­νους ποὺ τὴν θέ­λουν καὶ προ­σπα­θοῦν, γι᾿ αὐ­τὸ ἐ­να­πό­κει­ται καὶ στὴν ἐ­ξου­σί­α αὐ­τῶν τὸ νὰ γί­νουν παι­διά του. Δι­ό­τι ἐ­ὰν προ­η­γου­μέ­νως δὲν τὸ θε­λή­σουν αὐ­τοί, δὲν ἐ­πα­νέρ­χε­ται ἡ δω­ρε­ὰ, οὔ­τε φέ­ρει κα­νέ­να ἀ­πο­τέ­λε­σμα.

 

      α­14. «Καὶ ὁ Λό­γος σὰρξ ἐ­γέ­νε­το, καὶ ἐ­σκή­νω­σεν ἐν ἡ­μῖν». Ἀ­φοῦ εἶ­πε ὅ­τι ἀ­πὸ τὸν Θε­ὸ γεν­νή­θη­καν ὅ­σοι τὸν δέ­χθη­καν καὶ ὅ­τι ἔ­γι­ναν παι­διὰ τοῦ Θε­οῦ, ἐκ­θέ­τει τώ­ρα τὴν αἰ­τί­α καὶ τὴν προ­ϋ­πό­θε­ση τῆς ἀ­πε­ρί­γρα­πτης αὐ­τῆς τι­μῆς. Αὐ­τὴ δὲ εἶ­ναι, τὸ ὅ­τι ὁ Λό­γος ἐ­σαρ­κώ­θη καὶ ἔ­λα­βε τὴν μορ­φὴ τοῦ δού­λου ὁ Δε­σπό­της. Ἔ­γι­νε δὲ Υἱ­ὸς ἀν­θρώ­που, ἐ­νῶ ἦ­ταν γνή­σιος Υἱ­ὸς Θε­οῦ, γιὰ νὰ κά­νη τοὺς υἱ­οὺς τῶν ἀν­θρώ­πων παι­διὰ τοῦ Θε­οῦ. Δι­ό­τι τὸ ὑ­ψη­λὸ ὅ­ταν ἔρ­χε­ται σ᾿ ἐ­πα­φὴ μὲ τὸ τα­πει­νό, αὐ­τὸ μὲν δὲν χά­νει τί­πο­τε ἀ­πὸ τὴν δό­ξα του, ἐ­κεῖ­νο δὲ τὸ ση­κώ­νει ἀ­πὸ τὴν τα­πεί­νω­σή του.

      Αὐ­τὸ λοι­πὸν συ­νέ­βη καὶ στὴν πε­ρί­πτω­ση τοῦ Χρι­στοῦ. Δι­ό­τι καὶ τὴν ἰ­δι­κὴ του φύ­ση δὲν τὴν ἐ­μεί­ω­σε μὲ τὴν συγ­κα­τά­βα­ση, καὶ ἐ­μᾶς οἱ ὁ­ποῖ­οι εὑ­ρι­σκό­με­θα δια­ρκῶς στὴν ἀ­τι­μί­α καὶ τὸ σκό­τος, μᾶς ἀ­νέ­βα­σε σὲ δό­ξα ἀ­πε­ρί­γρα­πτη. Ἔ­τσι πε­ρί­που καὶ ἕ­νας βα­σι­λέ­ας, ὅ­ταν ὁ­μι­λῆ μὲ ἕ­να πτω­χὸ καὶ πέ­νη­τα μὲ ἐν­δι­α­φέ­ρον καὶ εὔ­νοι­α, τὸν μὲν ἑ­αυ­τό του δὲν τὸν κα­ται­σχύ­νει, ἐ­νῶ ἐ­κεῖ­νον τὸν κά­νει νὰ εἶ­ναι ἐ­πι­φα­νὴς σ᾿ ὅ­λους καὶ ἔν­δο­ξος.

      Ἐ­ὰν δὲ στὴν ἐ­πι­φα­νεια­κὴ ἀ­ξί­α τῶν ἀν­θρώ­πων, δὲν βλά­πτη, κα­θό­λου τὸν ἐν­τι­μό­τε­ρο ἡ συ­να­να­στρο­φὴ μὲ τὸν εὐ­τε­λέ­στε­ρο, πο­λὺ πε­ρισ­σό­τε­ρο στὴν ἀ­δι­ά­φθο­ρη ἐ­κεί­νη καὶ μα­κα­ρί­α οὐ­σί­α, ἡ ὁ­ποί­α δὲν ἔ­χει τί­πο­τε ποὺ ἔ­χει προ­στε­θεῖ ἀ­πὸ ἔ­ξω, οὔ­τε τί­πο­τα τὸ ὁ­ποῖ­ο γί­νε­ται ἢ παύ­ει νὰ ὑ­πάρ­χη, ἔ­χει δὲ ὅ­λα τὰ ἀ­γα­θὰ στα­θε­ρὰ καὶ ἀ­με­τα­κί­νη­τα. Ὥ­στε ὅ­ταν ἀ­κού­σης, ὅ­τι «ὁ Λό­γος» σὰρξ ἐ­γέ­νε­το νὰ μὴ θο­ρυ­βη­θῆς, οὔ­τε νὰ κα­ταρ­ρεύ­σης. Δι­ό­τι ἡ οὐ­σί­α δὲν με­τε­βλή­θη σὲ σάρ­κα, (αὐ­τὸ εἶ­ναι ἀ­σε­βὲς καὶ νὰ τὸ σκε­φθῆ κα­νείς), ἀλ­λὰ πα­ρα­μέ­νον­τας ὅ­τι εἶ­ναι, προ­σέ­λα­βε τὴν μορ­φὴ τοῦ δού­λου.  

      Προ­σθέ­τει δὲ, «καὶ ἐ­σκή­νω­σεν ἐν ἡμῖν», σὰν νὰ λέ­γη: μὴ ὑ­πο­ψια­σθῆς τί­πο­τε τὸ ἄ­το­πο ἀ­πὸ τὸ «ἐ­γέ­νε­το». Δι­ό­τι δὲν εἶ­πα με­τα­τρο­πὴ τῆς φύ­σε­ως ἐ­κεί­νης ποὺ εἶ­ναι ἀ­με­τά­τρε­πτη, ἀλ­λὰ κα­τα­σκή­νω­ση καὶ κα­τοί­κη­ση. Τὸ δὲ νὰ κα­τα­σκη­νώ­νη δὲν ταυ­τί­ζε­ται μὲ τὴν σκη­νή, ἀλ­λὰ εἶ­ναι ἄλ­λο. Δι­ό­τι ἄλ­λο πράγ­μα κα­τα­σκη­νώ­νει σὲ ἄλ­λο. Ἀλ­λοι­ῶς δὲν θὰ εἶ­ναι κα­τα­σκή­νω­ση, δι­ό­τι τί­πο­τε δὲν κα­τοι­κεῖ μέ­σα στὸν ἑ­αυ­τό του. Ἄλ­λο εἶ­πα ὅ­τι συμ­βαί­νει μὲ τὴν οὐ­σί­α, δι­ό­τι ὡς πρὸς τὴν ἕ­νω­ση καὶ τὴν συ­νά­φεια εἶ­ναι ἕ­να ὁ Θε­ὸς Λό­γος καὶ ἡ σάρ­κα, χω­ρὶς νὰ γί­νη σύγ­χυ­ση οὔ­τε ἐ­ξα­φά­νι­ση τῶν οὐ­σι­ῶν τους, ἀλ­λὰ ἕ­νω­ση ἄρ­ρη­τη καὶ ἀ­νέκ­φρα­στη. Τὸ πῶς ἔ­γι­νε ὅ­μως μὴ ζη­τῆς νὰ τὸ μά­θης, δι­ό­τι ἔ­γι­νε ὅ­πως ἐ­κεῖ­νος ἐ­γνώ­ρι­ζε.

      Ποι­ὰ λοι­πὸν εἶ­ναι ἡ σκη­νὴ στὴν ὁ­ποί­α κα­τε­σκή­νω­σε; Ἄ­κου­σε τὸν Προ­φή­τη ποὺ λέ­γει, «Ἀ­να­στή­σω τὴν σκη­νὴν Δαυ­ΐδ τὴν πε­πτω­κυΐαν[24], δι­ό­τι πράγ­μα­τι εἶ­χε πέ­σει, εἶ­χε πέ­σει πτῶ­μα ἀ­θε­ρά­πευ­το ἡ φύ­ση ἡ ἰ­δι­κή μας καὶ εἶ­χε ἀ­νάγ­κη ἐ­κεί­νης μό­νον τῆς ἰ­σχυ­ρᾶς χει­ρός. Οὔ­τε ἄλ­λω­στε ἦ­ταν δυ­να­τὸν νὰ ἀ­να­στη­θῆ μὲ ἄλ­λο τρό­πο, χω­ρὶς νὰ τὴν πιά­ση μὲ τὸ χέ­ρι ποὺ τὴν εἶ­χε πλά­σει στὴν ἀρ­χὴ καὶ νὰ τὴν δι­α­μορ­φώ­ση μὲ τὴν ἄ­νω­θεν ἀ­να­γέν­νη­ση δι᾿ ὕ­δα­τος καὶ Πνεύ­μα­τος.

      Καὶ πρό­σε­ξε τὸ φρι­κτὸ καὶ ἀ­πόρ­ρη­το μυ­στή­ριο, τὴν σκη­νὴ τὴν κα­τοι­κεῖ παν­το­τι­νά. Δὲν πε­ρι­ε­βλή­θη τὴν σάρ­κα τὴν ἰ­δι­κή μας, γιὰ νὰ τὴν ἀ­φή­ση πά­λι, ἀλ­λὰ γιὰ νὰ τὴν ἔ­χη παν­το­τι­νὰ μα­ζί του. Δι­ό­τι, ἐ­ὰν δὲν συ­νέ­βαι­νε αὐ­τό, δὲν θὰ τὴν ἔ­κα­νε ἄ­ξια καὶ τοῦ βα­σι­λι­κοῦ θρό­νου καὶ δὲν θὰ ἐ­προ­σκυ­νεῖ­το φέ­ρον­τας αὐ­τὴν ἀ­πὸ ὁ­λό­κλη­ρη τὴν ἄ­νω στρα­τιὰ τῶν Ἀγ­γέ­λων, Ἀρ­χαγ­γέ­λων, Θρό­νων, Κυ­ρι­ο­τή­των, Ἀρ­χῶν καὶ Ἐ­ξου­σι­ῶν. Ποι­ός, λό­γος, ποι­ὰ δι­ά­νοι­α ἠμ­πο­ρεῖ νὰ πα­ρα­στή­ση τὴν τό­σο με­γά­λη τι­μὴ ἡ ὁ­ποί­α ἔ­γι­νε στὸ γέ­νος μας καὶ εἶ­ναι πράγ­μα­τι ὑ­περ­φυ­σι­κὴ καὶ φρι­κτή; Ποι­ὸς Ἄγ­γε­λος; Ποι­ὸς Ἄρ­χάγ­γε­λος; Κα­νεὶς που­θε­νὰ, οὔ­τε στὸν οὐ­ρα­νὸ, οὔ­τε στὴ γῆ. Δι­ό­τι τὰ κα­τορ­θώ­μα­τα τοῦ Θε­οῦ εἶ­ναι τέ­τοι­α καὶ τό­σο με­γά­λες καὶ ὑ­περ­φυ­σι­κὲς οἱ εὐ­ερ­γε­σί­ες του, ὥ­στε ἡ λε­πτο­με­ρὴς δι­ή­γη­σή τους νὰ ὑ­περ­βαί­νη ὄ­χι μό­νο τὴν ἀν­θρώ­πι­νη γλῶσ­σα, ἀλ­λὰ καὶ τὴν ἀγ­γε­λι­κὴ δύ­να­μη.

      «Καὶ ἐ­θε­α­σά­με­θα τὴν δό­ξαν αὐ­τοῦ, δό­ξας ὡς Μο­νο­γε­νοῦς πα­ρὰ Πα­τρός». Ἀ­φοῦ εἶ­πε, ὅ­τι γί­να­με παι­διὰ τοῦ Θε­οῦ καὶ ἀ­φοῦ ἔ­δει­ξε ὅ­τι αὐ­τὸ δὲν ἔ­γι­νε ἀλ­λοι­ῶς, πα­ρὰ μό­νο μὲ τὴν σάρ­κω­ση τοῦ Λό­γου, ἀ­να­φέ­ρει καὶ ἄλ­λο κέρ­δος ποὺ ἔ­χου­με ἀ­πὸ αὐ­τόν. Ποι­ὸ δὲ εἶ­ναι αὐ­τό; «ἐ­θε­α­σά­με­θα τὴν δό­ξα αὐ­τοῦ, δό­ξαν ὡς Μο­νο­γε­νοῦς πα­ρὰ Πα­τρός». Δὲν θὰ τὸν βλέ­πα­με ἐ­ὰν δὲν ἐ­φα­νε­ρώ­νε­το σ᾿ ἐ­μᾶς μὲ τὸ σῶ­μα ποὺ τὸ συν­τρό­φευ­ε. Δι­ό­τι ἐ­ὰν δὲν ἠμ­πό­ρε­σαν νὰ ἰ­δοῦν μό­νο τὸ δο­ξα­σμέ­νο πρό­σω­πο τοῦ Μω­ϋ­σέ­ως, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἦ­ταν ἀ­πὸ τὴν ἰ­δι­κὴ μας φύ­ση, οἱ σύγ­χρο­νοί του, καὶ ἐ­χρειά­σθη ὁ δί­και­ος ἐ­κεῖ­νος νὰ φο­ρέ­ση προ­κά­λυμ­μα, τὸ ὁ­ποῖ­ο ἠμ­πο­ροῦ­σε νὰ συγ­κα­λύ­ψη τὴν ὑ­περ­βο­λι­κὴ δό­ξα, καὶ νὰ πα­ρου­σιά­ση τὸ πρό­σω­πο τοῦ Προ­φή­του ἥ­με­ρο καὶ πρᾶο, πῶς θὰ ἠμ­πο­ρού­σα­με νὰ ὑ­πο­μεί­νου­με ἐ­μεῖς οἱ πή­λι­νοι καὶ γή­ϊ­νοι γυ­μνὴ τὴν θε­ό­τη­τα, ἡ ὁ­ποί­α εἶ­ναι ἀ­πλη­σί­α­στη ἀ­κό­μη καὶ σ᾿ αὐ­τὲς τὶς οὐ­ρά­νι­ες δυ­νά­μεις; Γι᾿ αὐ­τὸ κα­τε­σκή­νω­σε μέ­σα μας, γιὰ νὰ ἠμ­πο­ρέ­σου­με μὲ πολ­λὴ ἄ­νε­ση καὶ νὰ τὸν πλη­σι­ά­σου­με καὶ νὰ συ­ζη­τή­σου­με μα­ζί του καὶ νὰ τὸν συ­να­να­στρα­φοῦ­με.

      Τί ση­μαί­νει ὅ­μως, τὸ «Δό­ξαν ὡς Μο­νο­γε­νοῦς πα­ρὰ Πα­τρός;». Ἐ­πει­δὴ ἐ­δο­ξά­σθη­καν καὶ πολ­λοὶ ἀ­πὸ τοὺς Προ­φῆ­τες, ὅ­πως π.χ. ὁ  Μω­ϋ­σῆς[25], ὁ Ἠ­λί­ας[26], ὁ Ἐ­λισ­σαῖ­ος[27], (ὁ ἕ­νας κυ­κλω­μέ­νος ἀ­πὸ πύ­ρι­νο ἄρ­μα, ὁ ἄλ­λος ἀ­να­λη­φθείς κα­τὰ τὸν ἴ­διο τρό­πο), καὶ με­τὰ ἀ­πὸ αὐ­τοὺς ὁ Δα­νι­ὴλ καὶ οἱ τρεῖς παῖ­δες καὶ πολ­λοὶ ἄλ­λοι ἀ­κό­μη, οἱ ὁ­ποῖ­οι ἐμ­φα­νί­σθη­καν στοὺς ἀν­θρώ­πους καὶ ἔ­δει­ξαν σ᾿ ἐ­κεί­νους ποὺ τοὺς ἔ­βλε­παν τὸ ἀ­πα­στρά­πτον φῶς τὴ φύ­σε­ώς τους, καὶ ὄ­χι μό­νον Ἄγ­γε­λοι, ἀλ­λὰ καὶ τὰ Χε­ρου­βεὶμ, ἐ­φα­νε­ρώ­θη­καν μὲ πολ­λὴ δό­ξα στὸν Προ­φή­τη, κα­θὼς ἐ­πί­σης καὶ τὰ Σε­ρα­φείμ, γιὰ νὰ μᾶς ἀ­πο­μα­κρύ­νη ὁ Εὐ­αγ­γε­λι­στὴς ἀ­πὸ ὅ­λους αὐ­τοὺς καὶ γιὰ νὰ δι­ώ­ξη τὴν σκέ­ψη μας μα­κρυ­ὰ ἀ­πὸ τὴν λαμ­πρό­τη­τα καὶ τῆς κτί­σε­ως καὶ τῶν συν­δού­λων μας, μᾶς το­πο­θε­τεῖ κα­τ᾿ εὐ­θεί­αν στὴν κο­ρυ­φὴ τῶν ἀ­γα­θῶν.

      Δὲν εἴ­δα­με λέ­γει, τὴν δό­ξα Προ­φή­του, οὔ­τε Ἀγ­γέ­λου, οὔ­τε Ἀρ­χαγ­γέ­λου, οὔ­τε τῶν ἀ­νω­τέ­ρων δυ­νά­με­ων, οὔ­τε κά­ποι­ας ἄλ­λης κτι­στῆς φύ­σε­ως ἐ­ὰν βέ­βαι­α ὑ­πάρ­χη ἄλ­λη, ἀλ­λὰ τοῦ ἰ­δί­ου τοῦ Δε­σπό­του, τοῦ ἰ­δί­ου τοῦ Βα­σι­λέ­ως τοῦ ἰ­δί­ου τοῦ γνη­σί­ου Μο­νο­γε­νοῦς Υἱ­οῦ, τοῦ ἰ­δί­ου τοῦ Κυ­ρί­ου ὅ­λων μας. Τὸ δὲ «ὡς», ἐ­δῶ δὲν ση­μαί­νει πα­ρο­μοί­ω­ση ἢ σύγ­κρι­ση, ἀλ­λὰ βε­βαι­ό­τη­τα καὶ ἀ­ναμ­φι­σβή­τη­τη ἀ­να­φο­ρά. Εἶ­ναι σὰν νὰ ἔ­λε­γε, εἴ­δα­με δό­ξα τέ­τοια­ ποὺ ἔ­πρε­πε καὶ ἦ­ταν φυ­σι­κὸ νὰ ἔ­χη, ἀ­φοῦ ἦ­ταν μο­νο­γε­νὴς καὶ γνή­σιος Υἱ­ὸς τοῦ Θε­οῦ ὁ ὁ­ποῖ­ος, εἶ­ναι Βα­σι­λεὺς τῶν ὅ­λων.

      Ὁ Εὐ­αγ­γε­λι­στὴς δη­λα­δή, ἀ­φοῦ συγ­κέν­τρω­σε ὅ­λα τὰ θαύ­μα­τα ποὺ ἔ­κα­νε στὰ σώ­μα­τα, τὶς ψυ­χὲς καὶ τὰ στοι­χεῖ­α τῆς φύ­σε­ως, τὶς ἐν­το­λές, τὰ δῶ­ρα ἐ­κεῖ­να τὰ ἀ­πε­ρί­γρα­πτα, καὶ ὑ­ψη­λό­τε­ρα ἀ­πὸ τοὺς οὐ­ρα­νούς, τοὺς νό­μους, τὴν συμ­πε­ρι­φο­ρά, τὴν πει­θώ, τὶς ὑ­πο­σχέ­σεις τῶν μελ­λόν­των ἀ­γα­θῶν, τὰ πα­θή­μα­τά του, ἔ­βγα­λε αὐ­τὴ τὴν θαυ­μά­σια καὶ γε­μά­τη ἀ­πὸ ὑ­ψη­λὰ δόγ­μα­τα φω­νὴ ὅ­ταν ἔ­λε­γε, «ἐ­θε­α­σά­με­θα τὴν δό­ξαν αὐ­τοῦ, δό­ξαν ὡς Μο­νο­γε­νοῦς πα­ρὰ Πα­τρός, πλή­ρης χά­ρι­τος καὶ ἀ­λη­θεί­ας». Δι­ό­τι δὲν τὸν θαυ­μά­ζου­με μό­νο ἐξ αἰ­τί­ας τῶν θαυ­μά­των του, ἀλ­λὰ καὶ γιὰ τὰ πα­θή­μα­τά του, ἤ­τοι ἐ­πει­δὴ ἐ­καρ­φώ­θη στὸν σταυ­ρὸ καὶ ἐ­μα­στι­γώ­θη, ἐ­πει­δὴ ἐρ­ρα­πί­σθη, ἐ­πει­δὴ τὸν ἔπτυ­σαν, ἐ­πει­δὴ ἐ­δέ­χθη κτυπή­μα­τα στὴν σι­α­γό­να του ἀ­πὸ ἐ­κεί­νους ποὺ εἶ­χε εὐ­ερ­γε­τή­σει. Δι­ό­τι καὶ γι᾿ αὐ­τὰ ποὺ θε­ω­ροῦν­ται ὅ­τι εἶ­ναι ἀ­ξι­ο­κρα­τι­κά, ἀ­ξί­ζει νὰ χρη­σι­μο­ποι­ή­σου­με τὴν ἴ­δια λέ­ξη, ἀ­φοῦ καὶ  αὐ­τὸς ὅ­λα αὐ­τὰ τὰ ὀ­νό­μα­σε δό­ξα. Ἄλ­λω­στε ὅ­σα ἔ­γι­ναν τό­τε δὲν ἦσαν μό­νο ἐκ­δή­λω­ση φρον­τί­δος καὶ ἀ­γά­πης, ἀλ­λὰ καὶ ἀ­πε­ρι­γρά­πτου δυ­νά­με­ως.

      Δι­ό­τι τό­τε ὁ θά­να­τος ἐ­ξα­φα­νί­σθη­κε καὶ ἡ κα­τά­ρα ἐ­λύ­θη­κε καὶ οἱ δα­ί­μο­νες κα­τα­ισχύ­νθη­καν καὶ δι­ε­πομ­πεύ­θη­καν, ὁ­δη­γού­με­νοι σὲ θρι­αμ­βευ­τι­κὴ πομ­πή, καὶ τὸ χει­ρό­γρα­φο τῶν ἁ­μαρ­τι­ῶν ἐ­καρ­φώ­θη­κε στὸν σταυ­ρό. Ἀλ­λ᾿  ἐ­πει­δὴ αὐ­τὰ συν­τε­λέ­σθη­καν χω­ρὶς νὰ φαί­νον­ται, ἔ­γι­ναν καὶ με­ρι­κὰ φα­νε­ρά, τὰ ὁ­ποῖ­α ἔ­δει­ξαν ὅ­τι πράγ­μα­τι ἦ­ταν μο­νο­γε­νὴς Υἱ­ὸς τοῦ Θε­οῦ καὶ Δε­σπό­της ὁ­λο­κλή­ρου τῆς κτί­σε­ως. Δι­ό­τι ἐ­νῶ ἀ­κό­μη τὸ μα­κά­ριο σῶ­μα Του ἦ­ταν κρε­μα­σμέ­νο, ὁ μὲν ἥ­λιος ἔ­κρυ­ψε τὶς ἀ­κτί­νες του, ἡ δὲ γῆ συγ­κλο­νί­σθη­κε καὶ ἐ­σκο­τεί­νια­σε ὁ­λό­κλη­ρη, καὶ οἱ τά­φοι ἀ­νοί­χθη­καν καὶ τὸ ἔ­δα­φος, ἐ­σεί­σθη­κε καὶ πλῆ­θος πο­λὺ νε­κρῶν ἀ­νέ­στη καὶ εἰ­σῆλ­θε στὴν πό­λη. Ἐ­νῶ δὲ οἱ λί­θοι τοῦ μνή­μα­τός Του ἦσαν προσα­ρμο­σμέ­νοι στὴν θή­κη καὶ ὑ­πῆρ­χαν ἀ­κό­μη οἱ σφρα­γί­δες, ἀ­να­στή­θη­κε ὁ νε­κρός, Αὐ­τὸς ποὺ ἐ­σταυ­ρώ­θη­κε καὶ ἐ­καρ­φώ­θη­κε καὶ ἀ­φοῦ ἐ­γέ­μι­σε τοὺς ἕν­δε­κα τό­τε μα­θη­τάς Του μὲ πολ­λὴ δύ­να­μη τοὺς ἀ­πέ­στει­λε στοὺς ἀν­θρώ­πους ὁ­λό­κλη­ρης τῆς Οἰ­κου­μέ­νης νὰ γί­νουν κοι­νοὶ ἰα­τροὶ ὁ­λό­κλη­ρης τῆς ἀν­θρώ­πι­νης φύ­σε­ως καὶ νὰ ἀ­νορ­θώ­σουν τὸν βί­ο τους, νὰ σπεί­ρουν παν­τοῦ στὴν γῆ τὴν γνώ­ση τῶν οὐ­ρα­νί­ων ἀ­λη­θει­ῶν, νὰ δι­α­λύ­σουν τὴν τυ­ραν­νί­α τῶν δαι­μό­νων, νὰ δι­δά­ξουν τὰ με­γά­λα καὶ ἀ­πε­ρί­γρα­πτα ἀ­γα­θά, καὶ νὰ εὐ­αγ­γε­λι­σθοῦν σ᾿ ἐ­μᾶς τὴν ἀ­θα­να­σί­α τῆς ψυ­χῆς καὶ τὴν αἰ­ώ­νια ζω­ὴ τοῦ σώ­μα­τος, ἔ­πα­θλα ποὺ καὶ τὸν νοῦν ὑ­περ­βαί­νουν καὶ δὲν θὰ ἔ­χουν τέ­λος πο­τέ.

      Αὐ­τὰ λοι­πὸν καὶ τὰ πο­λὺ πε­ρισ­σό­τε­ρα τού­των ἔ­χον­τας κα­τὰ νοῦν ὁ μα­κά­ριος Εὐ­αγ­γε­λι­στὴς τὰ ὁ­ποῖα αὐ­τὸς μὲν ἐ­γνώ­ρι­ζε, ἀλ­λὰ δὲν ἠμ­πο­ροῦ­σε νὰ γρά­ψη, ἐ­πει­δὴ δὲν θὰ τὰ ἐ­χω­ροῦ­σε ὁ κό­σμος ἀ­φοῦ, «ἂν γρά­φη­ται κα­θ᾿  ἕν, οὐ­δὲ αὐ­τὸν οἶ­μαι τὸν κό­σμον χω­ρῆ­σαι τὰ γρα­φό­με­να βι­βλί­α»[28], σκε­πτό­με­νος λοι­πὸν ὅ­λα αὐ­τά, ἐ­φώ­να­ξε ὅ­τι «ἐ­θε­α­σά­με­θα τὴν δό­ξαν αὐ­τοῦ, δό­ξαν ὡς Μο­νο­γε­νοῦς πα­ρὰ Πα­τρὸς πλή­ρης χά­ρι­τος καὶ ἀ­λη­θεί­ας»[29].

      Ἐ­κεῖ­νοι λοι­πὸν οἱ ὁ­ποῖ­οι ἀ­ξι­ώ­θη­καν νὰ ἰ­δοῦν τέ­τοι­α θε­ά­μα­τα καὶ νὰ ἀ­κού­σουν τέ­τοι­α κη­ρύγ­μα­τα καὶ νὰ ἀ­πο­λαύ­σουν τό­σο με­γά­λη δω­ρε­ά, πρέ­πει νὰ ἐ­πι­δεί­ξουν καὶ βί­ο ἀν­τά­ξιο τῶν ἀ­λη­θει­ῶν γιὰ νὰ ἀ­πο­λαύ­σουν καὶ τὰ ἐ­κεῖ ἀ­γα­θά. Γι᾿ αὐ­τὸ ἄλ­λω­στε ἦλ­θε ὁ Κύ­ριος ἡμῶν Ἰ­η­σοῦς Χρι­στός, γιὰ νὰ ἰ­δοῦ­με ὄ­χι μό­νο τὴν ἐ­δῶ Δό­ξα του, ἀλ­λὰ καὶ τὴν μελ­λον­τι­κή. Γι᾿ αὐ­τὸ ἔ­λε­γε, «θέ­λω, ἵνα ὅ­που εἰ­μὶ ἐ­γώ, καὶ οὗ­τοι ὧ­σιν, ἵνα θε­ω­ρῶ­σι τὴν δό­ξαν τὴν ἐ­μὴν»[30].

      Ἐ­ὰν δὲ ἡ ἐ­δῶ δό­ξα ἦ­ταν τό­σο λαμ­πρὰ καὶ ἐ­πι­φα­νὴς τί θὰ ἠμ­πο­ροῦ­σε νὰ εἰ­πῆ κα­νεὶς γιὰ ἐ­κεί­νη; Δι­ό­τι δὲν θὰ φα­νε­ρω­θῆ σὲ φθαρ­τὴ γῆ, οὔ­τε ἐ­νῶ ἐ­μεῖς θὰ εὑ­ρι­σκώ­με­θα σὲ θνη­τὰ σώ­μα­τα, ἀλ­λὰ ὡς ἀ­κη­λί­δω­τη καὶ ἄ­φθαρ­τη κτί­ση καὶ μὲ τό­ση λαμ­πρό­τη­τα, ὅ­σην δὲν εἶ­ναι δυ­να­τὸν νὰ τὴν πα­ρα­στή­ση κα­νεὶς μὲ λό­για.

      Ὢ, μα­κά­ριοι καὶ τρι­σμα­κά­ριοι καὶ πολ­λά­κις μα­κά­ριοι ὅ­σοι ἀ­ξι­ώ­νον­ται νὰ γί­νουν θε­α­ταὶ τῆς Δό­ξης ἐ­κεί­νης! Γι᾿ αὐ­τὴν λέ­γει ὁ Προ­φή­της, «Ἀρ­θή­τω ὁ ἀ­σε­βής, ἵνα μὴ ἴ­δῃ τὴν δό­ξαν Κυ­ρί­ου»[31]. Ἀλ­λὰ εἴ­θε κα­νεὶς ἀ­πὸ ἐ­μᾶς νὰ μὴ χα­θῆ, οὔ­τε νὰ μὴ δῆ αὐ­τὴν τὴ Δό­ξα. Δι­ό­τι ἐ­ὰν πρό­κει­ται νὰ μὴ τὴν ἀ­πο­λαύ­σου­με, εἶ­ναι ἐ­πί­και­ρο νὰ εἰ­ποῦ­με καὶ γιὰ ἐ­μᾶς: ἦ­ταν προ­τι­μώ­τε­ρο νὰ μὴν εἴ­χα­με γεν­νη­θῆ. Πράγ­μα­τι, για­τί ζοῦ­με; Για­τί ἀ­να­πνέ­ου­με; Για­τί ὑ­πάρ­χου­με ἐ­ὰν δὲν ἐ­πι­τύ­χου­με τὴν θέ­α ἐ­κεί­νη; Ἐ­ὰν κα­νεὶς δὲν μᾶς ἐ­πι­τρέ­ψη τό­τε νὰ ἰ­δοῦ­με τὸν Δε­σπό­τη μας; δι­ό­τι ἐ­ὰν αὐ­τοὶ οἱ ὁ­ποῖ­οι δὲν βλέ­πουν τὸ ἡ­λια­κὸ φῶς, ὑ­φί­σταν­ται ζω­ὴ πε­ρισ­σό­τε­ρο πι­κρὴ ἀ­πὸ κά­θε θά­να­το, τί εἶ­ναι φυ­σι­κὸ νὰ πά­θουν ὅ­σοι θὰ στε­ρη­θοῦν ἐ­κεῖ­νο τὸ φῶς;

      Δι­ό­τι ἐ­δῶ μὲν σ᾿ αὐ­τὸ μό­νο ἔγ­κει­ται ἡ ζη­μιά, ἐ­νῶ ἐ­κεῖ δὲν στα­μα­τᾶ σ᾿ αὐ­τὸ μό­νο μο­λο­νό­τι καὶ ἂν ἀ­κό­μη ἦ­ταν αὐ­τὸ μό­νο τὸ κα­κό, πά­λι δὲν θὰ ἦ­ταν ἴ­δια ἡ τι­μω­ρί­α, ἀλ­λὰ θὰ ἦ­ταν τό­σο χει­ρό­τε­ρη, ὅ­σο ἀ­συγ­κρί­τως ἀ­νώ­τε­ρος εἶ­ναι ὁ ἥ­λιος ἐ­κεῖ­νος ἀ­πὸ αὐ­τόν. Ἀλ­λὰ τώ­ρα πρέ­πει νὰ πε­ρι­μέ­νου­με καὶ ἄλ­λη τι­μω­ρί­α. Δι­ό­τι ἐ­κεῖ­νος ποὺ δὲν βλέ­πει ἐ­κεῖ­νο τὸ φῶς, δὲν θὰ ὁ­δη­γη­θῆ μό­νο στὸ σκό­τος, ἀλ­λὰ καὶ θὰ καί­γε­ται αἰ­ω­νί­ως καὶ θὰ λυ­ώ­νη καὶ θὰ τρί­ζη τὰ δόν­τια καὶ θὰ πά­θη, μύ­ρια ἄλ­λα κα­κά.

      Ἂς μὴ πα­ρα­βλέ­ψου­με λοι­πὸν τοὺς ἑ­αυ­τούς μας, ἀ­φή­νον­τάς τους νὰ πέ­σουν στὴν αἰ­ώ­νια κό­λα­ση μὲ τὴν σύν­το­μη αὐ­τὴ ὀ­λι­γω­ρί­α καὶ ἄ­νε­ση, ἀλ­λὰ ἂς ἀ­γρυ­πνοῦ­με, ἂς εἴ­με­θα νη­φά­λιοι, ἂς κά­νου­με τὰ πάν­τα καὶ ἂς ἀ­γω­νι­σθοῦ­με, γιὰ νὰ ἐ­πι­τύ­χου­με ἐ­κεί­νη τὴν ἀ­πό­λαυ­ση καὶ νὰ μεί­νου­με μα­κρυ­ὰ ἀ­πὸ τὸν πο­τα­μὸ τοῦ πυ­ρὸς ὁ ὁ­ποῖ­ος κυ­λᾶ μὲ με­γά­λη ὁρ­μή, μπρο­στὰ ἀ­πὸ τὸ φρι­κτὸ Βῆ­μα. Δι­ό­τι ἐ­κεῖ­νος ποὺ θὰ πέ­ση μί­α φο­ρὰ ἐ­κεῖ, θὰ μεί­νη διὰ παν­τὸς καὶ δὲν θὰ ἐξαι­ρε­θῆ κα­νεὶς ἀ­πὸ τὴν κό­λα­ση, οὔ­τε πα­τέ­ρας, οὔ­τε μη­τέ­ρα, οὔ­τε ἀ­δελ­φός. Καὶ αὐ­τὰ τὰ φω­νά­ζουν οἱ ἴ­διοι οἱ Προ­φῆ­τες, ἄλ­λος μὲν λέ­γον­τας: «Ἀ­δελ­φὸς οὐ λυ­τροῦ­ται, λυ­τρώ­σε­ται ἄν­θρω­πος;»[32]. Ὁ δὲ Ἰ­ε­ζε­κι­ὴλ λέ­γει καὶ κά­τι πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ αὐ­τό: «Ἐ­ὰν στό Νῶ­ε καὶ Ἰ­ὼβ καὶ Δα­νι­ὴλ, (σὲ προ­σευ­χὴ), τοὺς υἱ­οὺς αὐ­τῶν καὶ τὰς θυ­γα­τέ­ρας οὐ μή, ἐ­ξέ­λων­ται»[33].

      Δι­ό­τι μί­α μό­νο προ­στα­σί­α ὑ­πάρ­χει ἐ­κεῖ, ἡ προ­στα­σί­α τῶν ἔρ­γων, καὶ ὅ­ποι­ος στε­ρεῖ­ται αὐ­τήν, δὲν ὑ­πάρ­χει δυ­να­τό­της νὰ σω­θῆ μὲ ἄλ­λο τρό­πο.

      Ἀ­να­λο­γι­ζό­με­νοι λοι­πὸν καὶ πε­ρι­στρέ­φον­τας δια­ρκῶς αὐ­τὰ στὸν νοῦ μας, ἂς κα­θα­ρί­σου­με τὸν βί­ο μας καὶ ἂς τὸν κά­νου­με λαμ­πρὸ εἰς τρό­πον ὥ­στε μὲ θάρ­ρος νὰ ἰ­δοῦ­με τὸν Κύ­ριο καὶ νὰ ἐ­πι­τύ­χου­με τὰ ἀ­γα­θὰ ποὺ μᾶς ὑ­πε­σχέ­θη, «Χά­ρι­τι καὶ φι­λαν­θρω­πί­α τοῦ Κυ­ρί­ου ἡ­μῶν Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ, δι᾿ οὐ καὶ με­θ᾿ οὐ τῷ Πα­τρὶ δό­ξα ἅ­μα τῷ Ἁ­γί­ῳ Πνεύ­μα­τι, νῦν καὶ ἀ­εὶ καὶ εἰς τοὺς αἰ­ώ­νας τῶν αἰ­ώ­νων. Ἀ­μήν».



1. Ἰω­άν. η΄ 56.

2. Μτθ. Κβ΄ 43-44.

3. Πράξ. γ΄ 24.

4. Ἰω. Ιζ΄ 25.

5. Λουκ. ι­στ΄ 13.

6. Ψαλμ. 17, 45-46.

7. Ἡσ. 52, 15.

8. Ἡσ. 66, 1.

9. Ρωμ. 11, 7.

10. Ρωμ. 9, 30.

11. Ρωμ. 10, 3.

12. Ρωμ. 9, 30-32.

13. Ματθ. 20, 13-14.

14. Ρωμ. 3, 23-24.

15. Ρωμ. 2, 12.

16. Ἡσ. 52, 5 καί Ρωμ. 2, 24.

17. Ματθ. 21, 39.

18. Ἐν­νο­εῖ τό γε­γο­νός, ὅ­τι οἱ ί­δι­κοί του δέν τόν δέ­χθη­καν.

19. Ἰ­ω­άν. 3, 19.

20. Ἰ­ω­άνν. 15, 25.

21. Ἰ­ω­άνν. 15, 24.

22. Ἰ­ω­άνν. 3, 20.

23. Ἰω­άνν. 5, 44.

24. Ἀμώς 9, 11.

25. Ἐξ. 34, 29-35.

26. Δ΄ Βασ. 2, 11.

27. Αὐτό­θι.

28. Ἰω. 21, 25.

29. Ἰω. 1, 14.

30. Ἰω. 17, 24.

31. Ἡσ. 26, 10.

32. Ψαλμ. 48, 8.

33. Ἱεζ. 14, 14 καί 16.

 

 

 

 

Σχετικά