ΣΤΟΝ ΑΕΡΑ — ΕΡΩ — ΡαδιοΣυχνότητα
Ενωμένη ΡωμηοσύνηΕνωμένη ΡωμηοσύνηΚΕΝΤΡΟΝ ΕΝΟΤΗΤΟΣ ΚΑΙ ΜΕΛΕΤΗΣ ‒
ΠΡΟΒΟΛΗΣ ΤΩΝ ΑΞΙΩΝ ΜΑΣ
ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ
Ο Άγιος Παΐσιος μας είχε προειδοποιήσει για την εγκληματικότητα των νέων!Μητροπολίτης Κισάμου και Σελίνου: «Ευθαρσώς δηλώνουμε την άρνηση αποδοχής ενός ηλεκτρονικού μέσου, το οποίο φαλκιδεύει την ελευθερία του προσώπου»Utopia: Το ζοφερό μας μέλλον! – Δείτε τη βραβευμένη μικρού μήκους ταινία του Ελληνοαυστραλού σκηνοθέτη Κώστα Νίκα με θέμα την κατάργηση των μετρητών και την ηλεκτρονική φυλακήH AI «μπορεί να μας σκοτώσει όλους έως το τέλος της δεκαετίας» – Οι προειδοποιήσεις ειδικών και τα σενάρια απώλειας ελέγχουΜετρητά, ζήτημα Προσωπικής Ελευθερίας – Ολοένα και περισσότερες χώρες ανακαλούν την κατάργησή τους!Κρατικό CREDIT SCORE : Μια δύσκολη οικονομική περίοδος δεν σε κάνει λιγότερο αξιόπιστο άνθρωπο15η ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΣΥΝΑΞΗ ΝΕΟΤΗΤΟΣ – 25/4/2026Ο Άγιος Παΐσιος μας είχε προειδοποιήσει για την εγκληματικότητα των νέων!Μητροπολίτης Κισάμου και Σελίνου: «Ευθαρσώς δηλώνουμε την άρνηση αποδοχής ενός ηλεκτρονικού μέσου, το οποίο φαλκιδεύει την ελευθερία του προσώπου»Utopia: Το ζοφερό μας μέλλον! – Δείτε τη βραβευμένη μικρού μήκους ταινία του Ελληνοαυστραλού σκηνοθέτη Κώστα Νίκα με θέμα την κατάργηση των μετρητών και την ηλεκτρονική φυλακήH AI «μπορεί να μας σκοτώσει όλους έως το τέλος της δεκαετίας» – Οι προειδοποιήσεις ειδικών και τα σενάρια απώλειας ελέγχουΜετρητά, ζήτημα Προσωπικής Ελευθερίας – Ολοένα και περισσότερες χώρες ανακαλούν την κατάργησή τους!Κρατικό CREDIT SCORE : Μια δύσκολη οικονομική περίοδος δεν σε κάνει λιγότερο αξιόπιστο άνθρωπο15η ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΣΥΝΑΞΗ ΝΕΟΤΗΤΟΣ – 25/4/2026

Άγιος Ιάκωβος Τσαλίκης – Μαρτυρίες: λη΄. Με­γά­λη καί πα­ρα­τε­τα­μέ­νη βο­ή­θει­α

3 Νοεμβρίου 2026 · 4 λεπτά

λη΄. Με­γά­λη καί πα­ρα­τε­τα­μέ­νη βο­ή­θει­α

     Μαρ­τυ­ρί­α κυ­ρί­ας Μα­ρί­ας Φού­κα–Ρουμ­πά­νη: «Πισ­τεύ­ω ὅ­τι ἦ­ταν μί­α ὄ­χι τυ­χαί­α συγ­κυ­ρί­α, ἀλ­λά Θε­οῦ οἰ­κο­νο­μί­α, ἡ γνω­ρι­μί­α μου μέ τόν γέ­ρον­τα Ἰ­ά­κω­βο. Ἂν σή­με­ρα στέ­κω­μαι καί ἀ­να­πνέω καί σω­φρο­νῶ πνευ­μα­τι­κῶς, τό ὀ­φεί­λω στό με­γα­λύ­τε­ρο μέ­ρος στόν μα­κα­ρι­στό Πνευ­μα­τι­κό μου γέ­ρον­τα Ἰ­ά­κω­βο.

»Παν­τρεύ­τη­κα καί ὁ Θε­ός μοῦ χά­ρι­σε ἕ­να χα­ρι­τω­μέ­νο πλά­σμα μέ ἀγ­γε­λι­κή μορ­φή. Τό κο­ρι­τσά­κι αὐ­τό μοῦ ἔ­δω­σε με­γά­λη χα­ρά. Μέ τήν πά­ρο­δο  τοῦ χρό­νου ἄρ­χι­σα νά συ­νει­δη­το­ποι­ῶ ὅ­τι κά­ποι­ο πρό­βλη­μα ἄρ­χι­σε νά δη­μι­ουρ­γῆ­ται μέ τήν ἀ­κο­ή της. Ἄρ­χι­σα νά τρέ­χω στούς για­τρούς. Ἡ δι­ά­γνω­ση ἦ­ταν ''προ­ο­δευ­τι­κή βα­ρη­κο­ΐ­α'', πού ση­μαί­νει ὅ­τι ἄρ­χι­σε νά χά­νη στα­δια­κά τήν ἀ­κο­ή της γι­ά ἄ­γνω­στο λό­γο καί ἀ­πό τά δύ­ο αὐ­τιά. Δέν μπο­ροῦ­σε κα­νείς για­τρός λο­γι­κά νά τό ἐ­ξη­γή­ση. Ἔ­γι­ναν ὅ­λες οἱ ἐ­ξε­τά­σεις. Τε­λι­κά, δέν βρέ­θη­κε ἡ αἰ­τί­α τῆς κώ­φω­σης. Ἔ­μει­ναν καί στά δύ­ο αὐ­τιά τῆς μι­κρῆς κά­ποι­α ''ὑ­πο­λείμ­μα­τα ἀ­κο­ῆς'' καί ὁ για­τρός συ­νέ­στη­σε νά φορέ­ση ἀ­κου­στι­κά. Ν᾽ ἀ­κού­η κά­ποι­ους ἤ­χους, μή­πως καί ἀρ­χί­ση πά­λι νά λέ­η κά­ποι­ες λέ­ξεις. Δι­ό­τι ὅ­πως στα­μά­τη­σε ἡ ἀ­κο­ή της, στα­μά­τη­σε καί ἡ ὁ­μι­λί­α της. Τε­λι­κά, κα­τά­λα­βα ὅ­τι ἡ ἰ­α­τρι­κή ἐ­πι­στή­μη δέν μπο­ρεῖ νά βο­η­θή­ση κα­θό­λου σ᾽ αὐ­τήν τήν πε­ρί­πτω­ση.

»Εἶ­χα πλη­γω­θεῖ πο­λύ. Ὅ­ταν ὁ γι­α­τρός μοῦ ἀ­να­κοί­νω­σε ὅ­τι ἡ ἀ­κο­ή εἶ­χε χα­θεῖ ἐν­τε­λῶς, ἐ­κτός ἀ­πό ἐ­λά­χι­στα ὑ­πο­λείμ­μα­τα καί στά δύ­ο αὐ­τι­ά τῆς μι­κρῆς, ἔ­πα­θα σόκ καί λι­πο­θύ­μη­σα.

»Ὁ για­τρός μοῦ συ­νέ­στη­σε νά τήν πά­ω γι­ά λογο­θε­ρα­πεί­α, μή­πως μπο­ρέ­ση καί μι­λή­ση κά­ποι­ες λέ­ξεις. Ὁ λο­γο­θε­ρα­πευ­τής μοῦ εἶ­πε ὅ­τι εἶ­ναι πο­λύ με­γά­λο τό πρό­βλη­μα τῆς κό­ρης μου καί, ἂν ''μάθη κά­ποι­ες λέ­ξει­ς'', θά μπο­ρῆ στήν ζω­ή της νά συ­νεν­νο­ῆ­ται μέ τούς ἄλ­λους γι­ά νά ἀ­γο­ρά­ζη τά πρός τό ζῆν. Τώ­ρα, γι­ά νά μά­θη γράμ­μα­τα; Πο­λύ δύ­σκο­λο. Μά­λι­στα μοῦ τό­νι­σε ὅ­τι πρέ­πει νά πά­η δε­κα­έ­ξι τοὐλά­χι­στον ἐ­τῶν, γι­ά νά χρη­σι­μο­ποι­ή­ση ''ρῆμα'', σέ γρα­πτό ἤ προ­φο­ρι­κό λό­γο.

»Πῆ­γα, λοι­πόν, γι­ά λο­γο­θε­ρα­πεί­α, ἀλ­λά ἡ κό­ρη μου δέν κα­θό­ταν. Εἶ­χε ἔν­τα­ση, πού δέν μπο­ροῦ­σε νά ἐ­πι­κοι­νω­νή­ση μέ τούς ἄλ­λους. Ἀ­ναγ­κά­στη­κα νά δι­α­κό­ψω. Ἤ­μουν σέ ἀ­πελ­πι­στι­κή κα­τά­στα­ση. Τά ἀ­κου­στι­κά πού εἶ­χε στά αὐ­τι­ά, τῆς εἶ­χαν δη­μι­ουρ­γή­σει πλη­γές καί εἶ­χε ἔν­το­νη φα­γού­ρα. Καί ὁ γι­α­τρός μοῦ ἔ­λε­γε νά τήν βο­η­θή­σω ἐ­γώ ὅ­σο μπο­ροῦ­σα, νά πά­ρω μι­κρό­φω­νο καί εἰ­δι­κά ἀ­κου­στι­κά καί νά τῆς μα­θαί­νω λέ­ξεις, δι­α­φο­ρε­τι­κά θά ἔπρεπε νά μά­θη τήν νο­η­μα­τι­κή γλῶσ­σα. Πῆ­ρα λοι­πόν μι­κρό­φω­νο καί ἀ­κου­στι­κά καί μέ­ρα–νύχ­τα ἀ­σχο­λι­ό­μου­να μέ τήν κο­ρού­λα μου. Νά μπο­ρέ­ση νά μι­λή­ση ξα­νά. Κου­ρά­στη­κα ὅ­μως γρή­γο­ρα. Ἀ­πό τήν προσπάθει­ά μου νά τήν κά­νω νά μι­λή­ση, ὁ λαι­μός μου ἔ­κλει­σε. Ἀ­πελ­πί­στη­κα. Δέν εἶ­χα βο­ή­θεια­ ἀ­πό κα­νέ­ναν. Οἱ γο­νεῖς μου καί τ᾽ ἀ­δέλ­φι­α μου ἔ­με­ναν μα­κρυ­ά σέ ἄλ­λη πό­λη. Ἄ­φη­σα ὅ­λες τίς ἐλ­πί­δες μου στόν Θε­ό. Ὅ­πως ἔ­κα­να πάν­τα ἀ­πό τά παι­δι­κά μου χρό­νι­α.

»Εἶ­χα ἀ­κού­σει ἀ­πό τά χρό­νια τῶν σπου­δῶν μου γι­ά τόν γέ­ρον­τα Πα­ΐ­σιο καί τόν γέ­ρον­τα Πορ­φύ­ριο. Ἔ­γρα­ψα ἕ­να γράμ­μα στόν π. Πα­ΐ­σιο καί τοῦ ζή­τη­σα νά προ­σεύ­χε­ται γι­ά τήν κό­ρη μου. Πα­ράλ­λη­λα, ἐ­πι­σκέ­φτη­κα τόν π. Πορ­φύ­ριο. Ἐ­κεῖ ὑ­πῆρ­χε πάν­τα πο­λύς κό­σμος. Τόν εἴ­δα­με κά­ποι­α στιγ­μή μέ τήν μικρή. Μᾶς εὐ­λό­γη­σε καί μοῦ ἔ­δω­σε νά κα­τα­λά­βω ὅ­τι τό πρό­βλη­μα αὐ­τό τῆς μι­κρῆς γιά νά λυ­θῆ, χρειά­ζε­ται πολ­λή προ­σευ­χή. Ξα­να­πῆ­γα καί ἄλ­λες φο­ρές, ἀλ­λά ἦ­ταν δύ­σκο­λο νά τοῦ μι­λή­σω. Ὁ κό­σμος ἦ­ταν πο­λύς. Μί­α μέ­ρα, φεύ­γον­τας ἀ­πό τόν π. Πορφύ­ριο, κα­τά πρό­νοι­α Θε­οῦ συ­νάν­τη­σα ἕ­ναν δά­σκα­λο πού μοῦ μί­λη­σε γι­ά τόν π. Ἰ­ά­κω­βο. Μοῦ εἶ­πε νά πά­ω νά τόν βρῶ στήν Ἱ­ε­ρά Μο­νή τοῦ Ὁ­σί­ου Δαυ­ΐδ. ''Εἶναι ἕ­νας ἅ­γιος Γέ­ρον­τας –μοῦ εἶ­πε– σέ με­γά­λα πνευ­μα­τι­κά μέ­τρα ὅ­πως ὁ π. Πα­ΐ­σιος καί ὁ π.  Πορ­φύ­ριος. Ἐ­κεῖ­νος θά μπο­ροῦ­σε νά σέ βο­η­θή­ση­''.   

»Ἀ­πο­φά­σι­σα πρίν πά­ω νά βρῶ τόν π. Ἰ­ά­κω­βο, νά τοῦ στεί­λω ἕ­να γράμ­μα καί νά τοῦ ζη­τή­σω νά βοη­θή­ση τήν κό­ρη μου. Πράγ­μα­τι, ἔ­γρα­ψα τό γράμ­μα καί πο­λύ σύν­το­μα ὁ Γέ­ρον­τας μοῦ ἀ­πάν­τη­σε. Μοῦ ἔ­γρα­φε ὅ­τι εἶ­δε τόν πό­νο τῆς ψυ­χῆς μου γι­ά τήν κορού­λα μου καί ἔ­σπευ­σε ἀ­μέ­σως εἰς τήν εἰ­κό­να τοῦ ὁ­σί­ου Δαυ­ΐδ τοῦ Θαυ­μα­τουρ­γοῦ καί τόν παρα­κά­λε­σε νά δώ­ση τήν ὑ­γεί­α στό παι­δί μου. Νά ἔ­χω πί­στιν Θε­οῦ καί ὁ Θε­ός θά χα­ρί­ση αὐ­τό πού ποθῶ. Ὅ­πως ὁ Χρι­στός ἄ­νοι­ξε τά αὐ­τιά καί τήν γλῶσσα τοῦ Μο­γι­λά­λου καί ἄ­κου­σε καί μί­λη­σε, ἔ­τσι εὔ­χε­ται νά ἀ­νοί­ξη ὁ Χρι­στός τά αὐ­τιά καί τήν γλῶσ­σα τῆς κο­ρού­λας μου. Νά κά­νω­με ὑ­πο­μο­νή, προ­σευ­χή καί νη­στεί­α καί νά ἔ­χω­με τήν ἐλ­πί­δα μας εἰς τόν ἐ­που­ρά­νιον Βα­σι­λέ­α Ἰ­η­σοῦν Χρι­στόν, τήν Ἁ­γί­αν του Μητέ­ρα τήν Πα­να­γί­α μας καί ὅ­λους τούς Ἁ­γί­ους καί θά βο­η­θή­σουν καί ὅ­λα θά πε­ρά­σουν μέ τήν δύ­να­μιν τοῦ Θε­οῦ. Καί τούς για­τρούς τούς ἔ­δω­σε ὁ Θε­ός, ἀλ­λά ἀ­νώ­τε­ρος ἰα­τρός εἶ­ναι ὁ Θε­ός. Νά κά­νω­με Εὐ­χέ­λαι­ο, θεί­α Λει­τουρ­γί­α στό ὄ­νο­μα τοῦ παι­διοῦ μου καί ὁ Θε­ός νά κά­νη τό θαῦ­μα Του. Νά μήν στε­νο­χω­ρι­ώ­μα­στε, νά κά­νω­με ὑ­πο­μο­νή καί δέν θά ξε­χά­ση πο­τέ τήν κο­ρού­λα μου στίς προ­σευ­χές του. Ἔκα­νε Σα­ραν­τα­λεί­τουρ­γο, κά­θε μέ­ρα τε­λοῦ­σε θεί­α Λει­τουρ­γί­α καί θά μνη­μο­νεύ­η τό παι­δί μου. Εὔ­χε­ται πε­ρα­στι­κά καί ὁ ὅ­σιος Δαυ­ΐδ νά εἶ­ναι βο­η­θός καί προ­στά­της μας.

»Ὅ­ταν ἔ­λα­βα αὐ­τό τό γράμ­μα, συγ­κι­νή­θη­κα. Εὐ­χα­ρί­στη­σα πο­λύ τόν Θε­ό πού στήν δύ­σκο­λη αὐτή στιγ­μή πού περ­νοῦ­σα, μοῦ ἔ­στει­λε γι­ά νά μέ βο­η­θή­ση μέ τήν προ­σευ­χή του αὐ­τόν τόν ἅ­γιο Γέ­ρον­τα, τόν π. Ἰ­ά­κω­βο. Τό γράμ­μα του αὐ­τό ἦ­ταν ἕ­να βάλσα­μο στήν πο­νε­μέ­νη μου ψυ­χή.

»Χρει­α­ζό­μου­να ἕ­ναν Πνευ­μα­τι­κό μέ με­γά­λη καλω­σύ­νη καί εὐ­γέ­νεια, ἐ­πει­δή ἤ­μουν καί ἐ­γώ πο­λύ εὐ­αί­σθη­τη. Ὁ π. Ἰ­ά­κω­βος ἦ­ταν ἄν­θρω­πος λε­πτός. Ἀ­πό τήν πρώ­τη στιγ­μή πού τόν γνώ­ρι­σα, μέ συγ­κλό­νι­σε ἰ­δι­αι­τέ­ρως ἡ λε­πτό­τη­τά του. Ὁ π. Ἰ­ά­κω­βος ὑ­πῆρ­ξε με­γά­λος εὐ­ερ­γέ­της γι­ά ὅ­λη τήν οἰ­κο­γέ­νειά μου καί ἰ­δι­αι­τέ­ρως γι­ά τήν κό­ρη μου.

»Θά ἐ­ξι­στο­ρή­σω στήν συ­νέ­χει­α τά γε­γο­νό­τα, πού συ­νέ­βη­σαν με­τά πού ἔ­λα­βα τό πρῶ­το γράμ­μα τοῦ γέ­ρον­τος Ἰ­α­κώ­βου. Τό γράμ­μα αὐ­τό, τό κρα­τοῦ­σα στά χέ­ρι­α μου καί ἔ­νοι­ω­θα νά μέ πλημ­μυ­ρί­ζη μί­α οὐ­ρά­νι­α χα­ρά.

»Ἐ­κεῖ­νες τίς ἡ­μέ­ρες ἀ­πο­φά­σι­σα νά πά­ω στόν ὅ­σιο Δαυ­ΐδ (ἔ­γι­νε ἐκ­δρο­μή ἀ­πό μί­α ἐ­νο­ρί­α). Γνώ­ρι­σα τόν π. Ἰ­ά­κω­βο καί συγ­κλο­νί­στη­κα.

»Τήν ἑ­πό­με­νη φο­ρά, ἀ­πο­φά­σι­σα νά πά­ω στόν Γέ­ρον­τα μα­ζί μέ τήν κό­ρη μου. Γι­ά νά εἶ­μαι εἰ­λι­κρι­νής, φο­βή­θη­κα λί­γο μή­πως χι­ο­νί­ση στόν δρό­μο καί ἀ­πο­κλει­στοῦ­με. Τα­ξί­δε­ψα, λοι­πόν, πα­ρέ­α μέ τήν κο­ρού­λα μου. Πή­ρα­με τό λε­ω­φο­ρεῖ­ο. Τα­ξι­δέ­ψα­με πολ­λές ὧ­ρες μέ­χρι τήν Λί­μνη Εὐ­βοί­ας. Ἀ­πό ἐ­κεῖ πῆ­ρα τα­ξί καί παρ᾽ ὅ­λες τίς δύ­σκο­λες και­ρι­κές συνθῆ­κες (ἦ­ταν Δε­κέμ­βριος μή­νας) φθά­σα­με στήν Ἱ­ε­ρά Μο­νή τοῦ Ὁ­σί­ου Δαυ­ΐδ. Ἐ­κεῖ ἔ­ξω ἀ­πό τό Κα­θο­λι­κό στήν αὐ­λή ἦ­ταν ὁ π. Ἰ­ά­κω­βος. Πῆ­ρα ἀπ᾽ τό χέ­ρι τήν κο­ρού­λα μου καί ἔ­τρε­ξα κον­τά του. Μᾶς εὐ­λό­γη­σε καί ἔ­δει­ξε ὅ­τι χά­ρη­κε πο­λύ πού μᾶς εἶ­δε. Ἰ­δι­αι­τέρως, πού γνώ­ρι­σε τό παι­δί μου.

»Ἡ κόρη μου τότε ἦταν τεσσάρων ἐτῶν καί ἦταν σέ μεγάλη ἔνταση. Ἐπειδή εἶχε χάσει τήν ἀκοή της, σταμάτησε καί νά μιλάη καί δέν μποροῦσε νά ἐπικοινωνήση μέ τούς ἄλλους. Ἐγώ εἶχα ἀπελπιστῆ καί τοῦ λέω:

— Πά­τερ, Ἰ­ά­κω­βε, τί θά γί­νη μ᾽ αὐ­τό τό παι­δί; Εἶμαι πο­λύ ἀ­πελ­πι­σμέ­νη. Δέν ἀ­κού­ει κα­θό­λου καί δέν μι­λά­ει. Τί θά γί­νη ἀ­πό ἐ­δῶ καί πέ­ρα; Ζῶ ἕ­ναν ἐ­φι­άλ­τη, ἕ­να μαρ­τύ­ρι­ο. Καί ὁ γέ­ρον­τας Ἰ­ά­κω­βος μοῦ λέει:

— Παι­δί μου, μήν στε­νο­χω­ρι­έ­σαι. Ὅ­λα θά πᾶ­νε κα­λά. Ἡ κό­ρη σου θά πά­η κα­νο­νι­κά στό Δη­μο­τι­κό σχο­λεῖ­ο (ἕ­ξι χρο­νῶν!). Θά πά­η σέ Δη­μό­σι­ο σχο­λεῖ­ο (ὄ­χι σέ ἰ­δι­ω­τι­κό!), σέ κα­νο­νι­κό σχο­λεῖ­ο (ὄ­χι σέ εἰ­δι­κό) καί θά πά­η στήν Τρι­το­βάθ­μι­α Ἐκ­παί­δευ­ση, δη­λα­δή θά κά­νη Πα­νε­πι­στη­μι­α­κές σπου­δές καί θά πάρη πτυ­χί­ο! Ἡ δο­κι­μα­σί­α αὐ­τή πού ἔ­χει θά πε­ρά­ση καί ὅ­ταν ἔλ­θη ἡ κα­τάλ­λη­λη ὥ­ρα, θά γί­νη κα­λά! Θά γί­νουν θαυ­μα­στά γε­γο­νό­τα!

»Τόν κοι­τοῦ­σα ἔκ­πλη­κτη μ᾽ αὐ­τά πού μοῦ ἔ­λε­γε ἐ­κεί­νη τήν στιγ­μή. Μοῦ φαί­νον­ταν ἀ­πί­στευ­τα αὐτά πού μοῦ ἔ­λε­γε. Καί πῶς νά μήν μοῦ φαί­νον­ταν; Ἡ κό­ρη μου ἦ­ταν τεσ­σά­ρων ἐ­τῶν καί δέν ἔ­λε­γε οὔ­τε λέ­ξη. Σύμ­φω­να μέ τά λε­γό­με­να τοῦ Γέ­ρον­τα, σέ λι­γώ­τε­ρο ἀ­πό δύ­ο χρό­νια, δη­λα­δή σέ ἡ­λι­κί­α ἕ­ξι ἐ­τῶν, θά πά­η κα­νο­νι­κά στό σχο­λεῖ­ο, δέν θά χά­ση οὔ­τε μέ­ρα καί θά εἶ­ναι στό Δη­μό­σιο σχο­λεῖ­ο (τῆς γει­το­νιᾶς πού εἴ­χα­με). Δέν θά πά­η σέ Ἰ­δι­ω­τι­κό σχο­λεῖ­ο, οὔ­τε σέ Εἰ­δι­κό. Καί ἐ­γώ ἀ­να­ρω­τή­θη­κα μέ­σα μου: ''Μέ­σα στό δι­ά­στη­μα τῶν δύ­ο ἑ­πο­μέ­νων ἐ­τῶν, πῶς θά μά­θη τήν γλῶσ­σα; Ποι­ός θά τῆς τήν μά­θη; Πῶς θά ἀ­να­πλη­ρώ­ση τά κε­νά; Θά μπο­ρέ­ση νά στα­θῆ μέ­σα στήν τά­ξη μέ τ᾽ ἄλ­λα παι­διά τῆς ἡ­λι­κί­ας της; Δέν θά ὑ­πάρ­χουν προ­βλή­μα­τα; Πῶς θά ξε­πε­ρα­στοῦν ὅ­λα αὐ­τά;''.

»Ὅ­λα αὐ­τά πέ­ρα­σαν ἀ­στρα­πι­αῖα ἀ­πό τό μυα­­λό μου ἐ­κεί­νη τήν στιγ­μή καί μοῦ φά­νη­καν ἀ­πί­στευ­τα, ἀ­κα­τόρ­θω­τα. Ὁ πα­τήρ Ἰ­ά­κω­βος ὅ­μως ''διάβασε τίς σκέ­ψεις μου­'' καί, πρίν προ­λά­βω νά τόν ρω­τή­σω, μοῦ ἀ­πάν­τη­σε: ''Σοῦ φαί­νον­ται δύ­σκο­λα ὅ­λα αὐ­τά ὅ­τι θά γί­νουν, παι­δί μου, καί ὅ­μως θά γί­νουν! Ὅ­λα θά πᾶ­νε κα­λά, μήν φο­βᾶ­σαι! Θά σέ βο­η­θή­ση ὁ Θε­ός!''.

»Ἀ­φοῦ εἶ­πε αὐ­τά ὁ π. Ἰ­ά­κω­βος, μᾶς εὐ­λό­γη­σε καί ἔ­φυ­γε. Πή­γα­με καί ἐ­μεῖς πά­νω στόν ξε­νώ­να, νά τα­κτο­ποι­ή­σου­με τά πράγ­μα­τά μας. Θά μέ­να­με ἐ­κεῖ τό βρά­δυ. Ἡ μι­κρή γύ­ρι­ζε σάν σβού­ρα ἀ­πό ἐ­δῶ καί ἀ­πό ἐ­κεῖ. Ἦ­ταν σέ με­γά­λη ἔν­τα­ση. Δέν στε­κό­ταν πουθε­νά. Σέ μί­α στιγ­μή τήν ἔ­χα­σα. Δέν ἤ­ξε­ρα ποῦ πῆ­γε. Ἔ­τρε­ξα πα­νι­κο­βλη­μέ­νη νά τήν βρῶ. Ἦ­ταν ἄ­φαν­τη. Τρέ­χω μέ ἀ­γω­νί­α ἔ­ξω ἀ­πό τήν πόρ­τα τοῦ Μο­να­στη­ριοῦ (ἐ­κεῖ πα­λιά ἦ­ταν δρό­μος καί φο­βή­θη­κα μήν τήν χτυ­πή­ση κα­νέ­να αὐ­το­κί­νη­το, δι­ό­τι αὐ­τή δέν ἄ­κου­γε). Δέν τήν βρῆ­κα ὅ­μως ἐ­κεῖ. Εὐ­τυ­χῶς, μί­α κυ- ρί­α μέ πλη­ρο­φό­ρη­σε ὅ­τι τήν εἶ­δε νά μπαί­νη στήν Ἐκκλη­σί­α. Μπαί­νω μέ­σα στήν ἐκ­κλη­σί­α καί βλέ­πω τήν ἑ­ξῆς σκη­νή: Ὁ πα­τήρ Ἰ­ά­κω­βος ἦ­ταν ὄρ­θιος καί ἡ κόρη μου κα­θό­ταν γο­να­τι­στή μπρο­στά του. Ἐ­κεῖ­νος τῆς μι­λοῦ­σε καί ἐ­κεί­νη τόν κοί­τα­ζε, λές καί τόν ἄκου­γε. Ἦ­ταν τό­σο ἤ­ρε­μη, τό­σο γα­λή­νια! Δέν τήν εἶ­χα ξα­να­δεῖ ἔ­τσι. Καί ξαφ­νι­α­σμέ­νη, ρω­τά­ω τόν Γέ­ρον­τα:

— Πά­τερ Ἰ­ά­κω­βε, πῶς κά­θε­ται γο­να­τι­στή, πῶς εἶ­ναι τό­σο ἤ­ρε­μη; Ἐ­σᾶς βλέ­πει καί κά­θε­ται ἔτ­σι;

— Ὄ­χι, παι­δί μου, δέν βλέ­πει ἐ­μέ­να τώ­ρα, βλέ­πει τόν ὅ­σι­ο Δαυ­ΐδ!

»Ἐ­δῶ πρέ­πει νά ση­μει­ώ­σω ὅ­τι μέ­σα στήν ἐκκλη­­σί­α ἐ­κεί­νη τήν ὥ­ρα δέν ὑ­πῆρ­χε κα­νείς ἄλ­λος. Μό­νον ὁ π. Ἰ­ά­κω­βος καί ἡ κό­ρη μου. Βέ­βαι­α ὑ­πῆρ­χε καί ὁ Χρι­στός καί ἡ Πα­να­γί­α καί οἱ Ἅ­γι­οι, ἀλ­λά Αὐ­τούς μό­νο οἱ ἄ­ξι­οι πνευ­μα­τι­κά τούς βλέ­πουν. Ὁ π. Ἰ­ά­κω­βος εἶ­χε ἀ­ξι­ω­θεῖ νά τούς βλέ­πη! Τό βρά­δυ ἐ­κεῖ­νο πέρα­σε ἤ­ρε­μα. Τήν ἑ­πό­με­νη μέ­ρα πα­ρα­κο­λου­θή­σα­με τήν θεί­α Λει­τουρ­γί­α. Μοῦ ἔ­κα­νε ἐν­τύ­πω­ση, πού ὅ­ταν βγῆ­καν τά Ἅ­γι­α, στήν Ὡ­ραί­α Πύ­λη ὁ π. Ἰ­ά­κω­βος μνη­μό­νευ­σε, ἐ­κτός ἀ­πό τούς ἄλ­λους, ''ὑπέρ τα­χεί­ας ἀ­ναρ­ρώ­σε­ω­ς'' τῆς κο­ρού­λας μου.  

»Με­τά τήν θεί­α Λει­τουρ­γί­α, ἀ­πο­χαι­ρε­τή­σα­με τούς μο­να­χούς καί βγή­κα­με ἔ­ξω στόν δρό­μο. Ἐ­κεῖ ἦ­ταν καί ὁ π. Ἰ­ά­κω­βος. Μπή­κα­με σ᾽ ἕ­να τα­ξί ἕ­νας Ἱ­ε­ρέ­ας, μί­α κυ­ρί­α, ἡ κο­ρού­λα μου καί ἐ­γώ. Ὁ Γέ­ρον­τας μᾶς εὐ­λό­γη­σε, μᾶς ἀ­πο­χαι­ρέ­τη­σε μ᾽ ἐ­κεῖ­νο τό γλυ­κύ­τα­το βλέμ­μα καί μᾶς εὐ­χή­θη­κε νά ἔ­χω­με ''ἕνα κα­λό τα­ξί­δι­''.

»Ξε­κι­νή­σα­με νά φύ­γω­με. Ὁ Γέ­ρον­τας κου­νοῦ­σε τό χε­ρά­κι του. Μᾶς εὐ­λο­γοῦ­σε! Ὅ­πως φεύ­γα­με ἀ­πό τό Μο­να­στή­ρι καί κα­θό­μου­να στό πί­σω μέ­ρος τοῦ αὐ­το­κι­νή­του, μοῦ λέ­ει ἡ κυ­ρί­α: ''Γύρισε πί­σω νά δῆς τόν Γέ­ρον­τα!''. Γυ­ρί­ζω πί­σω καί βλέ­πω μί­α σκηνή πού δέν θά τήν ξε­χά­σω πο­τέ μου ὅ­σο ζῶ! Ἐ­νῶ εἴ­χα­με ἀ­πο­μα­κρυν­θῆ ἀ­πό τό Μο­να­στή­ρι καί ὁ Γέροντας θά ἔ­πρε­πε ἀ­πό μα­κρυ­ά ὅ­πως εἴ­μα­στε νά φαί­νε­ται σάν κου­κί­δα, ὁ Γέ­ρον­τας φαι­νό­ταν τε­ράστιος! Εἶ­χε ὑ­ψω­μέ­να τά χέ­ρια του στόν οὐ­ρα­νό καί προ­σευ­χό­ταν! Φαι­νό­ταν νά κρε­μό­ταν στόν ἀ­έ­ρα! Συγ­κλονίστη­κα! Ἔ­κα­να τόν σταυ­ρό μου καί σκέφτη­κα ὅτι αὐ­τός ὁ Γέ­ρον­τας, ὁ π. Ἰ­ά­κω­βος, πρέ­πει νά εἶ­ναι Ἅγιος!

»Ἀ­πό τήν ὥ­ρα πού ἐ­πέ­στρε­ψα σπί­τι μου, ἄρ­χι­σα νά προ­σεύ­χω­μαι πε­ρισ­σό­τε­ρο. Συ­νει­δη­το­ποι­οῦ­σα πό­σο ἐ­λά­χι­στη ἤ­μουν μπρο­στά στόν Θε­ό. Βέ­βαι­α, αὐ­τό τό κα­τά­λα­βα πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πό τήν ὥρα πού γνώ­ρι­σα τόν π. Ἰ­ά­κω­βο.

»Με­τά τήν ἐ­πί­σκε­ψή μας στήν Ἱ­ε­ρά Μο­νή τοῦ Ὁ­σί­ου Δαυ­ΐδ, ἀλ­λη­λο­γρα­φοῦ­σα συ­χνά μέ τόν π. Ἰά­κω­βο. Ὁ ἅ­γι­ος αὐ­τός Γέ­ρον­τας μέ στή­ρι­ζε πο­λύ. Ἔ­βλε­πε ὅ­τι ὁ σταυ­ρός μου ἦ­ταν με­γά­λος καί σάν  τόν Σί­μω­να τόν Κυ­ρη­ναῖ­ο μέ βο­η­θοῦ­σε νά ση­κώ­νω τόν σταυ­ρό μου.

»Ἐ­πει­δή ἤ­μουν ἐρ­γα­ζό­με­νη (δού­λευ­α τά πρω­ϊ­νά), στείλ­α­με τήν κο­ρού­λα μου σέ παι­δι­κό σταθ­μό, ὅ­που ἦ­ταν παι­δι­ά φυ­σι­ο­λο­γι­κά πού ἄ­κου­γαν. Εὐ­τυ­χῶς προ­σαρ­μό­στη­κε εὔ­κο­λα. Φο­ροῦ­σε τά ἀ­κου­στι­κά, ἀλ­λά δυ­στυ­χῶς τήν βο­η­θοῦ­σαν ἐ­λά­χι­στα. Ἡ ἀ­κο­ή εἶ­χε στα­μα­τή­σει, κά­τι ἐ­λά­χι­στα ὑ­πο­λείμ­μα­τα εἶ­χαν μεί­νει.

»Ὁ Γέ­ρον­τας σέ γράμ­μα του ἔ­γρα­φε: ''Νά ἔ­χε­τε πί­στιν Θε­οῦ, τήν ἐλ­πί­δα σας εἰς τόν Ἰ­η­σοῦν Χρι­στόν καί τήν Πα­να­γί­α μας καί εἰς πάν­τας τούς Ἁ­γί­ους καί ἡ κο­ρού­λα σας θά γί­νη κα­λά· κά­νε­τε ὑ­πο­μο­νήν, ὁ Θε­ός σᾶς δο­κι­μά­ζει μέ τήν ἀ­σθέ­νει­α τῆς κό­ρης σας· ἀλ­λά ἔ­χε­τε θάρ­ρος καί καρ­τε­ρί­α, θά σᾶς βο­η­θή­ση ὁ Θε­ός. Μνη­μο­νεύ­ω τά ὀ­νό­μα­τά σας στό Σα­ραν­τα­λεί­τουρ­γο, ἰ­δι­αι­τέ­ρως τήν κο­ρού­λα σας· ὁ ὅ­σι­ος Δαυ­ΐδ βο­ή­θει­ά σας. Πο­τέ δέν ξε­χνῶ τό παι­δί σας στίς προ­σευ­χές μου­''.

»Στό ἑ­πό­με­νο γράμ­μα του: ''Εὔχομαι χρό­νια πολ­λά καί εὐ­λο­γη­μέ­νος ὁ και­νούρ­γιος χρό­νος, ἡ Χά­ρις τοῦ ὁ­σί­ου Δαυ­ΐδ βο­ή­θειά σας καί ὁ Πα­νά­γα­θος Θεός νά χα­ρί­ση στήν κο­ρού­λα σας ὑ­γεί­αν, χα­ρά καί εὐ­λο­γί­αν οὐ­ρά­νιον καί σέ σᾶς ὑ­πο­μο­νήν καί δύ­να­μιν· κά­νω Σα­ραν­τα­λεί­τουρ­γον ἰ­δι­αί­τε­ρον γι­ά τήν κο­ρού­λα σας καί εὔ­χο­μαι ὑ­γεί­αν καί πᾶν ἀ­γα­θό­ν''.

»Μέ τήν και­νούρ­γι­α χρο­νι­ά ὁ γι­α­τρός μᾶς εἶ­πε ὅ­τι ἡ κό­ρη μου ἔ­πρε­πε νά κά­νη μί­α ἐ­πέμ­βα­ση γι­ά τά ''κρε­α­τά­κι­α'' στήν μύ­τη της. Δέν μπο­ροῦ­σε νά ἀ­να­πνεύ­ση κα­θό­λου. Ὑ­πέ­φε­ρε πο­λύ.

»Εἰ­δο­ποί­η­σα τόν γέ­ρον­τα Ἰ­ά­κω­βο καί μοῦ ἔγρα­ψε με­τα­ξύ τῶν ἄλ­λων: ''Γιά τό παι­δί σας μεί­νε­τε ἥ­συ­χοι πνευ­μα­τι­κά. Τήν ἡ­μέ­ρα τῆς ἐ­πέμ­βα­σης θά τελέ­σωμεν θεί­α Λει­τουρ­γί­α. Ὁ ὅ­σι­ος Δαυ­ΐδ βο­ή­θει­ά σας καί στήν κο­ρού­λα σας ἰ­δι­αι­τέ­ρως νά χα­ρί­ση ὑγεί­α­ν''.

»Γι­ά νά εἶ­μαι εἰ­λι­κρι­νής, στήν ἀρ­χή φο­βό­μου­να, για­τί ἡ ἐ­πέμ­βα­ση αὐ­τή χρει­α­ζό­ταν νάρ­κω­ση. Δέν ἤ­ξε­ρα πῶς θά ἀν­τι­δρά­ση τό παι­δί μου. Ἀλ­λά τό ὅ­τι ὁ Γέ­ρον­τας μοῦ εἶ­πε νά εἶ­μαι ἥ­συ­χη πνευ­μα­τι­κά, αὐ­τό μέ κα­θη­σύ­χα­σε. Ἤ­ξε­ρα ὅ­τι ὁ Γέ­ρον­τας θά ἦ­ταν ''παρών στήν ἐ­πέμ­βα­ση­''. Καί πράγ­μα­τι, πο­λύ ἀρ­γό­τε­ρα, ὅ­ταν μί­λη­σε ἡ κο­ρού­λα μου, μοῦ εἶ­πε ὅ­τι τό βρά­δυ πού ἔ­μει­νε στό Νο­σο­κο­μεῖ­ο, δί­πλα στό κρεβ­βά­τι της ἦ­ταν ὁ π. Ἰ­ά­κω­βος! Ἦλ­θε καί τήν βο­ή­θη­σε.

»Τά ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τα τῆς προ­σευ­χῆς τοῦ γέ­ρον­τος Ἰ­α­κώ­βου φά­νη­καν γρή­γο­ρα. Ἕ­να με­ση­μέ­ρι πού πῆ­ρα τήν μι­κρή ἀ­πό τόν παι­δι­κό σταθ­μό καί κα­θή­σα­με νά φᾶ­με, μᾶς εἶ­πε νά βά­λω­με τά χέ­ρια μας σέ στά­ση προ­σευ­χῆς καί ἄρ­χι­σε μό­νη της νά λέ­η μί­α ὁ­λό­κλη­ρη προ­σευ­χή 10–15 γραμ­μές. Ἦ­ταν ἡ προ­σευ­χή, πού ἔ­λε­γαν τά παι­δά­κια στόν παι­δι­κό σταθμό.  Πραγ­μα­τι­κά τά χά­σα­με μέ τόν ἄν­τρα μου. Λύ­θη­κε ἡ γλῶσ­σα τῆς μι­κρῆς καί ἄρ­χι­σε νά μι­λά­η. Ἄρχι­σε στήν ἀρ­χή νά λέ­η σκόρ­πι­ες λέ­ξεις καί με­τά προτά­σεις. Εὐ­χα­ρί­στη­σα πο­λύ τόν Θε­ό πού μᾶς βο­η­θοῦ­σε.

»Συ­νέ­χι­σα νά ἀλ­λη­λο­γρα­φῶ μέ τόν γέ­ρον­τα Ἰ­ά­κω­βο καί πή­γαι­να συ­χνά στήν Ἱ­ε­ρά Μο­νή τοῦ Ὁσί­ου Δαυ­ΐδ. Πῆ­ρα πά­λι μα­ζί μου τήν κο­ρού­λα μου. Ὁ γέ­ρον­τας Ἰ­ά­κω­βος μέ κα­θη­σύ­χα­σε "ὅ­τι πνευ­μα­τι­κά τήν πα­ρα­κο­λου­θεῖ".

»Μί­α μέ­ρα πού γυ­ρί­ζα­με ἀ­π᾽ τόν Ὅ­σι­ο Δαυ­ΐδ, πε­ρά­σα­με ἀ­π᾽ τό προ­σκύ­νη­μα τοῦ Ἁ­γί­ου Ἰ­ω­άν­νου τοῦ Ρώσ­σου. Ἡ μι­κρή στήν ἀρ­χή φο­βό­ταν, ἀλ­λά μετά ἀ­πό λί­γο ξε­θάρ­ρε­ψε καί στά­θη­κε πά­νω ἀ­πό τήν λάρ­να­κα τοῦ Ἁ­γί­ου καί κοί­τα­ζε μέ­σα τόν Ἅ­γι­ο.

»Ἀ­πό τό προ­σκύ­νη­μα τοῦ Ἁ­γί­ου Ἰ­ω­άν­νου ἀγό­ρα­σα μί­α εἰ­κό­να. Ὅ­ταν πή­γα­με στό σπί­τι, ἔ­βα­λα τήν εἰ­κό­να τοῦ ἁ­γί­ου Ἰ­ω­άν­νου τοῦ Ρώσ­σου κά­τω ἀ­πό τό μα­ξι­λά­ρι της. Τό πρωΐ πού ξύ­πνη­σε, ἦλ­θε τρέ­χον­τας καί μοῦ λέ­ει: "Αὐ­τός", καί μοῦ ἔ­δει­χνε τήν εἰκό­να πού εἶ­χα κά­τω ἀ­πό τό μα­ξι­λά­ρι της, "εἶ­ναι αὐτός πού ἦ­ταν ἐ­κεῖ στήν Ἐκ­κλη­σί­α μέ­σα στό τζά­μι" (στήν λάρ­να­κα!). Ἄ­ρα τόν εἶ­δε καί τόν ἀ­να­γνώ­ρι­σε! Ἐ­νῶ δέν ξε­χω­ρί­ζεις τά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά του ἀ­πό τό ἱ­ε­ρό λεί­ψα­νο τοῦ Ἁ­γί­ου ἐ­πει­δή τόν ἔ­κα­ψαν. Καί συνε­χί­ζει ἡ μι­κρή: "Αὐ­τός ἐ­δῶ στήν εἰ­κό­να, ἦλ­θε ἀ­πό­ψε ἐ­δῶ στό κρεβ­βά­τι μου καί μοῦ ἔ­κα­νε σταυ­ρό (τήν σταύ­ρω­σε). Αὐ­τός εἶ­ναι νέ­ος, ἐ­νῶ ὁ ὅ­σιος Δαυ­ΐδ εἶ­ναι γέ­ρος! Ὁ Ἅ­γιος αὐ­τός (ὁ Ἰ­ω­άν­νης ὁ Ρῶσ­σος) γύ­ρω ἀ­πό τό κε­φά­λι εἶ­χε με­γά­λο φῶς" (φωτο­στέ­φα­νο!). Τό­τε θυ­μή­θη­κα τά λό­για τοῦ π. Ἰ­α­κώ­βου, πού μοῦ εἶ­χε πεῖ ὅ­ταν πῆ­γα στό Μο­να­στή­ρι μέ τήν μι­κρή, ὅ­τι αὐ­τή ἔ­βλε­πε τόν ὅ­σιο Δαυ­ΐδ καί γι᾽ αὐ­τό κά­θησε στά γό­να­τα! Φαί­νε­ται ὅ­τι ὁ π. Ἰ­ά­κω­βος πα­ρα­κά­λε­σε καί τόν ἅ­γιο Ἰ­ω­άν­νη τόν Ρῶσ­σο νά τήν βο­η­θή­ση, γι᾽ αὐ­τό ὁ Ἅ­γιος ἦλ­θε σπί­τι στό κρεβ­βά­τι της καί τήν εὐ­λό­γη­σε!

»Ὁ Γέ­ρον­τας εἶ­χε με­γά­λη εὐ­σπλαγ­χνί­α καί συμ­πό­νοι­α γι­ά τό πρό­βλη­μα τῆς κο­ρού­λας μου· τήν ἀ­γα­ποῦ­σε πο­λύ καί κά­θε φο­ρά πού τήν ἔ­βλε­πε ἔλεγε: ''Καλῶς τήν σε­μνή καί τα­πει­νή κό­ρη!''. Εἶ­ναι με­γά­λο μαρ­τύ­ριο ἡ ἀ­πώ­λεια τῆς ἀ­κο­ῆς καί ἡ ἔλ­λει­ψη ἐ­πι­κοι­νω­νί­ας μέ τούς ἄλ­λους ἀν­θρώ­πους. Πολ­λές φο­ρές κιν­δύ­νε­ψε ἡ ζω­ή της ἀ­πό αὐ­το­κί­νη­τα καί μάλι­στα ἀ­πό μη­χα­νά­κια, πού με­ρι­κές φο­ρές τρέ­χουν καί πά­νω στά πε­ζο­δρό­μια. Δέν ἀ­κού­ει τό κορνά­ρι­σμα καί περ­πα­τά­ει κα­νο­νι­κά. Μό­νον ὁ Θε­ός τήν βο­η­θά­ει. Κά­θε φο­ρά μέ­χρι νά ἐ­πι­στρέ­ψη στό σπί­τι τρέμω, μήν τήν χτυ­πή­ση αὐ­το­κί­νη­το.

»Ὅ­λο αὐ­τό τό μαρ­τύ­ριο μέ τήν ὑ­γεί­α της καί ὅ­λη αὐ­τή ἡ πί­στη, ἡ ἀ­γά­πη της στόν Θε­ό καί ὅ­λη αὐ­τή ἡ ὑ­πο­μο­νή της τήν ἀ­ξί­ω­σαν νά ἔ­χη πνευ­μα­τι­κές ἐμ­πει­ρί­ες.

»Μί­α φο­ρά ἤ­μα­σταν στό σπί­τι. Ἐ­γώ ἤ­μου­να στά γό­να­τα μπρο­στά στήν εἰ­κό­να τῆς Πα­να­γί­ας καί προσευ­χό­μουν. Ἡ κο­ρού­λα μου ἔ­παι­ζε κά­που ἐ­κεῖ κον­τά. Ξαφ­νι­κά, τήν βλέ­πω νά τρέ­χη καί νά ψά­χνη.

— Τί ψά­χνεις, παι­δί μου; τήν ρω­τῶ. Μοῦ λέ­ει: 

— Ποῦ πῆ­γε ἡ ὡ­ραί­α κα­λό­γρια πού εἶ­χε στήν ἀγκα­λιά της τό μω­ρό; Τώ­ρα ἦ­ταν ἐ­δῶ, μοῦ ἔ­κα­νε σταυ­ρό (τήν σταύ­ρω­σε). Ἡ ὡ­ραί­α κα­λό­γρια πῆ­γε πρός τόν δι­ά­δρο­μο καί ἐ­ξα­φα­νί­στη­κε.

»Μί­α ἄλ­λη φο­ρά ἔ­βγαι­νε ἀ­πό τήν Ἐκ­κλη­σί­α. Εἶ­χε μό­λις κοι­νω­νή­σει. Κοί­τα­ζε ἔν­το­να πρός τόν οὐρα­­νό. Ἡ θεί­α της τήν μά­λω­σε: 

— Τί κοι­τά­ζεις ἐ­πά­νω; Περ­νᾶ­νε αὐ­το­κί­νη­τα, θά σέ χτυ­πή­σουν, τῆς εἶ­πε. Καί ἡ μι­κρή ἀ­πάν­τη­σε:

— Δέν βλέ­πεις τώ­ρα πά­νω στόν οὐ­ρα­νό τήν Πα­να­γί­α πού κρα­τά­ει τόν Χρι­στό καί μοῦ λέ­ει: "Μήν στε­νο­χω­ρι­έ­σαι, παι­δί μου, θέ­λω νά σοῦ πῶ ὅ­τι θά ἀ­πο­κτή­σης καί ἕ­να ἀ­δελ­φά­κι!".    

— Μά, ἡ μα­μά μου δέν θέ­λει ἄλ­λο παι­δὶ νά ἔ­χη, τῆς εἶ­πε ἡ μι­κρή.

— Μήν στε­νο­χω­ρι­έ­σαι. Θά ἔ­χης ἀ­δελ­φά­κι!, ἐ­πα­νέ­λα­βε ἡ Πα­να­γί­α.

»Ἡ κό­ρη μου χά­ρη­κε τό­σο πο­λύ, πού τήν ἄλ­λη μέ­ρα πῆ­γε καί τό εἶ­πε στόν δά­σκα­λό της στό σχο­λεῖ­ο! Ὁ δά­σκα­λος μοῦ τό εἶ­πε. Εἶ­ναι γε­γο­νός ὅ­τι ζητοῦ­σε ἀ­δελ­φά­κι. Ζή­λευ­ε τά ἄλ­λα παι­διά πού εἶ­χαν ἀ­δέλ­φια.

»Μί­α ἡ­μέ­ρα πού πῆ­γα στό Μο­να­στή­ρι, εἶ­πα στόν Γέ­ρον­τα:

— Π. Ἰ­ά­κω­βε, τό­σες προ­σευ­χές κά­νε­τε καί ἐ­σεῖς καί ἄλ­λοι ἄν­θρω­ποι, ἀλ­λά γι­α­τί αὐ­τό τό παι­δὶ δέν γί­νε­ται κα­λά; Καί ὁ π. Ἰ­ά­κω­βος μοῦ εἶ­πε:

— Παι­δί μου, γι­ά τήν κο­ρού­λα σου πῆ­γα στόν ἴ­δι­ο τόν Χρι­στό καί Τόν πα­ρα­κά­λε­σα νά τήν θε­ρα­πεύ­ση! Καί ὁ Χρι­στός μοῦ ἀ­πο­κά­λυ­ψε τόν λό­γο πού πα­ρα­μέ­νει ἀ­κό­μα αὐ­τή ἡ δο­κι­μα­σί­α στό παι­δί σου.

»Καί ἐ­γώ συγ­κλο­νί­στη­κα, ὅ­ταν συ­νει­δη­το­ποί­η­σα ὅ­τι ὁ π. Ἰ­ά­κω­βος ἐν ζω­ῇ ἀ­κό­μη εἶ­χε με­τα­φερ­θεῖ πνευ­μα­τι­κῷ τῷ τρό­πῳ μπρο­στά στόν ἴ­δι­ο τόν Χρι­στό. Αὐ­τό τό γε­γο­νός ἐ­πι­βε­βαι­ώ­θη­κε καί ἀ­πό ἄλ­λη πη­γή. Συγ­κε­κρι­μέ­να ἔ­γι­νε τό ἑ­ξῆς:

»Ἐ­κεῖ­νο τόν και­ρό, δι­ά­βα­ζα ἕ­να συγ­κλο­νι­στι­κό βι­βλί­ο μέ τί­τλο Ση­μεῖ­ον μέ­γα τοῦ Φώ­τη Κόν­το­γλου. Πε­ρι­έ­γρα­φε τήν θαυ­μα­στή ἀ­να­κά­λυ­ψη τῶν λει­ψά­νων τῶν τρι­ῶν νε­ο­φα­νῶν Ἁ­γί­ων, Ρα­φα­ήλ, Νι­κο­λά­ου καί Εἰ­ρή­νης, στήν Θερ­μή Μυ­τι­λή­νης. Πί­στε­ψα καί ἐ­γώ πο­λύ σ᾽ αὐ­τούς τούς Ἁ­γί­ους καί τούς παρα­κά­λε­σα μέ θερ­μή προ­σευ­χή νά βο­η­θή­σουν τήν κο­ρού­λα μου.

»Ἕ­να βρά­δυ με­τά ἀ­πό πολ­λή προ­σευ­χή, βλέ­πω στόν ὕ­πνο μου ὅ­τι βρέ­θη­κα μπρο­στά στό Μο­ναστήρι τοῦ Ἁ­γί­ου Ρα­φα­ήλ στήν Μυ­τι­λή­νη. Ἔ­βλε­πα μέ λε­πτο­μέ­ρει­ες τό Μο­να­στή­ρι, χω­ρίς νά τό ἔ­χω δῆ ποτέ πρίν. Μέ­σα λοι­πὸν στό Μο­να­στή­ρι μέ κα­λεῖ μί­α φω­νή νά μπῶ, για­τί, ὅ­πως μοῦ εἶ­πε, μέ πε­ρί­με­νε ὁ ἅ­γιος Ρα­φα­ήλ. Μπαί­νω καί βλέ­πω τόν ἅ­γιο Ρα­φα­ήλ. Εἶ­χε γα­λα­νούς ὀ­φθαλ­μούς, μα­κρυ­ά γε­νειά­δα, ἀ­κρι­βῶς ὅ­πως εἶ­ναι στήν εἰ­κό­να. Καί μοῦ εἶ­πε μέ γλυ­κύ­τη­τα:

— Τί θέ­λεις, παι­δί μου;

— Ἅ­γι­έ μου Ρα­φα­ήλ, ἦλ­θα νά σέ πα­ρα­κα­λέ­σω νά θε­ρα­πεύ­σης τήν κο­ρού­λα μου. Νά ἀ­κού­η καί αὐ­τή ὅ­πως τά ἄλ­λα παι­δι­ά! Θά γί­νη κα­λά;

— Ναί, ναί, ναί, μοῦ ἀ­πάν­τη­σε.

— Σᾶς πα­ρα­κα­λῶ, εἴ­σα­στε Ἅ­γι­ος, πεῖ­τε στόν Θεό νά θε­ρα­πεύ­ση τό παι­δί μου! Καί ὁ Ἅ­γι­ος Ρα­φα­ήλ εἶ­πε:

— Τί ἄλ­λο νά κά­νω ἐ­γώ πε­ρισ­σό­τε­ρο, παι­δί μου, ἀ­π᾽ ὅ­,τι κά­νει ὁ π. Ἰ­ά­κω­βος; Ὁ π. Ἰ­ά­κω­βος ἔ­χει φθάσει στόν Θε­ό γι᾽ αὐ­τό τό παι­δί! Στή συ­νέ­χεια ὁ ἅ­γιος Ρα­φα­ήλ μέ πα­ρη­γό­ρη­σε καί μοῦ εἶ­πε ὅ­τι θά μάθω "κά­τι τό συγ­κλο­νι­στι­κό".

»Με­τά ἀ­πό λί­γο και­ρό, ἔ­γρα­ψα γράμ­μα στόν π. Ἰ­ά­κω­βο καί τοῦ ἀ­νέ­φε­ρα τό γε­γο­νός. Ἐ­πει­δή ἤ­ξε­ρα ὅ­τι ὁ π. Ἰ­ά­κω­βος εἶ­χε δι­ά­κρι­ση, τόν ρώ­τη­σα ἄν τό γε­γο­νός μέ τόν ἅ­γι­ο Ρα­φα­ήλ ἦ­ταν ἐκ δε­ξι­ῶν ἤ ἐξ ἀ­ρι­στε­ρῶν. Καί ὁ πα­τήρ Ἰ­ά­κω­βος μοῦ ἐ­πι­βε­βαί­ω­σε ὅ­τι πράγ­μα­τι ἦ­ταν ὁ ἅ­γι­ος Ρα­φα­ήλ.

»Ὕ­στε­ρα ἀ­π᾽ αὐ­τό τό γε­γο­νός, τό κα­λο­καί­ρι πρίν πά­η ἡ κό­ρη μου στό Δη­μο­τι­κό σχο­λεῖ­ο, τήν πῆρα καί πῆ­γα στήν Μυ­τι­λή­νη στό Μο­να­στή­ρι τῶν νε­ο­φα­νῶν Ἁ­γί­ων νά προ­σκυ­νή­σω τά ἱ­ε­ρά Λεί­ψα­να καί νά πά­ρω τήν εὐ­λο­γί­α τους. Τό Μο­να­στή­ρι ἦ­ταν ὁ­λό­ϊ­διο ὅ­πως τό εἶ­χα δεῖ στόν ὕ­πνο μου! Μεί­να­με ἕ­να βρά­δυ ἐ­κεῖ στό Μο­να­στή­ρι καί με­τά πή­γα­με σ᾽ ἕ­να χω­ριό τῆς Μυ­τι­λή­νης νά μέ φι­λο­ξε­νή­ση μί­α γνω­στή μου. Στό σπί­τι πού μέ φι­λο­ξε­νοῦ­σε, ἡ κυ­ρί­α τοῦ σπι­τιοῦ δέν μᾶς φέρ­θη­κε κα­λά. Μέ πί­κρα­νε. Στε­νο­χω­ρέ­θη­κα πο­λύ καί πῆ­ρα τήν κο­ρούλα μου καί πῆ­γα στήν πα­ρα­λί­α τοῦ χω­ριοῦ. Περ­πα­τού­σα­με στήν πα­ρα­λί­α. Βλέ­πω πι­ό πέ­ρα ἕ­να ἐκκλη­σά­κι (νο­μί­ζω ἦ­ταν πρός τι­μήν τοῦ ἁ­γί­ου Ἰ­σι­δώ­ρου).

»Μπαί­νω μέ­σα. Ἡ πόρ­τα ἦ­ταν ἀ­νοι­χτή. Δέν ὑ­πῆρ­χε κα­νείς ἄλ­λος. Ἡ κό­ρη μου καί ἐ­γώ! Ἄρ­χι­σα νά φω­νά­ζω, νά ἱ­κε­τεύ­ω μπρο­στά στήν εἰ­κό­να τοῦ Χρι­στοῦ. Τήν ὥ­ρα ἐ­κεί­νη ἡ κό­ρη μου ἦ­ταν πί­σω μου. Δέν ἄ­κου­γε τί ἔ­λε­γα ἐ­γώ. Αὐ­τή γι­ά νά κα­τα­λά­βη κά­ποι­ον τί λέ­ει, πρέ­πει νά τόν βλέ­πη ἀ­πό μπρο­στά (κά­νει χει­λε­α­νά­γνω­ση). Συ­νέ­χι­ζα λοι­πόν νά κλαί­ω καί νά πα­ρα­κα­λῶ τόν Χρι­στό καί Τοῦ ἔ­λε­γα: ''Θ᾽ ἀ­κού­ση, Χρι­στέ μου, τό παι­δί μου;''.

»Ξαφ­νι­κά, βλέ­πω τήν κό­ρη μου νά μέ σκουντάη. Γυ­ρί­ζω πί­σω νά δῶ τί θέ­λει καί αὐ­τή μοῦ εἶ­πε: ''Μαμά, δέν ξέ­ρω αὐ­τή τήν στιγ­μή τί πα­ρα­κα­λᾶς τόν Χρι­στό. Ὅ­μως δέν βλέ­πεις ὅ­τι ὁ Χρι­στός σοῦ ἀπαν­τᾶ ναί, ναί, ναί σ᾽ αὐ­τό πού τόν ρω­τᾶς;".

»Συγ­κλο­νί­στη­κα ἐ­κεί­νη τήν στιγ­μή. Ἡ κό­ρη μου ἔ­βλε­πε τόν Χρι­στό νά μι­λά­η καί νά ἀ­παν­τά­η σ᾽ αὐτό πού Τόν ρω­τοῦ­σα!

»Ὅ­ταν ἐ­πέ­στρε­ψα στήν Ἀ­θή­να, εἶ­χα ἀ­γω­νί­α, για­τί ἡ κό­ρη μου ἦ­ταν ἕ­ξι ἐ­τῶν καί σ᾽ ἕ­να μῆνα θά πή­γαι­νε στό Δη­μο­τι­κό σχο­λεῖ­ο. Ἡ ἀ­κο­ή τῆς μι­κρῆς ἦ­ταν στό μη­δέν, ἐ­κτός ἀ­πό ἐ­λά­χι­στα ὑ­πο­λείμ­μα­τα, ἡ γλῶσ­σα της ὅ­μως εἶ­χε λυ­θῆ, καί μέ­ρα μέ τήν ἡ­μέ­ρα βελ­τι­ω­νό­ταν ἡ ὁ­μι­λί­α της.

»Ἀλ­λη­λο­γρα­φού­σα­με μέ τόν π. Ἰ­ά­κω­βο. Τόν ρώ­τη­σα: "Ἰ­σχύ­ει, π. Ἰ­ά­κω­βε, τό ὅ­τι θά πά­η ἡ κό­ρη μου ἕ­ξι χρο­νῶν στό Δη­μο­τι­κό σχο­λεῖ­ο, ὅ­πως μοῦ εἴχα­τε πεῖ πρίν ἀ­πό δύ­ο χρό­νια;". Μοῦ ἔ­γρα­ψε: ''Καλό εἶ­ναι, παι­δί μου, νά πά­η στό Σχο­λεῖ­ο, νά συ­να­ναστρέφε­ται μέ τ᾽ ἄλ­λα παι­δά­κια τοῦ σχο­λεί­ου καί ὁ Θε­ός νά τῆς δώ­ση στό­μα καί σο­φί­αν νά ἀ­κού­η καί νά ὁ­μι­λῆ­''.

»Ἔ­κα­να ὑ­πα­κο­ή στόν π. Ἰ­ά­κω­βο καί τήν στεί­λα­με στό κα­νο­νι­κό Δη­μό­σιο σχο­λεῖ­ο τῆς γει­το­νιᾶς μας. Κα­τά πρό­νοι­α Θε­οῦ, τήν Α΄τά­ξη τοῦ Δη­μο­τι­κοῦ τήν πῆ­ρε ἕ­νας πο­λύ κα­λός δά­σκα­λος μέ εὐ­γέ­νεια καί κα­λω­σύ­νη. Τήν ἔ­βα­λε στό πρῶ­το θρα­νί­ο, γι­ά νά βλέ­πη τόν δά­σκα­λο ἀ­π᾽ τά χεί­λη. Ἡ κο­ρού­λα μου ἀ­γα­ποῦ­σε πο­λύ τόν δά­σκα­λό της καί ὅ­λα τά παι­διά στήν τά­ξη της. Ἀλ­λά καί ὁ δά­σκα­λος μέ τά παι­διά τήν ἀ­γα­ποῦ­σαν. Δέν ὑ­πῆρ­ξε κα­νέ­να πρόβλη­μα. Ἔ­γι­ναν ὅ­λα, ὅ­πως τά εἶ­πε ὁ π. Ἰ­ά­κω­βος! Ἡ κό­ρη μου εἶ­χε ἄ­ρι­στη ἐ­πί­δο­ση στά μα­θή­μα­τα. Καί ὁ δά­σκα­λος ἀ­πο­ροῦ­σε καί μοῦ τό ἔ­λε­γε: ''Ἀφοῦ δέν ἀ­κού­η ἡ κό­ρη σου, πῶς γρά­φει ὀρ­θο­γρα­φη­μέ­να καί το­νί­ζει σω­στά τίς λέ­ξεις;''. Ἔ­παιρ­νε συ­νε­χῶς ἄ­ριστα. Ἄρ­χι­σε νά κά­νη σω­στές προ­τά­σεις καί νά χει­ρί­ζεται ὅ­λα τά μέ­ρη τοῦ λό­γου σω­στά. Αὐ­τό ἦ­ταν ἕ­να θαῦ­μα! Ὁ π. Ἰ­ά­κω­βος τήν στή­ρι­ζε καί τήν βο­η­θοῦ­σε μέ τήν προ­σευ­χή του!

»Στό δι­ά­στη­μα αὐ­τό, ἔ­μα­θα κά­τι τό συγ­κλο­νι­στι­κό, ὅ­πως μοῦ εἶ­πε ὁ ἅ­γιος Ρα­φα­ήλ. (Αὐ­τό βέβαια δέν εἶ­χε σχέ­ση μέ τήν κό­ρη μου, ἀλ­λά μέ ἄλ­λο πρό­σω­πο).

»Ὁ ἅ­γιος Ρα­φα­ήλ καί ὁ π. Ἰ­ά­κω­βος βο­ή­θη­σαν νά λυ­θοῦν καί τά προ­βλή­μα­τα, πού εἶ­χα μέ τόν ἄντρα μου. Ἦλ­θε πά­λι ἡ ἀ­γά­πη καί ἡ ὁ­μό­νοι­α στό σπίτι μας. Ὁ π. Ἰ­ά­κω­βος μοῦ ἔ­γρα­φε: "Ὁ δι­ά­βο­λος φθόνη­σε τήν ἀ­γά­πη πού εἴ­χα­τε μέ τόν ἄν­τρα σου καί ἤ­θε­λε νά σᾶς δι­α­λύ­ση τό σπι­τι­κό σας. Ὁ πειρα­σμός δέν ἀ­φή­νει τούς ἀν­θρώ­πους νά εἶ­ναι ἤ­ρε­μοι καί ἀ­γα­πη­μέ­νοι. Κά­νε­τε, παι­δί μου, ὑ­πο­μο­νή καί μέ στοργή καί ἀ­γά­πη ὅ­λα θά τα­κτο­ποι­η­θοῦν". Τε­λι­κά, ὅ­λα τα­κτο­ποι­ή­θη­καν στό σπί­τι μας.

»Ὁ π. Ἰ­ά­κω­βος πο­τέ δέν μᾶς ξε­χνοῦ­σε στίς προ­σευ­χές του καί ὅ­ταν ἀρ­γοῦ­σε νά γρά­ψη γράμ­μα, ἔ­γρα­φε: ''Δέν σᾶς ἔ­γρα­ψα τό­σον και­ρό, ὄ­χι ὅ­τι δέν ἤ­θε­λα, ἀλ­λά λό­γῳ ὑ­γεί­ας μέ τήν καρ­διά μου, δι­ό­τι ἤ­μουν στά Νο­σο­κο­μεῖ­α­''. Μί­α φο­ρά πού εἶ­χα πά­ει πά­λι στό Μο­να­στή­ρι τοῦ Ὁ­σί­ου Δαυ­ΐδ, με­τά τό τέ­λος τῆς θεί­ας Λει­τουρ­γί­ας βγῆ­κε στήν Ὡ­ραί­α Πύ­λη καί μοῦ εἶ­πε: ''Ποτέ, παι­δί μου, δέν σᾶς ξε­χνῶ στίς προ­σευ­χές μου. Καί μέ­σα ἀ­π᾽ τό Νο­σο­κο­μεῖ­ο ὅ­που ἤ­μου­να, ἔ­στελ­να τη­λε­γρα­φή­μα­τα, δη­λα­δή προ­σευ­χές στόν Θε­ό γι­ά σᾶ­ς''.

»Καί ἐ­γώ, τόν εὐ­χα­ρι­στοῦ­σα πο­λύ γι­ά αὐ­τή τήν στή­ρι­ξη καί τήν πνευ­μα­τι­κή βο­ή­θεια. Καί ἐ­κεῖ­νος ἔ­γρα­φε: ''Εὐχαριστῶ γι­ά τίς εὐ­χές σας καί τά κα­λά σας λό­για στό τα­πει­νό πρό­σω­πό μου· ὁ ὅ­σιος Δαυ­ΐδ νά σᾶς ἀν­τα­πο­δώ­ση μι­σθόν ἅ­γιον ἐ­δῶ, νά σᾶς χα­ρί­ζη ὑ­γεί­αν, δύ­να­μιν καί ὑ­πο­μο­νήν καί στούς οὐ­ρα­νούς αἰ­ώ­νια ἀ­γα­θά­''.

»Ἐ­πί­σης πα­ρα­κα­λοῦ­σε τόν ὅ­σιο Δαυ­ΐδ καί εὐ­χό­ταν: ''Ὁ ὅ­σιος Δαυ­ΐδ νά εἶ­ναι βο­η­θός σας καί προστά­της σας. Τήν κο­ρού­λα σας νά τήν ἀ­λεί­ψης μέ λα­δά­κι καί Ἁ­για­σμό ἀ­πό τούς Ἁ­γί­ους μας· αὐ­τό νά τό κά­νης τα­κτι­κά, καί θά πε­ρά­ση ἡ δο­κι­μα­σί­α μέ τήν βο­ή­θεια τοῦ Θε­οῦ!''.

»Πή­γαι­να συ­χνά στό Μο­να­στή­ρι τοῦ Ὁ­σί­ου Δαυ­ΐδ ὅ­πως ἀ­νέ­φε­ρα πα­ρα­πά­νω. Ἐ­πει­δή ἦ­ταν δύ­σκο­λη ἡ συγ­κοι­νω­νί­α καί βι­α­ζό­μουν νά ἐ­πι­στρέ­ψω, ρω­τοῦ­σα δι­ά­φο­ρα πρό­σω­πα ἄ­γνω­στα γι­ά μέ­να ἂν μπο­ροῦ­σαν νά μέ πά­ρουν μα­ζί τους μέ τό αὐ­το­κί­νη­τό τους καί νά μέ πᾶ­νε μέ­χρι τήν Λί­μνη Εὐ­βοί­ας ἤ μέ­χρι τήν Χαλ­κί­δα. Πρίν μπῶ σέ αὐ­το­κί­νη­το μέ ἄ­γνω­στα ἄ­το­μα, ρω­τοῦ­σα τόν π. Ἰ­ά­κω­βο ἂν ἔ­πρε­πε νά πά­ω μα­ζί τους. Ἄν μοῦ ἔ­λε­γε ὁ Γέ­ρον­τας νά πά­ω ἄ­φο­βα μα­ζί του­ς, πή­γαι­να, δι­α­φο­ρε­τι­κά σέ ξέ­νο αὐ­το­κί­νη­το δέν ἔμ­παι­να.

»Κά­πο­τε πού εἶ­χα πά­ει στό Μο­να­στή­ρι πε­ρί­με­να τόν Γέ­ρον­τα νά βγῆ ἀ­πό τό κελ­λά­κι του μέ ἀ­γω­νί­α. Στά μά­τι­α μου ἔ­τρε­χαν δά­κρυ­α. Ἤ­μουν πο­λύ στε­νο­χω­ρη­μέ­νη. Ὅ­ταν μέ εἶ­δε, μοῦ εἶ­πε: ''Παιδί μου, εὔ­χο­μαι αὐ­τά τά δά­κρυ­α λύ­πης, νά γί­νουν δάκρυα χα­ρᾶς μί­α ἡ­μέ­ρα­''.

»Πή­γα­με μέ­σα στό ἐκ­κλη­σά­κι τοῦ Ἁ­γί­ου Χαρα­­λάμ­πους, ἐ­κεῖ πού ἦ­ταν πα­λι­ά τό κελ­λά­κι τοῦ ὁ­σί­ου Δαυ­ΐδ. Ἐ­κεῖ ὁ π. Ἰ­ά­κω­βος μέ συμ­βού­λε­ψε καί μοῦ εἶ­πε λό­γι­α πα­ρη­γο­ρι­ᾶς. Σή­κω­σε ὅ­λο αὐ­τό τό βάρος πού εἶ­χα. Τόν εὐ­χα­ρί­στη­σα πο­λύ. Τε­λι­κά, γι᾽ αὐ­τό πή­γαι­να στό Μο­να­στή­ρι, γι­ά πα­ρη­γο­ρι­ά. Θεω­ροῦ­σα τό Μο­να­στή­ρι σάν νά εἶ­ναι δι­κό μου, τό ἀ­γα­ποῦ­σα σάν τό σπί­τι μου.

»Ὅ­ταν ὁ Γέ­ρον­τας "ἔ­φυ­γε", ἡ κό­ρη μου ἦ­ταν στίς πρῶ­τες τά­ξεις τοῦ Δη­μο­τι­κοῦ σχο­λεί­ου. Μέ τήν εὐ­χή τοῦ Γέ­ρον­τα, ὅ­λα πῆ­γαν κα­τ᾽ εὐ­χήν. Ἔ­βγα­λε τό Δη­μο­τι­κό σχο­λεῖ­ο μέ ἄ­ρι­στα. Πῆ­γε (ὅ­πως εἶ­χε πεῖ ὁ Γέ­ρον­τας) σέ κα­νο­νι­κό Γυ­μνά­σιο, ἐ­κεῖ κον­τά στό σπί­τι μας. Ἀ­πό τήν Α΄ Γυ­μνα­σί­ου κα­θό­ταν στό πρῶτο θρα­νί­ο γι­ά νά βλέ­πη τούς κα­θη­γη­τές, νά τούς δι­α­βά­ζη ἀ­π᾽ τό στό­μα, νά κα­τα­λα­βαί­νη τί λέ­νε. Ἡ ὁ­μι­λί­α της ἦ­ταν κα­νο­νι­κή (ἀ­πό θαῦ­μα τοῦ γέ­ροντος Ἰ­α­κώ­βου). Ἀ­ρί­στευ­σε σέ ὅ­λα τά μα­θή­μα­τα καί στήν Α΄ Γυ­μνα­σί­ου ἔ­βγα­λε πο­λύ ὑ­ψη­λή βαθ­μο­λο­γί­α καί ἔ­πρε­πε νά εἶ­ναι ἀ­που­σι­ο­λό­γος! Καί στήν Β΄ καί στήν Γ΄ Γυ­μνα­σί­ου ἔ­παιρ­νε πο­λύ με­γά­λους βαθ­μούς σέ ὅ­λα τά μα­θή­μα­τα! Οἱ κα­θη­γη­τές τῆς ἔ­δι­ναν συγ­χα­ρη­τή­ρια γι­ά τίς ἐ­πι­δό­σεις της στά μα­θή­μα­τα.

»Ὅ­ταν τε­λεί­ω­σε τό Γυ­μνά­σι­ο, ἤ­μα­σταν σέ δίλημ­μα νά συ­νε­χί­ση σέ Δη­μό­σι­ο ἤ μή­πως ἔ­πρε­πε νά πάη σέ Ἰ­δι­ω­τι­κό Λύ­κει­ο; Προ­σευ­χό­μου­να στόν π. Ἰ­ά­κω­βο νά μᾶς φω­τί­ση τί ἔ­πρε­πε νά κά­νω­με. Ἤ­ξε­ρα ὅ­τι μᾶς πα­ρα­κο­λου­θῆ ἀ­πό ἐ­κεῖ πού εἶ­ναι. Μᾶς τό ᾽χε ὑ­πο­σχε­θῆ!

»Ἕ­να βρά­δυ τόν βλέ­πω στόν ὕ­πνο μου καί μοῦ λέ­ει: ''Παιδί μου, μήν φο­βᾶ­σαι! Ὅ­πως τε­λεί­ω­σε τό Γυ­μνά­σιο, θά τε­λει­ώ­ση καί τό Λύ­κει­ο!''. Ἔ­τσι, τήν στεί­λα­με στό κα­νο­νι­κό Δη­μό­σιο Λύ­κει­ο πού ἦ­ταν κον­τά στό σπί­τι μας. Δυ­σκο­λί­ες ὑ­πῆρ­χαν, ἀλ­λά ὅ­λες ξε­περ­νι­οῦν­ταν. Στήν Β΄ Λυ­κεί­ου ἐ­ξε­τά­στη­κε Πανελ­λα­δι­κά σέ δε­κα­τέσ­σε­ρα μα­θή­μα­τα. Ἔ­φτα­σε στήν Γ΄ Λυ­κεί­ου, ὁ­πό­τε ἔ­δω­σε Πα­νελ­λα­δι­κές ἐ­ξε­τά­σεις. Πῆ­ρε Πα­νελ­λα­δι­κό Ἀ­πο­λυ­τή­ριο μέ βαθ­μό ἄ­ρι­στα.

»Πή­ρα­με τό Ἀ­πο­λυ­τή­ριο καί πή­γα­με μέ τα­ξί στήν Ἱ­ε­ρά Μο­νή τοῦ Ὁ­σί­ου Δαυ­ΐδ, γι­ά νά εὐ­χα­ρι­στή­σω­με καί τόν π. Ἰ­ά­κω­βο καί τόν ὅ­σιο Δαυ­ΐδ. Πήγα­με στόν τά­φο τοῦ γέ­ρον­τος Ἰ­α­κώ­βου, ὅ­που τόν εὐ­χα­ρι­στή­σα­με, καί ὁ τά­φος εὐ­ω­δί­α­ζε! Ἐν συ­νε­χεί­ᾳ, μέ τό τα­ξί πή­γα­με πά­νω ψη­λά στό βου­νό, ὅ­που εἶ­ναι ἡ σπη­λιά τοῦ ὁ­σί­ου Δαυ­ΐδ. Ἐ­κεῖ προ­σευ­χό­ταν καί ὁ ὅ­σιος Δαυ­ΐδ καί ὁ π. Ἰ­ά­κω­βος. Στα­μά­τη­σε τό τα­ξί σ᾽ ἕ­να ση­μεῖ­ο καί πή­γα­με μέ τά πό­δια στήν σπη­λιά. Ἡ κό­ρη μου κρα­τοῦ­σε τό Ἀ­πο­λυ­τή­ριό της καί μπῆ­κε μέ­σα στήν σπη­λιά, ἐ­νῶ ὁ τα­ξι­τζής καί ἐ­γώ μεί­να­με στήν εἴ­σο­δο τῆς σπη­λιᾶς. Καί τό­τε ἔ­γι­νε κά­τι πού συγ­κλο­νι­στή­κα­με, ἀ­φοῦ καί ὁ τα­ξι­τζής ἔ­κα­νε τόν σταυ­ρό του! Τήν ὥ­ρα πού ἡ κο­ρού­λα μου μπῆ­κε μέ­σα στήν σπη­λιά μέ τό Ἀ­πο­λυ­τή­ριο στό χέ­ρι, ἄρ­χι­σαν νά κου­νι­οῦν­ται πέ­ρα–δῶ­θε ἡ εἰ­κό­να τοῦ πα­τρός Ἰ­α­κώ­βου καί ἡ εἰ­κό­να τοῦ ὁ­σί­ου Δαυ­ΐδ! Ἦταν σάν νά τήν χαι­ρε­τοῦ­σαν! Μέ­γας εἶ­σαι Κύρι­ε καί θαυ­μα­στά τά ἔρ­γα Σου!

»Ἀ­φοῦ ἀ­ρί­στευ­σε ἡ κο­ρού­λα μου στίς Πα­νελ­λα­δι­κές ἐ­ξε­τά­σεις, μέ τό Πα­νελ­λα­δι­κό Ἀ­πο­λυ­τή­ριο πού εἶ­χε ''ἄριστα'' σέ ὅ­λα τά μα­θή­μα­τα, πέ­ρα­σε στό Πο­λυ­τε­χνεῖ­ο! Καί ἐ­δῶ δυ­σκο­λί­ες ὑ­πῆρ­χαν, ἀλ­λά ἡ εὐ­χή τοῦ γέ­ρον­τος Ἰ­α­κώ­βου τήν ἀ­κο­λου­θοῦ­σε παντοῦ. Ὅ­λες οἱ δυ­σκο­λί­ες ὑ­περ­νι­κή­θη­καν. Ἡ κο­ρούλα μου ἄρ­χι­σε νά περ­νά­η τό ἕ­να μά­θη­μα με­τά τό ἄλ­λο μέ ἄ­ρι­στους βαθ­μούς! Ἔ­παιρ­νε συγ­χα­ρη­τή­ρια ἀ­πό τούς κα­θη­γη­τές! Πῆ­ρε πτυ­χί­ο ἀ­π᾽ τούς πρώ­τους πού εἶ­χαν μπεῖ γι­ά νά σπου­δά­σουν! Συγ­κε­κρι­μέ­να, ἐ­νῶ στό Πο­λυ­τε­χνεῖ­ο ἡ φοί­τη­ση διαρ­κεῖ 5 (πέν­τε) χρό­νια, ἡ κό­ρη μου στά πεν­τέ­μι­ση χρό­νια πῆρε πτυ­χί­ο μέ ἄ­ρι­στα! Πολ­λοί συμ­φοι­τη­τές της γιά νά τε­λει­ώ­σουν τό Πο­λυ­τε­χνεῖ­ο ἔ­κα­ναν ὀ­κτώ, ἐν­νέ­α καί δέ­κα χρό­νια καί ἄλ­λοι δέν τό τε­λεί­ω­σαν πο­τέ! Ἀ­ξι­ο­ση­μεί­ω­το εἶ­ναι ὅ­τι στό Πο­λυ­τε­χνεῖ­ο, στό τε­λευ­ταῖ­ο ἔ­τος σπου­δῶν, γί­νε­ται ἡ Δι­ά­λε­ξη ἐ­νώ­πιον τρι­με­λοῦς ἐ­πι­τρο­πῆς κα­θη­γη­τῶν καί κοι­νοῦ. Ἡ κό­ρη μου ὅ­ταν πα­ρου­σί­α­σε τήν Δι­ά­λε­ξη, πῆ­ρε πολ­λά συγ­χα­ρη­τή­ρια καί βαθ­μό δέ­κα–ἄ­ρι­στα! Ἐ­πί­σης κά­ποι­ος Ἐκ­δο­τι­κός Οἶ­κος ἐν­δι­α­φέρ­θηκε νά ἐκ­δώ­ση τήν ἐ­πι­στη­μο­νι­κή αὐ­τή ἐρ­γα­σί­α! Πῆ­ρε δέ­κα–ἄ­ρι­στα καί στή Δι­πλω­μα­τι­κή. Ἡ Δι­πλω­μα­τι­κή εἶ­ναι ἐ­πί­σης ἐ­πι­στη­μο­νι­κή ἐρ­γα­σί­α πο­λύ ὑ­ψη­λοῦ ἐ­πι­πέ­δου καί πα­ρου­σι­ά­ζε­ται ἐ­νώ­πιον πεν­τα­με­λοῦς ἐ­πι­τρο­πῆς κα­θη­γη­τῶν καί κοι­νοῦ, πού ἀ­πο­τε­λεῖ­ται ὅ­πως καί στήν Δι­ά­λε­ξη ἀ­πό πολ­λούς φοι­τη­τές, γο­νεῖς καί ἄλ­λους ἐ­πι­στή­μο­νες. Ἔ­δω­σε ἐ­ξε­τά­σεις στό Τε­χνι­κό Ἐ­πι­μελητή­ριο Ἑλ­λά­δος καί πῆ­ρε ἄ­δεια ἀ­σκή­σε­ως ἐ­παγγέλμα­τος.

»Βλέ­πο­με ὅ­τι πραγ­μα­το­ποι­ή­θη­καν οἱ προρ­ρή­σεις τοῦ γέ­ρον­τος Ἰ­α­κώ­βου σχε­τι­κά μέ τίς σπου­δές της. Χω­ρίς νά χά­ση οὔ­τε μί­α μέ­ρα, πῆ­γε κα­νο­νι­κά ἡ κό­ρη μου στό Δη­μο­τι­κό, Γυ­μνά­σιο καί Λύ­κει­ο στήν Δη­μό­σια Ἐκ­παί­δευ­ση, σέ κα­νο­νι­κό Σχο­λεῖ­ο καί σπούδα­σε στήν κα­λύ­τε­ρη Σχο­λή καί πῆ­ρε τό πτυ­χί­ο της μέ ἄ­ρι­στα! Κα­τόρ­θω­σε ''πράγματα'' πού δέν κα­τόρ­θω­σαν ἄλ­λα παι­διά πού ἔ­χουν τήν ἀ­κο­ή τους!

»Πα­ρα­κα­λῶ πο­λύ τόν π. Ἰ­ά­κω­βο, ἀ­πό ἐ­κεῖ πού εἶ­ναι τώ­ρα καί μέ ἀ­κού­ει καί μᾶς πα­ρα­κο­λου­θεῖ, νά τε­λει­ώ­ση ὅ­λο αὐ­τό τό θαῦ­μα πού ἄρ­χι­σε! Ἡ γλῶσσα τῆς κο­ρού­λας μου ''λύθηκε'' καί μι­λά­ει μι­ά χαρά, εὔ­χο­μαι τώ­ρα νά ἐ­πα­νέλ­θη καί ἡ ἀ­κο­ή της. Ὁ Γέ­ρον­τας εἶ­χε πεῖ ὅ­τι θά πε­ρά­ση αὐ­τή ἡ δο­κι­μα­σί­α καί θά γί­νη κα­λά!

»Εὐ­χα­ρι­στῶ μέ­σα ἀ­πό τήν καρ­δι­ά μου τόν με­γά­λο αὐ­τόν εὐ­ερ­γέ­τη μας, τόν π. Ἰ­ά­κω­βο. Πι­στεύ­ω ὅ­τι εἶ­ναι ἕ­νας ἀ­πό τούς με­γά­λους Ἁ­γί­ους τοῦ αἰ­ώ­να μας. Ἐ­πι­λύ­ει δύ­σκο­λα προ­βλή­μα­τα ὁ Γέ­ρον­τας, γι­α­τί ἔ­λα­βε με­γά­λη Χά­ρη ἀ­π᾽ τόν Θε­ό».

Γ. ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ από το Βιβλίο "Ο ΓΕΡΩΝ ΙΑΚΩΒΟΣ   ΔΙΗΓΗΣΕΙΣ–ΝΟΥΘΕΣΙΕΣ–ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ" της σειράς ΟΡΘΟΔΟΞΟ ΒΙΩΜΑ  4 ΕΚΔΟΣΗ ΤΟΥ ΚΕΝΤΡΟΥ ΕΝΟΤΗΤΟΣ ΚΑΙ ΜΕΛΕΤΗΣ – ΠΡΟΒΟΛΗΣ ΤΩΝ ΑΞΙΩΝ ΜΑΣ «ΕΝΩΜΕΝΗ  ΡΩΜΗΟΣΥΝΗ» σελ. 169-192

Δείτε ΕΔΩ τις σχετικές με το βιβλίο αναρτήσεις

Σχετικά