ΣΤΟΝ ΑΕΡΑΕΡΩ — ΡαδιοΣυχνότητα
Ενωμένη ΡωμηοσύνηΕνωμένη ΡωμηοσύνηΚΕΝΤΡΟΝ ΕΝΟΤΗΤΟΣ ΚΑΙ ΜΕΛΕΤΗΣ
ΠΡΟΒΟΛΗΣ ΤΩΝ ΑΞΙΩΝ ΜΑΣ
ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ
Πανελλήνια Σύναξη στην ΙερισσόΣημαντική Ανακοίνωση προς τα Μέλη και Φίλους της «ΕΝΩΜΕΝΗΣ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗΣ» (Ε.ΡΩ.)Πρόγραμμα των Εκδηλώσεων Ετήσιας Σύναξης της Ε.Ρω στην Ιερισσό – 29/9/22 – 2/10/22Ανάγκες σε συνεργάτεςΠανελλήνια Σύναξη στην ΙερισσόΣημαντική Ανακοίνωση προς τα Μέλη και Φίλους της «ΕΝΩΜΕΝΗΣ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗΣ» (Ε.ΡΩ.)Πρόγραμμα των Εκδηλώσεων Ετήσιας Σύναξης της Ε.Ρω στην Ιερισσό – 29/9/22 – 2/10/22Ανάγκες σε συνεργάτες

ΑΣΚΗΤΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ Α’ – Ἡ θεόθεν κλήση στήν Χριστιανική πίστη ἑνός Μουσουλμάνου

22 Ιουνίου 2023 · 9 λεπτά

Γεν­νή­θη­κε τό 1926 σ᾽ ἕ­να νη­σί τῆς Δω­δε­κα­νή­σου. Ὅ­λη τήν παι­δι­κή ἡ­λι­κί­α τήν ἔ­ζη­σε παί­ζοντας μέ τά χρι­στι­α­νό­παι­δα, ἐ­νῶ ὁ ἴ­διος ἦ­ταν Μου­σουλ­μά­νος. Τίς πα­ρα­μο­νές τῶν χρι­στι­α­νι­κῶν γι­ορ­τῶν μα­ζί μέ τά παι­διά τοῦ χω­ριοῦ ἔ­τρε­χε στά κά­λαντα παί­ζοντας μέ τήν φλο­γέ­ρα του. Τό σπί­τι πού ἔ­με­ναν ἦ­ταν ἕ­νας σταῦ­λος. Ἐ­κεῖ τή νύ­χτα τῆς πα­ρα­μο­νῆς τῶν Χρι­στου­γέν­νων –με­τά τά κά­λαντα– καί ἀ­φοῦ εἶ­χε ξα­πλώ­σει γιά νά κοι­μη­θῆ, αἰ­σθά­νε­ται νά ἀ­νοί­γη ἡ πόρ­τα καί μπρο­στά του νά ἐμ­φα­νί­ζε­ται ὁ Χρι­στός. Φο­ροῦ­σε ἄ­σπρο χι­τῶ­να, τό πρό­σω­πό του ἦ­ταν χα­μο­γε­λα­στό καί τοῦ εἶ­πε: «Ἦρ­θα γιά σέ­να, εἶ­σαι δι­κό μου παι­δί» καί ἐ­ξα­φα­νί­στη­κε. Τό ἴ­διο ἐ­πα­να­λή­φθη­κε τίς ἑ­πό­με­νες δυ­ό νύ­χτες.

Ὁ μι­κρός ἦ­ταν τό­τε πε­ρί­που δε­κα­τρι­ῶν χρό­νων. Βρέ­θη­κε μπρο­στά στό δί­λημ­μα, ἄν θά τό πῆ ἤ ὄ­χι καί σέ ποι­όν. Ὕ­στε­ρα ἀ­πό σκέ­ψη ἀ­πο­φά­σι­σε νά τό πῆ στόν πρό­ε­δρο τοῦ χω­ριοῦ, ἕ­να σε­βά­σμιο ἡ­λι­κι­ω­μέ­νο ἄν­δρα, τόν μπαρ­μπα–Νι­κό­λα. Πῆ­γε στό σπί­τι του, τοῦ δι­η­γή­θη­κε ὅ­λη τήν ἱ­στο­ρί­α καί ἀ­μέ­σως ζή­τη­σε νά τόν βα­φτί­σουν. Ὁ πρό­ε­δρος μέ χα­μό­γε­λο τοῦ ἀ­πάντη­σε: «Τό σκέ­φτη­κες, παι­δί μου, κα­λά;». Ὁ μι­κρός τοῦ ἀ­πάντη­σε: «Ναί, τό σκέ­φτη­κα, θέ­λω νά μέ βα­φτί­σε­τε».

Ὁ πρό­ε­δρος τό­τε τοῦ ἐ­ξή­γη­σε ὅ­τι αὐ­τό θά ἦ­ταν δύ­σκο­λο λό­γῳ τοῦ ὅ­τι ἦ­ταν ἀ­νή­λι­κος καί οἱ γο­νεῖς του θά μπο­ροῦ­σαν νά ἀντι­δρά­σουν. Στό τέ­λος τοῦ εἶ­πε: «Ἂν, παι­δί μου, σέ ἔ­χη φω­τί­σει τό­σο ὁ Χρι­στός καί τό ἐ­πι­θυ­μῆς τό­σο πο­λύ, κά­νε ὑ­πο­μο­νή νά φθά­σης στή νό­μι­μη ἡ­λι­κί­α. Τό­τε νά τό ζη­τή­σης καί θά τό ἀ­πο­λαύ­σεις».

Δού­λευε κυ­ρί­ως στίς ψα­ρό­βαρ­κες οἱ ὁ­ποῖ­ες ἐ­κεῖ­να τά χρό­νια ἦ­ταν μέ κου­πιά καί πα­νιά. Συ­χνά τό­τε πή­γαι­ναν στίς ἀ­πέ­ναντι ἀ­κτές ἰ­δι­αί­τε­ρα στόν κόλ­πο ἀ­να­το­λι­κά τῆς Κῶ. Κά­ποι­α φο­ρά κα­θώς ἔρ­χονταν πρός τό νη­σί ἀ­πό τόν κόλ­πο γε­μᾶ­τοι ψά­ρια, ἦ­ταν τρεῖς στήν βάρ­κα, ἔρ­χε­ται ξαφ­νι­κά μία φο­βε­ρή κα­κο­και­ρί­α. Ἡ βάρ­κα πλημ­μύ­ρι­σε καί ἐ­κεῖ­νος μέ ἕ­να τε­νε­κέ προ­σπα­θοῦ­σε νά ἀ­δειά­ζη τά νε­ρά. Κα­θώς ἔ­βγα­ζε τά νε­ρά βρέ­θη­κε ἕ­να μι­κρό Εἰ­κο­νι­σμα­τά­κι τοῦ ἁ­γί­ου Νι­κο­λά­ου μέ­σα στόν τε­νε­κέ. Ἀ­μέ­σως μί­α φω­νή μέ­σα του φω­νά­ζει: «Μή μέ πε­τά­ξης!». Πιά­νει τό Εἰ­κό­νι­σμα, τό ση­κώ­νει ψη­λά καί λέ­ει: «Ἅ­γι­έ μου Νι­κό­λα, σῶ­σε μας καί ἂν ἔρ­θη ἡ ὥ­ρα νά βα­φτι­στῶ θά πά­ρω τό ὄ­νο­μά Σου». Σέ λί­γη ὥ­ρα βρέ­θη­καν σέ κά­ποι­α ἀ­κτή τῆς Κῶ.

Ἀρ­γό­τε­ρα πῆγε στήν Μι­κρα­σί­α. Ἕ­να χρο­νι­κό διά­στη­μα δού­λευ­ε σέ ἐρ­γο­στά­σιο–ὑφα­ντουρ­γεῖ­ο. Κά­ποι­α στιγ­μή μέ ἄλ­λους Κώ­ους πη­γαί­νει γιά νά γνω­ρί­ση τήν Σμύρ­νη καί τόν Τσε­σμέ. Ἐ­κεῖ τοῦ ἄ­ρε­σε καί ἔ­μει­νε γιά νά δου­λέ­ψη στά κα­πνά. Τό βρά­δυ κοι­μή­θη­καν σέ μί­α ἀ­πο­θή­κη ἡ ὁ­ποί­α ὅ­μως ἦ­ταν πα­λιά Ἐκ­κλη­σί­α τοῦ Χρι­στοῦ. Οἱ ἄλ­λοι δύ­ο, ἀ­δελ­φή καί ἀδελ­φός –μου­σουλ­μά­νοι– δέν μπο­ροῦ­σαν νά ἡ­συ­χά­σουν μέ­χρι πού ἀ­πο­φά­σι­σαν νά βγοῦν ἀ­πό τήν Ἐκ­κλη­σί­α καί νά κοι­μη­θοῦν στό χω­ρά­φι. Ἔτσι ἐ­κεῖ­νος ἔ­μει­νε μό­νος μέ­σα στό σκο­τά­δι.

Ἀ­φοῦ κοι­μή­θη­κε γιά λί­γη ὥρα, ἀ­νοί­γει τά μά­τια του καί βλέ­πει ἕ­να φῶς νά βγαί­νη μέ­σα ἀ­πό τό Ἱ­ε­ρό. Κοι­τά­ζει ἔ­ξω, ἦ­ταν σκο­τει­νά, ἡ Ἐκ­κλη­σί­α ὅ­μως ἔ­λαμ­πε. Τήν ἑ­πό­με­νη βρα­διά τό ἴ­διο. Τήν τρί­τη βρα­διά μα­ζί μέ τό φῶς ἀ­κού­ει μί­α φω­νή: «Μή ξε­χά­σης τήν ὑ­πό­σχε­σή σου. Εἶ­σαι δι­κό Μου παι­δί». Με­τά ἀ­πό αὐ­τό μέ­χρι τό πρωΐ σκε­φτό­ταν πῶς θά γί­νει Χρι­στια­νός μέ­σα στήν Τουρ­κί­α. Ὅ­ταν ξη­μέ­ρω­σε εἶ­δε ὅ­τι ἡ φω­νή ἔ­βγαι­νε ἀ­πό μί­α σκα­λι­στή μαρ­μά­ρι­νη εἰ­κό­να τοῦ Κυ­ρί­ου, ἡ ὁ­ποί­α ἦ­ταν καί ἡ μό­νη πού εἶ­χε μεί­νει, χτι­σμέ­νη πά­νω ἀ­πό τό Ἱ­ε­ρό. Τήν ἴ­δια μέ­ρα με­τά ἀ­πό μί­α–δυ­ό ὧ­ρες ἦρ­θε δι­α­τα­γή νά ἐ­πι­στρέ­ψουν ὅ­λοι οἱ πρό­σφυ­γες στίς πα­τρί­δες τους. Ἦ­ταν τό­τε τό ἔ­τος 1945. Ἔ­τσι ἐ­πέ­στρε­ψε στήν Κῶ σκε­πτό­με­νος μέ­σα του ὅ­τι τώ­ρα θά μπο­ρέ­σει νά βα­πτι­στῆ. Μέ­χρι τό­τε δέν εἶχε πεῖ σέ κα­νέ­ναν ἀπό τούς δι­κούς του τίποτε.

Τά Δω­δε­κά­νη­σα τό­τε με­τά τήν Ἰτα­λι­κή κα­το­χή τά κα­τεῖ­χαν οἱ Ἄγ­γλοι. Ἐ­κεῖ­νος δού­λε­ψε στήν Ἀγ­γλι­κή Χω­ρο­φυ­λα­κή μέ­χρι τήν ἀ­πε­λευ­θέ­ρω­ση τό 1947. Ἀρ­γό­τε­ρα τό 1949–1950, τήν ἡ­μέ­ρα μά­λι­στα πού οἱ Μου­σουλ­μά­νοι γιόρ­τα­ζαν τό Μπα­ϊ­ρά­μι, τοῦ λέ­ει ἡ μη­τέ­ρα του: «Σή­κω καί σύ νά πᾶς κά­τω. Ἔγι­νες πιά σκέ­τος Χρι­στια­νός». Τό­τε ἐ­κεῖ­νος πῆ­ρε τήν ἀ­φορ­μή καί ἀ­πήντη­σε: «Δέν εἶ­μαι Χρι­στια­νός ἀλ­λά θά γί­νω ὅ­ταν βα­πτι­στῶ, μυ­ρω­θῶ καί πά­ρω τήν θεί­α Κοι­νω­νί­α». Τό ἴ­διο βρά­δυ βλέ­πει στόν ὕπνο του ὅ­τι ἀ­νοί­γει ἡ στέ­γη τοῦ σπι­τιοῦ του, τρεῖς Ἄγ­γε­λοι κα­τε­βαί­νουν στό δω­μά­τιό του καί τοῦ λέ­νε πώς θέ­λουν νά τόν πά­ρουν μα­ζί τους. Ἐ­κεῖ­νος τούς ρώ­τη­σε ἄν μπο­ρῆ νά πε­τά­ξη μα­ζί τους καί τό­τε εἶ­δε ὅ­τι ἄρ­χι­σε νά πε­τά­η ἀ­νά­με­σα στούς Ἀγ­γέ­λους μέ­χρι τήν ἀ­κρο­γυα­λιά. Στήν συ­νέ­χεια ὁ μπρο­στι­νός Ἄγ­γε­λος, με­τά ὁ δε­ξιός καί τέ­λος ὁ ἀ­ρι­στε­ρός του, τόν βού­τη­ξαν ἀ­πό μί­α φο­ρά στήν θά­λασ­σα καί ἐ­πέ­στρε­ψαν ὅ­λοι στό σπί­τι.

Τό πρωΐ κα­τά­λα­βε πλέ­ον ὅ­τι εἶ­χε ἔρ­θει ἡ ὥ­ρα γιά νά βα­φτι­στῆ. Κα­τέ­βη­κε στό λι­μά­νι, βρῆ­κε ἕ­να γνω­στό του ναυ­τι­κό καί ἀ­φοῦ τοῦ ἐ­ξή­γη­σε τόν σκο­πό του, ἐ­κεῖ­νος τόν πῆ­ρε σάν βο­η­θό του στό κα­ρά­βι καί ἔ­φτα­σαν στήν Κά­λυ­μνο, στήν Μη­τρό­πο­λη. Ὕστε­ρα ἔρ­χε­ται στήν Ἱ. Μ. Ἁ­γί­ου Ἰ­ω­άν­νου τοῦ Θε­ο­λό­γου στήν Πά­τμο ἀνα­ζη­τώ­ντας τόν γέ­ροντα Ἀμ­φι­λό­χιο Μα­κρῆ. Μα­ζί του ἦρ­θε καί ὁ Νι­κό­λα­ος Νι­κο­λα­ΐ­δης ὁ ὁ­ποῖ­ος καί ἔ­γι­νε στήν συ­νέ­χεια νο­νός του.

Με­τά τήν πρώ­τη ἐ­πα­φή μέ τόν π. Ἀμ­φι­λό­χιο καί τόν π. Με­λέ­τιο ὡ­ρί­στη­κε νά γί­νη ἡ βά­πτι­ση στό ἱ­ε­ρό Σπή­λαι­ο τῆς Ἀ­πο­κα­λύ­ψε­ως. Πράγ­μα­τι τήν ἑπο­μέ­νη τό πρωΐ ἔ­γι­νε ἡ βά­πτι­ση ἀ­πό τόν π. Ἱ­ε­ρε­μία­ κά­τω ἀ­πό τό τρι­πλό σχί­σι­μο τοῦ βρά­χου ἐντός τοῦ Ἱ. Σπη­λαί­ου καί πῆ­ρε τό ὄνο­μα Νι­κό­λα­ος. Ὅταν ἐπα­νῆλ­θε στήν Ἱ. Μ. Ἁ­γί­ου Ἰ­ω­άν­νου πῆ­γε νά προ­σκυ­νή­ση τό ἱ­ε­ρό Λεί­ψα­νο τοῦ ὁ­σί­ου Χρι­στο­δού­λου, τό ὁ­ποῖ­ο εὐ­ω­δί­α­ζε, ἐ­νῶ τήν προ­η­γού­με­νη ἡ­μέ­ρα, πρίν βα­πτι­στῆ, δέν ἔ­νι­ω­σε τί­πο­τε ὅ­ταν τό εἶ­χε προ­σκυ­νή­σει. Ἀ­φοῦ πῆ­ραν τήν εὐ­λο­γί­α τοῦ π. Ἀμ­φι­λο­χί­ου, τοῦ π. Με­λε­τί­ου καί τοῦ π. Ἱ­ε­ρε­μί­α, ἐ­πέ­στρε­ψαν στήν Κά­λυ­μνο.

Ἐ­κεῖ ἔ­μει­νε στό σπί­τι τοῦ π. Κυ­ρίλ­λου, ὅ­που τήν τρί­τη νύ­χτα ἀ­φό­του βα­πτί­στη­κε συ­νέ­βη τό ἑ­ξῆς: Ὁ νε­α­ρός Νι­κό­λα­ος φο­ροῦ­σε ἀ­κό­μη τόν βα­πτι­στι­κό χι­τῶ­να καί εἶ­χε ξα­πλώ­σει γιά νά κοι­μη­θῆ σ᾿ ἕ­να δω­μά­τιο πού χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σε ὁ π. Κύ­ριλ­λος γιά νά ἁ­γι­ο­γρα­φῆ, δί­πλα στήν θά­λασ­σα. Ἡ πόρ­τα τοῦ δω­μα­τί­ου πού ἔ­βλε­πε στήν θά­λασ­σα ἦ­ταν λί­γο ἀ­νοι­χτή. Ξαφ­νι­κά ἄ­κου­σε τήν φω­νή τῆς μάν­νας του, ἄ­νοι­ξε τά μά­τια του καί τῆς λέ­ει στά Τούρ­κι­κα: «Μη­τέ­ρα, πῶς βρέ­θη­κες ἐ­δῶ, τί θέ­λεις;». Καί ἐ­κεί­νη ἀ­παντᾶ: «Ἦρ­θα νά σέ πά­ρω μα­ζί μου». «Μη­τέ­ρα, εἶ­μαι βα­φτι­σμέ­νος καί μυ­ρω­μέ­νος, φύ­γε δέν μπο­ρῶ νά ἔρ­θω μα­ζί σου», τῆς λέ­ει ὁ Νι­κό­λα­ος. Ὅ­μως ἐ­κεί­νη μέ δυ­να­τή φω­νή τοῦ λέ­ει: «Σή­κω, θά σέ πά­ρω» καί πέ­φτει ἀ­μέ­σως πά­νω του, τόν πιά­νει ἀ­πό τούς ὤ­μους γιά νά τόν ση­κώ­ση. Ἐ­κεῖ­νος τήν σπρώ­χνει φω­νά­ζοντας: «Μάν­να, μή μέ λε­ρώ­σης», καί τό βλέμ­μα του πέ­φτει σέ μί­α εἰ­κό­να τοῦ Χρι­στοῦ. Τό­τε φω­νά­ζει κά­νοντας τό ση­μεῖ­ο τοῦ Σταυ­ροῦ: «Χρι­στέ μου, σῶ­σε με». Ἐ­κεί­νη τό­τε ση­κώ­θη­κε ὄρ­θια, καί τοῦ εἶ­πε: «Μέ νί­κη­σες» καί βγαί­νοντας ἀ­πό τήν πόρ­τα πέ­φτει στήν θά­λασ­σα, βρέ­χοντας μά­λι­στα τήν πόρ­τα. Κα­θώς ὅ­μως ἔ­βγαι­νε ἡ μη­τέ­ρα του βλέ­πει πί­σω της μία οὐ­ρά ζώ­ου καί ὅ­ταν ἐ­ξα­φα­νί­στη­κε στήν θά­λασ­σα, τό­τε κα­τά­λα­βε ὅ­τι δέν ἦ­ταν ἡ μη­τέ­ρα του. Τό πρωΐ ὁ π. Κύ­ριλ­λος πού εἶ­χε ἀ­κού­σει τίς φω­νές, ρώ­τη­σε καί ἔ­μα­θε τί τοῦ συ­νέ­βη. Τό­τε τοῦ λέ­ει: «Μή στε­νο­χω­ρι­έ­σαι, Νι­κό­λα παι­δί μου. Ἦ­ταν ὁ διά­βο­λος καί ἦρ­θε νά σέ πει­ρά­ξη­». Ὁ νε­ο­φώ­τι­στος Νι­κό­λα­ος πα­ρέ­μει­νε γιά ἕ­να δι­ά­στη­μα στήν Κά­λυ­μνο ὅ­που νυμ­φεύ­θη­κε καί ἀρ­γό­τε­ρα ἐ­πέ­στρε­ψε στήν Κῶ.

Ὁ Νι­κό­λα­ος εἶ­χε πολ­λές ἐ­πεμ­βά­σεις τοῦ Θε­οῦ στήν ζω­ή του καί ἀντι­λή­ψεις ἀ­πό τήν θεί­α Χά­ρι. Μέ ἁ­πλό­τη­τα καί πί­στη στίς δυ­σκο­λί­ες του ζη­τοῦ­σε βο­ή­θεια ἀ­πό τόν Θε­ό καί τήν λάμ­βα­νε.

Στήν Κῶ τοῦ συ­νέ­βη τό ἑ­ξῆς: Ἦ­ταν Μ. Τρί­τη, εἶ­χε κα­κο­και­ρί­α τίς προ­η­γού­με­νες μέ­ρες καί ὁ Νι­κό­λα­ος πού τό­τε ἀ­σχο­λι­ό­ταν μέ τό πλέ­ξι­μο κα­λα­θι­ῶν ἀλ­λά καί τήν χρή­ση δυ­να­μι­τῶν γιά τό ψά­ρε­μα, εἶ­χε ἔρ­θει σέ δύ­σκο­λη οἰ­κο­νο­μι­κή κα­τά­στα­ση. Δέν μπο­ροῦ­σε νά ἀ­γο­ρά­ση οὔ­τε τό πα­σχα­λι­νό ἀρ­νί καί ἐ­να­γω­νί­ως ἤ­θε­λε νά πιά­ση λί­γα ψά­ρια γιά νά πε­ρά­σουν τό Πά­σχα. Ἀ­πο­βρα­δίς στήν προ­σευ­χή του πα­ρα­κά­λε­σε τόν Κύ­ριο: «Χρι­στέ μου, δέν ἔ­χω κα­νέ­ναν ἄλ­λο νά πῶ τόν πό­νο μου, μό­νο Ἐ­σύ θά μέ βο­η­θή­σεις, Χρι­στέ μου», καί κοι­μή­θη­κε. Τό­τε εἶ­δε ὅ­τι βρι­σκό­ταν σέ μί­α πε­ρι­ο­χή μέ θά­μνους καί ἕ­να Φῶς ἐρ­χό­ταν πρός τό μέ­ρος του. Ἐμ­φα­νί­ζε­ται ὁ Χρι­στός φο­ρώντας Χι­τῶ­να καί ἕ­να Ἀ­κάν­θι­νο Στε­φά­νι, ἐ­νῶ ἔ­στα­ζε Αἷ­μα στό Πρό­σω­πό Του. Ὁ Νι­κό­λα­ος τρέ­χει πρός τό μέ­ρος Του ἕ­τοι­μος νά πέ­ση νά Τόν προ­σκυ­νή­ση καί ὁ Χρι­στός τόν εὐ­λο­γεῖ. Ἐ­κεῖ­νος ἀ­μέ­σως γο­να­τί­ζει κά­νοντας τόν σταυ­ρό του καί τοῦ λέ­ει: «Χρι­στέ μου, βο­ή­θη­σέ με νά πιά­σω με­ρι­κά ψά­ρια νά πε­ρά­σω τό Πά­σχα», καί τό­τε ἀ­κού­ει τόν Χρι­στό μέ μία­ γλυ­κειά φω­νή νά τοῦ λέ­η: «Νά πᾶς, παι­δί μου, στό Καρ­τέ­ρι» καί ἐ­ξα­φα­νί­σθη­κε. Ξαφνικά αἰ­σθάν­θη­κε νά τόν ξυ­πνά­η ἡ γυ­ναῖ­κα του λέ­γοντάς του: «Τί ἔ­χεις; Κοι­μᾶ­σαι καί κά­νεις τόν σταυ­ρό σου;». «Δέν ξέ­ρω, ὄ­νει­ρο ἔ­βλε­πα», τῆς ἀ­παντᾶ ἐ­κεῖ­νος, χω­ρίς νά πῆ τί­πο­τε ἄλ­λο.

Ξη­μέ­ρω­σε ἡ Μ. Τε­τάρ­τη καί μέ­σα σέ δυ­να­τή βρο­χή πῆ­ρε δυ­ό δυ­να­μί­τες καί προ­χω­ροῦ­σε πρός τό ση­μεῖ­ο πού τοῦ ὑ­πέ­δει­ξε ὁ Κύ­ριος, πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πό μί­α ὥ­ρα πο­ρεί­α. Στόν δρό­μο συ­χνά μο­νο­λο­γοῦ­σε, κά­νοντας τόν σταυ­ρό του, «Χρι­στέ μου, ἔρ­χο­μαι, βο­ή­θη­σέ με». Πε­ρί­που 200 μέ­τρα προ­τοῦ φτά­ση στό Καρ­τέ­ρι εἶ­δε τρί­α ψά­ρια νά γυ­α­λί­ζουν. Ὁ Νι­κό­λα­ος ἔ­τρε­ξε ἐ­κεῖ φω­νά­ζοντας: «Εὐ­χα­ρι­στῶ, Χρι­στέ μου», ἔρ­ρι­ξε τούς δυ­ό μι­κρούς δυ­να­μί­τες καί ἡ θά­λασ­σα γέ­μι­σε ψά­ρια. Ἐ­κεῖ­νος συ­νέ­χι­σε νά εὐ­χα­ρι­στῆ τόν Κύ­ριο γε­μί­ζοντας ἐ­πα­νει­λημ­μέ­να τό μο­να­δι­κό του τσου­βα­λά­κι καί μέ τήν βο­ή­θεια δυ­ό ζώ­ων πού τοῦ ἔ­δω­σαν, τά με­τέ­φε­ρε καί τά πού­λη­σε.

Ἀρ­κε­τά χρό­νια ἀρ­γό­τε­ρα συ­νέ­βη καί τό ἑ­ξῆς: Ὁ πα­τέ­ρας του ἦ­ταν βα­ριά ἄρ­ρω­στος στό Νο­σο­κο­μεῖο τῆς Κῶ καί κα­τά τήν δια­πί­στω­ση τῶν για­τρῶν ἑ­τοι­μο­θά­να­τος. Ὁ Νι­κό­λα­ος στε­νο­χω­ρη­μέ­νος κα­τε­βαί­νοντας τά σκα­λιά ἀντί­κρυ­σε τήν Εἰ­κό­να τοῦ ἁγίου Παντε­λε­ή­μο­νος, στα­μά­τη­σε καί ἀ­πό τήν καρ­διά του τόν πα­ρα­κά­λε­σε: «Ἅ­γι­έ μου Παντε­λε­ή­μο­να, δῶ­σε του δύ­ο–τρί­α χρό­νια ζω­ῆς ἀ­κό­μα». Τήν ἑ­πό­με­νη, πρωΐ–πρωΐ, πρίν πά­η στήν δου­λειά –ἐρ­γα­ζό­ταν τό­τε στόν Δῆ­μο– πῆ­γε στό Νο­σο­κο­μεῖ­ο καί εἶ­δε τόν πα­τέ­ρα του νά κά­θε­ται καί νά τοῦ λέ­η: «Εὐ­χα­ρι­στῶ, παι­δί μου, πού ἔ­στει­λες τόν για­τρό. Ἦρ­θε σέ μέ­να ἕ­νας νέ­ος για­τρός καί μέ ρώ­τη­σε:

–Πῶς πᾶς;

–Δέν εἶ­μαι κα­λά τοῦ λέ­ω. Τό­τε ἐ­κεῖ­νος ἔ­πια­σε τό κε­φά­λι μου καί μοῦ λέ­ει:

–Ἄ­νοι­ξε κα­λά τό στό­μα σου καί βγά­λε τήν γλῶσ­σα σου. Ἀ­μέ­σως τήν ἄγ­γι­ξε καί μοῦ λέ­ει:

–Δέν ἔ­χεις τί­πο­τα, εἶ­σαι κα­λά. Φεύ­γοντας μοῦ λέ­ει:

–Μέ ἔ­στει­λε ὁ γυιός σου ὁ Νι­κό­λα­ος νά σέ δῶ. Με­τά ἀ­πό λί­γο ἤ­μουν κα­λά, παι­δί μου».

Ὁ Νι­κό­λα­ος κα­τά­λα­βε ὅ­τι ἦ­ταν ὁ Ἅ­γιος καί τόν ρώ­τη­σε: «Θά τόν ἀ­να­γνω­ρί­σεις ἂν τόν δῆς;». Ἔ­φε­ρε, λοι­πόν, τήν Εἰ­κό­να μπρο­στά στόν πα­τέ­ρα του καί ἐ­κεῖ­νος ἀ­να­γνώ­ρι­σε τόν για­τρό στό πρό­σω­πο τοῦ ἁ­γί­ου Παντε­λε­ή­μο­νος.

Ἀσκητὲς μέσα στὸν κόσμο, τ. Α΄,

ἐκδ. Ἱ. Μ. Ἰωάννου Προδρόμου Μεταμορφώσεως,

Χαλκιδική

Διαβάστε ΕΔΩ τα προηγούμενα σχετικά άρθρα

 

ΤΟ ΤΑΜΑ ΤΟΥ ΕΘΝΟΥΣ. Ο ΝΑΟΣ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΟΣ.

Ἡ Δ΄ Ἐθνικὴ τῶν Ἑλλήνων Συνέλευσις.

Νομίζει ἑαυτὴν εὐτυχῆ γενομένη ὄργανον, δι᾿ οὗ τὸ Ἔθνος ἐκπληροῖ τὸ πλέον ἐφετὸν τῶν χρεῶν του, δη­λα­δὴ τὸ νὰ ἀναπέμψῃ τὴν εὐγνωμοσύνην του πρὸς τὸν Θε­όν, Ὅστις ἔδειξε τοσαῦτα θαύματα διὰ νὰ τὸ σώσῃ.

 Κατὰ συνέπειαν, ἡ Δ΄  Ἐθνικὴ τῶν Ἑλλήνων Συνέλευσις ψηφίζει:

Α΄. Ὅταν ἡ τοπικὴ περιφέρεια τῆς Ἑλλάδος καὶ ἡ καθέ­δρα τῆς Κυβερνήσεώς της κατασταθῶσιν ὁρι­στι­κῶς, οἱ δὲ οἰκονομικοὶ πόροι τοῦ κράτους τὸ ἐπιτρέ­ψω­σιν, ἡ Κυβέρνησις θέλει διατάξει νὰ ἐγερθῇ εἰς τὴν κα­θέ­δραν εἷς Ναὸς ἐπ᾿ ὀνόματι τοῦ Σωτῆρος.

 

(ΑΡΧΕΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΠΑΛΙΓΓΕΝΕΣΙΑΣ, τόμος 4ος. Δ΄ ἐν Ἄργει Ἐθνικὴ Συνέλευσις 1828-1829,

-Δεύτερος τῶν Ἐθνοσυνελεύσεων, σελ. 116)

Ὅταν οἱ ὑπεύ­θυ­νοι ἐνθυ­μη­θοῦν νά πραγ­μα­το­ποι­ή­σουν τό λη­σμο­νη­μένο καί ἀνεκ­πλή­­ρω­το τάμα τοῦ Ἔθ­νους καί ἀρχίση ἡ ἀνοικο­δό­μη­ση τοῦ Ναοῦ, τά ἔσοδα ἀπό τήν διάθεση τοῦ παρόντος βι­­βλί­­ου θά διατεθοῦν γιά ἕνα λιθαράκι στό Ναό τοῦ Σω­τῆ­ρος μας Χριστοῦ.

Σχετικά