ΣΤΟΝ ΑΕΡΑΕΡΩ — ΡαδιοΣυχνότητα
Ενωμένη ΡωμηοσύνηΕνωμένη ΡωμηοσύνηΚΕΝΤΡΟΝ ΕΝΟΤΗΤΟΣ ΚΑΙ ΜΕΛΕΤΗΣ
ΠΡΟΒΟΛΗΣ ΤΩΝ ΑΞΙΩΝ ΜΑΣ
ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ
Πανελλήνια Σύναξη στην ΙερισσόΣημαντική Ανακοίνωση προς τα Μέλη και Φίλους της «ΕΝΩΜΕΝΗΣ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗΣ» (Ε.ΡΩ.)Πρόγραμμα των Εκδηλώσεων Ετήσιας Σύναξης της Ε.Ρω στην Ιερισσό – 29/9/22 – 2/10/22Ανάγκες σε συνεργάτεςΠανελλήνια Σύναξη στην ΙερισσόΣημαντική Ανακοίνωση προς τα Μέλη και Φίλους της «ΕΝΩΜΕΝΗΣ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗΣ» (Ε.ΡΩ.)Πρόγραμμα των Εκδηλώσεων Ετήσιας Σύναξης της Ε.Ρω στην Ιερισσό – 29/9/22 – 2/10/22Ανάγκες σε συνεργάτες

ΙΒ΄. Γερω–Ἀρσένιος Σιμωνοπετρίτης

15 Μαρτίου 2025 · 16 λεπτά

Απο την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

Ήταν Ἠ­πει­ρώ­της στήν κα­τα­γω­γή. Γεν­νή­θη­κε τό 1913 στήν Φορ­τῶ­σα, ἕ­να χω­ριό τῶν Ἰ­ω­αν­νί­νων, ἀ­πό τόν Δη­μή­τριο καί τήν Χρυ­σαυ­γή. Οἱ γο­νεῖς του ἦ­ταν τα­πει­νοί καί πτω­χοί ἀλ­λά πι­στοί καί εὐ­γε­νεῖς. Τόν βάπτισαν δί­δον­τάς του  τό ὄ­νο­μα Νι­κό­λα­ος καί τόν ἀ­νέ­θρε­ψαν μέ τήν ἁ­πλή, πα­ρα­δο­σια­κή εὐ­λά­βεια τῆς ὑ­πα­ί­θρου. Ἔ­μα­θε λί­γα γράμ­μα­τα καί βο­η­θοῦ­σε το­ύς γο­νεῖς του στίς ποι­κί­λες δου­λει­ές τοῦ σπι­τιοῦ. Σάν παι­δί εἶ­χε ἕ­να ἀ­τύ­χη­μα. Βρέ­θη­κε ξαφ­νι­κά στά πό­δια ἑ­νός τα­ύ­ρου καί αὐ­θόρ­μη­τα ἐ­πι­κα­λέ­στη­κε τήν βο­ή­θεια τῆς Πα­να­γί­ας μας. Ὁ ταῦ­ρος πέ­ρα­σε ἀ­πό πά­νω του χω­ρίς νά πά­θη ὁ ἴ­διος κά­τι. Ἔ­κτο­τε θε­ω­ροῦ­σε τήν Πα­να­γί­α μας προ­στά­τι­δά του.

Ὁ Νι­κό­λα­ος ἄ­φη­σε τό χω­ριό του μι­κρό παι­δί καί ἦλ­θε στήν Ἀ­θή­να, κοντά στόν θεῖ­ο του πού  εἶ­χε φοῦρ­νο.

Τό πρωΐ ἀ­πό πο­λύ ἐ­νω­ρίς ὁ Νι­κό­λα­ος μα­ζί μέ τόν θεῖ­ο του βρί­σκον­ταν στό ἐρ­γα­στή­ριο καί ἔ­βγα­ζαν τό ψω­μί καί τά κου­λο­ύ­ρια. Ὅ­ταν τε­λε­ί­ω­νε αὐ­τή ἡ ἐρ­γα­σί­α, ἔ­παιρ­νε τόν δί­σκο μέ τά κου­λο­ύ­ρια καί ἔ­βγαι­νε στόν δρό­μο πρωΐ–πρωΐ γιά νά τά που­λή­ση στο­ύς πρω­ϊ­νο­ύς δου­λευ­τά­δες καί πε­ρα­στι­κούς­.

Σέ μία γω­νιά ἑ­νός δρό­μου τόν βρῆ­κε ὁ Ἀρ­χιμ. Ἱ­ε­ρώ­νυ­μος, Ἡ­γο­ύ­με­νος τό­τε τῆς Σι­μω­νό­πε­τρας, πο­λύ ἐ­νά­ρε­τος καί πνευ­μα­τι­κός. Στήν πρό­σκλη­ση τοῦ μι­κροῦ νά ἀ­γο­ρά­ση κου­λο­ύ­ρια τοῦ λέ­ει χα­ρι­το­λο­γών­τας: «Ἐ­γώ ἐ­σέ­να θέ­λω, ὄ­χι τά κου­λο­ύ­ρια», καί ἀ­γό­ρα­σε κου­λο­ύ­ρια. Δι­α­κρί­νον­τας βα­θειά τίς ἀ­να­ζη­τή­σεις του, τοῦ μί­λη­σε γιά τό Ἅ­γιον Ὄ­ρος, γιά τήν Πα­να­γί­α μας, γιά το­ύς ἁ­γί­ους, το­ύς ἀ­σκη­τές, το­ύς μο­να­χο­ύς, τήν Σι­μω­νό­πε­τρα, κι ἔ­τσι ἄ­να­ψε ἀ­πό τό­τε μέ­σα του μία και­νο­ύρ­για φω­τιά, τήν ὁ­πο­ί­α δι­α­τη­ροῦ­σε ἀ­ναμ­μέ­νη μέ τίς με­τέ­πει­τα συ­ναν­τή­σεις του μέ τόν ἅ­γιο γέ­ρον­τα Ἱ­ε­ρώ­νυ­μο στό Με­τό­χι τῆς Μο­νῆς, στήν Ἀ­νά­λη­ψη Βύρωνος, ὅ­ταν αὐ­τός κα­τέ­βαι­νε ἀ­πό τό Ἅ­γιον Ὄ­ρος γιά ἐ­ξο­μο­λό­γη­ση.

Κάθε μο­να­χι­κή κλή­ση ξε­κι­νᾶ μέ θαυ­μα­στό καί ἰ­δι­α­ί­τε­ρο γιά τήν κά­θε ψυ­χή τρό­πο. Ἐ­δῶ ὁ λό­γος καί τό πα­ρά­δειγ­μα τοῦ γέ­ρον­τος Ἱ­ε­ρω­νύ­μου ἔ­κα­ναν τό νέ­ο παι­δί νά σκε­φθῆ τόν μο­να­χι­σμό καί τήν ἀ­φι­έ­ρω­ση στόν Θε­ό. Τά σκέ­φθη­κε, τά καλ­λι­έρ­γη­σε, καί ὅ­ταν πλέ­ον ὡ­ρί­μα­σαν, ἀ­πο­φά­σι­σε νά πραγ­μα­το­ποι­ή­ση τόν σκο­πό του, δη­λα­δή νά ἀ­φή­ση τόν κό­σμο, νά ἔρ­θη στό Ἅ­γιον Ὄ­ρος καί νά γί­νη μο­να­χός–ἀ­σκη­τής.

Βρῆ­κε κά­ποι­ον τρό­πο κι ἔ­φθα­σε μέ­χρι τήν Θεσ­σα­λο­νί­κη κι ἀ­πό ἐ­κεῖ μέ τά πό­δια στό Ἅ­γιον Ὄ­ρος. Ἔ­κα­νε τρεῖς μέ­ρες δρό­μο. Γιά νά μπῆ ὅ­μως στό Ἅ­γιον Ὄ­ρος ἔ­πρε­πε νά ἔ­χη τά ἀ­πα­ρα­ί­τη­τα «χαρ­τιά», πι­στο­ποι­η­τι­κόν γεν­νή­σε­ως, ταυ­τό­τη­τα κ.λπ. Αὐ­τός δέν τά εἶ­χε κι ἐ­πει­δή ἦ­ταν καί «παι­δί» δέν τόν ἄφηνα­ν οἱ Ἀρ­χές νά μπῆ. Τότε αὐ­τός, ὡς Ἠ­πει­ρώ­της πού ἦ­ταν σκλη­ρα­γω­γη­μέ­νος, γεν­ναι­ό­ψυ­χος καί ἄ­φο­βος, μπῆ­κε ἀ­πό τήν Βόρεια πλευ­ρά τοῦ Ἁ­γί­ου Ὄ­ρους μέ τά πό­δια καί διά ξη­ρᾶς ἔ­φθα­σε στήν Σι­μω­νό­πε­τρα τό 1929, ὅ­που ἔ­γι­νε δε­κτός ἀ­πό τόν γέ­ρον­τα Ἱ­ε­ρώ­νυ­μο.

Ἐ­κεῖ­νο τόν και­ρό ὅ­μως ἐ­πι­κρα­τοῦ­σε στό Ἅ­γιον Ὄ­ρος ὁ ἐ­πά­ρα­τος «το­πι­κι­σμός». Τό κά­θε Μο­να­στή­ρι εἶ­χε μο­να­χο­ύς μό­νον ἀ­πό τήν ἴ­δια το­πι­κή πε­ρι­φέ­ρεια. Ἄν κά­ποι­ος ἀ­πό ἄλ­λο μέ­ρος πή­γαι­νε νά μο­νά­ση, ἔ­στω κι ἄν τόν χρει­ά­ζον­ταν, δέν τόν κρα­τοῦ­σαν. Ἀλ­λά κι ἄν προ­σω­ρι­νά τόν κρα­τοῦ­σαν, λό­γῳ τῶν πολ­λῶν τα­πει­νω­τι­κῶν χλευα­σμῶν, τόν ἀ­νάγ­κα­ζαν νά φύ­γη. Ἔ­τσι καί στήν πε­ρί­πτω­ση τοῦ γέ­ρον­τος Ἀρ­σε­νί­ου, ὅ­ταν τό Μο­να­στή­ρι, λό­γῳ τοῦ ἡ­με­ρο­λο­για­κοῦ, πέ­ρα­σε μία βα­θειά κρί­ση, ἡ ὁ­πο­ί­α εἶ­χε ὡς ἀ­πο­τέ­λε­σμα νά δι­ώ­ξουν τόν ἡ­γο­ύ­με­νο Ἱ­ε­ρώ­νυ­μο, παρ᾿ ὅ­λη τήν πνευ­μα­τι­κό­τη­τά του καί τήν οὐ­σι­α­στι­κή του συμ­βο­λή στήν ἐ­πάν­δρω­ση τῆς Μο­νῆς, τό­τε ὁ μέν π. Ἱ­ε­ρώ­νυ­μος βρέ­θη­κε ἐ­ξό­ρι­στος στήν Ἱ­ε­ρά Μο­νή Κου­τλου­μου­σί­ου καί ἀ­πό ἐ­κεῖ στό Με­τό­χι τῆς Ἀ­να­λή­ψε­ως, τά δέ πνευ­μα­τι­κά του παι­διά «κα­λο­γέ­ρια του», πού δέν ἦ­ταν Μι­κρα­σι­ά­τες, βρέ­θη­καν ἐ­κτός Μο­νῆς. Ὁ πα­τήρ Ἀρ­σέ­νιος, νέ­ος μο­να­χός τό­τε, βρέ­θη­κε στά Καυ­σο­κα­λύ­βια, ὅ­που ἄ­κου­σε ὅ­τι ἦ­ταν ἅ­γιοι μο­να­χοί καί ἀ­σκη­τές, στήν Κα­λύ­βη τοῦ Εὐ­αγ­γε­λι­σμοῦ, στήν ὑ­πα­κοή τοῦ γέ­ρον­τος Μι­χα­ήλ.

Ἡ ζωή σέ μί­α Σκή­τη τοῦ Ἁ­γί­ου Ὄ­ρους εἶ­ναι σκλη­ρή καί ἐ­πί­πο­νη. Μόνος του ὁ μο­να­χός θά πρέ­πει νά κά­νη τίς πε­ρισ­σό­τε­ρες ἐρ­γα­σί­ες καί, μά­λι­στα, ἄν ἡ Συ­νο­δε­ί­α εἶ­ναι λί­γα ἄ­το­μα, τό πιό πο­λύ βά­ρος τό ση­κώ­νει ὁ νε­ώ­τε­ρος, ὅπως κα­θη­με­ρι­νές ἀ­κο­λου­θί­ες, προ­σω­πι­κός κα­νό­νας, τά τρέ­χον­τα ζη­τή­μα­τα καί δι­α­κό­νη­μα–ἐρ­γό­χει­ρο γιά τά πρός τό ζῆν.

Στήν Κα­λύ­βη πού πῆ­γε ὁ π. Ἀρ­σέ­νιος εἶ­χα­ν ὡς δι­α­κό­νη­μα νά κά­νουν κου­τά­λια ξύ­λι­να. Εὔ­κο­λα ἔ­μα­θε τήν τέ­χνη, ἀλ­λά ὅ­σο μά­θαι­νε τήν τέ­χνη καί τήν δο­ύ­λευ­ε, τό­σο ἡ φλό­γα τῆς ἀ­σκή­σε­ως ἔ­σβη­νε μέ­σα του. Ἔ­κρυ­ψε λοιπόν τήν σπί­θα τῆς ἀ­σκή­σε­ως στήν προσ­δο­κί­α κα­λυ­τέ­ρων ἡ­με­ρῶν.

Σέ αὐ­τόν λοι­πόν τόν χῶ­ρο ἔ­ζη­σε ὁ π. Ἀρ­σέ­νιος, ἀ­πό τό 1930 ἕ­ως τό 1941, ἐρ­γα­ζό­με­νος, ὑ­πα­κο­ύ­ον­τας, ἐ­ξα­γι­α­ζό­με­νος.

Ὁ πό­λε­μος ὅ­μως τοῦ 1940 καί ἡ ἔλ­λει­ψη τῶν ἀ­ναγ­κα­ί­ων, ἡ πε­ῖνα, ἡ μή πώ­λη­ση τῶν ἐρ­γο­χε­ί­ρων κ.λπ. ἀ­νάγ­κα­σε το­ύς ἀ­σκη­τές νά βγοῦν σέ ἀ­να­ζή­τη­ση τοῦ «ἐ­πι­ου­σί­ου ἄρ­του». Ὁ Θε­ός μέ­σα στό κα­κό τοῦ πο­λέ­μου εὐ­λό­γη­σε τήν σο­δειά τοῦ χρό­νου ἐ­κε­ί­νου καί τά ἐ­λαι­ό­δεν­δρα εἶ­χαν πο­λύν καρπό. Οἱ ἀ­σκη­τές λοι­πόν ἦλ­θαν στά Μο­να­στή­ρια, πῆ­ραν μέ­ρη τοῦ ἐ­λαι­ῶ­νος καί τά δο­ύ­λευ­αν «μι­σια­κά», 50–50. Ὁ π. Ἀρ­σέ­νιος με­τά ἀ­πό 10 χρό­νια ξα­να­βρέ­θη­κε στήν ἀ­γα­πη­μέ­νη του Σι­μω­νό­πε­τρα. Ἐρ­γά­σθη­κε καί, ὅ­ταν τε­λε­ί­ω­σε ἡ ἐ­λαι­ο­συγ­κο­μι­δή, ζή­τη­σε νά με­ί­νη γιά πάν­τα, ἐν­θυ­μο­ύ­με­νος ὅ­τι ἀ­πό τό Μο­να­στή­ρι αὐ­τό ξε­κί­νη­σε καί τό ἔ­νι­ω­θε πάν­τα σάν τήν με­τά­νοιά του. Οἱ πα­λαι­οί πα­τέ­ρες, λί­γοι–λί­γοι, εἶχα­ν «φύ­γει» γιά τόν Οὐ­ρα­νό καί οἱ ἐ­να­πο­με­ί­ναν­τες, βλέ­πον­τας τήν ἔλ­λει­ψη τῶν ἀν­θρώ­πων, τόν κρά­τη­σαν πρός με­γά­λη χα­ρά αὐ­τοῦ καί ἀ­να­κο­ύ­φι­ση αὐ­τῶν.

Πάλι ὅ­μως ἡ ἐ­σω­τε­ρι­κή κα­τά­στα­ση τοῦ Μο­να­στη­ριοῦ τήν ἐ­πο­χή αὐ­τή δέν ἦ­ταν κα­λή. Λόγῳ τῶν Γερ­μα­νῶν εἶ­χε φύ­γει ὁ ἡ­γο­ύ­με­νος Και­σά­ριος καί τό Μο­να­στή­ρι περ­νοῦ­σε δύ­σκο­λες μέ­ρες. Ὁ π. Ἀρ­σέ­νιος πέ­ρα­σε ἀ­πό πολ­λά δι­α­κο­νή­μα­τα. Ἔ­κα­νε στήν Ἐκ­κλη­σί­α, στό Ἀρ­χον­τα­ρί­κι, στήν Τρά­πε­ζα, στόν Ἀρ­σα­νᾶ, στήν Δάφνη. Παν­τοῦ ἐρ­γα­ζό­ταν μέ προ­θυ­μί­α, ἀλ­λά ὅ­πως ἔ­λε­γε, χω­ρίς πνευ­μα­τι­κή ἐ­να­σχό­λη­ση κι ἐμ­βά­θυν­ση. «Ὅ,τι γί­νε­ται σή­με­ρα. Ἔ­χει  ὁ Θε­ός γιά τήν αὔ­ριο». Ἡ σπί­θα τῆς ἀ­σκή­σε­ως, γιά τήν ὁ­πο­ί­α ξε­κί­νη­σε, ἦ­ταν βα­θειά σκε­πα­σμέ­νη στήν στά­κτη τοῦ πε­ρι­σπα­σμοῦ τῆς κα­θη­με­ρι­νό­τη­τος καί κιν­δύ­νευ­ε νά σβή­ση παν­τε­λῶς. Μέσα ὅμως σέ ὅ­λη τήν πα­ρα­ζά­λη τῆς ἀ­κα­τα­στα­σί­ας, ὁ Θε­ός μέ κά­ποι­α δι­κά Του ση­μά­δια, τοῦ ἔ­δει­χνε τήν πα­ρου­σί­α Του, τήν πρό­νοιά Του καί τήν προσ­δο­κί­α τῆς ἐ­πι­στρο­φῆς του στόν πρῶ­το σκο­πό τῆς ἀ­να­χω­ρή­σε­ώς του, κα­τά τό τοῦ Με­γά­λου Ἀρ­σε­νί­ου, «Ἀρ­σέ­νι­ε, δι᾿ ὅ ἐ­ξῆλ­θες».

Ἦ­ταν Ἀρ­σα­νά­ρης καί βγῆ­κε γιά ψά­ρε­μα. Κάποια στιγμή ἔ­νι­ω­σε τήν βάρ­κα ἀ­κυ­βέρ­νη­τη καί χω­ρίς νά ὑ­πα­κο­ύ­η στίς προ­σπά­θει­ές του. Τό ρεῦ­μα τῆς θά­λασ­σας τόν πα­ρέ­σερ­νε κι ὅ­λο ἀ­πε­μα­κρυ­νόταν ἀ­πό τήν στε­ριά. Νύχτωσε. Ἔ­χα­σε κά­θε ἐ­πα­φή. Τότε στρά­φη­κε ἔν­δα­κρυς πρός τήν προ­στά­τι­δά του τήν Θε­ο­τό­κο καί τόν ἅ­γιο Νι­κό­λα­ο, τοῦ ὁ­πο­ί­ου τό πα­ρεκ­κλή­σιο ὑ­πάρ­χει στόν Ἀρ­σα­νᾶ καί κα­θη­με­ρι­νῶς τοῦ ἄ­να­βε τό καν­δή­λι. Ζήτησε τήν βο­ή­θειά τους καί ἀ­νελ­πί­στως βρέ­θη­κε ἀ­νοι­κτά στόν Ἀρ­σα­νᾶ ὄ­χι τῆς Μο­νῆς, ἀλ­λά αὐ­τόν τῆς Δάφνης.

Τά χρό­νια περ­νοῦ­σαν καί ἐ­κεῖ­νος συ­νέ­χι­σε νά ζῆ μέ πλή­ρη πνευ­μα­τι­κή ἀ­δι­α­φο­ρί­α. «Οὔ­τε καί τά στοι­χει­ώ­δη κα­λο­γε­ρι­κά δέν ἔ­κα­να», ἔ­λε­γε. Ἡ κα­λο­γε­ρι­κή ζωή θέ­λει νά ἔ­χη συ­νε­χῆ προ­τρο­πή πα­ρα­δε­ίγ­μα­τος, λό­γου, προ­σπα­θε­ί­ας. Ὅ­πως μί­α φω­τιά, ἄν στα­μα­τή­σης νά τήν τρο­φο­δο­τῆς, σβή­νει, ἔ­τσι καί ἡ κα­λο­γε­ρι­κή, ἄν λε­ί­ψουν τά ἀ­νω­τέ­ρω, ἐ­πι­κρα­τεῖ ἡ ἀ­δι­α­φο­ρία­, ἡ ἀ­κη­δί­α, ἡ πα­ρά­λυ­ση, ὁ θά­να­τος.

Δι­η­γεῖ­το ὁ ἴ­διος τήν ἔ­ξο­δό του ἀ­πό τήν πνευ­μα­τι­κή ἀ­δι­α­φο­ρί­α καί τήν ἔν­τα­ξή του στό κα­λο­γε­ρι­κό πρό­γραμ­μα. Ἔ­γι­νε μέ θαυ­μα­στό τρό­πο κα­τά πα­ρα­χώ­ρη­ση Θε­οῦ. Γνώ­ρι­ζε ὁ Θε­ός τά βά­θη τῆς ψυ­χῆς του καί δέν ἤ­θε­λε νά χα­θῆ. Φρόν­τι­σε λοι­πόν γιά τήν ἔ­ξο­δό του.

«Ἤ­μουν Οἰ­κο­νό­μος στήν Δάφνη. Ἐ­πο­χή πού  εἶ­χε πολ­λο­ύς ἐρ­γά­τες, για­τί δέν εἶ­χε ”ἀνοίξει” ἀ­κό­μη ἡ Γερ­μα­νί­α. Δέν θέ­λα­νε πολ­λά γιά νά βο­η­θοῦν στίς δι­ά­φο­ρες ἐρ­γα­σί­ες. Ἔ­κα­να κή­πους, εἶ­χα κό­τες, πολ­λά αὐ­γά καί πε­τει­νά­ρια. Τά που­λοῦ­σα καί μέ τά χρή­μα­τα πού ἔ­παιρ­να πλή­ρω­να το­ύς ἐρ­γά­τες κι ἔ­κα­να στά δόν­τια χρυ­σῆ στε­φά­νη. Ἦ­το τό­τε “τῆς μό­δας”, γιά νά μήν χα­λοῦν τά δόν­τια. Ἀ­σκη­τι­κή ζωή κα­θό­λου. Ἀ­πό τήν κα­λο­πέ­ρα­ση ”ἐπαχύνθην… καί ἀ­πε­λά­κτι­σα τόν Ἠ­γα­πη­μέ­νο­ν”.

»Με­τά μέ κά­λε­σαν καί ἀ­νέ­λα­βα τρα­πε­ζά­ρης. Καί πά­λι λί­γη ἐρ­γα­σί­α. Δέν ἤ­μα­σταν πολ­λοί πα­τέ­ρες. Πο­λύς χρό­νος ἐ­λε­ύ­θε­ρος. Ἡ ”ἀργία μή­τηρ πά­σης κα­κί­α­ς”. Θυ­μή­θη­κα τά παι­δι­κά μου χρό­νια στό χω­ριό πού ἔ­πια­να που­λιά μέ πα­γί­δες. Τά πά­θη καί οἱ ἀ­δυ­να­μί­ες εἶ­ναι φι­λε­πί­στρο­φα. Ἔ­τσι λοι­πόν ξα­να­δο­κί­μα­σα κι ἔ­πια­σα μία μέ­ρα 2–3 ἀ­γρι­ο­πε­ρί­στε­ρα. Τά ἔ­βρα­σα. Ὁ κά­θε κοι­νο­βι­ά­της μπο­ροῦ­σε νά ἔ­χη μία γκα­ζι­έ­ρα μέ πε­τρέ­λαι­ο, γιά νά κά­νη κά­ποι­ο ζε­στό στίς ”ἐνάτες”, δη­λα­δή στήν μο­νο­φα­γί­α τῆς Δευ­τέ­ρας, Τε­τάρ­της καί Πα­ρα­σκευ­ῆς. Ἐ­γώ τήν χρη­σι­μο­πο­ί­η­σα γιά νά βρά­σω τά θη­ρά­μα­τά μου. Ἀ­φοῦ τά ἔ­φα­γα, ἤ­πια κρα­σί κι ἔ­πε­σα νά κοι­μη­θῶ. Ἐ­κεῖ πού μέ πῆ­ρε ὁ ὕ­πνος ἔ­νι­ω­σα ἕ­να βά­ρος στήν κοι­λιά μου καί μία δυ­σφο­ρί­α. Σάν νά ἦρ­θε κά­ποι­ος καί νά ἔ­κα­τσε πά­νω μου. Ἀ­νο­ί­γω τά μά­τια μου καί τί νά δῶ! Ἦ­το ὁ ”ἔξω ἀ­πό δῶ­” δι­ά­βο­λος, μέ μία ἄ­σχη­μη μορφή, μά­τια κα­τα­κόκ­κι­να καί δυό κέ­ρα­τα στό κε­φά­λι. Μέ κο­ί­τα­ξε καί μέ κο­ρό­ϊ­δευ­ε βγά­ζον­τας τήν γλῶσ­σα ἔ­ξω καί γε­λών­τας σαρ­κα­στι­κά. Ἐ­γώ φο­βή­θη­κα, προ­σπα­θοῦ­σα νά ἀ­παλ­λα­γῶ διά τῆς προ­σευ­χῆς, ἀλ­λά τί­πο­τε. Στό τέ­λος κά­νον­τας τόν  σταυ­ρό μου ἔ­γι­νε ἄ­φαν­τος ὁ τρι­σκα­τά­ρα­τος.

»Ση­κώ­θη­κα συγ­κλο­νι­σμέ­νος. Ἔ­τρε­μα ὁ­λό­κλη­ρος. Ἔ­νι­ω­σα ἐ­κε­ί­νη τήν στιγμή ὅ­τι, ἄν πέ­θαι­να, θά κο­λα­ζό­μουν. Τά εἶ­χα χα­μέ­να. Δέν ἤ­ξε­ρα τί πρέ­πει νά κά­νω, ἀ­πό ποῦ νά ζη­τή­σω βο­ή­θεια. Σέ αὐ­τήν τήν κα­τά­στα­ση μέ εἶ­δε ὁ γε­ρω–Ἀ­θα­νά­σιος, ἀ­δελ­φός κα­τά σάρ­κα τοῦ γέ­ρον­τος Ἰ­ω­σήφ τοῦ Ἡ­συ­χα­στοῦ. Τόν εἴ­χα­με προσ­λά­βει ὡς δι­α­βα­στή λό­γῳ λει­ψαν­δρί­ας. Μι­σθω­τός ἐ­φη­μέ­ριος, μι­σθω­τός δι­α­βα­στής, μι­σθω­τοί… δέν προ­λα­βα­ί­να­με δι­α­φο­ρε­τι­κά.

–Τί ἔ­χεις, μοῦ λέ­ει, καί εἶ­σαι τό­σο τα­ραγ­μέ­νος; Τί σοῦ συμ­βα­ί­νει;

–Αὐ­τό κι αὐ­τό τοῦ λέ­ω, καί τοῦ ἐ­ξι­στό­ρη­σα τό συμ­βάν.

–Ἄ, μοῦ λέ­ει, ἦ­ταν ὁ πο­νη­ρός ὁ ὁ­ποῖ­ος σέ βρῆ­κε σέ ἀ­μέ­λεια· τό ἐ­πέ­τρε­ψε ὁ Θε­ός ἀ­πό ἀ­γά­πη νά τόν δῆς γιά νά βά­λης ἀρχή σω­τη­ρί­ας.

–Τί νά κά­νω, τοῦ λέ­ω. Ὅ,τι μοῦ πεῖς θά τό κά­νω, δι­ό­τι δι­α­φο­ρε­τι­κά θά κο­λα­σθῶ.

–Νά βρῆς Πνευ­μα­τι­κό νά ἐ­ξο­μο­λο­γη­θῆς –εἶ­χα χρό­νια νά ἐ­ξο­μο­λο­γη­θῶ καί νά κοι­νω­νή­σω– καί νά κοι­νω­νή­σης ἀ­φοῦ κά­νεις τόν κα­νό­να πού θά σοῦ βά­λει.

–Ποῦ θά βρῶ Πνευ­μα­τι­κό; Ἐ­γώ δέν ξέ­ρω κα­νέ­ναν! Ὅ­που μοῦ πεῖς θά πά­ω!

–Ἐ­γώ θά σοῦ πῶ τρεῖς καί σύ κα­νό­νι­σε μό­νος σου ποῦ θά πᾶς.

»Δέν εἶ­χαν τό­τε τήν συ­νή­θεια νά ἐ­ξο­μο­λο­γοῦν­ται στόν Ἡ­γο­ύ­με­νο. Ἔ­φερ­ναν Πνευ­μα­τι­κό ἀ­πό ἔ­ξω, ἀ­πό τήν ἔ­ρη­μο.

–Στή Νέα Σκή­τη, μοῦ λέ­γει, ἐ­ξο­μο­λο­γεῖ ὁ πα­πα– Ἐ­φρα­ίμ (με­τέ­πει­τα Ἡ­γο­ύ­με­νος τῆς Ἱ­ε­ρᾶς Μο­νῆς Φι­λο­θέ­ου) καί ὁ πα­πα–Χα­ρα­λάμ­πης (με­τέ­πει­τα Ἡ­γο­ύ­με­νος τῆς Ἱ­ε­ρᾶς Μο­νῆς Δι­ο­νυ­σί­ου, πα­ρα­δελ­φοί καί οἱ δύο τοῦ γε­ρω–Ἀ­θα­να­σί­ου,  δη­λα­δή  ὑ­πο­τα­κτι­κοί  καί  αὐ­τοί  τοῦ γέ­ρον­τος Ἰ­ω­σήφ), καί στά Κα­του­νά­κια ὁ παπα–Ἐ­φρα­ίμ, ὁ γνω­στός Κα­του­να­κι­ώ­της. Αὐ­το­ύς ἐγώ γνω­ρί­ζω καί μπο­ρῶ νά σοῦ το­ύς συ­στή­σω. Τώρα ἐ­σύ δι­ά­λε­ξε καί ἀ­πο­φά­σι­σε.

»Τί νά κά­νω; Πῶς νά ἀ­πο­φα­σί­σω δέν ἤ­ξε­ρα!  Τε­λι­κῶς ἀ­πο­φά­σι­σα νά κά­νω πα­ρά­κλη­ση στήν προ­στά­τι­δά μου τήν Πα­να­γί­α, νά γρά­ψω τά τρί­α αὐ­τά ὀ­νό­μα­τα σέ χαρ­τά­κια καί ὕ­στε­ρα νά πά­ρω  ἕ­να·ὅ­ποι­ο ὄ­νο­μα τύ­χει ἐ­κεῖ νά πά­ω νά ἐ­ξο­μο­λο­γη­θῶ καί νά κά­νω ὅ,τι μοῦ πεῖ ὁ Πνευ­μα­τι­κός. Τό ἔ­κα­να καί βγῆ­κε τό ὄ­νο­μα τοῦ πα­πα–Ἐ­φρα­ίμ τοῦ Κα­του­να­κιώ­­τη. Εἰ­ρή­νευ­σα καί εἶ­πα ”ἔτσι θέ­λει ὁ Θε­ό­ς”. Ξε­κίνη­σα γιά τά Κα­του­νά­κια, ἀλ­λά τε­λι­κῶς πῆ­γα νά ἀπελ­πι­στῶ ἀ­φοῦ ὁ πα­πα–Ἐ­φρα­ίμ ἦ­ταν ὑ­πο­τα­κτι­κός κι ὄ­χι Γέροντας, κι ἔ­τσι δέν μπο­ροῦ­σε νά ἀ­να­λά­βη ὡς Γέροντας καί Πνευ­μα­τι­κός ἄλ­λο μο­να­χό, ἔ­ξω ἀ­πό τήν ἀ­δελ­φό­τη­τα. Ἡ κα­λω­σύ­νη του ὅ­μως καί ἡ ἐμ­φα­νής μο­να­χι­κή του ἀ­γά­πη μέ πα­ρη­γό­ρη­σαν· ἔ­τσι ἀ­κο­ύ­γον­τάς τον πῆ­γα καί ἐ­ξο­μο­λο­γή­θη­κα στόν πα­πα–Χα­ρά­λαμ­πο. Ἤ­μουν πο­λύ εὐ­χα­ρι­στη­μέ­νος, ἀ­να­παυ­μέ­νος, καί ἀ­πό τό­τε προ­σπα­θοῦ­σα νά ἐ­φαρ­μό­ζω κα­θη­με­ρι­νά τίς συμβουλές του. Ἔ­κα­να 300 με­τά­νοι­ες κά­θε μέ­ρα, 12 κα­το­στά­ρια κομ­πο­σχο­ί­νια, ἔ­τρω­γα ὅ,τι εἶ­χε στήν τρά­πε­ζα καί τί­πο­τε ἐ­κτός ἀ­πό αὐ­τήν, πλήν τῶν ”ζεστῶν”. Κοι­νω­νοῦ­σα πλέ­ον κά­θε 15 μέ­ρες με­τά ἀ­πό τρι­ή­με­ρον ἀ­λά­δω­το νη­στε­ί­α καί δι­α­κο­νοῦ­σα, ἐ­κτός τοῦ κα­νο­νι­κοῦ δι­α­κο­νή­μα­τος τοῦ τρα­πε­ζά­ρη, καί ὡς ψάλ­της στόν δε­ξι­ό χο­ρό. Ἄρ­χι­σε νά ξα­να­ζων­τα­νε­ύ­η ὁ πό­θος τῆς ἀ­σκη­τι­κῆς ζω­ῆς γιά τήν ὁ­πο­ί­α ἦλ­θα στό Ἅ­γιον Ὄ­ρος. Ξα­νάρ­χι­σα νά λέ­ω κα­θη­με­ρι­νά το­ύς χαι­ρε­τι­σμο­ύς στήν Πα­να­γί­α μας, τούς ὁ­πο­ί­ους εἶ­χα μά­θει ὡς ἀρ­χά­ριος ἀλ­λά πα­ρέ­λει­ψα ὡς μο­να­χός ἀ­με­λής».

Προ­σπα­θοῦ­σε πλέ­ον νά ζῆ σύμ­φω­να μέ τόν κα­νό­να πού τοῦ εἶ­χε βά­λει ὁ πα­πα–Χα­ρα­λάμ­πης ὁ Πνευ­μα­τι­κός του.

Ἄρ­χι­σε νά δι­α­βά­ζη τόν ἅ­γιο Νι­κό­δη­μο, τόν ὁ­ποῖ­ο δυ­σκο­λε­ύ­τη­κε νά πα­ρα­δε­χθῆ ὡς Πα­τέ­ρα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας,  δι­ά­βα­ζε  τόν  ἅ­γιο Συ­με­ών τό Νέο Θε­ο­λό­γο καί ἄλ­λα ἀ­σκη­τι­κά βι­βλί­α, καί ἄρ­χι­σε νά δέ­χε­ται τό πρό­γραμ­μα τῶν νέ­ων πα­τέ­ρων πού ἦρ­θαν καί ἐ­πάν­δρω­σαν τήν Σι­μω­νό­πε­τρα, καί νά τό υἱ­ο­θε­τῆ καί ὁ ἴ­διος.

Ἀ­πο­φά­σι­σε νά ζῆ κοι­νο­βια­κά. Ἔ­δω­σε τό δε­ύ­τερο κελ­λί πού τό εἶ­χε ὡς κου­ζι­νά­κι. Δέν κρά­τη­σε τί­πο­τα. Καί τό «ζε­στό» πού χρει­α­ζό­ταν τό ἔ­κα­νε ὅ­πως ὅ­λοι οἱ πα­τέ­ρες στό κοι­νό κου­ζι­νά­κι τοῦ ὀ­ρό­φου.

Ἐμ­πι­στε­ύ­θη­κε τόν γέ­ρον­τα Αἰ­μι­λια­νό καί πολ­λα­πλα­σί­α­σε τόν ἀ­γῶ­να του. Ρου­φοῦ­σε σάν σφουγ­γά­ρι κά­θε δι­δα­χή καί κα­τή­χη­σή του. Ἔ­κα­νε πολ­λές με­τά­νοι­ες, πού λό­γῳ τοῦ συμ­πα­γοῦς τοῦ κτι­ρί­ου τῆς Σι­μω­νό­πε­τρας ἀ­κο­ύ­γον­ταν στο­ύς ἄλ­λους ὀ­ρό­φους.

Ἀ­πό τόν ἐν­τα­τι­κό ἀ­γῶ­να του ξύ­πνη­σε καί ἡ πρώ­τη ἐ­πι­θυ­μί­α τῆς νε­ό­τη­τός του πε­ρί ἀ­σκη­τι­κῆς ζω­ῆς. Τώρα ὅ­μως εἶ­χε καί τίς κα­τάλ­λη­λες συν­θῆ­κες καί τόν «ἀ­λε­ί­πτη» τέ­τοι­ου ἀ­γῶ­νος, τόν γέ­ρον­τα Αἰ­μι­λια­νό. Συ­ζή­τη­σαν μα­ζί καί ἄρ­χι­σε νά ψά­χνη τό­πο μέ πλή­ρη ἐμ­πι­στο­σύ­νη στόν Θεό καί στόν Γέροντα ὅ­τι κά­που θά ἀ­να­παυ­θεῖ. Πῆ­γε στόν Ἅ­γιο Μόδεστο στόν Κα­ρα­βα­σα­ρᾶ, τόν βρῆ­κε κλει­στό καί τό πῆ­ρε ὡς ση­μά­δι ὅ­τι δέν πρέ­πει νά με­ί­νη. Πῆ­γε στήν Ἀ­μπε­λι­κιά, ἀλ­λά ἡ ἔλ­λει­ψη νε­ροῦ, ἡ ὕ­παρ­ξη χώ­ρου γιά δου­λει­ές καί ἡ ὡ­ρα­ί­α θέ­α στό ἄ­νοιγ­μα τοῦ Αἰ­γα­ί­ου Πε­λά­γους δέν τοῦ φά­νη­καν ἀ­σκη­τι­κά. Πῆ­γε στόν Ἀρ­σα­νᾶ, ἀλ­λά ὁ δι­ερ­χό­με­νος κό­σμος τόν ἐμ­πό­δι­ζε ἀ­πό τήν πο­θη­τή του ἡ­συ­χί­α. Τέλος, κα­τέ­λη­ξε στό Κα­λα­μί­τσι, πα­λαιό μι­κρό ἐρ­γα­τό­σπι­το ἑ­νός μό­νον δω­μα­τί­ου, ἀλ­λά μέ ἥ­συ­χο πε­ρι­βάλ­λον, ὅ­πως τό ἤ­θε­λε.

Τό συ­ζή­τη­σε μέ τόν Γέροντα. Τό ἐ­πι­σκεύασα­ν, δι­ό­τι εἶ­χε πολ­λά χρό­νια ἀ­κα­το­ί­κη­το, ἔκανα­ν μία μι­κρή δε­ξα­με­νή γιά νε­ρό ἀ­πό τό ρέ­μα, ἀφοῦ δέν εἶ­χε πη­γή, καί τήν Κα­θα­ρά Ἑ­βδο­μά­δα ἐγ­κα­τα­στά­θη­κε ἐ­κεῖ.  Ἄρ­χι­σε νά ζῆ πραγ­μα­τι­κά ἀ­σκη­τι­κά, ἥ­συ­χα, μυ­στι­κά καί μυ­στι­κῶς τήν πα­ρου­σί­α τοῦ Θε­οῦ.

Τό πρό­γραμ­μά του ἦ­ταν: Ἀ­πό Δευ­τέ­ρα ἕ­ως Σάββατο στό ἀ­σκη­τή­ριό του. Νήστευε τρώ­γον­τας ἀ­λά­δω­το με­τρη­μέ­νο φα­γη­τό. Ἀ­γρυ­πνοῦ­σε ὅ­λη νύ­κτα κα­τά τήν τά­ξη τοῦ γέ­ρον­τος Ἰ­ω­σήφ, ξε­κου­ρα­ζό­ταν λί­γο τό πρωΐ, ἔ­κα­νε ἐρ­γό­χει­ρο (κομ­πο­σχο­ί­νια) καί δι­ά­βα­ζε. Τό Σάββατο με­ση­μέ­ρι πή­γαι­νε στό Μο­να­στή­ρι, ἔ­τρω­γε μα­ζί μέ το­ύς πα­τέ­ρες στήν τρά­πε­ζα, συμ­με­τεῖ­χε στήν Κυ­ρι­α­κά­τι­κη ἀ­κο­λου­θί­α στό Ναό καί στήν τρά­πε­ζα, τε­λει­ώ­νον­τας ἔ­παιρ­νε τά ἀ­πα­ρα­ί­τη­τα τῆς ἑ­βδο­μά­δος καί πή­γαι­νε στό ἀ­σκη­τή­ριό του μέ τά πό­δια.

Τό ἀ­σκη­τή­ριο ἀ­πέ­χει ἀ­πό τό μο­να­στή­ρι 1 ἕ­ως 1.30 ὥ­ρα. Εἶ­ναι κά­τω στήν θά­λασ­σα· μέ κά­ποι­α εὐ­κο­λί­α γί­νε­ται ἡ κα­τά­βα­ση, ἀλ­λά πο­λύ δύ­σκο­λη εἶ­ναι ἡ ἀ­νά­βα­ση, καί μά­λι­στα ὅ­ταν προ­η­γῆ­ται ἑ­βδο­μα­δι­α­ί­α ἄ­σκη­ση νη­στε­ί­ας καί ἀ­γρυ­πνί­ας. Τήν κα­λο­και­ρι­νή πε­ρί­ο­δο τό ρέ­μα στα­μα­τοῦ­σε νά ἔ­χη νε­ρό καί ἀ­φοῦ τε­λε­ί­ω­νε καί αὐ­τό τῆς στέρ­νας περ­νοῦ­σε τόν ὑ­πό­λοι­πο χρό­νο μέ δύ­ο μπε­τό­νια τῶν 20 λί­τρων, τά ὁ­ποῖ­α κά­ποι­ος πα­τέ­ρας τοῦ με­τέ­φε­ρε μέ ἕ­να ζῶ­ο κά­θε Κυ­ρια­κή στό ἀ­σκη­τή­ριό του.

Πάντα ἦ­ταν χα­ρο­ύ­με­νος, πο­λύ εὐ­γε­νής καί εὐ­γνώ­μων στόν Γέροντα καί στο­ύς πα­τέ­ρες πού τόν φρόν­τι­ζαν. Ἀ­πό τό στό­μα του δέν ἔ­λει­παν οἱ εὐ­χές, εὐ­χα­ρι­στί­ες καί εὐ­λο­γί­ες. Ὄν­τως ἦ­ταν ἄν­θρω­πος τοῦ Θε­οῦ. Τα­πει­νός, ἀ­σκη­τι­κός, φι­λά­δελ­φος, εὐ­γε­νής καί βα­θειά πι­στός μο­να­χός, μέ πρό­γραμ­μα καί φρό­νη­μα μο­να­χι­κόν, πρό­τυ­πο γιά ὅ­λους το­ύς νε­ώτε­ρους μο­να­χο­ύς. Ἦ­ταν πρό­σχα­ρος καί σι­ω­πη­λός. Εἶ­χε κά­τι τό δι­α­φο­ρε­τι­κό ἀ­πό το­ύς ἄλ­λους. Ἦ­ταν κο-  ν­τός, στρογ­γυ­λο­πρό­σω­πος, μέ λί­γα λευ­κά γέ­νια. Τά χρυ­σᾶ του δόν­τια φα­ί­νον­ταν ὅ­ταν χα­μο­γε­λοῦ­σε. Φο­ροῦ­σε ἄ­σπρες κάλ­τσες, «τσου­ρά­πια», μέ παν­τοῦ­φλες καί ἄ­σπρη φα­νέλ­λα χον­δρή ἁ­γι­ο­ρε­ί­τι­κη, χει­μῶ­να–κα­λο­κα­ί­ρι.

Κάποια πε­ρι­στα­τι­κά στήν συ­νέ­χεια δε­ί­χνουν τήν λε­πτό­τη­τα τοῦ χα­ρα­κτῆ­ρος του, τήν καλ­λι­έρ­γεια τῆς συ­νει­δή­σε­ως καί τήν ἀ­πο­δο­χή τοῦ θε­λή­μα­τος τοῦ Θε­οῦ.

Ὅ­ταν ἔ­γι­νε ἡ ἐ­κλο­γή τοῦ γέ­ρον­τος Αἰ­μι­λια­νοῦ ὡς Ἡ­γου­μέ­νου τῆς Σι­μω­νό­πε­τρας, ὁ γε­ρω–Ἀρ­σέ­νιος ἦ­ταν πα­ρών, ἀλ­λά λό­γῳ συ­νει­δη­σια­κοῦ προ­βλή­μα­τος δέν ψή­φι­σε. Ὅ­ταν τε­λε­ί­ω­σαν τά τῆς ἐ­κλο­γῆς πῆ­γε καί ἔ­βα­λε με­τά­νοι­α στόν Γέροντα λέ­γον­τάς του: «Ἐ­γώ δέν σέ ψή­φι­σα, ἀλ­λά, ἀ­φοῦ ἡ Ἀ­δελ­φό­τη­τα σέ ἐ­ξέ­λε­ξε ὡς Ἡ­γο­ύ­με­νο, βά­ζω με­τά­νοι­α καί θά ᾿μαι πάν­τα ὑ­πο­τα­κτι­κός σου».

Τά χρυ­σᾶ δόν­τια τοῦ θύμιζα­ν τίς πα­λαι­ές κα­κές ἡ­μέ­ρες τῆς ἀ­με­λε­ί­ας του. Ὅ­ταν, λοι­πόν, προ­έ­κυ­ψε κά­ποι­ο ὀ­δον­τι­α­τρι­κό πρό­βλη­μα, πῆ­γε σέ ὀ­δον­τί­α­τρο στήν Θεσ­σα­λο­νί­κη. Ἐ­κεῖ­νος τοῦ εἶ­πε ὅ­τι πρέ­πει νά κά­νη κά­ποι­ες ἐ­ξα­γω­γές, σφρα­γί­σμα­τα, ἀ­πο­νευ­ρώ­σεις κ.λπ. Τότε ὁ γε­ρω–Ἀρ­σέ­νιος τοῦ πρό­τει­νε νά τά βγά­λη ὅ­λα καί νά βά­λη μα­σέ­λα. Κα­τό­πιν συ­ζη­τή­σε­ων καί πι­έ­σε­ών του ὁ για­τρός δέ­χθη­κε. Ὅ­ταν λοι­πόν τά ἔ­βγα­λε, λέ­γει στόν για­τρό: «Κρά­τα τόν χρυ­σό καί κά­νε τον ὅ,τι θέ­λεις. Θέλω μό­νον τά δόν­τια γιά νά τά θά­ψω στό κοι­μη­τή­ριο τῆς Μο­νῆς. Δέν εἶ­ναι σω­στό νά πε­τα­χτοῦν. Ὅ­που θά εἶ­ναι ὅ­λο τό σῶ­μα, ὅ­ταν πε­θά­νω, ἐ­κεῖ νά βρί­σκων­ται καί αὐ­τά». Πράγ­μα­τι ἔ­τσι ἔ­γι­νε. Πίστευε βα­θειά στήν ἱ­ε­ρό­τη­τα καί τόν συνολικό ἁ­για­σμό τοῦ σώ­μα­τός του, καί αὐ­τό δε­ί­χνει πό­σο προ­σε­κτι­κοί πρέ­πει νά εἴ­μα­στε. 

Ὅ­ταν μέ τό κα­λό πῆ­γε στό ἀ­σκη­τή­ριό του, εἶ­χε πο­λύ χρό­νο. Εἶ­χε κά­νει στήν ἔ­ρη­μο 10 χρό­νια καί ἀ­γά­πη­σε τήν φυ­σι­κή ζωή. Τόν ἐ­λε­ύ­θε­ρο χρό­νο, καί γιά νά ξε­φε­ύ­γη λί­γο, θέ­λη­σε νά ἀ­σχο­λη­θῆ μέ κά­ποι­ον κῆ­πο, κλή­μα­τα, δέν­δρα κ.λπ. Βρῆ­κε ἕ­να πα­λιό κλῆ­μα, ἀ­πο­μει­νά­ρι τῶν πα­λαι­ῶν κα­το­ί­κων τοῦ σπι­τιοῦ· τό πε­ρι­ποι­ή­θη­κε, τό ἔ­κα­νε κα­τα­βο­λά­δα, πῆ­ρε ζωή καί ἀ­να­πτύ­χθη­κε πο­λύ. Ἐ­πί­σης βρῆ­κε κά­τι ἄ­γρι­ες συ­κι­ές καί θέ­λη­σε νά τίς μπο­λι­ά­ση. Τοῦ ἔ­δει­ξε ὁ πα­πα–Μύρων, πῆ­ρε μπό­λια καί τίς μπό­λια­σε. Πα­ρά τήν με­γά­λη δυ­σκο­λί­α πού ἔ­χουν τά μπό­λια τῆς συ­κιᾶς, τά δι­κά του ἔ­πια­σαν ὅ­λα. Ἔ­σπει­ρε καί κά­ποι­α χορ­τα­ρι­κά καί αὐ­τά πῆ­γαν πο­λύ κα­λά. Γιά ὅ­λα αὐ­τά ἦ­ταν πο­λύ χα­ρο­ύ­με­νος. Ὅ­ταν ὅ­μως πή­γαι­νε νά κά­νη προ­σευ­χή καί τά ἄλ­λα πνευ­μα­τι­κά του κα­θή­κον­τα, τό μυα­λό του συ­νε­χῶς πε­ρι­ε­σπᾶ­το στό τί θά κά­νει γιά τίς καλ­λι­έρ­γει­ές του καί ἐ­κλέ­πτε­το ἡ καρ­διά ἀ­πό τήν ἐ­να­σχό­λη­ση μέ τόν Θεό στά βι­ω­τι­κά. Αὐ­τό δέν τοῦ ἄ­ρε­σε. Ὅταν, λοιπόν, πῆ­γε στόν πνευ­μα­τι­κό του τόν πα­πα–Χα­ρά­λαμ­πο καί τοῦ τά εἶ­πε, ἐ­κεῖ­νος τοῦ θύ­μι­σε τόν σκο­πό γιά τόν ὁ­ποῖ­ο βγῆ­κε στήν ἄ­σκη­ση λέ­γον­τάς του πώς ὁ «πει­ρα­σμός» φρον­τί­ζει ὅ­λα νά πᾶ­νε κα­λά, γιά νά κλέ­πτε­ται ὁ νοῦς του ἀ­πό τόν Θεό. Γυ­ρί­ζον­τας λοι­πόν στό ἀ­σκη­τή­ριό του τά «χά­λα­σε» ὅ­λα, ἐ­πιρ­ρί­πτον­τας τήν μέ­ρι­μνά του στόν Κύριο ὅ­τι αὐ­τός θά τόν δι­α­θρέ­ψει. Ἔ­τσι ἡ­σύ­χα­σε καί συ­νέ­χι­σε τήν ἄ­σκη­σή του ἀ­πε­ρί­σπα­στος.

Ὁ Γέροντας τοῦ συ­νέ­στη­σε νά δι­α­βά­ση τόν Ἀβ­βᾶ Ἰ­σα­άκ. Τόν δι­ά­βα­ζε καί ἡ ἄ­σκη­σή του ἀ­πέ­κτη­σε πε­ρισ­σό­τε­ρο ζῆ­λο. Ἔ­κα­νε με­τά­νοι­ες καί ὁ­λο­νύ­κτια προ­σευ­χή. Γιά νά μπο­ρῆ νά κρα­τι­έ­ται ὄρ­θιος ἔ­κα­νε κρε­μα­στῆ­ρες ἀ­πό τήν ὀ­ρο­φή τοῦ κελ­λιοῦ ἤ χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σε τό κοι­νῶς λε­γό­με­νον «ἀκουμπιστήρι». Στό κε­φά­λι του ἀ­πό τίς πολ­λές με­τά­νοι­ες ἔ­κα­νε κα­ρο­ύ­μπα­λο. Ὅ­ταν ἔ­βγα­ζε τόν σκοῦ­φο του φαινόταν, καί στίς ἐ­ρω­τή­σεις τί εἶ­ναι αὐ­τό, ἔ­λε­γε: «Αὐ­τό τό κε­φά­λι φτα­ί­ει γιά ὅ­λα. Ἡ σει­ρά του τώ­ρα». Τά χρό­νια περ­νοῦ­σαν κι αὐ­τός ἦ­ταν πο­λύ ἀ­να­παυ­μέ­νος. Ἄρ­χι­σε ὅ­μως νά λι­γο­στε­ύ­η τό φῶς του καί δυ­σκο­λε­υ­ό­ταν νά δι­α­βά­ζη. Τό εἶ­πε στόν Γέροντα καί τόν ἔ­στει­λε σέ ὀ­φθαλ­μί­α­τρο στήν Θεσ­σα­λο­νί­κη. Ἐ­κεῖ­νος δι­ε­πί­στω­σε «κα­ταρ­ρά­κτη»· εἶ­πε νά τόν ἀ­φή­σου­με νά ὡ­ρι­μά­ση καί με­τά νά τόν χει­ρουρ­γή­σου­με. Πράγ­μα­τι ἔ­τσι ἔ­γι­νε. Ὅ­ταν ὅ­μως ἦλ­θε ὁ και­ρός τοῦ χει­ρουρ­γε­ί­ου, ὁ για­τρός δι­ε­πί­στω­σε γλα­ύ­κω­μα ἀ­θε­ρά­πευ­το. Ὡς ἐκ το­ύ­του ὁ γε­ρω–Ἀρ­σέ­νιος θά πα­ρέ­με­νε τυ­φλός. Τό δέ­χθη­κε ἀ­γογ­γύ­στως. Μόνον πού λυ­πή­θη­κε ὅ­τι δέν θά μπο­ροῦ­σε νά πά­η στό ἀ­σκη­τή­ριό του. Στόν λό­γο τοῦ Γέροντος Αἰμιλιανοῦ, «τί κρῖμα! Ἔ­πρε­πε νά πᾶ­με καί σέ ἄλ­λο για­τρό», ὁ γε­ρω–Ἀρ­σέ­νιος εἶ­πε, «ἄν ἦ­ταν πρός τό συμ­φέ­ρον μου θά σέ φώ­τι­ζε ὁ Θε­ός νά τό κά­νης. Τώρα ἔ­τσι σέ φώ­τι­σε, ἔ­τσι ἔ­γι­νε, αὐ­τό θέ­λει ἀ­πό μέ­να ὁ Θε­ός. Ἄς εἶ­ναι δο­ξα­σμέ­νο τό ὄ­νο­μά Του». Ἦλ­θε στό Μο­να­στή­ρι καί συ­νέ­χι­σε τό ἴ­διο ἀ­σκη­τι­κό πρό­γραμ­μα προ­σθέ­τον­τας τώ­ρα τόν ἐκ­κλη­σια­σμό του καί τήν συ­χνή θε­ί­α Κοι­νω­νί­α. Στόν Πνευ­μα­τι­κό δέν μπο­ροῦ­σε νά πά­η, ἀλ­λά ὁ πα­πα–Χα­ρα­λάμ­πης, πα­ρά τά ἡ­γου­με­νι­κά του κα­θή­κον­τα, ἐ­πει­δή ἔ­βλε­πε τήν πρό­ο­δό του καί χα­ι­ρόταν, ἐρχ­όταν καί τόν ἐ­ξω­μο­λο­γοῦ­σε.

Τήν Με­γά­λη Τεσ­σα­ρα­κο­στή τοῦ 1981 ἔ­κα­νε τό τρι­ή­με­ρο, κοι­νώ­νη­σε, ἔ­φα­γε τήν σο­ύ­πα τῆς Κα­θα­ρᾶς Τε­τάρ­της, ἀλ­λά ἔ­κα­νε ἐ­με­τό καί τα­ρά­χτη­κε. Ζήτησε τόν Πνευ­μα­τι­κό. Ἦλ­θε ὁ πα­πα–Χα­ράλαμ­πος, τόν ἐ­ξω­μο­λό­γη­σε, τόν πα­ρη­γό­ρη­σε, τόν ἑ­το­ί­μα­σε κι ἔ­φυ­γε λέ­γον­τάς του: «Νά μή σέ ἐμ­πο­δί­ζη τί­πο­τε ἀ­πό τό νά κοι­νω­νᾶς συ­χνά». Τήν ἄλ­λη ἑ­βδο­μά­δα ἔ­πα­θε κά­ποι­ο ἐγ­κε­φα­λι­κό καί στίς 15 Μαρ­τί­ου 1981, κα­τά τήν ὥ­ρα τοῦ Εὐ­χε­λα­ί­ου πα­ρέ­δω­σε τήν ψυ­χή του εἰς χεῖ­ρας τοῦ δι­και­ο­κρί­του Χρι­στοῦ μας, ὡς κα­λός ἀ­γω­νι­στής.

«Ἀ­πο­θα­νών δί­και­ος ἔ­λι­πε με­τά­με­λον»[1]. Καί ὁ γε­ρω–Ἀρ­σέ­νιος ἀ­γω­νί­σθη­κε τά τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια τῆς ζω­ῆς του μέ ὅ­λη του τήν καρ­διά καί μέ αὐ­τα­πάρ­νη­ση. Ἔ­φυ­γε προ­ε­τοι­μα­σμέ­νος γιά τήν αἰ­ώ­νια ζωή καί ἄ­φη­σε σέ μᾶς ἄ­ρι­στο πα­ρά­δειγ­μα με­τα­νο­ί­ας καί ἀ­σκή­σε­ως.

Τήν εὐ­χή του νά ἔ­χου­με.  Ἀ­μήν.

 

Διαβάστε ΕΔΩ τα προηγούμενα σχετικά άρθρα

 

  1. 1. Πα­ροιμ. ι­α΄, 4.

Σχετικά