ΣΤΟΝ ΑΕΡΑΕΡΩ — ΡαδιοΣυχνότητα
Ενωμένη ΡωμηοσύνηΕνωμένη ΡωμηοσύνηΚΕΝΤΡΟΝ ΕΝΟΤΗΤΟΣ ΚΑΙ ΜΕΛΕΤΗΣ
ΠΡΟΒΟΛΗΣ ΤΩΝ ΑΞΙΩΝ ΜΑΣ
ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ
Πανελλήνια Σύναξη στην ΙερισσόΣημαντική Ανακοίνωση προς τα Μέλη και Φίλους της «ΕΝΩΜΕΝΗΣ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗΣ» (Ε.ΡΩ.)Πρόγραμμα των Εκδηλώσεων Ετήσιας Σύναξης της Ε.Ρω στην Ιερισσό – 29/9/22 – 2/10/22Ανάγκες σε συνεργάτεςΠανελλήνια Σύναξη στην ΙερισσόΣημαντική Ανακοίνωση προς τα Μέλη και Φίλους της «ΕΝΩΜΕΝΗΣ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗΣ» (Ε.ΡΩ.)Πρόγραμμα των Εκδηλώσεων Ετήσιας Σύναξης της Ε.Ρω στην Ιερισσό – 29/9/22 – 2/10/22Ανάγκες σε συνεργάτες

ΑΣΚΗΤΙΚΗ ΚΑΙ ΗΣΥΧΑΣΤΙΚΗ ΑΓΙΟΡΕΊΤΙΚΗ ΠΑΡΆΔΟΣΗ: Γερω–Μητροφάνης Ἁγιοπαυλίτης

28 Απριλίου 2025 · 12 λεπτά

Απο την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

Ὁ γερω–Μη­τρο­φά­νης προ­ερ­χό­ταν ἐξ ἐγ­γά­μων. Γεν­νή­θη­κε στίς 21 Φε­βρου­α­ρί­ου τό 1917 στό χω­ριό Κόρθιον τῆς Ἄν­δρου ἀ­πό τόν Ἰ­ω­άν­νη Κόντη καί τήν Ἑ­λέ­νη, καί στό ἅ­γιο Βάπτισμα τοῦ ἔ­δω­σαν τό ὄ­νο­μα Γε­ώρ­γιος. Ἔ­γι­νε ὑ­πα­ξι­ω­μα­τι­κός τοῦ Βα­σι­λι­κοῦ Ναυ­τι­κοῦ. Μό­λις παν­τρεύ­τη­κε, ἀρ­ρώ­στη­σε ἡ γυ­ναῖ­κα του καί τῆς ἔ­κο­ψαν τά πό­δια. Τήν ὑ­πη­ρέ­τη­σε πε­ρί­που ἕ­να ἑ­ξά­μη­νο μέ χρό­νο καί με­τά ἡ γυναῖκα του ἐ­κοι­μή­θη. Δι­ά­βα­σε στόν Ἀ­πό­στο­λο Παῦ­λο καί στόν ἅ­γιο Κο­σμᾶ τόν Αἰ­τω­λό ὅ­τι κα­λύ­τε­ρα ὁ ἄν­θρω­πος πού χη­ρεύ­ει νά μήν ξαναπαν­τρεύ­ε­ται καί νά γί­νε­ται μο­να­χός. Παι­διά δέν εἶ­χαν ἀ­πο­κτή­σει, ὁ­πό­τε δέν εἶ­χε ὑ­πο­χρε­ώ­σεις. Ἐγ­κα­τέ­λει­ψε τόν κό­σμο καί ἦρ­θε στό Ἅ­γιον Ὄ­ρος σέ ἡ­λι­κί­α 45 πε­ρί­που ἐ­τῶν. Σκόρ­πι­σε σέ ἐ­λε­η­μο­σύ­νες ὅ­λη του τήν πε­ρι­ου­σί­α καί πῆ­ρε μα­ζί του εἴ­κο­σι χι­λιά­δες δραχ­μές. Ἔ­κα­νε μία πε­ρι­ο­δεί­α στό Ἅ­γιον Ὄ­ρος καί γύ­ρι­σε ὅ­λα τά Μο­να­στή­ρια. Ξα­νά­κα­νε ἄλ­λη μί­α καί με­τά ἔ­μει­νε στόν Ἅ­γιο Παῦ­λο. Εἶ­πε στήν Σύ­να­ξη τῆς Μο­νῆς, ὅ­ταν πῆ­γε νά βά­λη με­τά­νοι­α γιά δό­κι­μος: «Πε­ρι­δι­ά­βηκα ὅ­λα τά Μο­να­στή­ρια. Ἐ­δῶ ἀ­να­παύ­τη­κα». Ἔ­δω­σε τίς εἴ­κο­σι χι­λιά­δες δραχ­μές στόν Γέ­ρον­τα. Τόν ρώ­τη­σαν: «Δέν  ἔ­χεις συγ­γε­νεῖς;». «Πῆ­ραν αὐ­τοί, αὐ­τά εἶ­ναι γιά τίς  ψυ­χές τῶν γο­νέ­ων μου», ἀ­πάν­τη­σε.

Ἔ­γι­νε μο­να­χός τό 1965 στίς 30 Ἰ­α­νου­α­ρί­ου μέ τό ὄ­νο­μα Μη­τρο­φά­νης.

Ὁ προ­η­γού­με­νός του βί­ος εἶ­ναι τε­λεί­ως ἄ­γνω­στος, δι­ό­τι ὁ ἴ­διος δέν ἀ­νέ­φε­ρε πο­τέ τί­πο­τε. Ἔ­γι­νε μο­να­χός καί ἔ­ζη­σε βί­ο ἀ­νε­πί­λη­πτο, μέ κρυ­φή ἐρ­γα­σί­α. Ἦ­ταν ὑ­πό­δειγ­μα ξε­νιτεί­ας, ὑ­πα­κο­ῆς, νη­πτι­κῆς ἐρ­γα­σί­ας καί  μο­να­χι­κῆς ἀ­κρι­βεί­ας.

Πο­τέ του δέν βγῆ­κε στόν κό­σμο, πα­ρά μό­νο τά τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια τῆς ζω­ῆς του γιά για­τρό. Μέ τούς συγ­γε­νεῖς του δέν εἶ­χε καμ­μί­α ἐ­πι­κοι­νω­νί­α. Ἔ­φθα­σε στό ὕ­ψος τῆς ξε­νι­τεί­ας. Κά­πο­τε ἦρ­θε ὁ ἀ­δελ­φός του στό Μο­να­στή­ρι. Τόν χαι­ρέ­τη­σε καί αὐ­τό ἦ­ταν ὅ­λο. Ἔ­τρε­χε ἐ­κεῖ­νος ἀ­πό πί­σω του νά τοῦ μι­λή­ση, ἀλ­λά ὁ γε­ρω–Μη­τρο­φά­νης κοί­τα­ζε τό δι­α­κό­νη­μά του. Ὅ­ταν ἔ­φυ­γε, ἔ­βγα­λε νά τοῦ ἀ­φή­ση εἴ­κο­σι χι­λιά­δες δραχ­μές· τό ᾿70 ἦ­ταν πολ­λά χρή­μα­τα. «Ἔ­χει τό Μο­να­στή­ρι μου ἀ­πό ὅ­λα», τοῦ εἶ­πε. Ἄλ­λη φο­ρά δέν ξα­νάρ­θε ὁ ἀ­δελ­φός του. Ἄλ­λο­τε ἦρ­θαν τά ἀ­νί­ψια του. Τούς χαι­ρέ­τη­σε στήν αὐ­λή καί ἄλ­λη φο­ρά δέν το­ύς ξα­να­μί­λη­σε. Αὐ­τοί τοῦ ἔ­στει­λαν μί­α ἐ­πι­τα­γή. Πῆ­γε στε­νο­χω­ρη­μέ­νος στόν Γέροντα καί τοῦ εἶ­πε: «Γέροντα, συγ­χώ­ρε­σέ με. Αὐ­τοί μέ ἔ­βα­λαν σέ πει­ρα­σμό. Πάρτα ἐ­σύ, Γέροντα, τά χρή­μα­τα γιά τίς ἀ­νάγ­κες τοῦ Μο­να­στη­ριοῦ, νά μήν τά στε­ί­λω πί­σω».

Ἔ­κα­νε περίπου εἴ­κο­σι χρό­νια στό Ἀρ­χον­τα­ρί­κι πού εἶ­ναι τό­πος γνω­ρι­μί­ας. Ὑ­πῆρ­χαν ἄν­θρω­ποι πού ἔρ­χον­ταν στόν Ἅ­γιο Παῦ­λο μό­νο γιά νά τόν δοῦν, για­τί ἤ­ξε­ραν ὅ­τι δέν μι­λοῦ­σε. Τοῦ ἔ­στελ­ναν εὐ­χη­τή­ρια. Δέν τ᾿ ἄ­νοι­γε. Τόν ρω­τοῦ­σαν με­ρι­κοί:

 –Πά­τερ Μη­τρο­φά­νη, μᾶς θυ­μᾶ­σαι; Ἤρ­θα­με καί πέ­ρυ­σι.

Γιά νά ἀ­πο­φύ­γη τήν συ­ζή­τη­ση ἔ­λε­γε:

 –Ἔ, εὐ­λο­γη­μέ­νε, θά ση­μά­νει τώ­ρα, θά ση­μά­νει ἡ Ἐκ­κλη­σί­α.

 –Δέν θυ­μᾶ­σθε, ἤ­μα­σταν κά­ποι­α παι­διά ἀ­πό τήν Θε­ο­λο­γι­κή Σχο­λή…

 –Εἶ­πε ὁ Γέροντας πρέ­πει νά ᾿μα­στε ἀ­πό τήν ἀρ­χή στόν Ἑ­σπε­ρι­νό.

Ὅ­ταν ἤ­θε­λε νά ἀ­πο­φύ­γη ἄ­σκο­πες ἐ­ρω­τή­σεις, ἔ­λε­γε: «Ἐ­γώ δέν ξέ­ρω, πᾶ­τε στόν Γέ­ρον­τα».

Ὅ­ταν κά­ποι­ος τόν ρω­τοῦ­σε ἀ­πό ποῦ εἶ­ναι, ἀ­πέ­φευ­γε λέ­γον­τας τήν εὐ­χή: «Κύ­ρι­ε Ἰ­η­σοῦ Χρι­στέ, ἐ­λέ­η­σον ἡ­μᾶς». Καί ὅ­ταν ὁ ἄλ­λος ἐ­πέ­με­νε: «Μά σᾶς ρώ­τη­σα ἀ­πό ποῦ εἶ­σθε;». Ἔ­λε­γε: «Σᾶς πα­ρα­κα­λῶ» καί με­τά πιό δυ­να­τά, «Κύ­ρι­ε Ἰ­η­σοῦ Χρι­στέ, ἐ­λέ­η­σον ἡ­μᾶς». Ἀ­πέ­φευ­γε τίς συ­ζη­τή­σεις ἰ­δί­ως μέ τούς κο­σμι­κούς. Τόν ρω­τοῦ­σαν: «Γέ­ρον­τα, πό­τε ἤρ­θα­τε στό   Μο­να­στή­ρι;». Ἀ­παν­τοῦ­σε: «Ὁ Γέ­ρον­τας ξέ­ρει». Παρ᾿ ὅ­λα αὐ­τά δέν πα­ρε­ξη­γοῦν­το οὔ­τε στε­νο­χω­ροῦν­το ἀ­πό τήν ἄρ­νη­σή του, ἀν­τι­θέ­τως μά­λι­στα ἔ­στελ­ναν με­τά γράμ­μα­τα πού ἔ­γρα­φαν: «Συγ­χα­ρη­τή­ρια γιά τόν Ἀρ­χον­τά­ρη σας».

Καί πράγ­μα­τι ἦ­ταν ἄ­ξιος συγ­χα­ρη­τη­ρί­ων, δι­ό­τι ὅ­σο ἀ­πέ­φευ­γε τήν ἐ­πι­κοι­νω­νί­α μέ τούς προ­σκυ­νη­τές, ἄλ­λο τό­σο ἦ­ταν ἐ­πι­με­λής στό δι­α­κό­νη­μά του καί ἔ­κα­νε τά πάν­τα γιά νά τούς ἀ­να­παύ­ση. Αὐ­τή τήν ἀ­γά­πη του τήν δι­αι­σθά­νον­ταν οἱ προ­σκυ­νη­τές. Ὡς Ἀρ­χον­τά­ρης ἐ­πί ἔ­τη ἔ­πλε­νε ὅ­λα τά σεν­τό­νια μέ τά χέ­ρια του, τά ὁ­ποῖ­α αἱ­μά­τω­ναν ἀ­πό τά καυ­στι­κά καί τά ἀ­πορ­ρυ­παν­τι­κά. Δέν ἔ­δι­νε ἀ­φορμή σέ κα­νέ­να νά τόν κα­τη­γο­ρή­ση γιά κά­ποι­α πα­ρά­λει­ψη. Ἦ­ταν σι­ω­πη­λός, εὐ­γε­νέ­στα­τος, σέ ὅ­λους μι­λοῦ­σε στόν πλη­θυν­τι­κό. Εἶ­χε δέ καί τό ἀ­κα­τά­κρι­το.

Ἦ­ταν τῆς προ­σευ­χῆς ἄν­θρω­πος καί στήν ἀρχή δυ­σκο­λευ­ό­ταν μέ τό δι­α­κό­νη­μα τοῦ Ἀρ­χον­τά­ρη, μέ τίς μέ­ρι­μνες, δι­ό­τι καμ­μία φο­ρά ἔ­χα­νε τήν ἀ­κο­λου­θί­α καί δέν τό ἤ­θε­λε. Συμ­βου­λε­ύ­θη­κε τόν πα­πα–Ἐ­φρα­ίμ στά Κα­του­νά­κια καί ἐκεῖνος τοῦ εἶ­πε: «Πρῶ­τα ὑ­πα­κοή καί ἄς χά­νης ἀ­πό τήν ἀ­κο­λου­θί­α καί τήν προ­σευ­χή». Ἀ­πό τό­τε ἀ­να­πα­ύ­θη­κε καί ἔ­κα­νε τό δι­α­κό­νη­μά του χω­ρίς λο­γι­σμό, μέ τήν καρ­διά του.

Πάντα εἶ­χε τήν ὑ­πα­κοή πρώ­τη καί κα­λύ­τε­ρη. Δι­ά­βα­ζε πο­λύ τήν βί­βλο Βαρ­σα­νου­φί­ου καί Ἰ­ω­άν­νου καί τήν εἶ­χε με­τά τό Εὐ­αγ­γέ­λιο.                

Ἦ­ταν ὑ­πο­μο­νῆς στῦλος. Τοῦ ἀ­νέ­θε­σαν νά γη­ρο­κο­μῆ ἕ­να πο­λύ δύ­στρο­πο καί ἀ­νά­πη­ρο γε­ρον­τά­κι. Τόν δυ­σκό­λευ­ε πο­λύ. Ὅ­ταν δέν τοῦ ἄ­ρε­σε τό φα­γη­τό, τό πε­τοῦ­σε καί τόν ἔβριζε. Ἐ­ξω­μο­λογήθηκε τήν δυ­σκο­λί­α του στόν Γέ­ρον­τα καί συ­νέ­χι­σε μέ καρ­τε­ρία­ τήν δι­α­κο­νί­α του. Στά τε­λευ­ταῖ­α μα­λά­κω­σε τό γε­ρον­τά­κι, τοῦ ζη­τοῦ­σε συγ­χώ­ρη­ση καί  τόν εὐ­χα­ρι­στοῦ­σε γιά ὅ­λα.

Ὅ­πως ὁ­μο­λο­γοῦν οἱ συγ­κοι­νο­βιά­τες του πα­τέ­ρες ἦ­ταν σέ ὑ­ψη­λά μέ­τρα. Εἶ­χε ἀρ­χον­τιά, εὐ­αι­σθη­σί­α καί πολ­λή λε­πτό­τη­τα στο­ύς λο­γι­σμούς του. Γιά μία προ­σβο­λή ἑ­νός λο­γι­σμοῦ ἐ­ξωμο­λο­γεῖ­το καί με­τα­νο­οῦ­σε λές καί εἶ­χε κά­νει ἔγ­κλη­μα. Ἦ­ταν ἀ­βα­ρής στο­ύς ἄλ­λους, δέν εἶ­χε καμ­μία ἀ­παί­τη­ση. Σέ ὅ­λα ἔ­κα­νε ὑ­πα­κο­ή. Ὅ­ταν τήν Πρω­το­χρο­νιά ἔ­παιρ­ναν τά δι­α­κο­νή­μα­τα καί ἐρ­χό­ταν ἡ σει­ρά του, ἔμ­παι­νε μέ­σα, ἔ­βα­ζε με­τά­νοι­α, καί γιά ὅ­,τι τοῦ ἀ­νέ­θε­ταν ἔ­λε­γε: «Νἆναι εὐ­λο­γη­μέ­νο». Τίπο­τε ἄλ­λο, οὔ­τε γκρί­νια οὔ­τε ἀν­τι­λο­γί­α ὅ­τι δέν μπο­ρεῖ. Ἦ­ταν πάν­τα ἤρε­μος, σι­ω­πη­λός, νη­πτι­κός. Εἶ­χε ἐ­σω­τε­ρι­κή ἐρ­γα­σί­α καί ἀ­κα­τά­παυ­στη εὐ­χή. Στό κελ­λί του εἶ­χε κά­νει ἕ­να κά­θι­σμα στά μέ­τρα του καί ἀ­γρυ­πνοῦ­σε λέ­γον­τας τήν εὐ­χή. Εἶ­χε προ­σαρ­μό­σει καί δύ­ο ἀ­κουμ­πι­στή­ρια γιά τό κε­φά­λι καί κοι­μό­ταν κα­θή­με­νος. Στήν ἀ­κο­λου­θί­α στε­κό­ταν ὄρ­θιος καί τρα­βοῦ­σε κομ­πο­σχο­ί­νι. Βί­α­ζε τόν ἑ­αυ­τό του καί δέν κα­θό­ταν στό στα­σί­δι του, γιά νά μήν τόν παίρ­νη ὁ ὕ­πνος. Φαι­νό­ταν ἡ κό­πω­σή του ἀ­πό τήν ἀ­γρυ­πνί­α, για­τί καμ­μία φο­ρά, ἐ­νῶ ἦ­ταν ὄρ­θιος, τοῦ ἔ­πε­φτε τό κομ­πο­σχο­ί­νι. Ἦ­ταν πα­νύ­ψη­λος καί ὑ­πέ­φε­ρε ἀ­πό τήν μέ­ση του.

Ὁ γε­ρω–Μη­τρο­φά­νης ἦ­ταν ἄν­θρω­πος τῆς εὐ­χῆς καί τήν πε­ρι­φρου­ροῦ­σε ὡς κό­ρην ὀ­φθαλ­μοῦ. Δέν κα­θό­ταν πο­τέ νά ἀρ­γο­λο­γή­ση μέ κα­νέ­ναν. Οὔ­τε μι­λοῦ­σε πο­τέ γιά πνευ­μα­τι­κά, ἀ­κό­μη καί μέ το­ύς πα­τέ­ρες. Μόνον ἔ­λε­γε γε­νι­κά: «Μπῆ­κε νω­ρίς ἡ Ἄ­νοι­ξη φέ­τος» ἤ «ἔ­βρε­ξε σή­με­ρα». Δυό λέ­ξεις καί με­τά ἀ­πο­μα­κρυ­νό­ταν μέ τρό­πο, πή­γαι­νε πα­ρά­με­ρα μό­νος καί ἔ­κα­νε κομ­πο­σχο­ί­νι λέ­γον­τας τήν εὐ­χή.

Στίς παγ­κοι­νι­ές βο­η­θοῦ­σε σι­ω­πη­λά, χω­ρίς νά στα­μα­τᾶ τήν εὐ­χή. Ἄν ἄ­κου­γε νε­ώ­τε­ρους μο­να­χούς νά ἀρ­γο­λο­γοῦν, ἔ­λε­γε γε­νι­κά καί ἀ­ό­ρι­στα, χω­ρίς νά προ­σέ­χη κά­ποι­ον: «Τήν εὐ­χή, πα­τέ­ρες, τήν εὐ­χή». Ἄλ­λες φο­ρές, ὅ­ταν ξε­χνιοῦν­ταν τά νέ­α κα­λο­γέ­ρια καί δέν ἔ­λε­γαν τήν εὐ­χή, ἔ­λε­γε δι­α­κρι­τι­κά ἐκ­φώ­νως ὁ ἴ­διος μία φο­ρά τήν εὐ­χή γιά ὑ­πό­μνη­ση.

Ρω­τοῦ­σε τόν πα­πα–Ἄν­θι­μο:      

–Πῶς πᾶ­με, πά­τερ Ἄν­θι­με, μέ τήν εὐ­χή; Ἐρ­γά­ζε­σθε τήν εὐ­χή;

–Ναί, κά­νω τόν κα­νό­να μου, προ­σπα­θῶ.

–Εὐ­λο­γη­μέ­νε, ἄλ­λο κα­νό­νας καί ἄλ­λο αὐ­τό.

Μία φο­ρά τόν ρώ­τη­σε ἕ­νας νε­α­ρός πα­ρα­δελ­φός του γιά τήν εὐ­χή. «Δέν ξέ­ρω ἐ­γώ ἀπ᾿ αὐ­τά», εἶ­πε. Ὁ νέ­ος κα­λό­γε­ρος ἀ­νέ­φε­ρε στόν Ἡ­γο­ύ­με­νο γιά τήν ἀ­πάν­τη­σή του καί ὁ Ἡ­γο­ύ­με­νος τοῦ εἶ­πε νά πῆ ὅ­τι ἔ­χει εὐ­λο­γί­α ἀ­πό τόν Ἡ­γο­ύ­με­νο. Ὅ­ταν τό ἄ­κου­σε αὐ­τό ὁ γε­ρω–Μη­τρο­φά­νης, τοῦ μί­λη­σε. Τοῦ εἶ­πε γιά τήν κυ­κλι­κή εὐ­χή, ὅ­πως τήν κα­τα­λά­βαι­νε ὁ ἴ­διος καί τήν ἐ­φάρ­μο­ζε. Ἐ­πί­σης τοῦ εἶ­πε ὅ­τι μέ­σα στήν ἀ­κο­λου­θί­α ἀ­κο­ύ­ει καί τήν ψαλ­μω­δί­α στιγμές­-στιγ­μές, ἀλ­λά ἡ κύ­ρια προ­σο­χή του εἶ­ναι στήν εὐ­χή. Δέν γνω­ρί­ζου­με ἄν κά­ποι­ος τοῦ εἶ­χε δι­δά­ξει τήν εὐ­χή. Ὅ­μως ἦ­ταν πο­λύ πει­θαρ­χη­μέ­νο ἄ­το­μο καί ὅ­,τι τόν ὠ­φε­λοῦ­σε τό «ἔ­πια­νε» μέ πο­λλή ζέ­ση· ἀ­πέ­φευ­γε ὁ­,τι­δή­πο­τε ἀν­τί­θε­το. Ἔ­τσι μέ τήν ἐ­πι­μο­νή του στήν εὐ­χή, ὁ Θε­ός τοῦ δί­δα­ξε τήν εὐ­χή καί ἔφθασε στό «ἀδιαλείπτως προσεύχεσθε». Γε­νι­κά ἔ­λε­γε τήν εὐ­χή ὅ­λο τό ἡ­με­ρο­νύ­χτιο, ἀ­κό­μη καί στόν ὕ­πνο του, ἀ­στα­μά­τη­τα ἐ­κτός ἀ­πό τήν τρά­πε­ζα. Στήν τρά­πε­ζα δέν μπο­ροῦ­σε καί τό εἶ­χε με­γά­λο κα­η­μό καί πα­ρά­πο­νο: «Τί ᾿ναι αὐ­τό!», ἔ­λε­γε.     

Εἶ­χε πο­λλή τα­πε­ί­νω­ση. Τόν ρώ­τη­σε κά­ποι­ος:

–Για­τί δέν πῆ­γες στήν ἡ­συ­χί­α ἀ­φοῦ σοῦ ἀ­ρέ­σει ἡ εὐ­χή;

–Αὐ­τά εἶ­ναι γιά το­ύς δυ­να­το­ύς! Δέν εἶ­ναι γιά μέ­να, ἀ­πάν­τη­σε.

Καί ὅ­μως ὁ γε­ρω–Μη­τρο­φά­νης κα­τώρ­θω­σε τόν μέ­γα ἄ­θλο, νά ζή­ση ἡ­συ­χα­στι­κά μέ­σα στό κοι­νό­βιο. Ἡ­συ­χα­στής δέν εἶ­ναι αὐ­τός πού μέ­νει στήν ἔ­ρη­μο, ἀλ­λά αὐ­τός πού κά­νει τά ἔρ­γα τῆς ἡ­συ­χί­ας. «Ἡ­συ­χα­στής ἐ­στιν, ὁ τό ἀ­σώ­μα­τον ἐν σω­μα­τι­κῷ οἴ­κῳ πε­ρι­ο­ρί­ζειν φι­λο­νει­κῶν, τό πα­ρα­δο­ξό­τα­τον»[1]. Ὅ­ποι­ος κρα­τᾶ σι­ω­πή καί ἔ­χει νο­ε­ρά καί ἀ­δι­ά­λει­πτη προ­σευ­χή, αὐ­τός εἶ­ναι ἡ­συ­χα­στής. Δι­ό­τι τό πε­ρι­ε­κτι­κό ἔρ­γο τῆς ἡ­συ­χί­ας, εἶ­ναι ἡ πα­ρα­μο­νή τῆς προ­σευ­χῆς. Καί ὁ γε­ρω–Μη­τρο­φά­νης κα­τώρ­θω­σε αὐ­τά τά ὑ­ψη­λά νη­πτι­κά ἐ­πι­τε­ύγ­μα­τα πυ­κτε­ύ­ον­τας μέ­σα σέ πο­λυ­άν­θρω­πο Κοι­νό­βιο.

Ἕ­νας φοι­τη­τής στρα­τι­ω­τι­κῆς σχο­λῆς πού ἐ­πι­σκέ­φτη­κε τήν Ἱ. Μ. Ἁγ. Πα­ύ­λου δι­η­γή­θη­κε: «Τό βρά­δυ ση­κώ­θη­κα νά πά­ω στήν του­α­λέ­τα. Στόν δι­ά­δρο­μο εἶ­δα τόν γε­ρω–Μη­τρο­φά­νη ἀ­πό μα­κρυά, ἀ­πέ­ναντί μου, καί φαι­νό­ταν ὅ­τι κά­τι ψι­θύ­ρι­ζε. Τότε αἰ­σθάν­θη­κα ὅ­τι ἔ­βγαι­νε ἀ­πό τό στό­μα του μία εὐ­ω­δί­α πού ἁ­πλώ­θη­κε σέ ὅ­λο τόν δι­ά­δρο­μο καί γέ­μι­σα ἀ­πό εἰ­ρή­νη καί γα­λή­νη. Ὁ γε­ρω–Μη­τρο­φά­νης ἔ­στρι­ψε καί ἀ­νέ­βη­κε τήν σκά­λα καί ἐ­γώ πῆ­γα στίς του­α­λέ­τες. Αὐ­τή ἡ εὐ­ω­δί­α καί ἡ ἐ­σω­τε­ρι­κή εἰ­ρή­νη καί γα­λή­νη συ­νε­χί­στη­καν ἀ­κό­μη καί στίς του­α­λέ­τες. Ὅ­λος ὁ δι­ά­δρο­μος εἶ­χε γε­μί­σει ἀ­πό τήν εὐ­ω­δί­α!».

Ὁ πει­ρα­σμός τόν πε­ί­ρα­ζε καί τοῦ ἔ­λε­γε ὅ­τι δέν ἔ­χει κά­νει κα­θα­ρή ἐ­ξο­μο­λό­γη­ση καί θά κο­λα­στῆ. Κάθησε ὁ π. Μη­τρο­φά­νης καί σέ ἕ­να τε­τρά­διο ἔ­γρα­ψε μέ λε­πτο­μέ­ρει­ες ὅ­λη τήν ἐ­ξο­μο­λό­γη­σή του ἀ­πό τήν παι­δι­κή του ἡ­λι­κί­α. Πῆ­γε στόν Ἡ­γο­ύ­με­νο καί γιά δύο ὧ­ρες καί πα­ρα­πά­νω δι­ά­βα­ζε τήν ἐ­ξο­μο­λό­γη­σή του. Ὅ­ταν τε­λε­ί­ω­σε, εἶ­πε: «Δόξα σοι ὁ Θε­ός», κά­νον­τας τόν σταυ­ρό του. «Σ᾿ εὐ­χα­ρι­στῶ, Θεέ μου. Γέροντα, ἀ­λά­φρω­σε ἡ ψυ­χή μου. Τώρα θά ἔ­χω καί ἐ­γώ κά­τι νά πῶ στόν πει­ρα­σμό, ὅ­τι ἐ­ξω­μο­λο­γή­θη­κα τά πάν­τα λε­πτο­με­ρῶς».

Πλήν ὅ­μως ὁ δι­ά­βο­λος δέν ἡ­σύ­χα­σε. Με­τέ­φε­ρε τόν πό­λε­μο ἀ­πό τά ἐν­τός, το­ύς λο­γι­σμο­ύς, στά ἐ­κτός. Ὅ­ταν κοι­μό­ταν ὁ γε­ρω–Μη­τρο­φά­νης, πή­γαι­νε κά­τω ἀ­πό τό κρεβ­βά­τι του. Τό κου­νοῦ­σε, ἔ­κα­νε θό­ρυ­βο καί δέν τόν ἄ­φη­νε νά κοι­μη­θῆ.  

Ἔ­βλε­πε συ­χνά τόν δι­ά­βο­λο ὀ­φθαλ­μο­φα­νῶς. Τό κελ­λί του γέ­μι­ζε δα­ί­μο­νες. Ἕ­νας πά­νω στό ρά­φι, ἕ­νας κά­τω ἀ­πό τό κρεβ­βά­τι… καί ἦ­ταν ὅ­λοι γυ­μνοί. Τό ἀ­νέ­φε­ρε στόν Γέροντα: «Τί ᾿ναι αὐ­τοί, Γέροντα; Ἔ­ξω χι­ο­νί­ζει, αὐ­τοί ὁ­λό­γυ­μνοι. Δέν κρυ­ώ­νουν; Δέν μέ ἀ­φή­νουν σέ ἡ­συ­χί­α».

Ἀ­κό­μη καί στό νο­σο­κο­μεῖ­ο πού εἶ­χε βγῆ γιά τήν ὑ­γε­ί­α του, τόν πο­λε­μοῦ­σε ὁ δι­ά­βο­λος. Μία ἡ­μέ­ρα ἀ­νη­σύ­χη­σαν οἱ για­τροί. Τό βρά­δυ, κά­ποι­α στιγμή, ἀ­να­κά­θη­σε, γο­ύρ­λω­σε τά μά­τια του καί κοι­τοῦ­σε στό βά­θος κά­που· φαι­νό­ταν ὅ­τι κά­πως, ἐ­σω­τε­ρι­κά, πά­λευ­ε. Τόν τρι­γύ­ρι­σαν για­τροί καί νο­σο­κό­μες καί δέν μπο­ροῦ­σαν νά τόν συ­νε­φέ­ρουν. Δύο ὧ­ρες κρά­τη­σε αὐ­τό καί συ­νῆλ­θε μό­νος του. Ὅ­ταν τόν ρώ­τη­σαν τί ἔ­πα­θε, χα­μο­γέ­λα­σε καί εἶ­πε ἁ­πλά: «Ἦ­ταν ὁ ἀ­νε­πι­θύ­μη­τος».

Φο­ροῦ­σε ρά­σα κα­θα­ρά, ἀλ­λά πα­λαι­ά καί μέ πολ­λά μπα­λώ­μα­τα. Δέν ἐν­νο­οῦ­σε νά ἀλ­λά­ξη τό ἀ­πό 24ετίας συ­νε­χῶς φο­ρε­μέ­νο ζω­στι­κό του μέ­χρι πού τόν κά­λε­σαν στήν Σύναξη καί τοῦ εἶ­πε ὁ Γέρον­τας νά φο­ρέ­ση και­νο­ύρ­γιο. Ἀ­μέ­σως εἶ­πε «νἆ­ναι εὐ­λο­γη­μέ­νο» καί ἔ­κα­νε ὑ­πα­κοή. Τά τσου­ρά­πια του ἦ­ταν χι­λι­ομ­πα­λω­μέ­να, ὥ­στε δέν φαι­νό­ταν τό ἀρ­χι­κό τσου­ρά­πι. Ἀ­να­παυ­ό­ταν στά ἁ­πλά, στά κα­λο­γε­ρι­κά καί σε­βό­ταν τήν πα­ρά­δο­ση τῶν πα­λαι­ο­τέ­ρων. Ὅ­ταν ἦ­ταν τρα­πε­ζά­ρης, κά­ποι­ος νε­ώ­τε­ρος συν­δι­α­κο­νη­τής του βρῆ­κε ἕ­να τρα­πέ­ζι μέ ρό­δες καί τό πῆ­ρε στήν τρά­πε­ζα γιά νά τούς δι­ευ­κο­λύ­νη στό δι­α­κό­νη­μα. Μό­λις τό εἶ­δε ὁ γε­ρω–Μη­τρο­φά­νης φώ­να­ξε: «Ὄ­χι, ὄ­χι, ὄ­χι….Ἔ­τσι μᾶς ἔ­μα­θαν, ἔ­τσι θά ἀ­κο­λου­θή­σου­με». Καί δέν τό χρη­σι­μο­ποί­η­σαν. Ἀ­γα­ποῦ­σε καί εἶ­χε μά­θει πο­λύ κα­λά τήν τά­ξη τῆς Μο­νῆς· τήν τη­ροῦ­σε μέ εὐ­λά­βεια καί συ­νέ­πεια.

Δέν εἶ­χε καμ­μία ἀ­παί­τη­ση. Χρει­ά­σθη­κε νά κά­νη ἐ­ξε­τά­σεις. Τό εἶ­πε καί πε­ρί­με­νε ἤ­ρε­μα: «Ἄν θέ­λουν, θά μέ πᾶ­νε», εἶ­πε. Βγῆ­κε στήν Θεσ­σα­λο­νί­κη καί ἔ­κα­νε ἐγ­χεί­ρη­ση κή­λης. Ἔπρεπε νά με­τα­βοῦν σέ ἄλ­λο Νο­σο­κο­μεῖ­ο γιά ἐ­ξε­τά­σεις καί δέν ἄ­φη­σε τόν πα­πα–Σω­φρό­νιο νά τοῦ πά­ρη τόν ντορ­βά του, ὅ­σο κι ἄν ἐκεῖνος τόν πα­ρα­κά­λε­σε.

Ὁ ἰα­τρός κ. Πα­να­γι­ώ­της Κο­λι­ο­μι­χά­λης δι­η­γή­θη­κε: «Στήν δε­κα­ε­τί­α τοῦ ᾿80 εἶ­χα πολ­λούς πει­ρα­σμούς καί εἶ­χα φθά­σει σέ ἀ­πό­γνω­ση. Πή­γαι­να στό Ἅ­γιον Ὄ­ρος νά βρῶ κά­ποι­ον νά πα­ρη­γο­ρη­θῶ.  Συν­τα­ξί­δευ­α μέ ἕ­ναν ἄ­γνω­στο μο­να­χό χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά ὑ­ψη­λό. Σέ μία στιγ­μή ὁ ἀ­μί­λη­τος μο­να­χός μέ ρώ­τη­σε:

–Τί ἔ­χεις; Κά­τι φαί­νε­ται σ᾿ ἀ­πα­σχο­λεῖ ἔν­το­να. Τοῦ εἶ­πα τό πρό­βλη­μά μου, ζη­τών­τας τήν συμ­βου­λή του. Ἀ­φοῦ σκέ­φθη­κε λί­γο μοῦ εἶ­πε:

–Τρί­α πράγ­μα­τα νά προ­σέ­ξης. Πρῶ­τον νά ἔ­χης ὑ­πο­μο­νή. Ἐ­γώ μέ­σα μου χά­ρη­κα, δι­ό­τι ἐκ φύ­σε­ως ἤ­μουν ὑ­πο­μο­νε­τι­κός καί τό ἕ­να ἀ­πό τά τρί­α πού θά μέ βο­η­θοῦ­σαν τό εἶ­χα. Μέ λα­χτά­ρα πε­ρί­με­να τό δεύ­τε­ρο. Ὁ Γέ­ρον­τας συ­νέ­χι­σε:

–Ἄν τσα­κί­ση ἡ πρώ­τη ὑ­πο­μο­νή σου, πρέ­πει νά ἔ­χης κου­ρά­γιο νά ξα­να­κά­νης ὑ­πο­μο­νή. “Ὡ­ραῖ­α”, εἶ­πα μέ­σα μου, καί αὐ­τό φαί­νε­ται κα­τορ­θω­τό.

–Καί τό τρί­το, Γέ­ρον­τα; τόν ἐ­ρώ­τη­σα.

–Νά ἔ­χης ὑ­πο­μο­νή. Πλέ­ον κυ­ρι­εύ­τη­κα ἀ­πό χαρ­μο­λύ­πη. Χα­ρά, δι­ό­τι ἄ­κου­σα καί τό τρί­το πού ἔ­πρε­πε νά κά­νω γιά νά βο­η­θη­θῶ, καί λύ­πη, δι­ό­τι δέν ἦ­ταν κά­τι πού θά μέ βο­η­θοῦ­σε θαυ­μα­τουρ­γι­κά.

»Ὅ­ταν φθά­σα­με στήν Μο­νή τοῦ Ἁ­γί­ου Παύ­λου, συ­νει­δη­το­ποί­η­σα ὅ­τι ἦ­ταν ὁ Ἀρ­χον­τά­ρης τῆς Μο­νῆς. Μέ κέ­ρα­σε ἐ­πι­πλέ­ον τοῦ κα­νο­νι­κοῦ κε­ρά­σμα­τος λέ­γον­τάς μου μέ ἀ­γά­πη: “Πά­ρε καί αὐ­τό, δι­ό­τι εἶ­σαι κου­ρα­σμέ­νος καί τα­λαι­πω­ρη­μέ­νος”.

»Ἔ­μα­θα ἀ­πό ἄλ­λους ὅ­τι ὀ­νο­μά­ζε­ται Μη­τρο­φά­νης. Καί σέ ὅ­σους δι­η­γή­θη­κα τά πα­ρα­πά­νω, δυ­σκο­λεύ­ον­ταν νά τά πι­στέ­ψουν γνω­ρί­ζον­τας τό πό­σο σι­ω­πη­λός καί ὀ­λι­γό­λο­γος ἦ­ταν. Ἡ συμ­βου­λή του μέ βο­ή­θη­σε καί τόν εὐ­χα­ρι­στῶ γιά τίς εὐ­χές του».

Εἶ­χε δι­α­κό­νη­μα μέ­χρι τά γε­ρά­μα­τά του. Τό τε­λευ­ταῖ­ο πού εἶ­χε μέ­χρι τήν κο­ί­μη­σή του, ἦ­ταν τό φαρ­μα­κεῖ­ο. Ἦ­ταν ὁ φαρ­μα­κο­ποι­ός τῆς Μο­νῆς.

Στό τέ­λος ἀρ­ρώ­στη­σε ἀ­πό καρ­διά. Πῆ­γε ὁ πα­πα–Ἄν­θι­μος νά τόν δῆ στό Νο­σο­κο­μεῖ­ο, τοῦ δι­ά­βα­σε εὐ­χές καί τόν σταύ­ρω­σε. Ρώ­τη­σε τόν Δι­ευ­θυντή γιά τόν ἀ­σθε­νῆ, ἄν ἔ­χουν κα­νέ­να πα­ρά­πο­νο, καί ἐ­κεῖ­νος ἀ­πάν­τη­σε: «Ἐ­σεῖς δέν μᾶς στεί­λα­τε ἄν­θρω­πο, ἀλ­λά ἄγ­γε­λο». Τά ἴ­δια εἶ­παν καί στόν Ἡ­γού­με­νο.

Ἀ­φοῦ γύ­ρι­σε στό Μο­να­στή­ρι, τήν τε­λευ­ταί­α ἑ­βδο­μά­δα ἦ­ταν ἀρ­κε­τά σο­βα­ρά καί μέ δυ­σκο­λί­α κα­τέ­βαι­νε στήν θεί­α Λει­τουρ­γί­α.

Τήν τε­λευ­ταί­α ἡ­μέ­ρα τῆς ζω­ῆς του, μι­σή ὥ­ρα πρίν νά κοι­μη­θῆ, φο­ρών­τας τά ρά­σα τῆς μο­να­χι­κῆς του κου­ρᾶς κα­τέ­βη­κε στήν αὐ­λή, ἔ­κα­νε ἕ­να πε­ρί­πα­το στό Μο­να­στή­ρι, λές καί ἤ­θε­λε νά ἀ­πο­χαι­ρε­τή­ση τούς τό­πους πού ἔ­ζη­σε καί ἀ­γω­νί­στη­κε τό­σα χρό­νια, καί ὕ­στε­ρα ἀ­νέ­βη­κε στό κελ­λί του. Εἶ­δε κά­ποι­ον ἀ­δελφό νά ἀ­σπρί­ζη τό δι­πλα­νό κελ­λί καί τοῦ εἶ­πε: «Τί ὡ­ραῖ­ο, τί κα­θα­ρό καί ἄ­σπρο κελ­λί! Ἔ­τσι μά­λι­στα! Νά εὐ­χα­ρι­στη­θῆ αὐ­τός πού θά με­ί­νει». Κά­θη­σε στό κά­θι­σμά του, πού ἀ­γρυ­πνοῦ­σε μέ τό κομ­πο­σχο­ί­νι στό χέ­ρι λέ­γον­τας τήν εὐ­χή, καί ἐ­κοι­μή­θη εἰ­ρη­νι­κά.

Πῆ­γε σέ λί­γο ὁ δι­α­κο­νη­τής τό φα­γη­τό του καί βλέ­πον­τάς τον σ᾿ αὐ­τή τήν στά­ση νό­μι­σε ὅ­τι προ­σεύ­χε­ται. Γιά νά μήν τόν διακόψη, ἄ­φη­σε τόν δί­σκο καί ἔ­φυ­γε. Με­τά ἀ­πό μι­σή ὥ­ρα ἦρ­θε νά τόν πά­ρη καί τόν βρῆ­κε ἄ­θι­κτο. Μό­λις τόν σκούν­τη­σε, κα­τά­λα­βε ὅ­τι εἶ­χε φύ­γει. Ἦ­ταν ἡ 28η Ἀ­πρι­λί­ου 1995, ὥ­ρα 8μ.μ., πού ὁ πύκτης τοῦ Χριστοῦ, γε­ρω–Μη­τρο­φά­νης τελείωσε νικηφόρος τό μοναχικό του στάδιο σέ ἡ­λι­κί­α 78 ἐ­τῶν. Ὅ­πως ὅ­λοι οἱ πα­τέ­ρες δέν εἶ­χε νε­κρι­κή ἀ­καμ­ψί­α καί ἦ­ταν σάν ζων­τα­νός. Ἰ­δι­αί­τε­ρα ὁ γε­ρω–Μη­τρο­φά­νης ἦ­ταν κα­θή­με­νος στό στα­σί­δι του κλί­νον­τας τό κε­φά­λι του δε­ξιά, κρα­τών­τας τό κομ­πο­σχο­ί­νι στό χέ­ρι του καί τό νύ­χι του στόν κόμ­πο τοῦ κομ­πο­σχοι­νιοῦ. Οἱ πα­ρι­στά­με­νοι πα­τέ­ρες εἶ­δαν νά λάμ­πη τό πρό­σω­πό του. Αἰ­σθάν­θη­καν τέ­τοια­ εὐ­λά­βεια, ὥ­στε δί­στα­ζαν νά τόν ἀγ­γί­ξουν γιά νά τόν ἑ­τοι­μά­σουν. Μέ τά πα­πού­τσια καί τά ρά­σα πού φο­ροῦ­σε τόν ἔ­βα­λαν στόν τά­φο, για­τί αὐ­τά ἦ­ταν ἀ­πό τήν κα­λο­γε­ρι­κή του. Κα­νε­ίς δέν εἶ­χε νά πῆ πα­ρά­πο­νο γιά τόν γε­ρω–Μη­τρο­φά­νη. Ἀν­τι­θέ­τως τόν εἶ­χαν σάν ὑ­πό­δειγ­μα τε­λεί­ου μο­να­χοῦ. Ὄ­χι μό­νο δέν εἶ­χε χρέ­η πνευ­μα­τι­κά, ἀλ­λά εἶ­χε κά­νει καί ἑ­βδο­μῆν­τα πέν­τε κα­νό­νες ἐ­πι­πλέ­ον.

Ὁ Προ­η­γού­με­νος Εὐ­σέ­βιος πού τόν ἔ­κα­νε κα­λό­γε­ρο, ἐκ­φρα­ζό­ταν μέ πο­λύ θαυ­μα­σμό γιά τήν μο­να­χι­κή του πο­λι­τε­ί­α καί τίς ἀ­ρε­τές του.

Καί ὁ ση­με­ρι­νός Ἡ­γο­ύ­με­νος μαρ­τυ­ρεῖ: «Δέν εἶ­δα πιό φρό­νι­μο κα­λό­γε­ρο ἀ­πό τόν π. Μη­τρο­φά­νη στήν ζωή μου. Ἦ­ταν πρό­τυ­πο μο­να­χοῦ. Καί αὐ­τό τό κα­τώρ­θω­σε, δι­ό­τι δέν κα­τέ­κρι­νε κα­νέ­ναν. Ἦ­ταν τέ­τοι­ος ἀ­φεν­τάν­θρω­πος».

Κάποιος ἀ­πό το­ύς πα­τέ­ρες τόν εἶ­δε δύ­ο φο­ρές στόν ὕ­πνο του καί τόν ρώ­τη­σε πῶς εἶ­ναι. «Δόξα σοι ὁ Θε­ός, πο­λύ κα­λά εἶ­μαι». Τόν εἶ­δε πού φο­ροῦ­σε τό Σχῆ­μα καί τοῦ εἶ­πε: «Βλέ­πω ὅ­τι φο­ρᾶς καί τό Σχῆ­μα». «Ἔ, βέ­βαι­α, τό φο­ρά­ω, για­τί μ᾿ αὐ­τό ἀ­γω­νί­στη­κα».

Τήν εὐ­χή του νά ἔ­χου­με.  Ἀ­μήν.

  1. 1. Κλῖμαξ ΚΖ΄ (Α΄), ε΄.

 

Διαβάστε ΕΔΩ τα προηγούμενα σχετικά άρθρα

Σχετικά

ΑΣΚΗΤΙΚΗ ΚΑΙ ΗΣΥΧΑΣΤΙΚΗ ΑΓΙΟΡΕΊΤΙΚΗ ΠΑΡΆΔΟΣΗ: Γερω–Μητροφάνης Ἁγιοπαυλίτης · Ε.Ρω.