ΣΤΟΝ ΑΕΡΑ — ΕΡΩ — ΡαδιοΣυχνότητα
Ενωμένη ΡωμηοσύνηΕνωμένη ΡωμηοσύνηΚΕΝΤΡΟΝ ΕΝΟΤΗΤΟΣ ΚΑΙ ΜΕΛΕΤΗΣ ‒
ΠΡΟΒΟΛΗΣ ΤΩΝ ΑΞΙΩΝ ΜΑΣ
ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ
Ο Άγιος Παΐσιος μας είχε προειδοποιήσει για την εγκληματικότητα των νέων!Μητροπολίτης Κισάμου και Σελίνου: «Ευθαρσώς δηλώνουμε την άρνηση αποδοχής ενός ηλεκτρονικού μέσου, το οποίο φαλκιδεύει την ελευθερία του προσώπου»Utopia: Το ζοφερό μας μέλλον! – Δείτε τη βραβευμένη μικρού μήκους ταινία του Ελληνοαυστραλού σκηνοθέτη Κώστα Νίκα με θέμα την κατάργηση των μετρητών και την ηλεκτρονική φυλακήH AI «μπορεί να μας σκοτώσει όλους έως το τέλος της δεκαετίας» – Οι προειδοποιήσεις ειδικών και τα σενάρια απώλειας ελέγχουΜετρητά, ζήτημα Προσωπικής Ελευθερίας – Ολοένα και περισσότερες χώρες ανακαλούν την κατάργησή τους!Κρατικό CREDIT SCORE : Μια δύσκολη οικονομική περίοδος δεν σε κάνει λιγότερο αξιόπιστο άνθρωπο15η ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΣΥΝΑΞΗ ΝΕΟΤΗΤΟΣ – 25/4/2026Ο Άγιος Παΐσιος μας είχε προειδοποιήσει για την εγκληματικότητα των νέων!Μητροπολίτης Κισάμου και Σελίνου: «Ευθαρσώς δηλώνουμε την άρνηση αποδοχής ενός ηλεκτρονικού μέσου, το οποίο φαλκιδεύει την ελευθερία του προσώπου»Utopia: Το ζοφερό μας μέλλον! – Δείτε τη βραβευμένη μικρού μήκους ταινία του Ελληνοαυστραλού σκηνοθέτη Κώστα Νίκα με θέμα την κατάργηση των μετρητών και την ηλεκτρονική φυλακήH AI «μπορεί να μας σκοτώσει όλους έως το τέλος της δεκαετίας» – Οι προειδοποιήσεις ειδικών και τα σενάρια απώλειας ελέγχουΜετρητά, ζήτημα Προσωπικής Ελευθερίας – Ολοένα και περισσότερες χώρες ανακαλούν την κατάργησή τους!Κρατικό CREDIT SCORE : Μια δύσκολη οικονομική περίοδος δεν σε κάνει λιγότερο αξιόπιστο άνθρωπο15η ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΣΥΝΑΞΗ ΝΕΟΤΗΤΟΣ – 25/4/2026

ΙΓ’. Γερω–Γεώργιος τοῦ «Φανερωμένου»

12 Οκτωβρίου 2025 · 9 λεπτά

Απο την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

O π. Γε­ώρ­γιος γεν­νή­θη­κε τό 1902 στό Σου­φλί τῆς Θρά­κης καί στήν βάπτισή του ὠ­νο­μά­στη­κε Δῆ­μος (Κο­ζᾶ­κος). Σέ ἡ­λι­κί­α 23 ἐ­τῶν ἦρ­θε γιά νά μο­νά­ση καί οἰ­κο­νό­μη­σε ἡ Πα­να­γί­α νά βρῆ ἕ­ναν ἅ­γιο Γέροντα, τόν Χα­τζη­γε­ωρ­γι­ά­τη π. Εὐ­λό­γιο. Ἔ­γι­νε ἡ κου­ρά του τό ἔ­τος 1928 καί πῆ­ρε τό ὄ­νο­μα Γε­ώρ­γιος πρός τι­μήν τοῦ ἁ­γί­ου Γε­ωρ­γί­ου, στόν ὁ­ποῖ­ον ἐ­τι­μᾶ­το ὁ να­ός τῆς Κα­λύ­βης τους. Πρίν ἀ­πό τόν π. Γε­ώρ­γιο ἦ­ταν ὁ π. Πα­χώ­μιος, ὁ δε­ύ­τε­ρος τῆς συ­νο­δε­ί­ας καί με­τέ­πει­τα Γέροντάς του.

Ὁ π. Γε­ώρ­γιος βρῆ­κε μία κα­λή τά­ξη στό Κελ­λί τοῦ ἁγί­ου Γε­ωρ­γί­ου τοῦ «Φα­νε­ρω­μέ­νου» καί συ­νέ­χι­σε τήν χα­τζη­γε­ωρ­γι­ά­τι­κη πα­ρά­δο­ση.

Ὁ γε­ρω–Εὐ­λό­γιος ἦ­ταν ἁ­γι­α­σμέ­νη ψυ­χή. Ἀ­κο­λου­θών­τας τήν αὐ­στη­ρή ἄ­σκη­ση τοῦ με­γά­λου Χα­τζη­γι­ώρ­γη καί τη­ρών­τας νη­στε­ί­α ἀ­νέ­λαι­ο σέ ὅ­λη τήν ζωή του, εἶ­χε καί αὐ­τός πολ­λά ὑ­περ­φυ­σι­κά γε­γο­νό­τα. Ἔ­χουν γρα­φῆ ἀρ­κε­τά γι᾿ αὐ­τόν.

Ἡ ζωή τοῦ π. Γε­ωρ­γί­ου, ὅ­ταν ἐ­κοι­μή­θη­σαν οἱ Γέροντές του καί ἔ­μει­νε μό­νος του, ἦ­ταν ἐ­ξω­τε­ρι­κά ἑ­νός συ­νη­θι­σμέ­νου κελ­λι­ώ­του. Μαρ­τυ­ροῦν γνω­στοί του πα­τέ­ρες: «Ἦ­ταν κα­λο­κά­γα­θος καί ἐ­νά­ρε­τος.  Μο­ί­ρα­ζε στο­ύς πα­τέ­ρες κη­πευ­τι­κά, φρέ­σκο ψω­μί καί ὅ,τι ἄλ­λο εἶ­χε. Ἔ­κα­νε συ­χνά θεῖ­ες Λει­τουρ­γί­ες, προσ­έ­φε­ρε λου­κου­μά­δες καί ἦ­ταν πο­λύ χα­ρο­ύ­με­νος». Καλ­λι­ερ­γοῦ­σε τόν κῆ­πο του, μά­ζευ­ε τά λε­πτό­κα­ρα καί κα­θά­ρι­ζε τό κτῆ­μα του. Ἀλ­λά ἐ­κεῖ πού μέ ἱ­δρῶ­τα μέ­σα στό λι­ο­πύ­ρι ἐρ­γα­ζό­ταν, εἶ­χε ἀ­να­ψυ­χή καί βο­η­θό τήν εὐ­χή πού προ­σπα­θοῦ­σε νά τήν λέ­γη ἀ­κα­τά­παυ­στα. Ἀ­γα­ποῦ­σε πο­λύ τίς ἀ­κο­λου­θί­ες καί δέν πα­ρέ­λει­πε τί­πο­τε. Ὅ­ταν ἔ­ψη­νε ψω­μί, τό ἔ­κα­νε με­τά τήν ἀ­κο­λου­θί­α καί ὕ­στε­ρα ἔ­βγαι­νε στά φουν­το­ύ­κια. Ἦ­ταν σάν νά ἔ­κα­νε ἀ­γρυ­πνί­α.

Ξυ­πνοῦ­σε στίς 12 τά με­σά­νυ­χτα καί δι­ά­βα­ζε τρεῖς ὧ­ρες τήν ἀ­κο­λου­θί­α στήν Ἐκ­κλη­σί­α χω­ρίς σόμ­πα. Στά τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια τήν δι­ά­βα­ζε στό κελ­λί του πού εἶ­χε τζά­κι. Ἔ­κα­νε ἐ­πί πλέ­ον Πα­ρα­κλή­σεις καί δι­ά­φο­ρα ἄλ­λα. Ἔ­τσι ἀ­πό τά πολ­λά δι­α­βά­σμα­τα στό τέ­λος τῆς ἀ­κο­λου­θί­ας ἔ­κλει­νε ἡ φω­νή του καί δέν μπο­ροῦ­σε νά ἀρ­θρώ­ση λέ­ξη.

Εἶ­χε κα­θω­ρι­σμέ­νες ἑ­ορ­τές πού ἔ­κα­νε Λει­τουρ­γί­ες στό Ἐκ­κλη­σά­κι του, καί πάν­τα φί­λευ­ε τόν πα­πᾶ.

Κάποτε ἦ­ταν τοῦ Ἀ­κα­θί­στου. Ἐ­νῶ δι­ά­βα­ζε το­ύς Χαι­ρε­τι­σμο­ύς, εἶ­δε κά­ποι­ον μέ­σα στό ναό, ἀλ­λά δέν μπό­ρε­σε νά τόν δι­α­κρί­νη κα­λά στό πρό­σω­πο, νά τόν γνω­ρί­ση, ἄν ἦ­ταν ὁ ἅ­γιος Γε­ώρ­γιος ἤ κά­ποι­ος ἄλ­λος ἅ­γιος ἤ ἄγ­γε­λος. Ἔ­κτο­τε κάθε χρόνο αὐτήν τήν ἡ­μέ­ρα ἔ­κα­νε Λει­τουρ­γί­α.

Στίς ἀ­γρυ­πνί­ες καί τίς Κυ­ρια­κές ἐλει­τουρ­γεῖ­το στό Πρω­τᾶ­το. Εἶ­χε με­γά­λο πό­θο γιά τήν λα­τρε­ί­α· δέν ἄ­φη­νε ἀ­γρυ­πνί­α γιά ἀ­γρυ­πνί­α καί αὐ­τό τοῦ ἔ­δι­νε δυ­νά­μεις. Στά τε­λευ­ταῖ­α του, πού ἦ­ταν γε­ρον­τά­κι, ξε­κι­νοῦ­σε νω­ρί­τε­ρα. Ξε­κου­ρα­ζό­ταν λί­γο στο­ύς Ἰ­ω­σα­φα­ί­ους καί με­τά πή­γαι­ναν μαζί στήν ἀ­γρυ­πνία­. Ἦ­ταν καί φι­λό­μου­σος. Ἄν καί δέν τόν βο­η­θοῦ­σε ἡ φω­νή του, ἔ­ψελ­νε τα­κτι­κά στό Πρω­τᾶ­το. Τῆς Ἀ­να­λή­ψε­ως πή­γαι­νε στήν ἀ­γρυ­πνί­α τοῦ Πρω­τά­του, ὕ­στε­ρα πή­γαι­νε καί στήν πα­νή­γυ­ρη τοῦ Ντα­βί­λα καί κα­τά τό με­ση­μέ­ρι ξε­κι­νοῦ­σε γιά τό Κελ­λί του, πού δέν ἦ­ταν καί κοντά, καί μά­λι­στα μέ­σα στήν ζέ­στη, πα­ρά τήν ἡ­λι­κί­α του.

Ὁ π. Γε­ώρ­γιος ἦ­ταν πο­λύ ἀ­γω­νι­στής, εἶ­χε με­γά­λη εὐ­λά­βεια καί πο­λλή ἁ­πλό­τη­τα. Κα­τά τίς μαρ­τυ­ρί­ες τῶν γει­τό­νων του «ἔ­ζη­σε βί­ον ἅ­γιον». Ὁ γε­ρω–Μα­κά­ριος ὁ Ρου­μᾶ­νος, πού πή­γαι­νε καί ἐρ­γα­ζό­ταν ὡς μι­σθω­τός στόν π. Γε­ώρ­γιο, δέν εἶ­χε κα­νέ­να πα­ρά­πο­νο καί ἔ­λε­γε ὅ­τι ἦ­ταν ἅ­γιος ἄν­θρω­πος.

 Ἡ χά­ρις πού δί­δει ὁ Θε­ός στο­ύς ἀ­ξί­ους δέν κρύ­βε­ται. Ἀν­τα­να­κλᾶ καί δι­α­χέ­ε­ται γύ­ρω τους. Καί ὁ π. Γε­ώρ­γιος, ὅ­πως μαρ­τυ­ροῦν ὅ­σοι τόν γνώ­ρι­σαν, εἶ­χε χά­ρι. Κά­ποι­ος νέ­ος ἀπ᾿ τόν κό­σμο κά­θη­σε στήν πλα­τεῖα τῶν Κα­ρυ­ῶν καί πα­ρα­τη­ροῦ­σε το­ύς δι­ερ­χο­μέ­νους μο­να­χο­ύς, ἀ­να­ζη­τών­τας νά βρῆ κά­ποι­ον γιά νά τοῦ δώ­ση ἕ­να καν­τή­λι, τά­μα τῆς για­γιᾶς του. Ἀ­πό ὅ­σους πα­τέ­ρες εἶ­δε τόν εἵλ­κυ­σε ἕ­να σκυ­φτό γε­ρον­τά­κι, ὁ π. Γε­ώρ­γιος τοῦ «Φα­νε­ρω­μέ­νου», στόν ὁ­ποῖ­ο καί ἔ­δω­σε τό καν­τή­λι. 

Δι­η­γεῖ­το πολ­λά θα­ύ­μα­τα πού εἶ­χαν συμ­βῆ στό Κελ­λί τους. Τήν ἐμ­φά­νι­ση τοῦ ἁ­γί­ου Γε­ωρ­γί­ου  στούς­ λη­στές, γι᾿ αὐ­τό καί ὠ­νο­μά­στη­κε τό Κελ­λί  τοῦ «Φα­νε­ρω­μέ­νου». Τά ψά­ρια πού ἔ­στει­λε ὁ ἅ­γιος Γε­ώρ­γιος στήν πα­νή­γυ­ρη, καί πολ­λά ἄλ­λα πού εἶ­χε δεῖ στόν γέ­ροντά του Εὐ­λό­γιο, γιά τόν ὁ­ποῖ­ον ἔ­λε­γε ὅ­τι, ὅ­ταν προ­σευ­χό­ταν, τόν σκέ­πα­ζε μία ὀμ­πρέλ­λα φω­τει­νή. Ἀλ­λά ἐ­πει­δή με­ρι­κοί δέν τά πί­στευ­αν καί τόν εἰ­ρω­νε­ύ­ον­το, δέν τά ἔ­λε­γε σέ ὅ­λους.

Καί ὁ ἴ­διος ἔ­ζη­σε ἀρ­κε­τά θα­ύ­μα­τα καί εἶ­δε τήν πρό­νοι­α τοῦ Θε­οῦ, τῆς Πα­να­γί­ας καί τοῦ ἁ­γί­ου Γε­ωρ­γί­ου γι᾿ αὐ­τόν.

Εἶ­χαν τήν εἰ­κό­να τοῦ ἁ­γί­ου Γε­ωρ­γί­ου στήν Λι­τή. Ὅ­ταν κά­ποι­ος ζή­τη­σε νά κοι­νο­βι­ά­ση, τοῦ εἶ­παν νά βά­λη με­τά­νοι­α στόν Ἅ­γιο καί ἀ­μέ­σως ἔ­πε­σε ἡ εἰ­κό­να καί τόν χτύ­πη­σε στό κε­φά­λι του. Μόλις εἶ­δαν αὐ­τό, κα­τά­λα­βαν ὅ­τι δέν τόν θέ­λει ὁ Ἅ­γιος γι᾿ αὐ­τό τοῦ εἶ­παν νά φύ­γη.

Κάποτε, ἐ­νῶ δι­ά­βα­ζε τήν ἀ­κο­λου­θί­α του, κά­τι τόν πα­ρα­κί­νη­σε ἐ­σω­τε­ρι­κά νά πῆ το­ύς χαι­ρε­τι­σμο­ύς τῆς Πα­να­γί­ας. Ἔ­φυ­γε ἀ­πό τό στα­σί­δι καί πῆ­γε μπρο­στά στήν εἰ­κό­να της. Ἐ­νῶ ἔ­λε­γε το­ύς Χαι­ρε­τι­σμο­ύς, ξαφ­νι­κά πέ­φτει ἕ­να τοῦ­βλο με­γά­λο μέ σο­βᾶ, ἀ­κρι­βῶς στό μέ­ρος πού στε­κό­ταν προ­η­γου­μέ­νως.  Ἄν  κα­θό­ταν  ἐ­κεῖ,  θά  τόν  εἶ­χε  σκο­τώ­σει. Ἀλ­λά ἡ Πα­να­γί­α τόν ἔ­σω­σε μ᾿ αὐ­τόν τόν τρό­πο. Πῆ­γε στούς­ γείτονές του, το­ύς Τρυ­γω­νά­δες, καί τό δι­ηγήθηκε μέ δά­κρυ­α λέ­γον­τας ὅ­τι ἔ­γι­νε θαῦ­μα.

Τό ἔ­τος 1980 μπῆ­καν λη­στές στό Κελ­λί του τή νύ­χτα. Τόν ἔ­δε­σαν, τοῦ ἔ­κλει­σαν τά μά­τια καί τόν ἔ­κλε­ψαν. Χρή­μα­τα δέν βρῆ­καν ἀλ­λά τοῦ πῆ­ραν ἕ­ναν χρυ­σο­κέν­τη­το ἐ­πι­τά­φιο, νο­μί­σμα­τα Κων­σταν­τι­νᾶ­τα,  

ἀ­φι­ε­ρω­μέ­να στήν θαυ­μα­τουργή εἰ­κό­να τοῦ ἁ­γί­ου Γε­ωρ­γί­ου, θυ­μια­τό, Εὐ­αγ­γέ­λιο καί δι­σκο­πό­τη­ρο. Φε­ύ­γον­τας τόν χτυ­ποῦ­σαν στό πρό­σω­πο μέ μία βρεγ­μέ­νη πε­τσέ­τα καί τοῦ εἶ­παν νά μή ση­κω­θῆ, ἀλ­λά ὅ­πως εἶ­ναι δε­μέ­νος νά κοι­μη­θῆ. Μέ ἀ­πο­ρί­α το­ύς λέ­γει: «Τί λέ­τε; Ἐ­γώ θέ­λω νά δι­α­βά­σω τήν ἀ­κο­λου­θί­α».

Ὕ­στε­ρα πῆ­γε μέ με­λα­νι­α­σμέ­νο τό πρό­σω­πο ἀπό τά χτυ­πή­μα­τα καί τά δι­η­γή­θη­κε στο­ύς Τρυ­γω­νά­δες, χω­ρίς ἐκ­δι­κη­τι­κό­τη­τα καί μνη­σι­κα­κί­α, ἀλ­λά μέ ἀ­πο­ρί­α, για­τί ὁ ἅ­γιος Γε­ώρ­γιος δέν ἀ­πε­κά­λυ­ψε το­ύς λη­στές. Ἔ­λε­γε: «Ἅ­μα ἤ­θε­λα, ἔ­βα­ζα τόν ἅ­γιο  Γε­ώρ­γιο καί το­ύς ἔ­πια­νε, ἀλ­λά το­ύς λυ­πή­θη­κα».

Μα­ζί μέ αὐ­τές τίς δο­κι­μα­σί­ες εἶ­χε καί πει­ρα­σμο­ύς ἀ­πό τόν δι­ά­βο­λο. Ἄκου­γε μέ­σα του κά­ποι­α φω­νή καί ἀ­πό ἁ­πλό­τη­τα τήν πί­στευ­ε. Ἤ­θε­λε νά πά­η στίς Κα­ρυ­ές νά δώ­ση ἀ­πό τά προ­ϊ­όν­τα του σ᾿ ἕ­να Γέροντα καί ἄ­κου­σε φω­νή: «Μήν πᾶς, λε­ί­πει». Πῆ­γε, καί πράγ­μα­τι ἔ­λει­πε. Χάρηκε πού ἀ­λή­θευ­σε ἡ φω­νή. Ὁ γε­ρω–Νι­κό­λα­ος ὁ Τρυ­γω­νᾶς τόν συμ­βο­ύ­λευ­σε νά μήν τά πι­στε­ύ­η αὐ­τά, για­τί θά τήν πά­θει ἀ­πό τόν πει­ρα­σμό. Δι­ά­βα­ζε Πα­ρα­κλή­σεις καί ἄ­κου­γε φω­νή νά τοῦ λέ­η νά κά­νη τόν σταυ­ρό του καί τόν ἔ­κα­νε. Ἀλ­λά ἕ­να βρά­δυ κα­τά­λα­βε ὅ­τι ὅ­λα αὐ­τά ἦταν τοῦ πει­ρα­σμοῦ. Ἄ­κου­σε μία ἄ­γρια φω­νή κοντά στ᾿ αὐ­τί του νά βρί­ζη τά γέ­νεια του, καί φο­βι­σμέ­νος ἔ­τρε­ξε στο­ύς Τρυ­γω­νά­δες. Δέν μπο­ροῦ­σε νά με­ί­νη μό­νος του στό Κελ­λί. Ἀ­φοῦ συ­νῆλ­θε σέ δύο–τρεῖς μέ­ρες ξα­να­γύ­ρι­σε, ἀλ­λά ἦ­ταν πιό προ­σε­κτι­κός στίς δαι­μο­νι­κές πα­νουρ­γί­ες.

Ἡ πο­λυ­ε­τής ἐ­να­σχό­λη­ση τοῦ π. Γε­ωρ­γί­ου μέ τήν εὐ­χή ἔ­φε­ρε καρ­πο­ύς γλυ­κυ­τά­τους. Ἀλ­λά ὁ ἁπλοῦς Γέρων ἦ­ταν ἀ­νυ­πο­ψί­α­στος γιά τήν με­γά­λη πνευ­μα­τι­κή κα­τά­στα­σή του· αὐ­τά πού τοῦ συ­νέ­βαι­ναν τά ἐ­ξω­μο­λο­γή­θη­κε στόν Ρο­δο­στό­λου Χρυ­σό­στο­μο μή­πως εἶ­ναι πλά­νη. Τοῦ εἶ­πε: «Δέσποτα, τά τε­λευ­ταῖ­α τοῦ­τα χρό­νια συμ­βα­ί­νουν σέ μέ­να πα­ρά­ξε­να πράγ­μα­τα. Μπα­ί­νω στό Ἐκ­κλη­σά­κι μου, ἀρ­χί­ζω τήν εὐ­χή (ἐν­νο­οῦ­σε τό “Κύριε Ἰ­η­σοῦ Χρι­στέ, ἐ­λέ­η­σόν με”), καί ἀ­μέ­σως γλυ­κα­ί­νε­ται ἡ ψυ­χή μου· καί δέν ξέ­ρω ὕ­στε­ρα πό­σες ὧ­ρες περ­νᾶ­νε. Εὐ­χα­ρι­στι­έ­μαι βέ­βαι­α πο­λύ, ἀλ­λά οἱ ἅ­γιοι πα­τέ­ρες λέ­νε νά μήν ἔ­χου­με ἐμ­πι­στο­σύ­νη στόν ἑ­αυ­τό μας. Κι ἐ­γώ, ἐ­πει­δή δέν ξέ­ρω γράμ­μα­τα καί δέν μέ κό­φτει ὁ νοῦς νά δι­ακρί­νω  εὔ­κο­λα τά στρα­βά ἀπ᾿ τά κα­λά  στίς λε­πτομέ­ρει­ες τῶν πνευ­μα­τι­κῶν ἀ­γώ­νων, φο­βοῦ­μαι πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀπ᾿ το­ύς ἄλ­λους, μή­πως μέ πλα­νέ­ψη ὁ δι­ά­βο­λος μέ καμ­μία πα­νουρ­γί­α καί χά­σω τήν ψυ­χή μου. Πές μου, στό ὄ­νο­μα τοῦ Χρι­στοῦ· ἀπ᾿ τόν Θεό εἶ­ναι τοῦ­τα τά δι­κά μου ἤ ἀπ᾿ τόν δι­ά­βο­λο;

»Ἀ­πό τό­τε πού πῆ­ρε ὁ Θε­ός τόν Γέροντά μου κοντά Του, καί κυ­ρί­ως σέ τοῦ­τα τά τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια, τά μπέρ­δε­ψα ὅ­λα καί δέν ξέ­ρω τί μέ γί­νε­ται. Καί στόν κῆ­πο καί στά πε­ζο­ύ­λια ὅ­ταν σκά­βω, λέ­ω τήν εὐ­χή, ἀλ­λά ξέ­ρω τί κά­νω καί συμ­μα­ζε­ύ­ο­μαι μέ­σα ὅ­ταν ψη­λώ­νη ὁ ἥ­λιος καί μέ πι­ά­ση ἡ ζέ­στη. Ὅ­ταν ὅ­μως μπα­ί­νω στήν Ἐκ­κλη­σί­α, δέν εἶ­ναι τό ἴ­διο.

»Μπα­ί­νω γιά τόν Ὄρ­θρο, πο­λύ νύ­χτα ἀ­κό­μα. Προ­σκυ­νῶ τίς εἰ­κό­νες καί βλέ­πω ὕ­στε­ρα τά καν­τή­λια κι ἄν εἶ­ναι κα­νέ­να σβη­σμέ­νο τό ἀ­νά­βω. Μέ “τρα­βά­ει” ὕ­στε­ρα νά δῶ πο­λύ προ­σε­κτι­κά τήν εἰ­κό­να τοῦ Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ μας. Ἀρ­χί­ζω ὕ­στε­ρα τήν εὐ­χή. Στήν ἀρχή τήν λέ­ω κα­θα­ρά μέ τό στό­μα· τήν κα­τα­λα­βα­ί­νω ὅ­λη. Ὕ­στε­ρα τά χά­νω· οὔ­τε εἰ­κό­να βλέ­πω οὔ­τε τά χε­ί­λη μου αἰ­σθά­νο­μαι νά λέ­νε τί­πο­τα. Μόνο πού εἰ­ρη­νε­ύ­ουν ὅ­λα καί μοῦ φα­ί­νε­ται σάν νά λέ­γε­ται ἡ εὐ­χή μέ­σα μου· τήν ἀ­κο­ύ­ω καί τήν κα­τα­λα­βα­ί­νω κα­τα­κά­θα­ρα μέ­σα ἐ­δῶ· καί εὐ­χα­ρι­στι­έ­μαι, πο­λύ εὐ­χα­ρι­στι­έ­μαι. Ὅ­ταν στα­μα­τά­η, εἶ­ναι ἤ­δη χα­ραή (=χα­ραυ­γή, γλυ­κο­ξη­μέ­ρω­μα) καί πολ­λές φο­ρές ψη­λω­μέ­νος ὁ ἥ­λιος. Πάει λοι­πόν ἡ ἀ­κο­λου­θί­α. Τό ἴ­διο καί ὅ­ταν μπα­ί­νω γιά ἑ­σπε­ρι­νό·  μέ πι­ά­νει ἡ νύ­χτα καί ἑ­σπε­ρι­νό δέν κά­νω. Τό ἴ­διο πα­θα­ί­νω καί μπρο­στά στήν εἰ­κό­να τῆς Πα­να­γί­ας μας. Τήν ἀ­γα­πῶ πο­λύ. Μ᾿ ἀ­ρέ­σει πο­λύ νά τήν ἀν­τι­κρύ­ζω κι ἀρ­χί­ζω τό “Ὑ­πε­ρα­γί­α Θε­ο­τό­κε, σῶ­σον ἡ­μᾶς”· κι ἀ­πό ἐ­κεῖ τά ἴ­δια. Ἔ­χω καί τόν φό­βο μήν καί πέ­ση ἀπ᾿ τά χέ­ρια μου τό καν­τη­λο­κέ­ρι, κά­ψω τήν Ἐκ­κλη­σί­α τοῦ ἁ­η–Γι­ώρ­γη μου καί κα­γῶ κι ἐ­γώ· γι᾿ αὐ­τό τό σβή­νω καί τό ἀ­πο­θέ­τω παρ᾿ ἐ­κεῖ, προ­τοῦ ἀρ­χί­σω τήν εὐ­χή»[1].

Ἔ­λε­γε ἀκόμη γιά τόν ἑ­αυ­τό του: «Ὅ­ταν ἀρ­χί­ζω νά δι­α­βά­ζω τήν θε­ί­α Με­τά­λη­ψη, σάν νά εἶ­ναι ἄλ­λος ἄν­θρω­πος μέ­σα μου καί σάν νά τήν δι­α­βά­ζη αὐ­τός».

Ὅ­ταν ἔ­ψελ­νε τό Ἀ­ξι­όν ἐ­στι, ἔ­τρε­χαν τά δά­κρυά του.     

Συμ­βο­ύ­λευ­ε: «Γιά νά σω­θοῦ­με πρέ­πει νά πι­στε­ύ­ωμε ὅ­τι ὁ Χρι­στός εἶ­ναι Θε­άν­θρω­πος καί ἡ Πα­να­γία­ Θε­ο­τό­κος. Νά μήν ἀ­φή­νου­με τήν εὐ­χή. Ὁ κα­λό­γε­ρος χω­ρίς εὐ­χή δέν πά­ει μπρο­στά».

Τό ἔ­τος 1982 ὁ π. Γε­ώρ­γιος ἦ­ταν 80 ἐ­τῶν. Ὁ ἁ­γι­α­σμέ­νος Γέ­ρον­τάς του Εὐ­λό­γιος τοῦ εἶ­χε πεῖ πρίν ἀ­πό 34 χρό­νια, ὅ­τι θά κοι­μη­θῆ ὅ­ταν θά εἶ­ναι 80 χρό­νων. Ὁ­πό­τε στήν πα­νή­γυ­ρη τοῦ ἁ­γί­ου Γε­ωρ­γί­ου, πού θά ἦ­ταν ἡ τε­λευ­τα­ί­α πα­νή­γυ­ρη, ἔ­κα­νε τίς κα­λύ­τε­ρες ἑ­τοι­μα­σί­ες γιά νά εὐ­χα­ρι­στή­ση το­ύς πα­τέ­ρες, το­ύς πα­ρα­κα­λοῦ­σε νά ψάλ­ουν κα­λά γιά νά εὐ­χα­ρι­στή­σουν τόν ἅ­γιο Γε­ώρ­γιο, καί το­ύς ἔ­δι­νε εὐ­χές.

Σέ ὅ­λους ἔ­λε­γε ὅ­τι θά πε­θά­νει ἐ­κεῖ­νο τόν χρό­νο, ἀλ­λά ὁ για­τρός τῶν Κα­ρυ­ῶν δέν τόν πί­στευ­ε. Ἔ­λε­γε: «Μιά χα­ρά εἶ­ναι, δέν ἔ­χει τί­πο­τε». Καί πράγ­μα­τι φαι­νό­ταν ὑ­γι­ής. Μάζεψε, ὅ­πως κά­θε χρό­νο, τά λε­πτό­κα­ρα, τά φα­σό­λια του καί ὅ­λες τίς πα­ρα­γω­γές, καί στίς 20 Σε­πτεμ­βρί­ου ζή­τη­σε ἀ­πό τόν γε­ρω–Εὐ­γέ­νιο νά τόν με­τα­φέ­ρη μέ τό ζῶ­ο του στο­ύς Τρυ­γω­νά­δες. Ἔ­λε­γε μέ δά­κρυ­α κα­τα­νύ­ξε­ως: «Θά πε­θά­νω», ἐ­νῶ τό πρό­σω­πό του ἦ­ταν με­λα­νι­α­σμέ­νο καί ὁ ἴ­διος ἐ­ξαν­τλη­μέ­νος.

Ἐ­κεῖ ἔ­ζη­σε 22 ἡ­μέ­ρες. Εἶ­χε πει­ρα­σμο­ύς ἀ­πό τόν δι­ά­βο­λο. Δέν τόν ἄ­φη­νε νά προ­σευ­χη­θῆ, τοῦ ἔ­φερ­νε ζά­λη. Προ­τοῦ κοι­μη­θῆ, εἶ­δε δυό ἀ­ση­μέ­νι­ες κά­ρες πού «ἀ­στρά­φτα­νε». Τοῦ ἐ­ξή­γη­σαν οἱ πα­τέ­ρες ὅ­τι εἶ­ναι τῶν Γε­ρόν­των του Εὐ­λο­γί­ου καί Πα­χω­μί­ου, καί  τοῦ εὔ­χον­ταν νά κά­νη ὑ­πο­μο­νή, γιά νά γί­νη καί ἡ δι­κή του κά­ρα ἀ­ση­μέ­νια. Εἶ­δε ἐ­πί­σης μί­α τρά­πε­ζα στρω­μέ­νη μέ πολ­λά φα­γώ­σι­μα καί ἐ­πι­θυ­μοῦ­σε νά γίνη καί αὐ­τός μέ­το­χος αὐ­τῆς τῆς τρα­πέ­ζης.

Κυ­ρια­κή 11 Ὀ­κτω­βρί­ου τό ἔ­τος 1982 ἦ­ταν τῶν Ἁ­γί­ων Πα­τέ­ρων, το­ύς ὁ­πο­ί­ους εὐ­λα­βεῖ­το. Τό πρωΐ στίς 11 ἡ ὥ­ρα, τόν πῆ­ρε κοντά Του ὁ Θε­ός.

Τήν εὐ­χή του νά ἔ­χου­με.  Ἀ­μήν.

 

Διαβάστε ΕΔΩ τα προηγούμενα σχετικά άρθρα

 

  1. 1. +Ἐ­πι­σκό­που Ρο­δο­στό­λου Χρυ­σο­στό­μου, Γράμ­μα­τα καί Ἅρ­μα­τα στόν Ἄ­θω­να, Ἅ­γιον Ὄ­ρος 2000, σελ. 190–192.

 

Σχετικά