ON AIR — ERO — RadioFrequency
Enomeni RomiosiniEnomeni RomiosiniCENTER FOR UNITY AND STUDY -
PROMOTING OUR VALUES
IMPORTANT
Ο Άγιος Παΐσιος μας είχε προειδοποιήσει για την εγκληματικότητα των νέων!Μητροπολίτης Κισάμου και Σελίνου: «Ευθαρσώς δηλώνουμε την άρνηση αποδοχής ενός ηλεκτρονικού μέσου, το οποίο φαλκιδεύει την ελευθερία του προσώπου»Utopia: Το ζοφερό μας μέλλον! – Δείτε τη βραβευμένη μικρού μήκους ταινία του Ελληνοαυστραλού σκηνοθέτη Κώστα Νίκα με θέμα την κατάργηση των μετρητών και την ηλεκτρονική φυλακήH AI «μπορεί να μας σκοτώσει όλους έως το τέλος της δεκαετίας» – Οι προειδοποιήσεις ειδικών και τα σενάρια απώλειας ελέγχουΜετρητά, ζήτημα Προσωπικής Ελευθερίας – Ολοένα και περισσότερες χώρες ανακαλούν την κατάργησή τους!Κρατικό CREDIT SCORE : Μια δύσκολη οικονομική περίοδος δεν σε κάνει λιγότερο αξιόπιστο άνθρωπο15η ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΣΥΝΑΞΗ ΝΕΟΤΗΤΟΣ – 25/4/2026Ο Άγιος Παΐσιος μας είχε προειδοποιήσει για την εγκληματικότητα των νέων!Μητροπολίτης Κισάμου και Σελίνου: «Ευθαρσώς δηλώνουμε την άρνηση αποδοχής ενός ηλεκτρονικού μέσου, το οποίο φαλκιδεύει την ελευθερία του προσώπου»Utopia: Το ζοφερό μας μέλλον! – Δείτε τη βραβευμένη μικρού μήκους ταινία του Ελληνοαυστραλού σκηνοθέτη Κώστα Νίκα με θέμα την κατάργηση των μετρητών και την ηλεκτρονική φυλακήH AI «μπορεί να μας σκοτώσει όλους έως το τέλος της δεκαετίας» – Οι προειδοποιήσεις ειδικών και τα σενάρια απώλειας ελέγχουΜετρητά, ζήτημα Προσωπικής Ελευθερίας – Ολοένα και περισσότερες χώρες ανακαλούν την κατάργησή τους!Κρατικό CREDIT SCORE : Μια δύσκολη οικονομική περίοδος δεν σε κάνει λιγότερο αξιόπιστο άνθρωπο15η ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΣΥΝΑΞΗ ΝΕΟΤΗΤΟΣ – 25/4/2026

Άγιος Ιάκωβος Τσαλίκης – Διηγήσεις

14 April 2024 · 4 min read

ια΄. Εὐλάβεια σέ ἱερωμένους

Οταν ἤ­μου­να στρα­τι­ώ­της στήν Ἀ­θή­να, ὅ­ποι­ον ἔ­βλε­πα στόν δρό­μο, ἔ­λε­γα “Κα­λη­μέ­ρα”, “Καλη­­σπέ­ρα”, (ἀλλ᾽ αὐ­τοί) δέν μέ μι­λοῦ­σαν. Τό εἶχα πα­ρά­πο­νο, για­τί λέ­ω “ἐ­μεῖς στό χω­ριό μας λέ­με “Κα-

­λη­μέ­ρα”, “Κα­λη­σπέ­ρα”, “Χαί­ρε­τε”, “γειά σας”, ἐ­δῶ;”.

»Εἶ­πα, λοι­πόν, στόν συν­ταγ­μα­τάρ­χη μου, αὐ­τός ἦ­ταν ἅ­γιος ἄν­θρω­πος, καί μοῦ λέ­ει: “Ἄ­κου­σε νά σοῦ πῶ, παι­δί μου. Ἐ­δῶ, παι­δί μου, δέν λέ­νε “Χαί­ρε­τε”, ἐ­κτός ἄν εἶ­ναι κα­νέ­νας γνω­στός, ὅ­πως εἴμα­στε ἐ­μεῖς γνω­στοί, κα­νέ­νας Ἱ­ε­ρέ­ας, κα­νέ­νας γνωστός μας ἄν­θρω­πος”.

»Κά­πο­τε, ἐ­κεῖ στήν Ἁ­γί­α Τριά­δα Πει­ραι­ῶς, ἀ­πέ­ναν­τι, βλέ­πω ἀ­πό μα­κριά ἕ­ναν πα­πά καί τοῦ κά­νω ὑ­πό­κλι­ση, αὐ­τός μοῦ κά­νει νό­η­μα “ἔ­λα–ἐ­δῶ, ἔ­λα–ἐ­δῶ”. “Πά­τερ μου, πῶς νά ᾽ρθῶ; ἐ­δῶ εἶ­ναι λε­ω­φό­ρος, θά μέ κό­ψουν τά αὐ­το­κί­νη­τα” –ἔρ­χον­ταν ἀ­πό τόν Ἅ­γιο Βα­σί­λει­ο ἀ­πά­νω, ἔρ­χον­ταν ἀπ᾽ τήν Τερ­ψι­θέ­α τά τράμ καί τά αὐ­το­κί­νη­τα– “θά μέ κό­ψουν τά αὐ­το­κί­νη­τα”. “Μή φο­βᾶ­σαι, λέ­ει, ἔ­λα”. Τε­λι­κά μέ δυ­σκο­λί­α πέ­ρα­σα, κόν­τε­ψαν νά μέ κό­ψουν, ἕ­να μέ πά­τη­σε στό πα­πού­τσι. Πῆ­γα, λοι­πόν, ἔ­βα­λα με­τά­νοι­α, τοῦ φί­λη­σα τό χέ­ρι. Μοῦ λέ­ει:

— Ὅ­ταν βλέ­πης πα­πά, νά τοῦ φι­λή­σης τό χέ­ρι, γιά νά παίρ­νης εὐ­λο­γί­α. Τοῦ λέ­ω:

— Πά­τερ, καί ἐ­μεῖς εἴ­μα­στε ἀ­πό οἰ­κο­γέ­νεια πνευ­μα­τι­κή καί τό σό­ϊ μας ἀ­πό γε­νε­ές γε­νε­ῶν ἦ­ταν ὅ­λο ἱ­ε­ρο­μό­να­χοι στήν Μι­κρά Ἀ­σί­α.

»Κά­πο­τε, ἐρ­χό­μου­να ἀ­πό τήν Ἀ­νω­τέ­ρα Στρα­τι­ω­τι­κή Δι­οί­κη­ση, εἶ­χα πά­ει κά­τι ἔγ­γρα­φα, καί κά­τω στόν ἠ­λε­κτρι­κό στό Μο­να­στη­ρά­κι βλέ­πω τόν μα- ­κα­ρί­τη, τόν ἀ­εί­μνη­στο τόν Δε­σπό­τη τῶν Κα­λα­βρύ­των τόν Γε­ώρ­γιο. Ἐ­γώ τόν γνώ­ρι­σα, εἶ­χε αὐ­τός τό ἐγ­κόλ­πιο ἀ­πό μέ­σα, ἀλ­λά ἐ­γώ τόν γνώ­ρι­σα, για­τί πή­γαι­να στήν ἐκ­κλη­σί­α στό Ἱ­ε­ρό καί τόν γνώ­ρι­σα ὅ­ταν ἦ­ταν στόν Πει­ραι­ᾶ πρίν γί­νη Δε­σπό­της. Λέ­ω, “θά μπῶ καί ἐ­γώ στό τραῖ­νο νά πιά­σω μιά θέ­ση, νά τήν προ­σφέ­ρω στόν Δε­σπό­τη”, ἄν καί ντρε­πό­μου­να νά σπρώ­ξω τόν κό­σμο νά μπῶ μέ­σα στό τραῖ­νο. Μπῆ­κα τε­λι­κά μέ­σα, βρῆ­κα μιά θέ­ση, κά­θο­μαι, ὁ Δε- σπό­της πῆ­γε νά πια­στῆ ἀ­πό κά­τι λου­ριά πού εἶ­χε ἐ­κεῖ καί κόν­τε­ψε νά πέ­ση πά­νω στόν κό­σμο καί λέ­ει ὁ εἰ­σπρά­κτωρ: “Μί­α θέ­ση γιά τόν Δέ­σπο­τα”. Μί­α κυ­ρί­α εἶ­χε δύ­ο μι­κρά τό ἕ­να ἀ­πό δε­ξιά τό ἄλ­λο ἀ­πό ἀ­ρι­στε­ρά. Λέ­ει (ξα­νά ὁ εἰ­σπρά­κτωρ) :

— Μαν­τάμ–μαν­τάμ, σέ πα­ρα­κα­λῶ, μιά θέ­ση γιά τόν Δέ­σπο­τα.

— Τήν πλη­ρώ­νω ἐ­γώ, κύ­ρι­ε εἰ­σπρά­κτορ, τήν θέ­ση, τοῦ ἀ­πάν­τη­σε.

— Ἔ! βάλ­το τό ἕ­να τό παι­δά­κι πά­νω στήν πο­διά σου, τῆς λέ­ει, νά κα­θή­ση καί ὁ Δέ­σπο­τας.

— Δέν πει­ρά­ζει, δέν πει­ρά­ζει, εἶ­πε ὁ Δε­σπό­της.

— Ὁ­ρί­στε, λέ­ω τό­τε ἐ­γώ, Σε­βα­σμι­ώ­τα­τε, κα­θῆ­στε.

»Μέ κοίτα­ξε αὐ­τός κα­λά–κα­λά, με­τά μοῦ λέ­ει:

— Βρέ, στρα­τι­ώ­τα, ἐ­σύ εἶ­σαι ἀ­δύ­να­τος, λε­πτός ἄν­θρω­πος καί κου­ρα­σμέ­νος, κά­θη­σε στρα­τι­ώ­τα μου ἐ­σύ.

— Σε­βα­σμι­ώ­τα­τε, τήν θέ­ση τήν πῆ­ρα γιά σᾶς. Τήν εὐ­χή σας, ὁ­ρί­στε κα­θῆστε. Ἔ­βα­λα μιά με­τά­νοι­α, τοῦ φί­λη­σα τό χέ­ρι καί κά­θη­σε ὁ Δε­σπό­της.

»Ἔ­τσι ἔ­μα­θα ἀ­πό τούς γο­νεῖς μου. Ἔ­τσι πέ­ρα­σα στήν Ἀ­θή­να, μέ τούς πα­πᾶ­δες καί μέ τήν Ἐκ­κλη­σί­α, τί­πο­τα ἄλ­λο, καί τήν ὑ­πη­ρε­σί­α μου ὡς στρα-­τι­ώ­της. Ἀλ­λά δέν μ᾽ ἀ­δί­κη­σε ὁ Θε­ός⋅ 36 μῆ­νες μέ φύ­λα­γε τό χέ­ρι τοῦ Θε­οῦ».

 

ιβ΄. Ὁ Δι­οι­κη­τής του

ό δα­κτυ­λά­κι τοῦ Δι­οι­κη­τῆ μου τό ᾽­χω (μέ­χρι) σή­με­ρα καί τό θυ­μιά­ζω, (ἐ­πει­δή) ἔ­γρα­φε τίς ἄ­δει­ες ἐ­ξό­δου μου, γι­ά νά πη­γαί­νω στήν Ἐκ­κλη­σί­α νά κοι­νω­νῶ καί νά ἐ­ξο­μο­λο­γοῦ­μαι. Ὁ Δι­οι­κη­τής μοῦ ᾽λε­γε: ”Σέ ὑ­πο­στη­ρί­ζω ἀ­πό συμ­φέ­ρον, γι­ά νά μέ μνη­μο­νεύ­ης, ὅ­ταν πε­θά­νω­”. Ἔ­παιρ­νε φτω­χο­κό­ρι­τσα, τούς ἔ­βα­ζε λε­φτά στήν Τρά­πε­ζα, τά μά-­θαι­νε δου­λειά, τά  κα­λο­τά­ϊ­ζε, τά κα­λο­πάν­τρευ­ε, τά ἀ­πο­κα­θι­στοῦ­σε. Τέ­τοι­α ἔ­κα­νε».

ιγ΄. Μακαρία ἁπλότης

ά σᾶς πῶ τώ­ρα τί ἁ­πλό­τη­τα εἴ­χα­με ἐ­κεῖ­να τά χρό­νια; Θά γε­λά­σε­τε. Μοῦ λέ­ει κά­πο­τε ὁ Δι­οι­κη­τής μου –ἦ­ταν Συν­ταγ­μα­τάρ­χης– “δέν μοῦ λές, παι­δί μου, Ἰ­ά­κω­βε, τί ὥ­ρα εἶ­ναι;”. Τώ­ρα ἐ­γώ πού δέν ἤ­ξε­ρα τήν ὥ­ρα τί νά τοῦ πῶ; Γιά νά μήν τοῦ πῶ ὅ­τι δέν ξέ­ρω, σκέ­φθη­κα ἄς τοῦ πῶ μιά ὥ­ρα (καί) αὐ­τός θά κοι­τά­ξη τό ρο­λό­ϊ. Κοι­τά­ζω, βλέ­πω δύ­ο δείχτες. Ὁ με­γά­λος (πού) λέ­ει τήν ὥ­ρα καί ὁ μι­κρός (τά λε­πτά).

— Ἡ ὥ­ρα εἶ­ναι τέσ­σε­ρις.

— Πά­ρε τό κο­ρί­τσι, μοῦ λέ­ει, νά μᾶς πῆ τήν ὥ­ρα.

— Μέ κο­ρί­τσια ἐ­γώ δέν μι­λά­ω, κύ­ρι­ε Συν­ταγ­μα­τάρ­χα. Ἐ­γώ ἔ­χω προ­ο­ρι­σμό, θά πά­ω στό Μο­ναστή- ρι, ἐ­γώ ἀ­πό παι­δί μέ κο­ρί­τσια δέν μι­λά­ω.

— Κα­λά, μοῦ λέ­ει, πά­ρε τό 14 στό τη­λέ­φω­νο. (Αὐ- τός ἦ­ταν ὁ ἀ­ριθ­μός γιά τήν ὥ­ρα).

»Παίρ­νω καί λέ­ει ἀ­πό μέ­σα μιά λε­πτή κο­ρι­τσί­στι­κη φω­νή εἴ­κο­σι. Τό πα­ρα­τά­ω ἀ­μέ­σως κά­τω.

— Τί εἶ­πε, μοῦ λέ­ει ὁ Δι­οι­κη­τής, τό κο­ρί­τσι;

— Μέ συγ­χω­ρεῖ­τε, κύ­ρι­ε Δι­οι­κη­τά, μιά κο­πέλ­λα φώ­να­ξε εἴ­κο­σι.

»Κα­τά­λα­βε αὐ­τός ὅ­τι ἡ ὥ­ρα ἦ­ταν 8.00΄. Καί πό­σα καί πό­σα (ἄλ­λα τέ­τοι­α γε­γο­νό­τα!).

»Ἀλ­λά ἐ­κεῖ­να τά χρό­νια μπο­ρεῖ νά ἤ­μα­σταν ἁ­πλά παι­διά καί φτω­χοί ἄν­θρω­ποι ἀλ­λά εἴ­χα­με τι­μή καί ἠ­θι­κή. Ὅ,τι μᾶς λέ­γαν οἱ γο­νεῖς μας τό κά­ναμε».

ΔΙΗΓΗΣΕΙΣ από το Βιβλίο “Ο ΓΕΡΩΝ ΙΑΚΩΒΟΣ   ΔΙΗΓΗΣΕΙΣ–ΝΟΥΘΕΣΙΕΣ–ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ” της σειράς ΟΡΘΟΔΟΞΟ ΒΙΩΜΑ  4

ΕΚΔΟΣΗ ΤΟΥ ΚΕΝΤΡΟΥ ΕΝΟΤΗΤΟΣ ΚΑΙ ΜΕΛΕΤΗΣ – ΠΡΟΒΟΛΗΣ ΤΩΝ ΑΞΙΩΝ ΜΑΣ «ΕΝΩΜΕΝΗ  ΡΩΜΗΟΣΥΝΗ» σελ. 28-32

Δείτε ΕΔΩ τις σχετικές με το βιβλίο αναρτήσεις

Related reading

Άγιος Ιάκωβος Τσαλίκης – Διηγήσεις · E.Ro.