ΣΤΟΝ ΑΕΡΑΕΡΩ — ΡαδιοΣυχνότητα
Ενωμένη ΡωμηοσύνηΕνωμένη ΡωμηοσύνηΚΕΝΤΡΟΝ ΕΝΟΤΗΤΟΣ ΚΑΙ ΜΕΛΕΤΗΣ
ΠΡΟΒΟΛΗΣ ΤΩΝ ΑΞΙΩΝ ΜΑΣ
ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ
Πανελλήνια Σύναξη στην ΙερισσόΣημαντική Ανακοίνωση προς τα Μέλη και Φίλους της «ΕΝΩΜΕΝΗΣ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗΣ» (Ε.ΡΩ.)Πρόγραμμα των Εκδηλώσεων Ετήσιας Σύναξης της Ε.Ρω στην Ιερισσό – 29/9/22 – 2/10/22Ανάγκες σε συνεργάτεςΠανελλήνια Σύναξη στην ΙερισσόΣημαντική Ανακοίνωση προς τα Μέλη και Φίλους της «ΕΝΩΜΕΝΗΣ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗΣ» (Ε.ΡΩ.)Πρόγραμμα των Εκδηλώσεων Ετήσιας Σύναξης της Ε.Ρω στην Ιερισσό – 29/9/22 – 2/10/22Ανάγκες σε συνεργάτες

Αποφθέγματα από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

5 Νοεμβρίου 2021 · 6 λεπτά

Έλεγε ὁ γε­ρω–Μα­κά­ριος γιά τόν Γέ­ρον­τά του πα­πα–Εὐ­θύ­μιο τοῦ Ἐ­σταυ­ρω­μέ­νου, τόν Πνευ­μα­τι­κό: «Ὁ Γέ­ρον­τάς μου ἦ­ταν ἐ­λε­ή­μων, ἀ­γρυ­πνοῦ­σε τίς νύ­χτες καί ἦ­ταν ἄν­θρω­πος προ­σευ­χῆς. Ἔ­ζη­σε βί­ον θε­ά­ρε­στον, ὅ­λη του ἡ ζω­ή ἦ­ταν ἀ­σκη­τι­κή μέ αὐ­στη­ρό­τη­τα». 

«Κα­τά τήν ἀ­να­κο­μι­δή τά ὀ­στᾶ τοῦ Γέ­ρον­τός μου εὐ­ω­δί­αζα­ν. Μό­λις ἔ­βγα­λαν καί τό τε­λευ­ταῖ­ο σα­νί­δι, ἐ­μέ­να μέ χτύ­πη­σε εὐ­ω­δί­α. Αὐ­τή τήν εὐ­ω­δί­α τήν ἄ­κου­σα (αἰ­σθάν­θη­κα) καί τά με­σά­νυ­χτα στήν Ἐκκλησία ὅ­ταν κά­να­με τό μνη­μό­συ­νο, καί ἄλ­λη μία φο­ρά πού δού­λευ­α κά­τω ἀ­πό τό μνῆ­μα ἐ­κεῖ στό ἀμ­πέ­λι, καί ἦρ­θε μό­νη της ἡ εὐ­ω­δί­α. Ἀλ­λά δέν θέ­λη­σα ἐ­γώ νά τό δι­α­δώ­σω γιά νά δο­ξά­σω ὡς ἅ­γιο τόν Γέ­ρον­τά μου, για­τί εἶ­ναι Γέ­ρον­τάς μου. Ἅ­μα θέ­λη ὁ Θε­ός τόν δο­ξά­ζει». 

Ο γέρων δια­κο–Εὐ­θύ­μιος ὁ Ρε­πα­νᾶς ἦρ­θε 18 ἐ­τῶν στό Ἅ­γιον Ὄ­ρος καί ἔ­ζη­σε 70 χρό­νια ὡς μο­να­χός στό Πε­ρι­βό­λι τῆς Πα­να­γί­ας. Εἶ­χε μία πο­λύ βα­σι­κή ἀ­ρε­τή. Δέν κα­τέ­κρι­νε κα­νέ­ναν. Κάποτε στήν πα­νή­γυ­ρη τῆς Κου­τλου­μου­σια­νῆς Σκή­της τοῦ Ἁ­γί­ου Παν­τε­λε­ή­μο­νος οἱ πα­τέ­ρες στό κέ­ρα­σμα συ­ζη­τοῦ­σαν. Μόλις ὅ­μως ἡ συ­ζή­τη­ση πῆ­ρε χα­ρα­κτῆ­ρα κου­τσομ­πο­λιοῦ μέ κα­τά­κρι­ση, ὁ γε­ρωΕὐ­θύ­μιος μέ ἐμ­φα­νῆ δυ­σα­ρέ­σκεια ση­κώ­θη­κε καί ἔ­φυ­γε. 

* 

Δι­η­γή­θη­κε ὁ Προ­η­γο­ύ­με­νος πα­παΓα­βρι­ήλ Μακ­κα­βός, ὁ Πρω­το­ψάλ­της: «Ὅ­ταν ὁ πα­τέ­ρας μου μέ ἔ­φε­ρε μι­κρό παι­δί στό Ἅ­γιον Ὄ­ρος, στήν στρο­φή τοῦ δρόμου  γιά τό Κελ­λί τοῦ Ἁ­γί­ου Χρυ­σο­στό­μου, κοντά στόν Τρυ­γω­νᾶ, συ­ναν­τή­σα­με ἕ­να γε­ρον­τά­κι μέ μα­κρυά γε­νει­ά­δα πο­λύ σε­βά­σμιο. Τόν χαι­ρέ­τη­σε ὁ πα­τέ­ρας μου, πού ἦ­ταν κα­βά­λα στό ἄ­λο­γο καί ἐ­γώ πι­σω­κά­που­λα. Τό θαυ­μα­στό εἶ­ναι ὅ­τι, ἄν καί πρώ­τη φο­ρά τόν βλέ­πα­με, ἐ­κεῖ­νος σάν νά μᾶς ἤ­ξε­ρε ρώ­τη­σε τόν πα­τέ­ρα μου: “Ποῦ τό πᾶς τό παι­δί, στόν π. Χα­ρά­λαμ­πο;”. “Ναί”, τοῦ ἀ­πάν­τη­σε ὁ πα­τέ­ρας μου. “Ἄν­τε μέ τό κα­λό, μέ τό κα­λό,” εἶ­πε. Με­τά ἀ­πό χρό­νια, ἀ­φοῦ εἶ­χα γί­νει κα­λό­γε­ρος στό Κελ­λί τοῦ π. Χα­ρά­λαμ­που, εἶ­δα πά­λι αὐ­τό τό γε­ρον­τά­κι καί ἔ­μα­θα ὅ­τι ἦ­ταν ὁ γε­ρω–Εὐ­λό­γιος τοῦ “Φα­νε­ρω­μέ­νου”, μα­θη­τής τοῦ Χα­τζηΓι­ώρ­γη, καί κα­τά­λα­βα ὅ­τι εἶ­χε δι­ο­ρα­τι­κό χά­ρι­σμα». 

Ο παπα–Εὐ­σέ­βιος ὁ Ἁ­γι­ο­παυ­λί­της, πού ἐ­χρη­μά­τι­σε καί Ἡ­γού­με­νος, ὅ­ταν ἔ­γι­νε μο­να­χός, ἀ­γω­νι­ζό­ταν πο­λύ καί ζοῦ­σε ἀ­σκη­τι­κά. Μπο­ροῦ­σε μέ ἕ­να πα­ξι­μά­δι νά πε­ρά­ση ὅ­λη τήν ἑ­βδο­μά­δα. Στό βου­νό, πού ἦ­ταν τό δι­α­κό­νη­μά του, λι­πο­θυ­μοῦ­σε ἀ­πό τήν νη­στε­ί­α. Τόν εὕ­ρι­σκαν οἱ ὑ­λο­τό­μοι πε­σμέ­νο, ἔ­βρε­χαν πα­ξι­μά­δι καί τοῦ ἔ­δι­ναν νά φά­η λί­γο μέ­χρι νά ση­κω­θῆ. Ἔ­κα­νε χρό­νια στό βου­νό. Πή­γαι­νε κέ­ρα­σμα στούς ὑ­λο­τό­μους, λου­κού­μια καί ἄλ­λα, ἀλ­λά αὐ­τός δέν ἔ­τρω­γε τί­πο­τε. Ἕ­να πο­τή­ρι κρα­σί τζορ­τζί­δι­κο, ἕ­να πα­ξι­μά­δι καί δύο ἐ­λι­ές. Αὐ­τό ἦ­ταν τό φα­γη­τό του καί ἀρ­γό­τε­ρα στό Μο­να­στή­ρι. 

Ἦ­ταν ὑ­περ­βο­λι­κά ἀ­κτή­μων. Τό κελ­λί του ἦ­ταν ἄ­δει­ο. Ἡ μό­νη πε­ρι­ου­σί­α του ἦ­ταν ἕ­να μπα­ου­λά­κι μέ τέσ­σε­ρις φα­νέλ­λες μέ­σα, ἕ­να κεν­τη­τό ὕ­φα­σμα πού τοῦ εἶ­χαν φέ­ρει ἀ­πό τά Ἱ­ε­ρο­σό­λυ­μα, καί ἕ­να κα­να­τά­κι νε­ροῦ. Κοι­μό­ταν πά­νω σ᾿ ἕ­να κρεβ­βά­τι μέ δύ­ο σι­δε­ρέ­νια κα­βα­λέ­τα καί σα­νί­δια. Εἶ­χε μία φλο­κά­τη∙ μι­σή ἔ­στρω­νε ἀ­πό κά­τω μι­σή ἀ­πό πά­νω. Ἄλ­λο στρῶ­μα δέν εἶ­χε. Δέν εἶ­χε οὔ­τε ρο­λό­ϊ οὔ­τε δεύτερο ζευγάρι πα­πο­ύ­τσια οὔ­τε βι­βλί­α οὔ­τε εἰ­κό­νες οὔ­τε ἅ­για Λε­ί­ψα­να, ἄν καί εἶ­χε 60 χρό­νια στό Μο­να­στή­ρι καί ἐ­χρη­μά­τι­σε Ἡ­γο­ύ­με­νος.  

Τόν ἐ­ξέ­λε­ξαν Ἡ­γού­με­νο καί συ­νέ­χι­σε νά εἶ­ναι αὐ­στη­ρός στήν προ­σω­πι­κή του ζω­ή, ἔ­κα­νε με­γά­λους ἀ­γῶ­νες, ἀλ­λά αὐ­τά δέν μπο­ροῦ­σαν νά τά κά­νουν ὅ­λοι. Δέν ἤ­ξε­ρε τί θά πεῖ οἰ­κο­νο­μί­α. Κά­πο­τε χει­ρούρ­γη­σε ὁ π. Δη­μό­κλη­τος τόν γε­ρω–Νε­κτά­ριο πά­νω σ᾽ ἕ­να τρα­πέ­ζι. Τοῦ ἔ­βγα­λε ἕ­να με­γά­λο σπυ­ρί πού εἶ­χε στήν πλά­τη μέ πύ­ον. Εἶ­πε ὁ π. Δη­μό­κλη­τος νά τοῦ δώ­σουν λί­γο λά­δι νά φά­η. «Ἀ­δελ­φέ μου, Πα­ρα­σκευ­ή σή­με­ρα», ἀ­πάν­τη­σε ὁ Ἡ­γού­με­νος. Γι᾽  αὐ­τό τό θέ­μα τῆς αὐ­στη­ρῆς νη­στεί­ας πα­ραι­τή­θηκε ἀ­πό τήν Ἡ­γου­με­νί­α. 

Ἔ­λε­γε ὁ πα­πα–Εὐ­σέ­βιος: «Κα­λύ­τε­ρα νά ἔ­χης πέν­τε κα­λο­γέ­ρους καί κα­λούς πα­ρά πολ­λούς καί προ­βλη­μα­τι­κούς, για­τί καί μέ το­ύς πέν­τε, ἄν ὑ­πάρ­χη συ­νεν­νό­η­ση, μπο­ρεῖ νά κυ­βερ­νη­θῆ τό κα­ρά­βι». 

Με­τά τήν ἄρ­ση τῶν ἀ­να­θε­μά­των ἀ­πό τόν Ἀ­θη­να­γό­ρα σκαν­δα­λί­στη­κε, ἔ­κο­ψε τό μνη­μό­συ­νό του  καί δέν πή­γαι­νε στήν Ἐκ­κλη­σί­α. Μό­νο σέ καμ­μία κη­δεί­α, ἄν ἦ­ταν στό Μο­να­στή­ρι, πή­γαι­νε. Ὅ­ταν ἦ­ταν στόν ζῆ­λο, πῆ­γε κά­ποι­α μέ­ρα στό κελ­λί τοῦ γε­ρω–Δαυ­ΐδ καί τοῦ μι­λοῦ­σε γιά τήν πί­στη, τήν Ὀρ­θο­δο­ξί­α, τά ζη­λω­τι­κά κ.λπ. Ἀ­φοῦ τόν ἄ­κου­σε τό γε­ρον­τά­κι, τοῦ εἶ­πε: «Κοίτα­ξε, πα­πα–Εὐ­σέ­βι­ε. Αὐ­τά πού λές ἐ­σύ, ἐ­γώ δέν τά γνω­ρί­ζω. Ἐ­γώ θέ­λω νά πά­ω ἐ­κεῖ πού πῆ­γαν οἱ Γε­ρον­τά­δες μας καί οἱ Πα­τέ­ρες οἱ πα­λαι­οί. Ἄν ἐ­σύ μ᾽ αὐ­τά πού λές το­ύς θεωρεῖς ὅ­τι πῆ­γαν στήν κό­λα­ση, ἄς πά­ω καί ἐ­γώ στήν κό­λα­ση. Δέν μ᾽ ἐν­δι­α­φέ­ρει τί λές. Ἐ­γώ θέ­λω νά πά­ω ἐ­κεῖ πού πῆ­γαν οἱ Πα­τέ­ρες». Ἔ­τσι ὁ πα­πα–Εὐ­σέ­βιος τρό­πον τι­νά ντρά­πη­κε καί ἄλ­λη φο­ρά δέν ξα­να­μί­λη­σε γι᾽ αὐ­τά τά θέ­μα­τα στόν γε­ρω–Δαυ­ΐδ. Ἐ­πει­δή  εἶ­χε τα­πε­ί­νω­ση τά τέσ­σε­ρα τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια τ­ῆς  ζω­ῆς του ἐ­πα­νεν­τά­χθη­κε πλή­ρως στήν Ἀ­δελ­φό­τη­τα.  

Στά γη­ρά­μα­τά του, κά­ποι­α φο­ρά πού ἐ­πέ­στρε­φε ἀ­πό τή Νέα Σκή­τη, συ­νάν­τη­σε ἕ­ναν για­τρό Ἑλ­λη­νο­α­με­ρι­κα­νό πού πή­γαι­νε πρός τήν Ἁ­γί­α Ἄν­να. Χαι­ρε­τή­θη­καν∙ ὁ για­τρός τόν εἶ­δε σε­βά­σμιο καί ἐ­ξα­ϋ­λω­μέ­νο καί τοῦ λέ­ει: «Γέροντα, στα­ύ­ρω­σέ με, δι­ό­τι ἔ­χω 30 χρό­νια ἕ­να κε­φα­λό­πο­νο καί ὑ­πο­φέ­ρω ἀ­φάν­τα­στα». «Ἀ­δελφέ μου, ὁ Θε­ός καί ἡ Πα­να­γί­α νά σέ κά­νουν κα­λά. Τί νά κά­νου­με;». Καί στα­ύ­ρω­σε τό κε­φά­λι τοῦ για­τροῦ καί τόν ἑ­αυ­τό του κοι­τών­τας πρός τά πά­νω καί ἐκ­δη­λώ­νον­τας στό πρό­σω­πό του τό αἴ­σθη­μα τῆς ἀ­πό τα­πε­ί­νω­ση ἀ­δυ­να­μί­ας γιά θε­ρα­πε­ί­α. Χώρισαν καί πῆ­γε ὁ κα­θέ­νας στόν προ­ο­ρι­σμό του. Τόν ἄλ­λο χρό­νο ἦρ­θε ὁ για­τρός νά τόν εὐ­χα­ρι­στή­ση, δι­ό­τι εἶ­χε γί­νει κα­λά. Τοῦ ἔ­φε­ρε δῶ­ρα, ὅ­μως τόν βρῆ­κε κε­κοι­μη­μέ­νο. Ἔ­λε­γε στο­ύς πα­τέ­ρες: «Νά ἔρ­θω ὅ­ταν θά κά­νε­τε τήν ἀ­να­κο­μι­δή του, νά πά­ρω τά δά­χτυ­λά του γιά εὐ­λο­γί­α; Μέ ἔ­σω­σε ὁ ἄν­θρω­πος». 

Με­τά τήν πα­ρα­ί­τη­σή του πα­ρέ­μει­νε στό Μο­να­στή­ρι. Εἶ­χε ἕ­να πρι­ο­νά­κι καί ἕ­να τσε­κου­ρά­κι καί, ὅπου πή­γαι­νε, ἄ­νοι­γε τά μο­νο­πά­τια. Κά­πο­τε κό­βον­τας ἕ­να κλα­δί ἔ­πε­σε καί χτύ­πη­σε. Ἀ­πό τό­τε δέν ξα­να­ση­κώ­θη­κε. Τήν ἡ­μέ­ρα τῆς Σταυ­ρο­προ­σκυ­νή­σε­ως τόν κοι­νώ­νη­σε ὁ πα­πα–Σω­φρό­νιος καί με­τά τήν  Λει­τουρ­γί­α ἐ­νώ­πιον τῶν πα­ρι­στα­μέ­νων πα­τέ­ρων ἔκλει­σε τά μά­τια του, ἔ­κα­νε μέ τό πρό­σω­πό του ἕ­ναν μορ­φα­σμό πού ἔ­δει­ξε ὅ­τι κά­τι βγαί­νει ἀ­πό μέ­σα του, ἐ­ξέ­πνευ­σε ἤ­ρε­μα καί ἐ­κοι­μή­θη εἰ­ρη­νι­κά. 

* 

Στήν Ρου­μα­νι­κή Σκή­τη τοῦ Τ. Προ­δρό­μου πα­λαιά ἦ­ταν κά­ποι­ος μο­να­χός, Εὐ­στρά­τιος ὀ­νό­μα­τι, πού ἔ­κα­νε 40 μέ­ρες νη­στε­ί­α χω­ρίς νά φά­η τί­πο­τε». 

* 

Ο γε­ρω–Ἐ­φρα­ίμ ὁ Γρη­γο­ρι­ά­της, ὅταν ἦ­ταν νέ­ος μο­να­χός εἶ­χε δυ­σκο­λί­ες, πῆγε καί τίς ἐ­ξω­μο­λο­γή­θη­κε στόν ἡ­γο­ύ­με­νο πα­πα–Θα­νά­ση. Τό βρά­δυ στόν ὕ­πνο του βλέ­πει τόν Ἡ­γο­ύ­με­νο νά φο­ρᾶ λαμ­πρό ἡ­γου­με­νι­κό μαν­δύ­α καί γο­να­τι­στός μπρο­στά στήν εἰ­κό­να τοῦ Χρι­στοῦ νά φω­νά­ζη: «Κύριε, σῶ­σε τό παι­δί σου». Αὐ­τό συγ­κλό­νι­σε τόν π. Ἐ­φρα­ίμ καί τόν βο­ή­θη­σε νά ξε­πε­ρά­ση τίς δυ­σκο­λί­ες του.  

Εἶ­χε τό ἀ­έ­να­ο δά­κρυ­ο. Ὁ Γέροντας καί οἱ πα­τέ­ρες τόν ἔ­βα­ζαν ἐ­πί­τη­δες νά κά­νη ἀ­νά­γνω­ση στήν τρά­πε­ζα, για­τί κα­τα­νυσ­σό­ταν, ἔ­κλαι­γε καί ὠ­φε­λοῦν­ταν οἱ πα­τέ­ρες. Ἔ­νι­ω­θε με­γά­λη συγ­κί­νη­ση, ἰδίως ὅ­ταν δι­ά­βα­ζε τόν βί­ο τοῦ ἁ­γί­ου Ἰ­ω­άν­νου τοῦ Κα­λυ­βί­του, για­τί καί ὁ ἴ­διος εἶ­χε φύ­γει κρυ­φά ἀ­πό τό σπί­τι του καί τόν ἔ­ψα­χναν. 

Τήν Κυ­ρια­κή τῆς συγ­χω­ρή­σε­ως, πού ψάλ­λουν ὅ­λοι οἱ πα­τέ­ρες κά­τι στήν τρά­πε­ζα, ὁ γε­ρω–Ἐ­φρα­ίμ ἔ­ψα­λε τό: «Τά πλή­θη τῶν πε­πραγ­μέ­νων μοι δει­νῶν…», μέ ἐμ­φα­νῆ κα­τά­νυ­ξη καί ἔ­τρε­χαν τά δά­κρυά του. Προ­σευ­χό­ταν καί ἀ­πό τό προ­σευ­χη­τά­ρι τοῦ Σι­μω­νώφ. Τό εἶ­χε φά­ει ἀ­πό τήν πο­λλή χρή­ση. Ὅ­λη  μέ­ρα τό δι­ά­βα­ζε καί ἔ­κλαι­γε. 

Ἐ­πει­δή ἔ­βλε­πε νά δη­μο­σι­ε­ύ­ουν στό πε­ρι­ο­δι­κό τῆς Μο­νῆς γιά ἄλ­λα Γε­ρον­τά­κια πα­ρα­κα­λοῦ­σε το­ύς πα­τέ­ρες, ὅ­ταν κοι­μη­θῆ, νά μή γρά­ψουν τί­πο­τε γι᾿ αὐ­τόν.  

 

Διαβάστε ΕΔΩ τα προηγούμενα σχετικά άρθρα 

Σχετικά

Αποφθέγματα από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση · Ε.Ρω.