ΣΤΟΝ ΑΕΡΑΕΡΩ — ΡαδιοΣυχνότητα
Ενωμένη ΡωμηοσύνηΕνωμένη ΡωμηοσύνηΚΕΝΤΡΟΝ ΕΝΟΤΗΤΟΣ ΚΑΙ ΜΕΛΕΤΗΣ
ΠΡΟΒΟΛΗΣ ΤΩΝ ΑΞΙΩΝ ΜΑΣ
ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ
Πανελλήνια Σύναξη στην ΙερισσόΣημαντική Ανακοίνωση προς τα Μέλη και Φίλους της «ΕΝΩΜΕΝΗΣ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗΣ» (Ε.ΡΩ.)Πρόγραμμα των Εκδηλώσεων Ετήσιας Σύναξης της Ε.Ρω στην Ιερισσό – 29/9/22 – 2/10/22Ανάγκες σε συνεργάτεςΠανελλήνια Σύναξη στην ΙερισσόΣημαντική Ανακοίνωση προς τα Μέλη και Φίλους της «ΕΝΩΜΕΝΗΣ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗΣ» (Ε.ΡΩ.)Πρόγραμμα των Εκδηλώσεων Ετήσιας Σύναξης της Ε.Ρω στην Ιερισσό – 29/9/22 – 2/10/22Ανάγκες σε συνεργάτες

Αποφθέγματα από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

15 Οκτωβρίου 2021 · 2 λεπτά

      Ο πα­πα–Δι­ο­νύ­σιος ὁ Πνευ­μα­τι­κός, ὁ Μι­κρα­γι­αν­να­νί­της, ἤ­θε­λε ἀ­πό μι­κρός νά γί­νη μο­να­χός. Σέ ἡλι­κί­α 12 ἐ­τῶν ἔ­φυ­γε καί πῆ­γε σέ ἕ­να μο­να­στή­ρι τῆς Ἀτ­τι­κῆς, ἀλ­λά οἱ δι­κοί του τόν πῆ­ραν πί­σω.  

Ἀ­πό τόν Πνευ­μα­τι­κό του στόν κό­σμο ἔ­μα­θε ὑ­πα­κοή. Στήν ἐ­νο­ρί­α τοῦ Πνευ­μα­τι­κοῦ του πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σε ὅ­λες τίς ἀ­κο­λου­θί­ες πού τίς ἔ­κα­νε, ὅ­πως στά μο­να­στή­ρια. Ζήτησε εὐ­λο­γί­α ὁ μι­κρός Θε­ο­δό­σης νά γί­νη μο­να­χός καί ὁ Πνευ­μα­τι­κός του τοῦ εἶ­πε: «Ἄν θέ­λης νά γί­νης κα­λό­γε­ρος, δέν ἔ­χεις εὐ­λο­γί­α νά πᾶς που­θε­νά ἀλ­λοῦ πα­ρά μό­νο στόν Γέ­ροντά μου Ἀ­βι­μέ­λεχ». Πίστευε ὅ­τι δέν θά ἄν­τε­χε τήν αὐ­στη­ρή ζωή τοῦ γε­ρω–Ἀ­βι­μέ­λεχ καί θά γύ­ρι­ζε πά­λι στόν κό­σμο, δι­ό­τι τόν προ­ώ­ρι­ζε γιά δι­ά­δο­χό του. 

Τε­λι­κά πῆ­γε ὁ Θε­ο­δό­σης στόν γε­ρω–Ἀ­βι­μέ­λεχ πού ἦ­ταν μό­νος του, καί ἀ­κο­λου­θοῦ­σε σέ ὅ­λα τό αὐ­στη­ρό πρό­γραμ­μα, κά­νον­τας κα­λή ὑ­πα­κοή. Ἔ­κα­ναν τήν ἀ­κο­λου­θί­α, δι­ά­βα­ζαν τό Συ­να­ξά­ρι καί ὕ­στε­ρα ἔ­βγαι­ναν νά ἐρ­γα­σθοῦν στίς ἐ­λι­ές.  

Ὅ­λοι πί­στευ­αν ὅ­τι δέν θ᾿ ἀν­τέ­ξει ὁ νέ­ος κοντά σέ ἕ­να τό­σο σκλη­ρό ἀ­σκη­τή. Ἄν τε­λι­κά ἔ­με­νε πί­στευ­αν, ἤ τρελ­λός ἤ Ἅ­γιος θά ἦ­ταν. Ἔ­κα­νε ὅ­μως ὑπο­μο­νή με­γά­λη, ἀρ­ρώ­στη­σε, βγῆ­κε στόν κό­σμο, ἀνέρ­ρω­σε καί ξα­να­γύ­ρι­σε. Ἀ­γά­πη­σε το­ύς πα­τέ­ρες τῶν γει­το­νι­κῶν Κελ­λι­ῶν, το­ύς βο­η­θοῦ­σε, για­τί ἦ­ταν ἄν­θρω­πος θυ­σί­ας καί προ­σφο­ρᾶς, καί αὐ­τοί τόν ἀγα­ποῦ­σαν καί τόν θα­ύ­μα­ζαν γιά τήν ὑ­πα­κοή του καί τήν ὑ­πο­μο­νή του. 

Δι­η­γή­θη­κε ὁ πα­πα–Δι­ο­νύ­σιος: «Κα­τά τήν ἀ­κο­λου­θί­α τῆς κου­ρᾶς τοῦ π. Μη­τρο­φά­νους ἦ­ταν ἀρ­κε­τοί μο­να­χοί. Ἕ­να γε­ρον­τά­κι κα­τά τήν διά­ρκεια τῆς ἀ­κο­λου­θί­ας ἔ­βλε­πε ἕ­να νέ­ο μέ φου­στα­νέ­λλα (τό Νε­ο­μάρ­τυ­ρα Γε­ώρ­γιο) νά κρα­τᾶ τόν π. Μη­τρο­φά­νη ἀ­πό τό χέ­ρι, νά τόν ὁ­δη­γῆ στίς εἰ­κό­νες γιά νά βά­λη με­τά­νοι­α, σάν τε­λε­τάρ­χης τρό­πον τι­νά τῆς ὅ­λης δι­α­δι­κα­σί­ας, τῆς ἀ­κο­λου­θί­ας τοῦ με­γα­λοσχή­μου. Ὅ­ταν τόν πῆ­γε νά βά­λη με­τά­νοι­α στήν εἰ­κό­να τῆς Πα­να­γί­ας, εἶ­δε ὁ μο­να­χός αὐ­τός τήν Πα­να­γί­α τρό­πον τι­νά νά βγά­ζη τό χέ­ρι της ἀπό τήν εἰ­κό­να καί νά τοῦ τό δί­δη νά τό φι­λή­ση. Κα­τό­πιν εἶδε τόν δι­ά­βο­λο νά στέ­κε­ται στήν πόρ­τα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, νά τρί­ζη τά δόν­τια του καί νά λέ­γη βρι­σι­ές ἐ­ναν­τί­ον ἑ­νός πού συνήρ­γη­σε καί ἔ­γι­νε μο­να­χός ὁ π. Μη­τρο­φά­νης. Τό­τε ξαφ­νι­κά βλέ­πει τό νέο­ μέ τήν φου­στα­νέλ­λα νά βγαί­νη ἔ­ξω πρός τήν πόρ­τα μέ μία τρί­αι­να καί νά τρυ­πᾶ τόν δι­ά­βο­λο. Βλέ­πα­με ὅ­λοι τόν μο­να­χό αὐ­τόν νά κλαί­η στό στα­σί­δι του, ἀλ­λά νο­μί­ζα­με ὅ­τι εἶ­ναι κά­τι συ­νη­θι­σμέ­νο σέ τέ­τοι­ες στιγ­μές τῆς ἀ­κο­λου­θί­ας τοῦ με­γα­λο­σχή­μου. Πάν­το­τε συγ­κι­νεῖ­ται ὁ ἄν­θρω­πος σέ τέ­τοι­ες στιγ­μές. Κα­τό­πιν μᾶς πῆ­ρε ἰ­δι­αί­τε­ρα ὁ μο­να­χός καί μᾶς εἶ­πε: “Πρός ὠ­φέ­λεια ψυ­χι­κή σᾶς τά λέ­γω, πα­τέ­ρες”, καί μᾶς δι­η­γή­θη­κε τά ἀ­νω­τέ­ρω». 

Ἔ­λε­γε ὁ πα­πα–Δι­ο­νύ­σιος: «Ἔ­χω ἕ­να βι­βλί­ο, τό Εὐ­αγ­γέ­λιο, πού πο­τέ δέν τε­λει­ώ­νει. Φτά­νεις στό τέ­λος καί με­τά τό ἀρ­χί­ζεις πά­λι ἀ­πό τήν ἀρχή. Κάθε μέ­ρα νά δι­α­βά­ζου­με Ἁ­γί­α Γρα­φή. Δέν μπο­ροῦ­με πο­λύ; Τοὐ­λά­χι­στον πέν­τε γραμ­μές».  

 

 

      Ο γε­ρω–Δω­ρό­θε­ος ὁ Νε­ο­σκη­τι­ώ­της περ­πα­τοῦ­σε πάν­τα ξυ­πό­λυ­τος καί τά πέλ­μα­τα τῶν πο­δι­ῶν του εἶ­χαν σκλη­ρύ­νει καί χον­τρύ­νει πο­λύ. Ὅ­πο­τε ἦταν ἀ­νάγ­κη, ἀ­νέ­βα­ζε δύ­ο με­γά­λες φιά­λες ὑ­γρα­ε­ρί­ου ἀ­πό τόν Ἀρ­σα­νᾶ στό Κελ­λί του. Τίς ἔ­δε­νε μέ ἕ­να σχοι­νί καί τίς ἔρ­ρι­χνε στόν ὦ­μο του σάν δι­σά­κι. Αὐ­τό τό ἔ­κα­νε ὥς τά γε­ρά­μα­τά του καί ἔ­κα­νε πάν­το­τε κά­θε μέ­ρα ἐ­νά­τη. 

 

Διαβάστε ΕΔΩ τα προηγούμενα σχετικά άρθρα 

Σχετικά

Αποφθέγματα από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση · Ε.Ρω.