ΣΤΟΝ ΑΕΡΑΕΡΩ — ΡαδιοΣυχνότητα
Ενωμένη ΡωμηοσύνηΕνωμένη ΡωμηοσύνηΚΕΝΤΡΟΝ ΕΝΟΤΗΤΟΣ ΚΑΙ ΜΕΛΕΤΗΣ
ΠΡΟΒΟΛΗΣ ΤΩΝ ΑΞΙΩΝ ΜΑΣ
ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ
Πανελλήνια Σύναξη στην ΙερισσόΣημαντική Ανακοίνωση προς τα Μέλη και Φίλους της «ΕΝΩΜΕΝΗΣ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗΣ» (Ε.ΡΩ.)Πρόγραμμα των Εκδηλώσεων Ετήσιας Σύναξης της Ε.Ρω στην Ιερισσό – 29/9/22 – 2/10/22Ανάγκες σε συνεργάτεςΠανελλήνια Σύναξη στην ΙερισσόΣημαντική Ανακοίνωση προς τα Μέλη και Φίλους της «ΕΝΩΜΕΝΗΣ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗΣ» (Ε.ΡΩ.)Πρόγραμμα των Εκδηλώσεων Ετήσιας Σύναξης της Ε.Ρω στην Ιερισσό – 29/9/22 – 2/10/22Ανάγκες σε συνεργάτες

Αποφθέγματα από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

22 Οκτωβρίου 2021 · 4 λεπτά

     Ο γε­ρω–Ἐμ­μα­νου­ήλ Νε­ο­σκη­τι­ώ­της γεν­νή­θη­κε στό Πλω­μά­ρι τῆς Λέσβου τό ἔ­τος 1918. Ἦ­ταν ἀ­δελ­φός κα­τά σάρ­κα τοῦ μα­κα­ρι­στοῦ Μη­τρο­πο­λί­του Μη­θύ­μνης Ἰ­α­κώ­βου. Ἐρ­γα­ζό­ταν ὡς τρα­πε­ζι­κός ὑ­πάλ­λη­λος καί, ὅ­ταν πῆ­ρε τήν σύν­τα­ξή του, ἦρ­θε καί μό­να­σε στήν Κου­τλου­μου­σια­νή Σκή­τη τοῦ Ἁ­γί­ου Παν­τε­λε­ή­μο­νος τό ἔ­τος 1974. Τό 1976 πῆ­ρε τήν Καλύβη τῶν Ἁ­γί­ων Ἀ­ναρ­γύ­ρων στή Νέα Σκή­τη καί τό ἔ­τος 1992 κοι­νο­βί­α­σε στή Μο­νή Γρη­γο­ρί­ου ὅ­που καί ἐ­κοι­μή­θη τό ἔ­τος 2008 σέ ἡ­λι­κί­α 90 ἐ­τῶν.    

Ἦ­ταν ἄν­θρω­πος προ­σευ­χῆς καί εἶ­χε πο­λλή κα­τά­νυ­ξη. Στήν προ­σευ­χή του, ἀλ­λά καί ὅ­ταν μι­λοῦ­σε, συ­νή­θως ἔ­κλαι­γε.  

Εἶ­χε συγ­κεν­τρώ­σει 2.500 Με­γα­λυ­νά­ρια τῆς Πα­να­γί­ας καί τῶν Ἁ­γί­ων. Κάθε μέ­ρα ἕ­να μέ­ρος ἐξ αὐ­τῶν τά δι­ά­βα­ζε ἤ τά ἔ­ψαλ­λε. Τόν τε­λευ­ταῖ­ο και­ρό ὅ­μως ὁ πό­θος του ἄ­να­ψε πιό πο­λύ καί ἄρ­χι­σε νά τά δι­α­βά­ζη ὅ­λα κά­θε μέ­ρα. Ξυ­πνοῦ­σε πρίν ἀπό τά με­σά­νυ­χτα. Γιά τρεῖς μέ τέσ­σε­ρις ὧ­ρες τά δι­ά­βα­ζε, κα­τα­νυσ­σό­ταν καί εὐ­φραι­νό­ταν ἡ ψυ­χή του.  

Δι­η­γή­θη­κε πῶς ἄρ­χι­σε ἡ συλ­λο­γή τῶν Με­γα­λυ­να­ρί­ων: «Στήν ἀρχή ἔ­λε­γα μό­νο τά τέσ­σε­ρα τῆς Πα­ρα­κλή­σε­ως. Ὁ μα­κα­ρι­στός ὅ­μως ἀ­δελ­φός μου (ὁ Μη­θύ­μνης Ἰάκωβος) μοῦ εἶ­χε πεῖ νά μελετῶ πάν­το­τε το­ύς βί­ους τῶν Ἁ­γί­ων τῆς ἡ­μέ­ρας πού βρί­σκον­ται στό Μη­ναῖ­ο. Κάποτε πού δι­ά­βα­σα τό βί­ο τοῦ Ἁ­γί­ου Ρη­γί­νου, Ἐ­πι­σκό­που Σκο­πέ­λου, μέ συγ­κί­νη­σε τό­σο, πού ἔ­χυ­σα πολ­λά δά­κρυ­α. Τότε σκέ­φτη­κα νά προ­σθέ­σω τό Με­γα­λυ­νά­ριό του. Ἔ­τσι ὅ­σους βί­ους Ἁ­γί­ων μελετοῦσα πρό­σθε­τα καί τά Με­γα­λυ­νά­ριά τους μέ ἀ­πο­τέ­λε­σμα νά γί­νη ὁ­λό­κλη­ρο βι­βλί­ο. Πάντως αἰ­σθά­νο­μαι πο­λλή χά­ρι, ὅ­ταν τό δι­α­βά­ζω, καί δέν μπο­ρῶ νά τ᾿ ἀ­φή­σω. Ἰ­δι­α­ί­τε­ρα τώ­ρα πού ὁ Γέροντας μοῦ εἶ­πε νά ἔ­χω σάν δι­α­κό­νη­μα τήν ἀ­νά­γνω­ση τῶν Με­γα­λυ­να­ρί­ων, αἰ­σθά­νο­μαι πε­ρισ­σό­τε­ρη χά­ρι». 

Ἔ­λε­γε ὁ γε­ρω–Ἐμ­μα­νου­ήλ: «Ὁ σκο­πός μας εἶ­ναι πῶς θά ἐ­πι­τύ­χου­με τήν αἰ­ω­νι­ό­τη­τα· καί αὐ­τό τό κα­τορ­θώ­νου­με μέ τήν προ­σευ­χή ὄ­χι μό­νο αὐ­τῆς πού γί­νε­ται στίς ἀ­κο­λου­θί­ες μέ­σα στήν Ἐκ­κλη­σί­α, ἀλ­λά καί τῆς ἀ­το­μι­κῆς προ­σευ­χῆς στό κελ­λί μας. Ἡ σω­τη­ρί­α μας ἐ­ξαρ­τᾶ­ται ἀ­πό αὐ­τά πού μπο­ροῦ­με νά κά­νου­με καί δέν κά­νου­με. Ὁ Θε­ός δέν ζη­τᾶ ἀ­δύ­να­τα πράγ­μα­τα ἀ­πό μᾶς».  

«Χω­ρίς τήν ἀ­γά­πη καί τήν ὑ­πα­κοή πρός τόν Γέροντα δέν σω­ζό­μα­στε. Ἡ ὑ­πα­κοή μας πρέ­πει νά μήν εἶ­ναι ἡ συ­νη­θι­σμέ­νη –ἐ­πει­δή δη­λα­δή εἴ­μα­στε κα­λό­γε­ροι πρέ­πει νά κά­νου­με ὑ­πα­κοή– ἀλ­λά νά ζοῦ­με μέ­σα σέ μία βι­ω­μα­τι­κή ὑ­πα­κοή. Μία ὑ­πα­κοή πού εἶ­ναι σάν τήν ὑ­λι­κή τρο­φή∙ ἄν δη­λα­δή δέν φά­ω θά πε­θά­νω∙ δέν κά­νω ὑ­πα­κοή, δέν μπο­ρῶ νά σω­θῶ. Νά πι­στε­ύ­ου­με ὅ­τι ἔ­ξω ἀπ᾿ αὐ­τήν εἶ­ναι μό­νο κό­λα­ση καί θά­να­τος. Μία ὑ­πα­κοή πού θά καταλήξη νά εἶ­ναι ἀ­πρό­σω­πη καί δέν θά ἐ­ξε­τά­ζου­με ἄν ὁ Ἡ­γο­ύ­με­νος ἤ ἄλ­λος μο­να­χός μᾶς εἶ­πε νά κά­νου­με αὐ­τό ἤ τό ἄλ­λο». 

«Δέν μπο­ρῶ νά κά­νω δί­χως τήν προ­σευ­χή τῆς νύ­χτας. Ἐ­κεῖ στήν πλή­ρη ἡ­συ­χί­α αἰ­σθά­νο­μαι πο­λύ ὡ­ραῖ­α καί πο­λύ εὐ­φρό­συ­να. Στίς ἀρ­χές πού ἐ­πε­χε­ί­ρη­σα νά ση­κώ­νω­μαι τή νύ­χτα δυ­σκο­λε­ύ­τη­κα πο­λύ. Αἰ­σθα­νό­μουν σάν νά εἶ­χα τό­νους τσι­μέν­το πά­νω στήν πλά­τη μου. Τώρα ὅ­μως συ­νή­θι­σα καί ξυ­πνά­ω χω­ρίς ξυ­πνη­τή­ρι στίς 11 ἤ 12 μ.μ., καί μέ­χρι νά ση­μά­νη ἡ καμ­πά­να γιά τήν ἀ­κο­λου­θί­α, ἔ­χω τε­λει­ώ­σει τά κα­θή­κοντά μου». 

Ἀλλά καί ὅταν, λόγῳ τῆς ἀσθενείας του, μεταφέρθηκε στό νοσοκομεῖο τῆς Μονῆς, ἔλεγε:  «Προ­σε­ύ­χο­μαι  σχε­δόν ὅ­λη τή νύ­χτα. Ἔ­τσι στήν προ­σευ­χή ἔ­χω πο­σό­τη­τα, ὑ­στε­ρῶ ὅ­μως σέ ποι­ό­τη­τα. Ἐ­κτε­λῶ τά κα­θή­κοντά μου δι­α­βά­ζον­τας 34 ὧ­ρες τά Με­γα­λυ­νά­ρια. Με­τά ἀ­κο­ύ­ω τήν ἀ­κο­λου­θί­α ἀ­πό τό κρεβ­βά­τι τοῦ νο­σο­κο­με­ί­ου τῆς Μο­νῆς. Ἀλ­λά νυ­στά­ζω καί κοι­μᾶ­μαι καμ­μία ὥ­ρα. Λέω ὅ­μως στόν ἑ­αυ­τό μου: “Ξύπνα, τεμ­πέ­λη, νά προ­σευ­χη­θῆς”. Τότε ση­κώ­νο­μαι καί λέ­ω· “Θεέ μου, σῶ­σε τά πλά­σμα­τά σου, καί κοντά σ᾿ αὐ­το­ύς κι ἐ­μέ­να τόν ἁ­μαρ­τω­λό”. Κα­τό­πιν κά­νω κομ­πο­σχο­ί­νι γιά το­ύς Ἱ­ε­ρα­πο­στό­λους, τούς ἀ­σθε­νεῖς, το­ύς κε­κοι­μη­μέ­νους καί πρίν ἀπ᾿ ὅ­λους γιά τόν Γέροντά μας καί το­ύς Πα­τέ­ρες τῆς Μο­νῆς. Στό τέ­λος λέ­ω: “Μνή­σθη­τι, Κύριε, τῆς Ὀρ­θο­δο­ξί­ας, τοῦ Ἁ­γίου Ὄ­ρους  καί τῆς Ἑλ­λά­δος μας. Μήν ἀ­φή­σης τά ἱ­ε­ρά καί ὅ­σια νά κα­τα­πα­τη­θοῦν ἀ­πό ἀ­θέ­ους καί αἱ­ρε­τι­κο­ύς”. Ἔ­τσι πο­νά­ω ὅ­λο τόν κό­σμο καί δέν μπο­ρῶ νά μή προ­σεύ­χω­μαι γι᾿ αὐ­το­ύς. Στήν προ­σευ­χή μου δέν αἰ­σθά­νο­μαι ἄ­ξιος νά προ­φέ­ρω τό ὄ­νο­μα τοῦ Κυ­ρί­ου, ἀλ­λά λέ­γω “ὁ πλά­σας με, ἐ­λέ­η­σόν με”. Ἔ­τσι προ­σεύ­χο­μαι μέ­χρι νά ξη­με­ρώ­ση». 

Ἔ­μει­νε κα­τά­κοι­τος πέν­τε ἔ­τη πε­ρί­που, χω­ρίς νά γογ­γύ­ση ἤ νά πα­ρα­πο­νε­θῆ, ἀλ­λά ἀν­τι­θέ­τως προ­σευ­χό­ταν συ­νε­χῶς καί εὐ­χα­ρι­στοῦ­σε τόν Θεό γιά ὅλα. Στά τε­λευ­ταῖ­α του μάλιστα δέν μπο­ροῦ­σε νά γυ­ρί­ση στό ἄλ­λο πλευ­ρό, ἀλ­λά ἦ­ταν χα­ρο­ύ­με­νος καί ἔ­λε­γε: «Προ­σπα­θῶ νά κά­νω τά πνευ­μα­τι­κά μου κα­θή­κον­τα, ἀλ­λά δέν ἔ­χω δυ­νά­μεις. Τώρα περ­νῶ τήν κα­λύ­τε­ρη πε­ρί­ο­δο τῆς ζω­ῆς μου, κι ἄς εἶ­μαι κα­τά­κοι­τος. Εἶ­ναι πο­λύ ὡ­ραῖ­ος, πο­λύ γλυ­κύς αὐ­τός ὁ ἀγώνας. Δέν μπο­ρῶ νά κου­νη­θῶ. Ἔρ­χον­ται οἱ πα­τέ­ρες, μέ βο­η­θοῦν καί ἔ­τσι ἔρ­χε­ται ἡ τα­πε­ί­νω­ση. Εὐ­χα­ρι­στῶ τόν Ἅ­γιο Θεό πού ἀ­σχο­λεῖ­ται μα­ζί μου παρ᾿ ὅ­λο πού ἔ­χει τό­σα ἄλ­λα νά κά­νη! Τώρα μοῦ ἔρ­χε­ται καί ἡ εὐ­χή μό­νη της καί τήν λέ­ω μέ­σα ἀπ᾿ τήν καρ­διά μου. Αὐ­τό τό κρεβ­βά­τι εἶ­ναι ἡ σω­τη­ρί­α μου, γι᾿ αὐ­τό δέν πα­ρα­πο­νοῦ­μαι. Ἐάν τόν πό­νο τόν δε­χώ­μα­στε  μέ χα­ρά, τό­τε πα­ίρ­νου­με με­γά­λη ἀ­να­κο­ύ­φι­ση. Δι­α­φο­ρε­τι­κά, ἄν γογ­γύ­ζου­με, ὁ­δη­γο­ύ­μα­στε στήν ἀ­πώ­λεια».  

Ὅ­ταν φά­νη­κε ὅ­τι θά φύ­γει, τόν στα­ύ­ρω­σε ἕ­νας Ἱ­ε­ρο­μό­να­χος τῆς Μο­νῆς μέ τόν Τίμιο Σταυ­ρό καί τήν κά­ρα τῆς Ὁ­σι­ο­μάρ­τυ­ρος Ὀ­λυμ­πί­ας. Σέ λί­γο ἐ­ξέ­πνευ­σε καί πα­ρέ­δω­σε εἰ­ρη­νι­κά τήν ψυ­χή του στίς 22–1–2008 σέ ἡ­λι­κί­α 90 ἐ­τῶν. Αἰ­ω­νί­α του ἡ μνή­μη.  

 

Διαβάστε ΕΔΩ τα προηγούμενα σχετικά άρθρα 

Σχετικά