ON AIR — ERO — RadioFrequency
Enomeni RomiosiniEnomeni RomiosiniCENTER FOR UNITY AND STUDY -
PROMOTING OUR VALUES
IMPORTANT
Ο Άγιος Παΐσιος μας είχε προειδοποιήσει για την εγκληματικότητα των νέων!Μητροπολίτης Κισάμου και Σελίνου: «Ευθαρσώς δηλώνουμε την άρνηση αποδοχής ενός ηλεκτρονικού μέσου, το οποίο φαλκιδεύει την ελευθερία του προσώπου»Utopia: Το ζοφερό μας μέλλον! – Δείτε τη βραβευμένη μικρού μήκους ταινία του Ελληνοαυστραλού σκηνοθέτη Κώστα Νίκα με θέμα την κατάργηση των μετρητών και την ηλεκτρονική φυλακήH AI «μπορεί να μας σκοτώσει όλους έως το τέλος της δεκαετίας» – Οι προειδοποιήσεις ειδικών και τα σενάρια απώλειας ελέγχουΜετρητά, ζήτημα Προσωπικής Ελευθερίας – Ολοένα και περισσότερες χώρες ανακαλούν την κατάργησή τους!Κρατικό CREDIT SCORE : Μια δύσκολη οικονομική περίοδος δεν σε κάνει λιγότερο αξιόπιστο άνθρωπο15η ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΣΥΝΑΞΗ ΝΕΟΤΗΤΟΣ – 25/4/2026Ο Άγιος Παΐσιος μας είχε προειδοποιήσει για την εγκληματικότητα των νέων!Μητροπολίτης Κισάμου και Σελίνου: «Ευθαρσώς δηλώνουμε την άρνηση αποδοχής ενός ηλεκτρονικού μέσου, το οποίο φαλκιδεύει την ελευθερία του προσώπου»Utopia: Το ζοφερό μας μέλλον! – Δείτε τη βραβευμένη μικρού μήκους ταινία του Ελληνοαυστραλού σκηνοθέτη Κώστα Νίκα με θέμα την κατάργηση των μετρητών και την ηλεκτρονική φυλακήH AI «μπορεί να μας σκοτώσει όλους έως το τέλος της δεκαετίας» – Οι προειδοποιήσεις ειδικών και τα σενάρια απώλειας ελέγχουΜετρητά, ζήτημα Προσωπικής Ελευθερίας – Ολοένα και περισσότερες χώρες ανακαλούν την κατάργησή τους!Κρατικό CREDIT SCORE : Μια δύσκολη οικονομική περίοδος δεν σε κάνει λιγότερο αξιόπιστο άνθρωπο15η ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΣΥΝΑΞΗ ΝΕΟΤΗΤΟΣ – 25/4/2026

ΑΣΚΗΤΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ Α’ – α΄. Πατήρ Βασίλειος ὁ θαυματουργός

3 June 2022 · 18 min read

Ασκητές μέσα στον κόσμο – Μέρος Α’

    Στήν ἁ­γι­ο­τό­κο Καπ­πα­δο­κί­α γεν­νή­θη­κε, ἔ­ζη­σε καί ἐ­κοι­μή­θη ὁ πα­πα–Βα­σί­λης. Κα­τά τίς μαρ­τυ­ρί­ες συγ­χω­ρια­νῶν του γεν­νή­θη­κε στό Κον­τζούκ ἢ Γκöλ­τζύκ (Λί­μνα) πού βρί­σκε­ται 65 χι­λι­ό­με­τρα Ν–ΝΔ τῆς Και­σά­ρειας, γι᾽ αὐ­τό τόν ἀ­πο­κα­λοῦ­σαν ὁ πα­πα–­­­­­­Βα­σί­λης ὁ Κοντζι­κλῆς γιά νά τόν ξε­χω­ρί­ζουν ἀ­πό τούς πολ­λούς ἄλ­λους πού εἶ­χαν τό ἴ­διο ὄ­νο­μα.

    Ὁ Βα­σί­λει­ος Κοντζι­κλῆς ἔ­λα­βε σύ­ζυ­γο τήν Σουλ­τά­να ἀ­πό τό χω­ριό Σαρ­μου­σα­κλί (Χα­μιντι­έ). Ἀπέ­κτη­σαν τέσ­σε­ρα ἀ­γό­ρια καί πε­ρισ­σό­τε­ρα κο­ρί­τσια. Ὁ Βα­σί­λει­ος πρίν γί­νη ἱ­ε­ρέ­ας ἔ­ζη­σε γι­ά ἕ­να δι­ά­στη­μα μα­ζί μέ ἀ­σκη­τές πού ὑ­πῆρ­χαν στά μέ­ρη του, ἀ­πό τούς ὁ­ποί­ους ἔ­μα­θε νά νη­στεύ­η αὐ­στη­ρά καί νά προ­σεύ­χε­ται πο­λύ. Αὐ­τά τά τη­ροῦ­σε στήν με­τέ­πει­τα ἱ­ε­ρα­τι­κή του δι­α­κο­νί­α.

   Ὁ Βα­σί­λει­ος, ἔ­χοντας ἔμ­φυ­τη κλί­ση πρός τήν ἱ­ε­ρω­σύ­νη, χει­ρο­το­νή­θη­κε ἱ­ε­ρέ­ας γύ­ρω στά 1830[1] στό χω­ριό Τσάτ, τό βο­ρει­ό­τε­ρο ἀ­πό τά Ἑλ­λη­νι­κά χω­ριά τῆς Καπ­πα­δο­κί­ας, πέ­ρα ἀ­πό τόν Ἅ­λυ πο­τα­μό. Σ᾿ αὐ­τό τό χω­ριό ζοῦ­σαν μα­ζί Ρω­μιοί, Τοῦρ­κοι καί Ἀρ­μέ­νιοι. Με­τά τήν ἐκδίωξη τῶν Ἀρ­με­νί­ων  καί τήν ἐγ­κα­τά­στα­ση τῶν Τσερ­κέ­ζων στά σπί­τια τῶν Ἀρ­με­νί­ων, οἱ Ρω­μιοί πι­ε­ζό­με­νοι ἔ­φυ­γαν ἀ­πό τό χω­ριό καί ἐγ­κα­τα­στά­θη­καν στό τουρ­κό­φω­νο ἑλ­λη­νι­κό χω­ριό Τασ­λίκ, 31 χι­λι­ό­με­τρα νο­τί­ως τοῦ Τσάτ.

    Ὁ πα­πα–Βα­σί­λης εἶχε φό­βο Θε­οῦ, εὐ­λά­βεια, πί­στη με­γά­λη καί προ­σή­λω­ση (ἀ­φο­σί­ω­ση) στά ἱ­ε­ρα­τι­κά του κα­θή­κοντα. Ἔ­λα­βε ἀ­πό τόν Θε­ό τό χά­ρι­σμα νά θε­ρα­πεύ­η τούς ἀ­σθε­νεῖς καί ἡ φή­μη του ἐ­ξα­πλώ­θη­κε σ᾿ ὅ­λη τήν Καπ­πα­δο­κί­α. Κοντά του ἔ­τρε­χαν Χρι­στια­νοί καί Τοῦρ­κοι γι­ά νά θε­ρα­πευ­θοῦν.

Στά γει­το­νι­κά βου­νά τοῦ Πόντου ζοῦ­σε κά­ποιος ἅ­γιος ἐ­ρη­μί­της πού δέν δι­α­σώ­θη­κε τό ὄ­νο­μά του. Μί­α νύ­χτα τοῦ πα­ρου­σι­ά­στη­κε Ἄγ­γε­λος Κυ­ρί­ου καί τοῦ εἶ­πε: «Ἦρ­θε ὁ και­ρός νά ἀ­να­παυ­θῆς ἀ­πό τούς κό­πους τῆς ἀ­σκή­σε­ώς σου. Ὁ Κύ­ριος σέ κα­λεῖ κοντά Του. Τήν Με­γά­λη Πα­ρα­σκευ­ή τό βρά­δυ θά ἔρ­θεις στόν Πα­ρά­δει­σο. Νά προ­ε­τοι­μα­σθῆς καί νά κοι­νω­νή­σης τῶν Ἀ­χράντων Μυ­στη­ρί­ων τρεῖς Κυ­ρια­κές συ­νε­χό­με­νες». Ὁ ἐ­ρη­μί­της ἀ­φοῦ βε­βαι­ώ­θη­κε ὅ­τι πράγ­μα­τι εἶ­ναι στ᾿ ἀ­λή­θεια Ἄγ­γε­λος Κυ­ρί­ου καί ὄ­χι δαι­μο­νι­κή πλά­νη, ἔ­κα­νε ὅ,­τι τοῦ ὑ­πέ­δει­ξε ὁ Ἄγ­γε­λος καί πῆ­γε στόν πα­πα–Βα­σί­λη, τόν ἐ­φη­μέ­ριο τοῦ Τσάτ. Τοῦ δι­η­γή­θη­κε ὅ­σα συ­νέ­βη­σαν καί ζή­τη­σε τήν θεί­α Κοι­νω­νί­α. Καί πράγ­μα­τι ὁ πα­πα–Βα­σί­λης τόν κοι­νώ­νη­σε. Ὁ ἐ­ρη­μί­της εἶ­πε ὅ­τι θά ξα­νάρ­θει τήν ἑπό­με­νη Κυ­ρια­κή νά κοι­νω­νή­ση.

    Ὁ πα­πα–Βα­σί­λης θέ­λοντας νά δο­κι­μά­ση τήν ἁ­γι­ό­τη­τα τοῦ ἐ­ρη­μί­του, τό βρά­δυ τῆς Κυ­ρια­κῆς πού τόν πε­ρί­με­νε, κλεί­δω­σε κα­λά τίς πόρ­τες βά­ζοντας τίς ἀμ­πά­ρες καί ἄ­φη­σε ἐ­λεύ­θε­ρα τά ἄ­γρια μαντρό­σκυ­λά του. Μό­λις νύ­χτω­σε πα­ρου­σι­ά­στη­κε ὁ ἅ­γιος ἀ­σκη­τής καί ἀμέσως ἀ­νοί­χθη­καν μόνες τους μπρο­στά του οἱ ἀμ­πα­ρω­μέ­νες πόρ­τες˙ τά δέ σκυ­λιά οὔ­τε γαύ­γι­σαν οὔ­τε κου­νή­θη­καν ἀ­πό τήν θέ­ση τους.

Ὁ παπα–Βα­σί­λης πού τόν πε­ρί­με­νε, τόν ρώ­τη­σε μέ ἀ­πο­ρί­α πῶς ἄ­νοι­ξαν οἱ πόρ­τες. «Γι­ά μᾶς οἱ κλει­δα­ρι­ές δέν ἰ­σχύ­ουν. Πᾶ­με στήν ἐκ­κλη­σί­α νά μέ κοι­νω­νή­σης», εἶ­πε. Ἀ­φοῦ τόν κοι­νώ­νη­σε, τόν ρώ­τη­σε: «Ἅ­γι­ε τοῦ Θε­οῦ, πές μας, ποῦ μέ­νεις, γι­ά νά ἔρ­θου­με νά φροντί­σου­με γι­ά τήν τα­φή σου».

–Δέν χρει­ά­ζε­ται, τοῦ ἀ­παντᾶ ὁ Ἀ­σκη­τής. Ὑ­πάρ­χουν τά λι­οντά­ρια τοῦ Θε­οῦ πού θά ἔρ­θουν νά μᾶς σκά­ψουν τόν τά­φο.

–Τί τρῶ­τε ἐ­σεῖς; ρω­τᾶ ὁ παπα–Βα­σί­λης.

–Μάν­να ἐξ οὐ­ρα­νοῦ μᾶς στέλ­νει ὁ Θε­ός καί μᾶς τρέ­φει.

–Τήν ἄλ­λη φο­ρά πού θἄρ­θεις, φέ­ρε μας καί ἕ­να κομ­μά­τι σάν ἀντί­δω­ρο γι­ά νά ἔ­χου­με καί ἐ­μεῖς τήν εὐ­λο­γί­α τοῦ Θε­οῦ, κα­θώς καί ἕ­να ἀ­πό τά βι­βλί­α πού δι­α­βά­ζε­τε, γι­ά νά τό ἔ­χω ἐν­θύ­μιο σ᾿ αὐ­τόν τόν ψεύ­τι­κο κό­σμο.

    Τήν ἄλ­λη Κυ­ρια­κή ξα­νάρ­χε­ται ὁ ἅ­γιος ἐ­ρη­μί­της. Τόν κοι­νώ­νη­σε γι­ά τε­λευ­ταί­α φο­ρά ὁ παπα–Βα­σί­λης καί πρίν ἀ­πο­χω­ρι­στοῦν τοῦ δί­νει ὁ ἐ­ρη­μί­της τό κομ­μά­τι τῆς τρο­φῆς του λέ­γοντας: «Πά­ρε αὐ­τό τό μάν­να· νά φᾶς ἕ­να κομ­μά­τι καί τό ἄλ­λο νά τό βά­λης στό ἀμπά­ρι τῶν γεν­νη­μά­των τοῦ σπι­τιοῦ σου, νά ἔ­χη τήν εὐ­λο­γί­α τοῦ Θε­οῦ, νά εἶ­ναι πάντα γε­μᾶ­το ἀ­γα­θά καί νά μήν λεί­ψη πο­τέ τό ψω­μί ἀ­πό τό σπί­τι σου». Ὕ­στε­ρα βγά­ζει ἀ­πό τόν κόρ­φο του ἕ­να βι­βλί­ο δερ­μα­τό­δε­το καί δί­νοντάς το στόν παπα–Βα­σί­λη τοῦ λέ­ει: «Πά­ρε αὐ­τό τό βι­βλί­ο[2] καί ὅ­σους θά δέ­νεις νά εἶ­ναι δε­μέ­νοι καί ὅ­σους θά λύ­νεις νά εἶ­ναι λυ­μέ­νοι».

Μα­ζί μέ αὐ­τό ὁ ἐ­ρη­μί­της τοῦ ἔ­δω­σε τήν εὐ­χή του καί τρό­πον τι­νά τόν ἔ­κα­νε κλη­ρο­νό­μο τῶν χα­ρι­σμά­των πού τοῦ εἶ­χε δώ­σει ὁ Θε­ός, καί ἀ­πό τό­τε δέν ξα­να­φά­νη­κε.

    Ὅ­λα αὐ­τά ἔ­γι­ναν γνω­στά στά γύ­ρω Ἑλ­λη­νο­χρι­στι­α­νι­κά χω­ριά τῆς πε­ρι­ο­χῆς. Ἀρ­γό­τε­ρα κά­λε­σαν τόν πα­πα–Βα­σί­λη στό χω­ριό Τασ­λίκ, στό ὁ­ποῖο ἤ­δη εἶ­χαν με­τα­κι­νη­θῆ καί οἱ χρι­στια­νοί τοῦ Τσάτ, γιά νά ἐ­φη­με­ρεύ­η ἐκεῖ, καί ὁ πα­πα–Βα­σί­λης ἀπο­δέ­χθηκε τήν πρό­σκλη­ση. Τό Τα­σλίκ βρί­σκε­ται πέ­ρα ἀ­πό τόν Ἅ­λυ πο­τα­μό καί ἀ­πέ­χει 57,5 χι­λιό­με­τρα ΒΑ τῆς Και­σά­ρειας. Τό 1924 εἶ­χε 154 οἰ­κο­γέ­νει­ες, πλη­θυ­σμό 775 ἀ­τό­μων ἀ­μι­γῶς Χρι­στια­νῶν Ἑλ­λή­νων πού μι­λοῦ­σαν τούρ­κι­κα.

    Στό Τασ­λίκ ἡ δρά­ση τοῦ παπα–Βα­σί­λη ἔ­γι­νε με­γα­λύ­τε­ρη. Πή­γαι­νε ὅπου τόν κα­λοῦ­σαν πο­νε­μέ­νοι ἄν­θρω­ποι καί τούς βο­η­θοῦ­σε μέ τό χά­ρι­σμα πού τοῦ δό­θη­κε ἀ­πό τόν Θε­ό. Πρω­ΐ καί βρά­δυ ἔ­κα­νε ἀ­κο­λου­θί­α στήν Ἐκ­κλη­σί­α, ἐνῶ τήν ἡ­μέ­ρα δε­χό­ταν τούς πο­νε­μέ­νους στό σπί­τι του καί τούς θε­ρά­πευε.

Χρή­μα­τα δέν δε­χό­ταν γιά τίς θε­ρα­πεῖ­ες πού ἔ­κα­νε. Πα­ρέ­με­νε φτω­χός καί ἀ­φι­λάρ­γυ­ρος. Συ­νέ­πα­σχε μέ τούς πά­σχοντες καί πολ­λές φο­ρές ἔ­κλαι­γε γιά το­ύς δυ­στυ­χι­σμέ­νους ἀν­θρώ­πους. Ὁ ἴ­διος ὑ­πέ­φε­ρε ἀ­πό μί­α πλη­γή στό πό­δι του, τήν ὁ­ποί­α φρόντι­ζε ἡ νύ­φη του Δέ­σποι­να. Ἐξ αἰ­τί­ας τῆς πλη­γῆς του ἐ­λα­φρῶς κού­τσαι­νε γι᾿ αὐ­τό τόν ἀ­πο­κα­λοῦ­σαν με­ρι­κοί στά τούρ­κι­κα Το­πάλ–Κε­ΐς (κου­τσο–πα­πᾶς).

    Κάποια χρο­νιά, ἐ­νῶ στό Τασ­λίκ ἔ­βρε­χε, στά γει­το­νι­κά χω­ριά ἔ­κα­νε με­γά­λη ἀ­νομ­βρί­α. Ἄρ­χι­σαν τά σπαρ­τά καί τά δέν­δρα νά ξη­ραί­νωνται καί νά ὑ­πο­φέ­ρουν τά ζῶ­α ἀ­πό τήν ἔλ­λει­ψη τοῦ νε­ροῦ. Τό­τε οἱ κά­τοι­κοι τῆς πε­ρι­ο­χῆς σκέ­φτη­καν ὅ­τι ἀ­πό αὐ­τό τό κα­κό μό­νο ὁ παπα–Βα­σί­λης μπο­ροῦ­σε νά τούς ἀ­παλ­λά­ξη. Ἔ­κα­ναν μί­α ἐ­πι­τρο­πή, πῆ­γαν καί τόν πα­ρε­κά­λε­σαν νά ἔρ­θη νά τούς βο­η­θή­ση. Πῆ­γε μα­ζί τους καί εἶ­πε στό συγ­κεντρω­μέ­νο πλῆ­θος πού τόν πε­ρί­με­νε, νά τόν ἀ­κο­λου­θή­σουν ὅ­λοι σ᾿ ἕ­να μι­κρό λό­φο γι­ά νά κά­νουν προ­σευ­χή νά στεί­λη ὁ Θε­ός τήν πο­θού­με­νη βρο­χή. Μό­λις ἔ­φθα­σαν στό ὕ­ψω­μα τούς εἶ­πε νά γο­να­τί­σουν ὅ­λοι καί αὐ­τός δι­ά­βα­ζε τίς εὐ­χές. Σέ λί­γο ἄρ­χι­σαν νά ἐμ­φα­νί­ζωνται στόν οὐ­ρα­νό τά πρῶ­τα σύν­νε­φα, νά πέ­φτουν οἱ πρῶ­τες στα­γό­νες καί με­τά ἔ­βρε­ξε κα­λά γι­ά πο­λλή ὥ­ρα.

    Κά­ποι­α ἡ­μέ­ρα ὁ παπα–Βα­σί­λης κα­θό­ταν μέ πα­ρέα γε­ρόντων στόν ἐ­ξώ­στη τοῦ δι­ώ­ρο­φου σπι­τιοῦ του καί συ­ζη­τοῦ­σαν. Σέ μί­α στιγ­μή τούς λέ­ει: «Κοι­τάξ­τε πρός τό Ἄ­ας Που­νάρ (Ἄ­σπρη βρύ­ση, ἀ­σπρό­νε­ρο). Βλέ­πε­τε ἕ­ναν Τοῦρ­κο πά­νω σέ γα­ϊ­δου­ρά­κι; Εἶ­ναι φτω­χός, βα­σα­νι­σμέ­νος, ἄρ­ρω­στος καί ἔρ­χε­ται σέ μέ­να νά τοῦ δι­α­βά­σω εὐ­χή για­τί ὑ­πο­φέ­ρει. Φέρ­νει μα­ζί του στόν κόρ­φο του σα­ράντα λε­πτά (ἕ­να γρό­σι) γι­ά νά μοῦ δώ­ση ὡς ἀ­μοι­βή γι­ά τήν εὐ­χή πού θά τοῦ δι­α­βά­σω». Οἱ γέ­ροι ἐ­ξε­πλά­γη­σαν, κοι­τά­χθη­καν με­τα­ξύ τους καί εἶ­παν: «Ἂν εἶ­ναι ἔ­τσι, παπα–Βα­σί­λη, ὅ­πως τά λές, καί γνω­ρί­ζης ὅ­λα αὐ­τά, τότε ἐ­σύ εἶ­σαι Ἅ­γιος!».

Πε­ρί­με­ναν μέ πε­ρι­έρ­γεια τήν ἄ­φι­ξη τοῦ Τούρ­κου. Ὅ­ταν ἦρ­θε, χαι­ρέ­τη­σε κά­νοντας ἕ­να τε­με­νά μέ­χρι τό χῶ­μα.

Ὁ παπα–Βα­σί­λης τόν ἀντι­χαι­ρέ­τη­σε καί τόν ρώ­τη­σε, τί ἤ­θε­λε. Ἀ­πάντη­σε: «Ἄχ, παπα–Ἐ­φέντη, ἀ­πό μα­κρυ­ά ἔρ­χο­μαι, “ντέρ­τια” (βάσανα) πολ­λά ἔ­χω. Πο­νά­ω πο­λύ. Δέν μπο­ρῶ νά κοι­μη­θῶ οὔ­τε νύ­χτα οὔ­τε μέ­ρα. Ἦρ­θα νά μοῦ δι­α­βά­σης εὐ­χή ἀ­πό τό ἅ­γιο “κι­τάπ” (βι­βλί­ο) πού ἔ­χεις, μή­πως βρῶ τήν για­τρειά μου».

Ὁ παπα–Βα­σί­λης τοῦ δι­ά­βα­σε εὐ­χή καί ἀ­μέ­σως στα­μά­τη­σαν οἱ πό­νοι του. Ἀ­πό εὐ­γνω­μο­σύ­νη ἔ­βγα­λε ἀ­πό τόν κόρ­φο του σα­ράντα λε­πτά καί τά ἔ­δι­νε στόν παπᾶ, στόν ὁ­ποῖ­ο συ­νε­χῶς ἔ­λε­γε εὐ­χές καί εὐ­χα­ρι­στί­ες.

–Τί εἶ­ναι αὐ­τά, για­βρούμ, ρώ­τη­σε ὁ πα­πᾶς, τά­χα σάν νά μήν ἤ­ξε­ρε.

–Παπα–Ἐ­φέντη εἶ­ναι ἕ­να γρό­σι, εἶ­ναι ἡ πλη­ρω­μή σου.

–Μά, παι­δί μου, μέ ἕ­να γρό­σι πιά­νει ἡ εὐ­χή; Δέν ἔ­χεις ἄλ­λα χρή­μα­τα πά­νω σου;

–Ἀ­μάν, παπα–Ἐ­φέντη, σέ πα­ρα­κα­λῶ, δέ­ξου τα. Καί αὐ­τά τά μά­ζε­ψα ἀ­πό ἄλ­λους δα­νει­κά.

–Ἐντά­ξει, για­βρούμ, μή στε­νο­χω­ρι­έ­σαι, ἀ­στει­εύ­θη­κα, ἤ­θε­λα νά σέ πει­ρά­ξω. Κρά­τα τα καί αὐ­τά. Τώ­ρα ἔ­λα νά φᾶς καί νά ξε­κου­ρα­στῆς.

Ἔ­φυ­γε ὁ Τοῦρ­κος θε­ρα­πευ­μέ­νος καί εὐ­χα­ρι­στη­μέ­νος, καί μά­λι­στα τοῦ ἔ­δω­σε ὁ πα­πα–Βα­σί­λης ψω­μί καί ἁ­λά­τι γι­ά τά παι­διά του.

Αὐτός, ὁ ἐ­κλε­κτός καί ἅ­γιος λει­τουρ­γός τοῦ Ὑ­ψί­στου, μέ τό χά­ρι­σμά του ἔ­κα­νε σε­βα­στή στούς ἀλ­λό­θρη­σκους τήν πί­στη μας, μέ­σῳ δέ τῶν θαυ­μά­των πού ἐ­νερ­γοῦ­σε ἡ θεί­α Χά­ρι, δο­ξα­ζό­ταν τό ὄ­νο­μα τοῦ Ἀληθινοῦ Θε­οῦ.

    Ὁ με­γα­λύ­τε­ρος γυι­ός του ἦ­ταν ἀρ­ρα­βω­νι­α­σμέ­νος μέ τήν Σουλ­τά­να Κου­λα­ξί­ζο­γλου, κό­ρη τοῦ Ἀ­βρα­άμ καί τῆς Ἑ­λέ­νης (γο­νεῖς καί τοῦ Νι­κο­λά­ου Κου­λα­ξί­ζο­γλου, πού ἀ­φη­γή­θη­κε τό πε­ρι­στα­τι­κό). Ἡ Σουλ­τά­να εἶ­χε στά χρυ­σα­φι­κά της καί ἕ­να πε­ρι­δέ­ραι­ο μέ εἴ­κο­σι χρυ­σᾶ νο­μί­σμα­τα με­γά­λης ἀ­ξί­ας. Κά­ποια μέ­ρα δι­ε­πί­στω­σε ὅ­τι λεί­πει τό πε­ρι­δέ­ραι­ο αὐτό. Τήν ἐ­πο­χή ἐ­κεί­νη ζοῦ­σε στό ἴ­διο σπί­τι καί ἡ οἰ­κο­γέ­νεια τοῦ θεί­ου της Σάβ­βα πού εἶ­χε καί αὐ­τός τρεῖς–τέσ­σε­ρις κό­ρες. Τό­τε ἄρ­χι­σαν οἱ ὑ­πό­νοι­ες γι­ά τό ποι­ός ἔ­κλε­ψε τά χρυ­σᾶ νο­μί­σμα­τα καί ἐπι­κρά­τη­σε μί­α ψυ­χρό­τη­τα μέ­σα στό σπί­τι. Ἔ­ψα­χναν καί δέν μπο­ροῦ­σαν νά τά βροῦν. Τό ἄλ­λο πρωΐ ἡ μη­τέ­ρα της πῆ­γε νά ρω­τή­ση τόν πα­πα–Βα­σί­λη. Τόν βρῆ­κε νά δι­α­βά­ζη τήν Πα­λαι­ά Δι­α­θή­κη. Ἀ­φοῦ χαι­ρε­τή­θη­καν τῆς λέ­γει: «Πρό­σε­ξε, συμ­πε­θέ­ρα, μήν κα­τη­γο­ρή­σης κα­νέ­ναν ἄ­δι­κα καί κο­λα­στῆς. Χα­μέ­νο θη­σαυ­ρό δέν τόν ἔ­κλε­ψε κα­νείς. Τή νύ­χτα ὁ ποντι­κός ἔσυ­ρε τό πε­ρι­δέ­ραι­ο γιά νά τό πά­ρη στήν φω­λιά του, ἀλ­λά δέν μπό­ρε­σε νά τό τρα­βή­ξη ὁ­λό­κλη­ρο. Πή­γαι­νε στό σπί­τι σου, τρά­βη­ξε τό σεντού­κι καί θά τό βρεῖς».

Πράγ­μα­τι, γύ­ρι­σε στό σπί­τι της ὅπου τήν πε­ρί­με­ναν ὅ­λοι μέ ἀ­γω­νί­α. Τήν βο­ή­θη­σαν νά τρα­βή­ξη τό σεντού­κι καί ἔκ­πλη­κτοι εἶ­δαν τό πε­ρι­δέ­ραι­ο στήν ποντι­κό­τρυ­πα πού ὑ­πῆρ­χε στόν πλί­θι­νο τοῖ­χο. Θαύ­μα­σαν ὅ­λοι γι­ά τό χά­ρι­σμα τοῦ πα­πα–Βα­σί­λη.

    Ἄλ­λη φο­ρά ἦρ­θαν δυ­ό Τοῦρ­κοι νά θε­ρα­πευ­τοῦν. Ὁ ἕ­νας εἶ­χε μα­ζί του πέντε γρό­σια καί ὁ ἄλ­λος ἕ­να. Ὁ πα­πα–Βα­σί­λης τούς εἶ­δε ἀ­πό μα­κρυ­ά καί εἶ­πε πά­λι στούς γέ­ρους τοῦ χω­ριοῦ, πού συ­ζη­τοῦ­σαν, τά σχε­τι­κά μέ τούς Τούρ­κους. Ὅ­ταν ἔ­φθα­σαν στό σπί­τι του, ὁ Τοῦρ­κος πού εἶ­χε τά πέντε γρό­σια ἦ­ταν πι­ό θαρ­ρα­λέ­ος για­τί εἶ­χε πε­ρισ­σό­τε­ρα χρή­μα­τα, ἐ­νῶ ὁ ἄλ­λος ἦ­ταν δι­στα­κτι­κός καί φο­βι­σμέ­νος. Τό­τε τοῦ λέ­γει ὁ πα­πα–Βα­σί­λης: «Ἔ­λα μέ­σα, μήν ντρέ­πε­σαι. Δι­στά­ζεις για­τί ἔ­χεις ἕ­να γρό­σι μό­νο καί ὁ φί­λος σου ἔ­χει πέντε γρό­σια;». Οἱ Τοῦρ­κοι μό­λις ἄ­κου­σαν αὐ­τά ἔ­μει­ναν ἔκ­πλη­κτοι καί εἶ­παν: «Πα­πα–Ἐ­φέντη, πολ­λά ἀ­κού­στη­καν γι­ά σέ­να, γι­ά ὅ­σα κα­λά κά­νεις στόν κό­σμο, ἀλ­λά πρώ­τη φο­ρά βλέ­που­με καί ἀ­κοῦ­με πα­πᾶ νά γνω­ρί­ζη τίς σκέ­ψεις τῶν ἀν­θρώ­πων καί τί ἔ­χει ὁ κα­θέ­νας στήν τσέ­πη του».

Ἀφοῦ δι­ά­βα­σε στόν κα­θέ­να τήν ἀ­νά­λο­γη εὐ­χή, στό τέ­λος τούς εἶ­πε: «Τώ­ρα πη­γαί­νε­τε στήν εὐ­χή τοῦ Θε­οῦ. Ἀ­φοῦ ἔ­χε­τε πί­στη καί κά­να­τε τό­σο κό­πο νά ἔρ­θε­τε ἀ­πό μα­κρυ­ά, μήν φο­βᾶ­στε, ὁ Θε­ός σᾶς θε­ρα­πεύ­ει». Οἱ Τοῦρ­κοι ἅ­πλω­σαν τά χέ­ρια τους νά τοῦ δώ­σουν τά χρή­μα­τα, ἀλ­λά ὁ πατήρ ἀρ­νή­θη­κε νά τά πά­ρη. Τούς εἶ­πε: «Φτω­χοί ἄν­θρω­ποι εἶ­στε. Νά ψω­νί­σε­τε κά­τι γι­ά τίς οἰ­κο­γέ­νει­ές σας».

    Ἐν τῷ με­τα­ξύ οἱ φί­λοι τοῦ παπᾶ, οἱ γέ­ροντες τοῦ χω­ριοῦ πού εἶ­δαν ὅ­λα αὐ­τά, τοῦ εἶ­παν: «Ἔ, παπα–Βα­σί­λη, δέν ξέ­ρου­με τί νά ποῦ­με. Τά ἔ­χο­με χα­μέ­να. Κά­τι συμ­βαί­νει μέ σέ­να. Πῶς σοῦ ἔ­δω­σε ὁ Θε­ός τό­σα χα­ρί­σμα­τα;». Αὐτός τούς ἀ­πάντη­σε: «Πά­ντα νά προ­σεύ­χε­σθε μέ πί­στη καί εὐ­λά­βεια στόν Θε­ό, νά τη­ρῆ­τε τίς ἐντο­λές τοῦ Θε­οῦ καί Αὐ­τός θά σᾶς δώ­σει τήν Χά­ρι του».

    Στό χω­ριό Ἀν­δρο­νί­κη ἕ­νας πλού­σιος Τοῦρ­κος εἶ­χε τό μο­νά­κρι­βό του παι­δί ἄρ­ρω­στο. Ἔ­πα­σχε ἀ­πό τρέλ­λα βα­ρειᾶς μορ­φῆς καί δέν ἤ­ξε­ρε τί ἔ­κα­νε. Ἦταν ἐ­πι­θε­τι­κό στούς ἀν­θρώ­πους, ἔ­σπα­ζε, ἔ­κα­νε ζη­μι­ές καί ἡ οἰ­κο­γέ­νειά του δέν μπο­ροῦ­σε νά τό συγ­κρα­τή­ση. Ὁ πα­τέ­ρας του τε­λι­κά τό ἔ­κλει­σε σ᾿ ἕ­να δω­μά­τιο, κλεί­δω­σε τίς πόρ­τες καί τοῦ ἔ­δι­νε τρο­φή ἀ­πό ἕ­να μι­κρό πα­ρα­θυ­ρά­κι. Ἦ­ταν τό­σο ἐ­ξα­γρι­ω­μέ­νο καί ἐ­πι­κίν­δυ­νο ὥ­στε κα­νείς δέν μπο­ροῦ­σε νά τό πλη­σιά­ση. Ὁ πα­τέ­ρας προ­η­γου­μέ­νως εἷ­χε πά­ει τό παι­δί σέ για­τρούς καί σέ μά­γους ἀλ­λά κα­νείς δέν μπό­ρε­σε νά τό βο­η­θή­ση.

Εἶ­χε ἀ­κού­σει καί γι­ά τόν θαυ­μα­τουρ­γό ἱε­ρέα καί πά­νω στήν ἀ­πε­λπι­σί­α του σκέ­φθη­κε: «Τί κά­θο­μαι καί πε­ρι­μέ­νω; Δέν παίρ­νω τό παι­δί μου νά τό πά­ω στόν παπα–Βα­σί­λη στό Τασ­λίκ νά τό δι­α­βά­ση καμ­μιά εὐ­χή νά γί­νη κα­λά, ὅ­πως τόσοι καί τό­σοι ἄν­θρω­ποι εἶ­δαν τήν θε­ρα­πεί­α τους ἀπ᾿ αὐ­τόν τόν ἅ­γιο ἄν­θρω­πο;».

Κά­λε­σε καμ­μιά δε­κα­ριά γε­ρο­δε­μέ­νους νέ­ους οἱ ὁ­ποῖ­οι κα­τά­φε­ραν νά δέ­σουν καί νά φορ­τώ­σουν τό παι­δί του σ᾿ ἕ­να γα­ϊ­δου­ρά­κι, δε­μέ­νο ἐ­πί­σης πά­νω στό σα­μά­ρι.

Βλέ­ποντας αὐ­τό τό θέ­α­μα οἱ χω­ρι­κοί τοῦ Τα­σλίκ μα­ζεύ­τη­καν ἀ­πό πε­ρι­έρ­γεια στό σπί­τι τοῦ παπα–Βα­σί­λη νά δοῦν ἂν θά γί­νη κα­λά ὁ νέ­ος.

Ὁ πα­τέ­ρας τοῦ παι­διοῦ ἔ­πε­σε στά πό­δια τοῦ πα­πᾶ καί κλαί­γοντας τόν πα­ρα­κα­λοῦ­σε: «Πα­πα– Ἐ­φέντη ἔ­χω αὐ­τό τό μο­νά­κρι­βο παι­δί πού τρελ­λά­θη­κε καί δέν μπο­ρῶ νά τό συγ­κρα­τή­σω. Δέρ­νει, χτυ­πά­ει, σπά­ζει καί ὅ­λοι φο­βοῦνται. Ἄ­κου­σα γιά τήν ἁγι­­ω­σύ­νη σου καί ἦρ­θα σέ σέ­να γι­ά νά τό κά­νης κα­λά. Λυ­πή­σου με καί δῶ­σε τήν ὑ­γεί­α στό παι­δί μου, τήν χα­ρά σέ μέ­να καί ἐ­γώ θά σοῦ δώ­σω ὅ,τι θέ­λεις».

–Ἡ­σύ­χα­σε, παι­δί μου, ὁ γυι­ός σου θά γί­νει κα­λά, ἀ­πάντη­σε ὁ παπᾶς.

Φέρ­νουν μπρο­στά τό παι­δί. Φο­ρᾶ τό πε­τρα­χή­λι καί τοῦ δι­α­βά­ζει τίς εὐ­χές ἀ­πό τό Εὐ­χο­λό­γιο τοῦ ἐ­ρη­μί­του˙ τό σταυ­ρώ­νει καί λέ­ει στόν πα­τέ­ρα νά λύ­σουν τό παι­δί πού τώ­ρα ἦ­ταν ἤ­ρε­μο. Τό πιά­νει ἀ­πό τό χέ­ρι, τό ση­κώ­νει ὄρ­θιο καί τοῦ λέ­γει: «Παι­δί μου, ἀπ᾿ αὐ­τήν τήν στιγ­μή εἶ­σαι κα­λά, δέν ἔ­χεις τί­πο­τε. Νά εἶ­σαι στό ἑ­ξῆς κα­λό καί φρό­νι­μο παι­δί, νά ἀ­γα­πᾶς τούς γο­νεῖς σου καί τούς συ­ναν­θρώ­πους. Πή­γαι­νε στήν εὐ­χή τοῦ Θε­οῦ».

Ὁ πλού­σιος πα­τέ­ρας ἔ­πε­σε στά πό­δια του εὐ­χα­ρι­στώντας τον καί τοῦ πρό­σφε­ρε πολ­λά μπα­χτσί­σια (δῶ­ρα), τά ὁ­ποῖ­α ὁ παπᾶς φυσικά δέν δέ­χθη­κε.

    Ἔ­φε­ραν κάποτε ἀ­πό τήν Και­σά­ρεια ἕ­να δαι­μο­νι­σμέ­νον. Ἐνῶ φαι­νό­ταν ἤ­ρε­μος, ξε­σποῦ­σε σέ κραυ­γές καί ἔ­βγα­ζε ἀ­φρούς ἀ­πό τό στό­μα του. Τόν ἔ­φε­ραν δε­μέ­νο καί ὁ πατήρ τούς εἶ­πε νά τόν φέ­ρουν μέ­σα στό δω­μά­τιό του. Τούς ἔ­βγα­λε ὅ­λους ἔ­ξω, ἔ­κλει­σε τήν πόρ­τα καί ἄρ­χι­σε νά τοῦ δι­α­βά­ζη τούς ἐ­ξορ­κι­σμούς. Ἕνα μι­κρό ἐγ­γο­νά­κι του ὅμως, ἡ­λι­κί­ας τεσ­σά­ρων μέ πέντε ἐ­τῶν, κρύ­φτη­κε μέ­σα στό δω­μά­τιο, πα­ρα­κο­λού­θη­σε καί δι­η­γή­θη­κε ὅ­σα εἶ­δε. Ὁ πα­πᾶς διά­βα­ζε τούς ἐ­ξορ­κι­σμούς ἐ­πι­τι­μώ­ντας τά δαι­μό­νια νά φύ­γουν. Κά­θε φο­ρά πού χτυ­ποῦ­σε τό πό­δι στό πά­τω­μα ὁ ἱ­ε­ρέ­ας, ἔ­βλε­πε τό παι­δά­κι ἀ­πό τό στό­μα τοῦ δαι­μο­νι­σμέ­νου νά βγαί­νουν τά δαι­μό­νια μέ μορ­φή ποντι­κι­ῶν. Οἱ ἐ­ξορ­κι­σμοί κρά­τη­σαν πολ­λή ὥ­ρα καί τό παι­δά­κι βλέ­ποντας τά ποντί­κια (δαί­μο­νες) νά γε­μί­ζουν τό δω­μά­τιο, φο­βι­σμέ­νο ἄρ­χι­σε νά φω­νά­ζη:

–Παπποῦ, παπ­ποῦ, γέ­μι­σε τό σπί­τι μας ποντί­κια.

–Μή φο­βᾶ­σαι, παι­δί μου, δέν εἶ­ναι ποντί­κια αὐ­τά, θά φύ­γουν.

Ἀ­φοῦ τε­λεί­ω­σαν οἱ ἐ­ξορ­κι­σμοί ὁ δαι­μο­νι­σμέ­νος ἠ­ρέ­μη­σε καί ἀ­πο­κοι­μή­θη­κε. Ὅ­ταν ξύ­πνη­σε, τοῦ ἔ­δω­σαν φα­γη­τό καί νε­ρό. Ἀ­να­γνώ­ρι­σε τούς δι­κούς του καί ἤ­ρε­μος πλέ­ον δι­η­γεῖ­το τί ὑ­πέ­φε­ρε ἀ­πό τούς δαί­μο­νες εὐ­χα­ρι­στώντας τόν Θε­ό πού τόν ἀ­πάλ­λα­ξε ἀπ᾿ αὐ­τό τό μαρ­τύ­ριο. Εὐ­χα­ρί­στη­σαν τόν πα­πα–Βα­σί­λη, ἀ­σπά­σθη­καν τό χέ­ρι του καί ἔ­φυ­γαν.

    Κά­πο­τε ὁ παπα–Βα­σί­λης γύ­ρι­ζε στό χω­ριό νύ­χτα κα­βάλ­λα στό ἄ­λο­γο ἐπι­στρέ­φο­ντας ἀ­πό μία ἐ­πί­σκε­ψη στόν Ἀρ­μέ­νη φί­λο του, τόν Χαμ­πέ­ρα­γα Ἐχ­μά­λο­γλου, πο­λύ κα­λό ἄν­θρω­πο ἀ­πό τό Κε­με­ρέκ. Ἡ ἀ­πό­στα­ση Τασ­λίκ–Κε­με­ρέκ ἦ­ταν τέσ­σε­ρις ὧ­ρες. Φθά­νοντας στήν το­πο­θε­σί­α Ἐ­ϊ­τε­λίκ, πού θά πεῖ κα­λή τρύ­πα, ἔ­πε­σε πά­νω σέ δυ­ό λη­στές, χω­ρίς αὐ­τοί νά τόν γνω­ρί­σουν. Ὁ πατήρ πλη­σι­ά­ζοντας τούς ἀντι­λή­φθη­κε, ἔ­κα­νε τό ση­μεῖ­ο τοῦ σταυ­ροῦ πρός τό μέ­ρος τους καί οἱ λη­στές ἀ­κι­νη­το­ποι­ή­θη­καν (κοκ­κά­λω­σαν) στήν θέ­ση τους. Πέ­ρα­σε ἀ­νά­με­σά τους καί, ὅ­ταν ἀ­πο­μα­κρύν­θη­κε, τούς λυ­πή­θη­κε καί τούς ἔ­λυ­σε ἀ­πό τό δέ­σι­μο.

Οἱ λη­στές ἄρ­χι­σαν νά δι­ε­ρω­τῶνται τί συ­νέ­βη, καί δι­η­γεῖ­το ὁ κα­θέ­νας τους ὅ­τι, ἐ­νῶ ἤ­θε­λε νά κι­νη­θῆ καί νά συλ­λά­βη τόν κα­βαλ­λά­ρη πού περ­νοῦ­σε, δέν μπο­ροῦ­σε, κά­τι τόν κρα­τοῦ­σε δε­μέ­νο. Τό­τε σκέ­φθη­καν ὅ­τι αὐ­τός πού περ­νοῦ­σε δέν μπο­ρεῖ νά ἦ­ταν ἄλ­λος ἀ­πό τόν πα­πα–Βα­σί­λη ἀ­πό τό Τασ­λίκ. Κα­τά­λα­βαν τότε τήν με­γά­λη ἁ­μαρ­τί­α πού δι­έ­πρα­ξαν καί ἀ­μέ­σως ἔ­τρε­ξαν στό Τασ­λίκ, βρῆ­καν τόν πα­πᾶ καί τοῦ ζή­τη­σαν συγ­χώ­ρη­ση. Τούς συγ­χώ­ρε­σε καί τούς ἔ­βα­λε νά φᾶ­νε. Τούς συμ­βού­λε­ψε ὅμως νά πά­ψουν τίς λη­στεῖ­ες καί νά ζοῦν τί­μια ἀ­πό τήν ἐρ­γα­σία τους. Οἱ λη­στές τοῦ φί­λη­σαν τό χέ­ρι καί ἔ­φυ­γαν με­τα­νο­η­μέ­νοι.

    Τά πολ­λά θαύ­μα­τα πού ἐ­νερ­γοῦ­σε ὁ Θε­ός μέ­σῳ τοῦ παπα–Βα­σί­λη ἔ­γι­ναν γνω­στά σέ ὅ­λη τήν Καπ­πα­δο­κί­α καί ἔ­τρε­χαν πολ­λοί κοντά του νά θε­ρα­πευ­θοῦν. Αὐ­τό ὅ­μως ἔ­γι­νε αἰ­τί­α νά τόν φθο­νή­σουν με­ρι­κοί, για­τί νό­μι­ζαν ὅ­τι πλού­τη­σε, ἐ­νῶ αὐ­τός δέν ἔ­παιρ­νε χρή­μα­τα. Πῆ­γαν λοι­πόν καί τόν δι­έ­βαλ­αν στόν Μη­τρο­πο­λί­τη Και­σα­ρεί­ας κα­τη­γο­ρώ­ντας τον ὅ­τι εἶ­ναι με­γά­λος φα­κί­ρης καί κά­νει μά­για στούς ἀρ­ρώ­στους. Ὁ Μη­τρο­πο­λί­της δέν ἐ­ξέ­τα­σε ἀ­κρι­βῶς ἂν εὐ­στα­θοῦν αὐ­τές οἱ συ­κο­φαντί­ες, τίς πί­στε­ψε καί τι­μώ­ρη­σε μέ ἀρ­γί­α τόν παπα–Βα­σί­λη. Ἔ­παυ­σε πλέ­ον νά λει­τουρ­γῆ καί νά δι­α­βά­ζη εὐ­χές σέ ἀρ­ρώ­στους. Ἡ Ἐκ­κλη­σί­α τοῦ χω­ριοῦ τους, ὁ να­ός τοῦ ἁ­γί­ου Γε­ωρ­γί­ου, τίς Κυ­ρια­κές καί ἑ­ορ­τές ἔ­με­νε ἀ­λει­τούρ­γη­τη. Ἡ ἀρ­γί­α κρά­τη­σε τρεῖς μῆ­νες καί λύ­θη­κε ὡς ἑ­ξῆς:

Τήν ἐ­πο­χή ἐ­κεί­νη στό γει­το­νι­κό χω­ριό Ρουμ­κα­βάκ, σέ ἀ­πό­στα­ση 5,5 χι­λι­ο­μέ­τρων ἀ­πό τό Τασ­λίκ, εἶ­χε κτι­στῆ και­νούρ­γιος να­ός καί ἦρ­θε ὁ Δε­σπό­της γι­ά νά κά­νη τά ἐγ­καί­νια. Μέ τήν εὐ­και­ρί­α ἔ­κα­νε καί πε­ρι­ο­δεί­α στά χω­ριά τῆς Ἐ­παρ­χί­ας του. Ἐ­νῶ βρι­σκό­ταν στό Ρουμ­κα­βάκ πῆ­γε ἐ­πι­τρο­πή ἀ­πό τό Τα­σλίκ μέ τόν πρό­ε­δρο Ἀ­βρα­άμ Κια­γιᾶ καί ἄλ­λα μέ­λη, νά πα­ρα­κα­λέ­σουν τόν Δε­σπό­τη νά λύ­ση τήν ἀρ­γί­α τοῦ πα­πα–Βα­σί­λη. Ὁ Δε­σπό­της δέ­χθη­κε νά ἔρ­θη στό Τασ­λίκ καί νά ἐ­ξε­τά­ση ἐ­πί τό­που τήν ὑ­πό­θε­ση. Ἔ­φθα­σε μέ τόν διᾶ­κο του πά­νω στά ἄ­λο­γα, ὡς συ­νή­θως, καί κατέλυσε στό σπί­τι τοῦ Χατ­ζῆ–Ὀ­νυμ­φί­ου πού ἦ­ταν ὁ πλου­σι­ώ­τε­ρος ἄν­θρω­πος τοῦ χω­ριοῦ καί ἐ­πί­τρο­πος τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Τόν Δε­σπό­τη ὑ­πο­δέ­χθη­κε ὅ­λο τό χω­ριό, τοῦ φί­λη­σαν τό χέ­ρι, ἀλ­λά ἔ­δει­χναν τό πα­ρά­πο­νό τους πού τι­μώ­ρη­σε τόν ἱ­ε­ρέ­α τους. Ἀ­πό τήν ὑ­πο­δο­χή ἔ­λει­πε ὁ πα­τήρ ὁ ὁ­ποῖ­ος ὡς τι­μω­ρη­μέ­νος ἀ­πέ­φευ­γε τίς ἐμ­φα­νί­σεις καί πα­ρέ­με­νε στό σπί­τι του.

Ἐ­νῶ γί­νο­νταν οἱ ἀ­να­κρί­σεις, εἰ­δο­ποί­η­σαν τόν Δε­σπό­τη ὅ­τι τό ἄ­λο­γό του εἶ­ναι ξα­πλω­μέ­νο κά­τω, βογ­γά­ει, τρέ­μει ὁ­λό­κλη­ρο καί κιν­δυ­νεύ­ει νά ψο­φή­ση. Προ­σπά­θη­σαν νά τό πε­ρι­ποι­η­θοῦν, τοῦ ἔ­δω­σαν νά φά­η, ἔ­φε­ραν πρα­κτι­κούς για­τρούς ἀλ­λά χει­ρο­τέ­ρευ­ε. Ὁ Δε­σπό­της ἀ­νή­συ­χος στέλ­νει τόν διᾶ­κο νά δι­α­βά­ση εὐ­χή, ἀλ­λά δέν συ­νῆλ­θε τό ἄλο­γο. Κα­τε­βαί­νει καί ὁ ἴ­διος ὁ Δε­σπό­της, δι­α­βά­ζει εὐ­χή ἀλ­λά ἡ κα­τά­στα­ση τοῦ ζώ­ου χει­ρο­τέ­ρευ­ε.

Οἱ κά­τοι­κοι τοῦ Τασ­λίκ ἤ­ξε­ραν ὅ­τι τέ­τοι­ες ἀρ­ρώ­στι­ες θε­ρα­πεύ­ονταν εὔ­κο­λα ἀ­πό τόν παπα–Βα­σί­λη καί πρό­τει­ναν στόν Δε­σπό­τη μέ­σῳ τοῦ Προ­έ­δρου νά τόν κα­λέ­σουν, ἀλ­λά ὁ Δε­σπό­της δέν δέ­χθη­κε. Ὁ Πρό­ε­δρος τοῦ λέ­γει τό­τε: «Ἀ­κοῦ­στε, Δέ­σπο­τα. Ἀ­πό τό­τε πού ἦρ­θε ἐ­δῶ ὁ ἄν­θρω­πος αὐ­τός οὔ­τε τά ζῶ­α μας ψό­φη­σαν οὔ­τε ἄν­θρω­ποι πέ­θα­ναν ἀ­πό ἀρ­ρώ­στι­ες. Ἡ εὐ­χή του ὅ­λους τούς κά­νει κα­λά».

Ὁ Δε­σπό­της συγ­κα­τα­τέ­θη­κε νά τόν κα­λέ­σουν, ἀλ­λά ὁ πα­τήρ δέν πῆ­γε λέ­γοντας στόν ἀ­πε­σταλ­μέ­νο: «Μπρο­στά στόν Δε­σπό­τη εὐ­λο­γά­ει ὁ πα­πᾶς;». Στέλ­νουν ἄλ­λον ἄν­θρω­πο ἀλ­λά πά­λι ἀρ­νή­θη­κε. Ὁ Δε­σπό­της τόν πε­ρί­με­νε πλέ­ον μέ ἀ­γω­νί­α, για­τί ἔ­βλε­πε τόν κίν­δυ­νο πού δι­έ­τρε­χε τό ἄ­λο­γό του. Τό­τε πῆ­γε ὁ ἴ­διος ὁ πρό­ε­δρος Ἀ­βρα­άμ Κια­γιᾶ καί τόν πα­ρα­κά­λε­σε νά ἔρ­θη˙ νά δῆ ὁ Δε­σπό­της μέ τά μά­τια του ὅ­τι ὁ πα­πα–Βα­σί­λης ὑ­πη­ρε­τεῖ τόν Θεό καί ὄ­χι τόν διά­βο­λο, καί νά ἀ­νοί­ξη τήν Ἐκ­κλη­σί­α πού πα­ρα­μέ­νει κλει­στή καί ὁ κό­σμος ἀ­λει­τούρ­γη­τος.

Ὁ πα­τήρ πεί­σθη­κε πλέ­ον, πῆ­ρε τό πε­τρα­χή­λι, τό Εὐ­χο­λό­γιο τοῦ ἐρη­μί­του καί ἀ­κο­λού­θη­σε τόν Πρό­ε­δρο. Πῆ­γαν κα­τευ­θεῖ­αν στόν σταῦ­λο, ἐ­νῶ τό πλῆ­θος τοῦ κό­σμου πε­ρί­με­νε μέ ἀ­γω­νί­α καί, χω­ρίς νά χαι­ρε­τή­ση, φθά­νει στό ἄρ­ρω­στο ἄ­λο­γο. Ἄρ­χι­σε νά δι­α­βά­ζη τήν εὐ­χή. Ὁ Δε­σπό­της πε­ρί­ερ­γος πη­γαί­νει πί­σω ἀ­πό τόν πα­πα–Βα­σί­λη νά δῆ τί εὐ­χή δι­α­βά­ζει. Ὁ πα­πᾶς κα­τά τήν διά­ρκεια τῆς ἀ­να­γνώ­σε­ως τῆς εὐ­χῆς δι­α­κό­πτει τρεῖς φο­ρές καί σταυ­ρώ­νει τό ἄ­λο­γο ἀ­κουμ­πώντας το ἐ­λα­φρά μέ τό πό­δι του.

Στό τέ­λος τό ἄ­λο­γο τι­νά­χθη­κε ὄρ­θιο καί με­τά ἄρ­χι­σε νά τρώ­η. Ὁ πα­πᾶς εἶ­πε “πε­ρα­στι­κά” καί ἔ­φυ­γε γι­ά τό σπί­τι του. Ὁ Δε­σπό­της ἀ­πό τήν χα­ρά του ξέ­χα­σε νά τόν εὐ­χα­ρι­στή­ση. Ὅ­ταν συ­νῆλ­θε ἔ­τρε­ξε πί­σω του καί τόν πα­ρα­κά­λε­σε νά τόν ἀ­κο­λου­θή­ση˙ τόν ἔ­πια­σε ἀ­πό τό χέ­ρι καί τόν ὡ­δή­γη­σε στό σπί­τι πού ἐ­φι­λο­ξε­νεῖ­το, ἐ­νῶ ὁ κό­σμος πε­ρί­με­νε ἔ­ξω. Στήν συ­νέ­χεια βγαί­νει στόν ἐ­ξώ­στη μα­ζί μέ τόν πα­πᾶ καί ἀ­πευ­θυ­νό­με­νος στό πλῆ­θος τῶν Χρι­στια­νῶν λέ­γει: «Ἀ­δελ­φοί μου, τήν εὐ­χή πού δι­ά­βα­σε ὁ πα­πα–Βα­σί­λης τήν δι­ά­βα­σα καί ἐ­γώ, τήν δι­ά­βα­σε καί ὁ δι­ά­κο­νος. Ὁ Θε­ός τίς δι­κές μας προ­σευ­χές δέν τίς ἄ­κου­σε. Ἄ­κου­σε ὅ­μως τίς προ­σευ­χές τοῦ πα­πα–Βα­σί­λη. Κά­τι πρέ­πει νά συμ­βαί­νη καί οἱ προ­σευ­χές του γί­νονται δε­κτές ἀ­πό τόν Θε­ό. Αὐ­τόν λοι­πόν ἐ­γώ θά τόν ἐ­ξο­μο­λο­γή­σω». Βγά­ζει τούς ἄλ­λους ἔ­ξω καί, ἀ­φοῦ ἔ­κα­νε δι­ά­φο­ρες ἐ­ρω­τή­σεις στόν πα­πα–Βα­σί­λη καί τόν ἐ­ξω­μο­λό­γη­σε, βγαί­νει καί λέ­γει στόν κό­σμο πού πε­ρί­με­νε: «Ἀ­κοῦ­στε, ἀ­γα­πη­τοί μου. Τώ­ρα ὁ πα­πα–Βα­σί­λης δέν θά ζη­τή­σει συγ­χώ­ρε­ση ἀ­πό ἐ­μέ­να. Ἐ­γώ θά ζη­τή­σω συγ­χώ­ρε­ση ἀπ᾿ αὐ­τόν, για­τί πί­στε­ψα στίς συ­κο­φαντί­ες καί τόν τι­μώ­ρη­σα μέ ἀρ­γί­α. Τό χά­ρι­σμα τοῦ ἔ­χει δο­θῆ ἀ­πό τόν Θε­ό καί κα­νείς δέν μπο­ρεῖ νά τό πά­ρη πί­σω».

Με­τά τοῦ δι­ά­βα­σε εὐ­χή καί τόν ἔ­λυ­σε ἀ­πό τήν ἀρ­γί­α. Τήν ἑ­πό­με­νη ἡ­μέ­ρα ἄ­νοι­ξαν τήν Ἐκ­κλη­σί­α τοῦ χω­ριοῦ καί ὅλοι μαζί ἐ­τέ­λε­σαν τήν θεί­α Λει­τουρ­γί­α.

Αὐ­τά εἶ­ναι λί­γα ἀ­πό τά πολ­λά θαύ­μα­τα πού ἔ­κα­νε ὁ παπα–Βα­σί­λης ὁ Καπ­πα­δό­κης σέ Χρι­στια­νούς καί Τούρ­κους.

    Κα­τά τούς ὑ­πο­λο­γι­σμούς ἀ­πό τίς μαρ­τυ­ρί­ες τῶν συγγενῶν του[3] καί τῶν συγ­χω­ρια­νῶν του πού ζοῦν σή­με­ρα, ἐ­κοι­μή­θη γύ­ρω στό 1900 καί ἐ­τά­φη ἐ­κεῖ στό χω­ριό πού ἐ­φη­μέ­ρευ­ε, στό Τασ­λίκ τῆς Καπ­πα­δο­κί­ας.

Αἰ­ω­νί­α του ἡ μνή­μη.

Τήν εὐ­χή του νά ἔ­χου­με καί οἱ πρεσβεῖες του νά βο­η­θή­σουν νά λει­τουρ­γη­θῆ καί πά­λι ὁ να­ός τοῦ ἁγίου Γε­ωρ­γί­ου στό Τα­σλίκ, πού τώ­ρα εἶ­ναι τζα­μί. Ἀ­μήν.

 

Διαβάστε ΕΔΩ τα προηγούμενα σχετικά άρθρα

 

[1]. Δι­α­σώ­ζε­ται σή­με­ρα ὁ ἀ­ση­μέ­νιος Σταυ­ρός πού φο­ροῦ­σε. Στήν κυ­κλι­κή βά­ση του εἶ­ναι γραμ­μέ­νο: «Πα­πα–Βα­σί­λης ἔ­τος 1830», καί στό κέντρο ἀ­πει­κο­νί­ζει τήν πε­ρι­στε­ρά, σύμ­βο­λο τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος. Αὐ­τόν τόν Σταυ­ρό τόν χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σε καί σάν σφρα­γί­δα. Μ᾿ αὐ­τόν σταύ­ρω­νε τούς ἀ­σθε­νεῖς, τόν ἔ­δι­νε νά τόν φο­ροῦν οἱ ἀ­σθε­νεῖς καί ἔ­κα­νε Ἁγια­σμούς.

[2]. Πρό­κει­ται γιά τό Εὐ­χο­λό­γιο τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας στήν Κα­ρα­μαν­λί­δι­κη γρα­φή (δηλα­δή τούρ­κι­κη γλῶσ­σα μέ ἑλ­λη­νι­κά στοι­χεῖ­α) πού σώ­ζε­ται μέ­χρι σή­με­ρα ὡς κει­μή­λιο.

[3]. Οἱ ἀ­πό­γο­νοι τοῦ πα­πα–Βα­σί­λη πού ἦρ­θαν στήν Ἑλ­λά­δα, ἄλ­λοι φέρ­νουν τό ἐ­πώ­νυ­μο Κον­τζι­κλῆς, πού δη­λώ­νει τήν κα­τα­γω­γή τοῦ πα­πα–Βα­σί­λη, δη­λα­δή ἀ­πό τό χω­ριό Κον­τζούκ ἢ Γκöλ­τζύκ, καί ἄλ­λοι δί­νον­τας βα­ρύ­τη­τα στήν ἱ­ε­ρα­τι­κή του ἰ­δι­ό­τη­τα ὠ­νο­μά­σθη­καν Κε­ΐ­σο­γλου πού ση­μαί­νει υἱ­ός ἱ­ε­ρέ­ως (κε­ΐς τούρ­κι­κα ση­μαί­νει πα­πᾶς καί ὀ­γλούν υἱ­ός). Ἀρ­γό­τε­ρα τό Κε­ΐ­σο­γλου τό με­τέ­τρε­ψαν σέ Πα­πά­ζο­γλου καί ἐ­πί τό ἑλ­λη­νι­κώ­τε­ρο Πα­πα­δό­που­λος. Αὐ­τό τό ἐ­πώ­νυ­μο φέρ­νουν σή­με­ρα οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι ἀ­πό τούς ἀ­πο­γό­νους του. Αὐ­τοί καί οἱ συγ­χω­ρια­νοί τους μοι­ρά­σθη­καν καί ζοῦν σή­με­ρα στήν Θη­ρι­ό­πε­τρα Ἀ­ρι­δαί­ας καί στό Καπ­πα­δο­κι­κό χω­ριό ἅ­γιος Κων­σταν­τῖ­νος Φαρ­σά­λων. Φυ­λά­γουν μέ εὐ­λά­βεια τίς δι­η­γή­σεις σχε­τι­κά μέ τόν πα­πα–Βα­σί­λη καί ἔ­χουν ὡς φυ­λα­χτό τόν Σταυ­ρό του καί τό Εὐ­χο­λό­γιο πού τοῦ ἔ­δω­σε ὁ ἅ­γιος ἐ­ρη­μί­της.

 

ΤΟ ΤΑΜΑ ΤΟΥ ΕΘΝΟΥΣ. Ο ΝΑΟΣ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΟΣ.

Ἡ Δ΄ Ἐθνικὴ τῶν Ἑλλήνων Συνέλευσις.

Νομίζει ἑαυτὴν εὐτυχῆ γενομένη ὄργανον, δι᾿ οὗ τὸ Ἔθνος ἐκπληροῖ τὸ πλέον ἐφετὸν τῶν χρεῶν του, δη­λα­δὴ τὸ νὰ ἀναπέμψῃ τὴν εὐγνωμοσύνην του πρὸς τὸν Θε­όν, Ὅστις ἔδειξε τοσαῦτα θαύματα διὰ νὰ τὸ σώσῃ.

 Κατὰ συνέπειαν, ἡ Δ΄  Ἐθνικὴ τῶν Ἑλλήνων Συνέλευσις ψηφίζει:

Α΄. Ὅταν ἡ τοπικὴ περιφέρεια τῆς Ἑλλάδος καὶ ἡ καθέ­δρα τῆς Κυβερνήσεώς της κατασταθῶσιν ὁρι­στι­κῶς, οἱ δὲ οἰκονομικοὶ πόροι τοῦ κράτους τὸ ἐπιτρέ­ψω­σιν, ἡ Κυβέρνησις θέλει διατάξει νὰ ἐγερθῇ εἰς τὴν κα­θέ­δραν εἷς Ναὸς ἐπ᾿ ὀνόματι τοῦ Σωτῆρος.

 

(ΑΡΧΕΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΠΑΛΙΓΓΕΝΕΣΙΑΣ, τόμος 4ος. Δ΄ ἐν Ἄργει Ἐθνικὴ Συνέλευσις 1828-1829,

-Δεύτερος τῶν Ἐθνοσυνελεύσεων, σελ. 116)

Ὅταν οἱ ὑπεύ­θυ­νοι ἐνθυ­μη­θοῦν νά πραγ­μα­το­ποι­ή­σουν τό λη­σμο­νη­μένο καί ἀνεκ­πλή­­ρω­το τάμα τοῦ Ἔθ­νους καί ἀρχίση ἡ ἀνοικο­δό­μη­ση τοῦ Ναοῦ, τά ἔσοδα ἀπό τήν διάθεση τοῦ παρόντος βι­­βλί­­ου θά διατεθοῦν γιά ἕνα λιθαράκι στό Ναό τοῦ Σω­τῆ­ρος μας Χριστοῦ.

 

ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ 2/6/21

Related reading