ΣΤΟΝ ΑΕΡΑ — ΕΡΩ — ΡαδιοΣυχνότητα
Ενωμένη ΡωμηοσύνηΕνωμένη ΡωμηοσύνηΚΕΝΤΡΟΝ ΕΝΟΤΗΤΟΣ ΚΑΙ ΜΕΛΕΤΗΣ ‒
ΠΡΟΒΟΛΗΣ ΤΩΝ ΑΞΙΩΝ ΜΑΣ
ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ
Ο Άγιος Παΐσιος μας είχε προειδοποιήσει για την εγκληματικότητα των νέων!Μητροπολίτης Κισάμου και Σελίνου: «Ευθαρσώς δηλώνουμε την άρνηση αποδοχής ενός ηλεκτρονικού μέσου, το οποίο φαλκιδεύει την ελευθερία του προσώπου»Utopia: Το ζοφερό μας μέλλον! – Δείτε τη βραβευμένη μικρού μήκους ταινία του Ελληνοαυστραλού σκηνοθέτη Κώστα Νίκα με θέμα την κατάργηση των μετρητών και την ηλεκτρονική φυλακήH AI «μπορεί να μας σκοτώσει όλους έως το τέλος της δεκαετίας» – Οι προειδοποιήσεις ειδικών και τα σενάρια απώλειας ελέγχουΜετρητά, ζήτημα Προσωπικής Ελευθερίας – Ολοένα και περισσότερες χώρες ανακαλούν την κατάργησή τους!Κρατικό CREDIT SCORE : Μια δύσκολη οικονομική περίοδος δεν σε κάνει λιγότερο αξιόπιστο άνθρωπο15η ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΣΥΝΑΞΗ ΝΕΟΤΗΤΟΣ – 25/4/2026Ο Άγιος Παΐσιος μας είχε προειδοποιήσει για την εγκληματικότητα των νέων!Μητροπολίτης Κισάμου και Σελίνου: «Ευθαρσώς δηλώνουμε την άρνηση αποδοχής ενός ηλεκτρονικού μέσου, το οποίο φαλκιδεύει την ελευθερία του προσώπου»Utopia: Το ζοφερό μας μέλλον! – Δείτε τη βραβευμένη μικρού μήκους ταινία του Ελληνοαυστραλού σκηνοθέτη Κώστα Νίκα με θέμα την κατάργηση των μετρητών και την ηλεκτρονική φυλακήH AI «μπορεί να μας σκοτώσει όλους έως το τέλος της δεκαετίας» – Οι προειδοποιήσεις ειδικών και τα σενάρια απώλειας ελέγχουΜετρητά, ζήτημα Προσωπικής Ελευθερίας – Ολοένα και περισσότερες χώρες ανακαλούν την κατάργησή τους!Κρατικό CREDIT SCORE : Μια δύσκολη οικονομική περίοδος δεν σε κάνει λιγότερο αξιόπιστο άνθρωπο15η ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΣΥΝΑΞΗ ΝΕΟΤΗΤΟΣ – 25/4/2026

Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση – Ο γερω Αρσένιος ο Γρηγοριάτης

9 Απριλίου 2022 · 3 λεπτά

Ο γε­ρω–Ἀρ­σέ­νιος ὁ Γρη­γο­ρι­ά­της, ὅ­ταν ἦρ­θε νά μο­νά­ση, εἶ­χε ὕφος ἀ­στυ­νο­μι­κοῦ, δι­ό­τι αὐ­τό ἦ­ταν τό ἐπάγ­γελμά του στόν κό­σμο, καί θύ­μω­νε. Ἐξ ἀρ­χῆς ἔ­βα­λε σκο­πό νά νι­κή­ση τό πά­θος τοῦ θυ­μοῦ. Ὅ­σες φο­ρές πή­γαι­νε νά θυ­μώ­ση, κα­τέ­βαι­νε στό δο­χειό τοῦ Μο­να­στη­ριοῦ καί μέ ἕ­να ξύ­λο χτυ­ποῦ­σε τά πό­δια του λέ­γον­τας: «Θέλεις νά κά­νης τόν χω­ρο­φύ­λα­κα στό Μο­να­στή­ρι; Ἐ­δῶ θά πε­θά­νει ὁ χω­ρο­φύ­λα­κας». Καί βλέ­πον­τας ὁ Θε­ός τόν ἀ­γῶ­να του τοῦ χά­ρι­σε ἀ­ορ­γη­σί­α. Ἦ­ταν πρᾶ­ος, εἰ­ρη­νι­κός μέ ὅ­λους, εὐ­δι­ά­θε­τος καί ἔ­λε­γε νό­στι­μα ἀ­στεῖ­α, γιά νά δί­νη χα­ρά καί πα­ρη­γο­ριά στο­ύς θλιμ­μέ­νους. Ὅ­ποι­ος εἶ­χε στε­νο­χώ­ρι­ες κα­τέ­φευ­γε στόν γε­ρω–Ἀρ­σέ­νιο, ὁ ὁ­ποῖ­ος τόν πα­ρη­γο­ροῦ­σε μέ τόν κα­λύ­τε­ρο τρό­πο, για­τί ἦ­ταν ἄν­θρω­πος σο­φός καί εἶ­χε πολ­λή ἀ­γά­πη. 

Τό πα­ρά­θυ­ρο τοῦ κελ­λιοῦ του ἦ­ταν πο­λύ στε­νό. Ὅμως τοῦ ἄ­ρε­σε ἡ φύ­ση καί τό φῶς. Ἔ­λε­γε: «Τί ὡ­ραῖ­ο κό­σμο ἔ­κα­νε ὁ Θε­ός καί μεῖς οἱ κα­λό­γε­ροι κά­να­με κά­τι μπουν­τρο­ύ­μια καί κλει­στή­κα­με μέ­σα. Δέν μπο­ροῦ­με αὐ­τό τό πα­ρά­θυ­ρο νά τό με­γα­λώ­σου­με λί­γο νά μπῆ λί­γο φῶς;». Πῆ­ρε ἕ­νας συγ­κοι­νο­βι­ά­της του σφυ­ρί καί κα­λέ­μι καί ἄρ­χι­σε νά ἀ­νο­ί­γη τόν πα­χύ τοῖ­χο, νά με­γα­λώ­ση τό πα­ρά­θυ­ρο. Ἕ­να γε­ρον­τά­κι πού ἔμε­νε σέ δι­πλα­νό κελ­λί ἄ­κου­σε τόν θό­ρυ­βο, καί ὅ­ταν ἔ­μα­θε τί γί­νε­ται, τοῦ εἶ­πε αὐ­στη­ρά: «Ἄν θέ­λης νά γκρε­μί­σης τό Μο­να­στή­ρι, κα­λύ­τε­ρα νά πᾶς στά Με­τέ­ω­ρα», ἐ­πει­δή γιά κά­ποι­ο δι­ά­στη­μα εἶχε φύγει ἀ­πό τήν με­τά­νοιά του καί εἶχε πάει στά Με­τέ­ω­ρα. Ὁ γε­ρω–Ἀρ­σέ­νιος δέν μί­λη­σε κα­θό­λου. Ἕ­να ἄλ­λο γε­ρον­τά­κι ἄκου­σε τήν φα­σα­ρί­α καί ρώ­τη­σε τί ἔ­γι­νε. Καί ὁ γε­ρω–Ἀρ­σέ­νιος μέ τό χα­ρι­τω­μέ­νο του τρό­πο καί τήν εὐ­στρο­φί­α του ἀ­πάν­τη­σε: «Ἀ­δελ­φά­κι μου, χρει­ά­ζε­ται πό­τε–πό­τε κα­νέ­να λο­ύ­σι­μο μέ ἁ­λυ­σί­βα γιά νά κα­θα­ρί­ζη ἡ πι­τυ­ρίς!». 

Ὅ­ταν γή­ρα­σε κα­θό­ταν στό κελ­λί του σέ μί­α κα­ρέ­κλα καί ἔ­λε­γε τήν εὐ­χή στραμ­μέ­νος πρός τίς εἰ­κό­νες. Κάποια μέ­ρα ἦ­ταν πο­λύ χα­ρο­ύ­με­νος καί εἶ­πε σέ κά­ποι­ον: «Ἔ­χει μί­α χα­ρά ἡ ψυ­χή μου, τρέλ­λα χα­ρᾶς, τώ­ρα πού θά φύ­γω ἀπ᾿ αὐ­τόν τόν κό­σμο». 

Τήν ἑ­πο­μέ­νη ὅ­μως ἡ­μέ­ρα ἦ­ταν κα­τη­φής καί στε­νο­χω­ρη­μέ­νος.  

–Τί ἔ­χεις, γε­ρω–Ἀρ­σέ­νι­ε, τόν ἐ­ρώ­τη­σε ὁ ἴ­διος μο­να­χός.  

–Τί νά σοῦ πῶ! Κοι­τά­ζω τίς εἰ­κό­νες καί γυρ­νά­ει ἡ Μαν­νο­ύ­λα (Πα­να­γί­α) τό πρό­σω­πό της ἀλ­λοῦ, δέν θέ­λει νά μέ δῆ, τό ἴ­διο καί ὁ Χρι­στός καί ὁ Ἅ­γιος Νι­κό­λα­ος… ”Μά τί σᾶς ἔ­φται­ξα;”, το­ύς λέ­ω. 

Αὐ­τό κρά­τη­σε γιά 3–4 μέ­ρες ἀ­κό­μα. Ὅμως τήν πέμπτη ὁ γε­ρω–Ἀρ­σέ­νιος ἦ­ταν πά­λι χα­ρο­ύ­με­νος, κα­τενυγ­μέ­νος καί δα­κρυ­σμέ­νος, καί ἐ­ξή­γη­σε τήν ἀλ­λα­γή του: «Ἄρ­χι­σα νά ψά­χνω τί φτα­ί­ει. Καί σκέ­φτη­κα μή­πως ἐ­κεῖ­νος ὁ λό­γος πού εἶ­πα ὅ­τι ἔ­χει μία χα­ρά ἡ ψυ­χή μου πού θά φύ­γει ἀ­πό τόν κό­σμο, μή­πως αὐ­τό εἶ­ναι ὑ­πε­ρη­φά­νεια; Καί ἄρ­χι­σα νά λέ­ω: ”Χριστέ μου, καί αὐ­τό δι­κό σου εἶ­ναι, ἐ­γώ εἶ­μαι μία βρῶ­μα. Κι ἄν αἰ­σθά­νω­μαι ἔ­τσι, ἐ­σύ μοῦ ἔ­δω­σες αὐ­τό τό αἴ­σθη­μα∙ δέν εἶ­ναι δι­κό μου». 

Μέ τήν αὐ­το­μεμ­ψί­α του τα­πει­νώ­θηκε καί τήν ἄλ­λη ἡ­μέ­ρα εἶ­πε ὅ­τι ὅ­λες οἱ εἰ­κό­νες τόν κοι­τοῦ­σαν μέ ὁ­λά­νοι­χτα τά μά­τια. 

Ἀ­γα­ποῦ­σε καί εὐ­λα­βεῖ­το πά­ρα πο­λύ τήν Πα­να­γί­α, για­τί τόν ἔ­σω­σε ἀ­πό το­ύς Γερ­μα­νο­ύς καί τόν βο­ή­θη­σε πολ­λές φο­ρές. Τήν ἀ­πο­κα­λοῦ­σε «Μαν­νο­ύ­λα» καί ὅ­ταν ἔ­φευ­γε ἀ­πό τό Μο­να­στή­ρι γιά δι­α­κο­νί­α ἔ­ξω, ἔ­παιρ­νε πάν­τα μα­ζί του μία πα­λαιά εἰ­κό­να της. 

Κάποτε ἔ­πα­θε ἐγ­κε­φα­λι­κό. Στό κελ­λί του ἦ­ταν κοντά του με­ρι­κοί πα­τέ­ρες καί ὁ Ἡ­γο­ύ­με­νος, ὁ ὁ­ποῖ­ος τόν ρώ­τη­σε ἄν εἶ­χε δεῖ τήν Πα­να­γί­α. Στήν κα­τά­στα­ση πού ἦ­ταν δέν μπο­ροῦ­σε νά ἀ­πο­κρύ­ψη τί­πο­τε καί ἀ­πάν­τη­σε ὅ­τι τήν βλέ­πει. «Στήν Ἐκ­κλη­σί­α ἤ στό κελ­λί σου;», τόν ρώ­τη­σε πά­λι ὁ Ἡ­γο­ύ­με­νος καί ἀ­πάν­τη­σε: «Καί στήν Ἐκ­κλη­σί­α καί στό κελ­λί μου». 

Διαβάστε ΕΔΩ τα προηγούμενα σχετικά άρθρα

Σχετικά