ΣΤΟΝ ΑΕΡΑΕΡΩ — ΡαδιοΣυχνότητα
Ενωμένη ΡωμηοσύνηΕνωμένη ΡωμηοσύνηΚΕΝΤΡΟΝ ΕΝΟΤΗΤΟΣ ΚΑΙ ΜΕΛΕΤΗΣ
ΠΡΟΒΟΛΗΣ ΤΩΝ ΑΞΙΩΝ ΜΑΣ
ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ
Πανελλήνια Σύναξη στην ΙερισσόΣημαντική Ανακοίνωση προς τα Μέλη και Φίλους της «ΕΝΩΜΕΝΗΣ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗΣ» (Ε.ΡΩ.)Πρόγραμμα των Εκδηλώσεων Ετήσιας Σύναξης της Ε.Ρω στην Ιερισσό – 29/9/22 – 2/10/22Ανάγκες σε συνεργάτεςΠανελλήνια Σύναξη στην ΙερισσόΣημαντική Ανακοίνωση προς τα Μέλη και Φίλους της «ΕΝΩΜΕΝΗΣ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗΣ» (Ε.ΡΩ.)Πρόγραμμα των Εκδηλώσεων Ετήσιας Σύναξης της Ε.Ρω στην Ιερισσό – 29/9/22 – 2/10/22Ανάγκες σε συνεργάτες

Η ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΦΙΛΑΝΘΡΩΠΙΑ

27 Ιανουαρίου 2012 · 10 λεπτά

Μ. Κ.

Ἡ Χρι­στι­α­νι­κὴ φι­λαν­θρω­πί­α ἐκ­φρά­στη­κε πο­λὺ νω­ρὶς στὴν Ἀ­να­το­λι­κὴ Ρω­μαϊ­κὴ Αὐ­το­κρα­το­ρί­α μὲ τὴν ἵ­δρυ­ση καὶ προ­ώ­θη­ση ξε­νώ­νων (νο­σο­κο­μεί­ων), γη­ρο­κο­μεί­ων καὶ ὀρ­φα­νο­τρο­φεί­ων..  Οἱ ξε­νῶ­νες αὐ­τοὶ εἶ­ναι γέν­νη­μα τῆς θε­ο­λο­γι­κῆς σκέ­ψης τῶν Πα­τέ­ρων τῆς Ὀρ­θό­δο­ξης Ἐκ­κλη­σί­ας κα­τὰ τὸν Δ’ αἰ­ῶνα. Ἔ­τσι, εἶ­ναι γε­γο­νὸς ὅ­τι στὸν ἴ­διο τό­πο ὅ­που οἱ φω­τι­σμέ­νοι αὐ­τοὶ ἄν­δρες, ὅ­πως ὁ Μέ­γας Βα­σί­λει­ος, ὁ Ἰ­ω­άν­νης ὁ Χρυ­σό­στο­μος κ.ἄ., ἔ­δρα­σαν, ἐμ­φα­νί­στη­καν τὰ πρῶ­τα Νο­σο­κο­μεῖ­α. Ὁ Μέ­γας Βα­σί­λει­ος δη­μι­ούρ­γη­σε ἔ­ξω ἀ­πὸ τὴν πό­λη τῆς Και­σά­ρειας ἕ­να ἵ­δρυ­μα ποὺ τὸ ὀ­νό­μα­σε «Πτω­χο­τρο­φεῖ­ο» ἢ «Πτω­χεῖ­ο», ἀν­τὶ τοῦ ὅ­ρου «Ξε­νο­δο­χεῖ­ο» ποὺ χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σαν οἱ Ἀν­τι­ο­χεῖς Πα­τέ­ρες γιὰ τὰ ἱ­δρύ­μα­τά τους. Ὁ μέ­γι­στος ἀ­ριθ­μὸς πτω­χῶν καὶ ἀ­σθε­νῶν ποὺ φι­λο­ξε­νοῦ­σε τὸ ἵ­δρυ­μα ἦ­ταν 30–40 ἄ­το­μα. Ὁ Γρη­γό­ριος ὁ Να­ζι­αν­ζη­νὸς ἀ­να­φέ­ρει ὅ­τι στὸ ἵ­δρυ­μα αὐ­τὸ εὕρι­σκαν τρο­φὴ καὶ θε­ρα­πεί­α λε­προὶ καὶ ἀ­νά­πη­ροι. Ὁ Μ. Βα­σί­λει­ος εἶ­χε ἐ­παν­δρώ­σει τὸ πτω­χεῖ­ο μὲ για­τροὺς καὶ νο­ση­λευ­τὲς ποὺ εἶ­χαν ἀ­να­λά­βει τὴ νο­ση­λεί­α τῶν ἀ­σθε­νῶν. Ὁ ἴ­διος, στὰ πλαί­σια τῶν Ἐπι­σκο­πι­κῶν κα­θη­κόν­των του ὄ­χι μό­νο ἐ­πι­σκε­πτό­ταν τοὺς ἀ­σθε­νεῖς, ἀλ­λὰ καὶ τοὺς δι­α­κο­νοῦ­σε (τοὺς χαι­ρε­τοῦ­σε διὰ φι­λή­μα­τος, θε­ρά­πευ­ε τὰ σω­μα­τι­κά τους ἐ­νο­χλή­μα­τα, ἔ­δε­νε τὰ τραύ­μα­τά τους), χρη­σι­μο­ποι­ών­τας καὶ τὴν ἰ­δι­ό­τη­τα τοῦ για­τροῦ ποὺ εἶ­χε ἀ­πο­κτή­σει στὴν Ἀ­θή­να. Τὸ ἵ­δρυ­μά του θε­ω­ρεῖ­ται ἀ­πὸ πολ­λοὺς ἐ­ρευ­νη­τὲς ὡς τό πρῶτο Νοσοκομεῖο τοῦ Δυτικοῦ κόσμου (1).

     Τὴν ἴ­δια ἐ­πο­χή, ὅ­ταν ὁ Ἰ­ω­άν­νης ὁ Χρυ­σό­στο­μος ἀ­νῆλ­θε στὸν Πα­τρι­αρ­χι­κὸ θρό­νο, δι­έ­θε­σε τὰ χρή­μα­τα τοῦ Ἐπι­σκο­πι­κοῦ τα­μεί­ου γιὰ τὴν ἀ­νέ­γερ­ση ἱ­δρυ­μά­των στὴν Κων­σταν­τι­νού­πο­λη, τὰ ὁ­ποῖα ὁ βι­ο­γρά­φος του Παλ­λά­διος ἀ­πο­κα­λεῖ «Νο­σο­κο­μεῖ­α» ἀ­να­φέ­ρον­τας ὅ­τι δι­έ­θε­ταν ἰ­α­τρι­κὸ καὶ νο­ση­λευ­τι­κὸ προ­σω­πι­κό. Οἱ νο­ση­λευ­τὲς ἦ­ταν ἐ­θε­λον­τὲς προ­ερ­χό­με­νοι ἀ­πὸ ὁ­μά­δες ἀ­σκη­τῶν τῆς πό­λε­ως (1). Ἀ­πὸ τὸν 4ο αἰ­ῶνα αὐ­τὰ τὰ κέν­τρα τῆς φι­λαν­θρω­πί­ας, οἱ εὐα­γεῖς οἶ­κοι, συ­νέ­χι­σαν νὰ ἐ­πε­κτεί­νουν τὶς ἰ­α­τρι­κὲς τους ὑ­πη­ρε­σί­ες, ἰ­δι­αί­τε­ρα ἐ­πὶ τῆς βα­σι­λεί­ας τοῦ Ἰ­ου­στι­νια­νοῦ (527-565 μ.Χ.) καὶ ὡς τὸν 12° αἰ­ῶ­να. Ὁ κα­τε­ξο­χὴν αὐ­τὸς χῶ­ρος ἄ­σκη­σης τῆς Ἰα­τρι­κῆς, πα­ρεῖ­χε ἐ­ξει­δι­κευ­μέ­νη θε­ρα­πεί­α στοὺς νο­σο­κο­μεια­κοὺς ἀ­σθε­νεῖς καὶ ἐ­ξω­νο­σο­κο­μια­κὲς ὑ­πη­ρε­σί­ες στὸ γε­νι­κὸ πλη­θυ­σμό. Ἐ­πι­πλέ­ον στοὺς ξε­νῶ­νες ἐ­δι­δά­σκε­το ἡ θε­ω­ρί­α καὶ ἡ πρα­κτι­κή τῆς Ἰα­τρι­κῆς, σὲ ὅ­σους ἐ­πι­θυ­μοῦ­σαν νὰ γί­νουν για­τροί.

Ἡ Ἰα­τρι­κὴ τοῦ Ἱπ­πο­κρά­τη καὶ τοῦ Γα­λη­νοῦ καὶ ἡ Χρι­στι­α­νι­κὴ φι­λαν­θρω­πί­α, εἶ­χαν συ­ζευ­χθεῖ στὴν Ἀ­να­το­λι­κὴ Ρω­μα­ϊ­κὴ Αὐ­το­κρα­το­ρί­α, δι­α­τη­ρών­τας τὴν ἰ­σχὺ τοῦ ἰ­α­τρι­κοῦ ἐ­παγ­γέλ­μα­τος. Δι­ά­ση­μοι για­τροὶ ὅ­πως ὁ Ὀ­ρει­βα­σί­ας (325-403 μ.Χ.), ὁ Ἀ­έ­τιος (πε­ρὶ τὸ 500 μ.Χ.), ὁ Ἀ­λέ­ξαν­δρος ἐκ Τράλ­λε­ων (μέ­σα τοῦ 6ου αἰ­ῶ­να), ὁ Παῦ­λος ὁ Αἰ­γι­νή­της (625-690 μ.Χ.) συ­νέ­χι­σαν τὶς μέ­χρι τό­τε ἰ­α­τρι­κὲς γνώ­σεις ποὺ ἀ­πε­τέ­λε­σαν τὸν πυ­ρή­να τῆς ἰ­α­τρι­κῆς πρά­ξης καὶ ἐκ­παί­δευ­σης. Οἱ ξε­νῶ­νες ἀ­νῆ­καν στὴν Ἐκ­κλη­σί­α ἢ στὶς Μο­νές, ἀλ­λὰ καὶ πολ­λοὶ φι­λάν­θρω­ποι εἶ­χαν στή­σει κλί­νες καὶ νο­σο­κο­μοῦ­σαν οἱ ἴ­διοι. Ἔ­φε­ραν δὲ οἱ ξε­νῶ­νες τὰ ὀ­νό­μα­τα τῶν Μο­νῶν ἢ τῶν ἱ­δρυ­τῶν, ἢ τῶν με­ρῶν εἰς τὰ ὁ­ποῖα εἶ­χαν οἰ­κο­δο­μη­θεῖ. Ὄ­χι μό­νον δὲ στὶς με­γά­λες πό­λεις ὑ­πῆρ­χαν ξε­νῶ­νες, ἀλ­λὰ καὶ στὰ προ­ά­στια καὶ με­γά­λους σταθ­μοὺς συγ­κοι­νω­νι­ῶν καὶ πα­ρά­λια μέ­ρη, κυ­ρί­ως ὅ­που ὑ­πῆρ­χε ἀ­νάγ­κη νὰ πα­ρα­σχε­θεῖ σὲ πά­σχον­τα ἢ τα­λαι­πω­ρη­θέν­τα τα­χεῖα πε­ρί­θαλ­ψη ἢ καὶ νο­ση­λεία­.  Πολ­λοὶ δὲ ἦσαν σὲ μέ­ρη ὑ­γι­ει­νά, κον­τὰ σὲ Ἐκ­κλη­σί­ες ἢ Μο­νὲς ἢ ἰ­α­μα­τι­κὲς καὶ θαυ­μα­τουρ­γι­κὲς πη­γὲς ὑ­δά­των, ὅ­πως π.χ. τὸ ἰ­α­τρεῖ­ο τῆς Ζω­ο­δό­χου Πη­γῆς, τὸ χρο­νο­λο­γού­με­νο πρὸ τοῦ Λέ­ον­τος τοῦ Θρα­κὸς (βλ. Εὐ­γε­νί­ου ἱ­ε­ρέ­ως [Γε­δε­ῶν Μ αν.], Ἡ Ζω­ο­δό­χος Πη­γή, σελ. 17).

Ὀ­νο­μα­στοὶ ξε­νῶ­νες ἀ­να­φέ­ρον­ται «Ἡ Βα­σι­λειάς», «τὸ μέ­γα κα­τα­γώ­γιον τοῖς ξένοις», τὸ ἱ­δρυ­θὲν ὑ­πό τοῦ  Μεγάλου Βασιλείου (βλ. Ἀρ. Π. Κούζη, Περὶ Βυζαντινῶν νοσοκομείων, ἴδια δὲ ξενώνων κατὰ τὸν ΙΒ΄ αἰῶνα. Ἀρχ. Ἰατρ. τόμ. ΙΕ΄, σελ. 40 καὶ ἐφ.), ὁ «Ξενὼν τοῦ Σαμψών», ὁ καείς κατὰ τὴν  στάση του Νίκακαὶ ἐπανιδρυθείς ὑπὸ Ἰουστινιανοῦ, ὁ «Ξενὼν Ζωτικοῦ» τοῦ Ὀρ­φα­νο­τρό­φου, στὸ ὁ­ποῖ­ο τμῆ­μα λε­πρῶν ἵ­δρυ­σε ὁ Ἰ­ου­στί­νος ὁ Β΄. Οἱ τέσ­σε­ρις ξε­νῶ­νες τοῦ Σαμ­ψών (Ἀ­πὸ τὸν Βί­ο τοῦ Σαμ­ψῶ­νος μα­θαί­νου­με ὅ­τι αὐ­τὸς ὁ Χρι­στια­νὸς ἰα­τρὸς τῆς πρῶ­το-Βυ­ζαν­τι­νῆς πε­ρι­ό­δου με­τέ­βα­λε τὶς ἀρ­χαῖ­ες ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὲς συ­νή­θει­ες, ὅ­ταν ἐ­πέ­τρε­ψε σὲ ἀ­σθε­νεῖς νὰ συγ­κα­τοι­κή­σουν καὶ νὰ μοι­ρα­σθοῦν τὴν τρο­φή του, ἕ­ως ὅ­του ἀ­να­κτή­σουν τὴν ὑ­γεί­α τους» ), τοῦ Εὐ­βού­λου, τῆς Εἰ­ρή­νης, καὶ τοῦ Ἁ­γί­ου Παν­τε­λε­ή­μο­νος, ἐ­πέ­ζη­σαν τῶν τα­ρα­χῶν τοῦ 7ου καὶ 8ου αἰ­ῶνα καὶ δι­έ­σω­σαν μί­α συ­νε­χή πα­ρά­δο­ση ἀ­πὸ τὶς ἡ­μέ­ρες τοῦ Ἰ­ου­στι­νια­νοῦ.

Ἀλ­λὰ καὶ οἱ πλεῖ­στοι τῶν Αὐ­το­κρα­τό­ρων ἀ­πὸ Κων­σταν­τί­νου τοῦ Με­γά­λου (303-337 μ.Χ.) καὶ συγ­γε­νεῖς αὐ­τῶν, δὲν ἔ­παυ­σαν νὰ ἱ­δρύ­ουν ξε­νῶ­νες σὲ δι­ά­φο­ρα μέ­ρη τῆς Αὐ­το­κρα­το­ρί­ας, κυ­ρί­ως δὲ στὴν Κων­σταν­τι­νού­πο­λη (βλ. Κ. Ἀ­μάν­τον, Ἡ Ἑλ­λη­νι­κὴ φι­λαν­θρω­πί­α κα­τὰ τοὺς με­σαι­ω­νι­κοὺς χρό­νους, Ἀ­θῆ­ναι 1923), στοὺς ὁ­ποί­ους ὄ­χι σπα­νί­ως καὶ αὐ­τὲς οἱ Αὐ­το­κρά­τει­ρες ἀ­να­φέ­ρον­ται νὰ δι­α­κο­νοῦν, ὡς π.χ. ἡ Αὐ­το­κρά­τει­ρα Πλα­κίλ­λα (Migne 82, 1237). Δυ­στυ­χῶς ἀ­γνο­οῦ­με τε­λεί­ως τὶς λε­πτο­μέ­ρει­ες τῆς ὀρ­γά­νωσης καὶ λει­τουρ­γί­α­ς  τῶν ἀρ­χαι­ό­τε­ρων αὐ­τῶν ξε­νώ­νων, οἱ ὁ­ποῖ­οι πάν­τως βρί­σκον­ταν ὑ­πὸ δι­εύ­θυν­ση ἀ­νω­τέ­ρας ὑ­πη­ρε­σί­ας τοῦ κρά­τους. Κα­τό­πιν ὅ­μως συ­ναν­τᾶ­με ὀρ­γα­νι­σμοὺς νο­σο­κο­μεί­ων τε­λει­ό­τα­τους, ἀ­μιλ­λω­μέ­νους πρὸς τοὺς ση­με­ρι­νούς. Ἔ­τσι τὸ τυ­πι­κό τῆς μο­νῆς τῆς Πα­να­γί­ας τῆς Κο­σμο­σω­τήρας, ποὺ ἱ­δρύ­θη­κε στὴν Θρά­κη πα­ρὰ τὴν Αἶ­νον (1152 μ.Χ.) ἀ­πὸ τὸν Σε­βα­στο­κρά­το­ρα Ἰ­σα­ά­κιο, τρί­το υἱ­ὸ τοῦ Ἀ­λε­ξί­ου Α΄ Κο­μνη­νοῦ, πε­ρι­ε­λάμ­βα­νε ὀρ­γα­νι­σμὸ νο­σο­κο­μεί­ου ἐκ 36 κλι­νῶν, προ­νο­οῦν­τα πε­ρὶ τρο­φῆς, στρω­μνῶν, ἐν­δυ­μά­των, λου­τρῶν κ.λ.π.

Ἀρ­γό­τε­ρα, κα­τὰ τὸν ΙΒ’ αἰ­ῶνα (1136 μ.Χ.), ὁ Αὐ­το­κρά­το­ρας Ἰ­ω­άν­νης Β’ Κο­μνη­νὸς ἵ­δρυ­σε τὴ Μο­νὴ Παν­το­κρά­το­ρος ποὺ πε­ρι­ε­λάμ­βα­νε, ἀ­νά­με­σα στὰ ἄλ­λα, δύ­ο φι­λαν­θρω­πι­κὰ ἱ­δρύ­μα­τα ἐκ τῶν ὁ­ποί­ων τὸ ἕ­να προ­ο­ρι­ζό­ταν γιὰ θε­ρα­πεί­α ἀ­σθε­νῶν. Ὁ ξε­νῶνας αὐ­τὸς εἶ­χε με­γά­λη ὁ­μοι­ό­τη­τα μὲ τὰ ση­με­ρι­νὰ ὀρ­γα­νω­μέ­να Νο­σο­κο­μεῖ­α. Στὸ τυ­πι­κό τῆς μο­νῆς, ποὺ ἐ­ξέ­δω­σε ὁ Αὐ­το­κρά­το­ρας, ἀν­τλοῦ­με πλη­ρο­φο­ρί­ες σχε­τι­κὰ μὲ τὴ λει­τουρ­γί­α, τὸ προ­σω­πι­κὸ καὶ τὴ δι­οί­κη­ση τοῦ ξε­νῶνα (2). Ἡ με­γά­λη αὐ­τὴ καὶ πε­ρί­λαμ­πρη μο­νὴ τοῦ Παν­το­κρά­το­ρος, ἐ­πὶ τῶν ἐ­ρει­πί­ων τῆς ὁ­ποί­ας ἔ­χει τώ­ρα ἱ­δρυ­θεῖ τὸ Ζε­ϊ­ρὲκ-κι­λι­σὲ-τζα­μί, εἶ­χε δύ­ο κλι­νι­κές, ἐν μὲν τρί­κλι­νον ἢ τρι­κλι­νά­ριον χά­ριν τῶν μο­να­χῶν, ἕ­να δὲ ξε­νῶνα, ἤ­τοι νο­σο­κο­μεῖ­ο, χά­ριν τῶν ἀρ­ρώ­στων τῆς πό­λε­ως (βλ. Ἀν. Ὀρ­λάν­δου, Μο­να­στη­ρια­κὴ ἀρ­χι­τε­κτο­νι­κή, Ἀ­θῆ­ναι 1927, σελ. 48 καὶ ἐφ.).

Ὁ ξε­νὼν αὐ­τὸς πε­ρι­εῖ­χε 50 κλί­νες, ἀ­πὸ τὶς ὁ­ποῖ­ες 10 ἀ­πο­τε­λοῦ­σαν ἕ­να ἰ­α­τρι­κὸ τμῆ­μα (ὄρ­δι­νον). Δέ­κα ἀ­πὸ τὶς κλί­νες προ­ο­ρί­ζον­ταν γιὰ τοὺς χει­ρουρ­γι­κοὺς ἀρ­ρώστους, εἴ­κο­σι γιὰ τοὺς πα­θο­λο­γι­κούς, δώ­δε­κα γιὰ τὶς πά­σχου­σες ἀ­πὸ γυ­ναι­κο­λο­γι­κὲς πα­θή­σεις ἢ ἐ­πί­το­κους ἢ λε­χῶ­νες, ὀ­κτὼ δὲ γιὰ τὰ ὀ­φθαλ­μο­λο­γι­κὰ νο­σή­μα­τα. Ἰ­δι­αί­τε­ρο δι­α­μέ­ρι­σμα χρη­σί­μευ­ε γιὰ τοὺς πά­σχον­τες ἀ­πὸ ἐ­πι­λη­ψί­α ἢ φρε­νι­κὲς νό­σους. Τέ­λος λει­τουρ­γοῦ­σε σὲ αὐ­τὸ καὶ ἐ­ξω­τε­ρι­κὸ ἰ­α­τρεῖ­ο, ἢ ἀ­στυ­κλι­νι­κή. Τὸ ἰ­α­τρι­κὸ προ­σω­πι­κό τοῦ πα­θο­λο­γι­κοῦ τμή­μα­τος ἀ­πε­τε­λοῦν­ταν ἀ­πὸ δύ­ο πρω­τιά­τρους, κα­λου­μέ­νους πρω­το­μυ­νη­τάς, τρεῖς ἐ­πι­με­λη­τὲς (ἔμ­βαθ­μοι ὑ­πουρ­γοὶ) καὶ δύ­ο βο­η­θοὺς (πε­ρισ­σοὶ ὑ­πουρ­γοί). Τοὺς δύ­ο πρω­το­μυ­νη­τάς ἰα­τροὺς ἀν­τι­κα­θι­στοῦ­σαν στὸ χει­ρουρ­γι­κὸ δύ­ο εἰ­δι­κοὶ χει­ρουρ­γοὶ (τραυ­μα­τι­κοί), γιὰ δὲ τοὺς πά­σχον­τες ἀ­πὸ κή­λη, ὑ­πῆρ­χε εἰ­δι­κὸς κη­λο­τό­μος. Στὸ γυ­ναι­κο­λο­γι­κὸ τμῆ­μα ὑ­πῆρ­χαν 2 ἰα­τροὶ (γυ­ναι­κεῖ­οι) καὶ μί­α ἰ­ά­τραι­να, τὴν ὑ­πη­ρε­σί­α δὲ ἐ­πι­με­λη­τῶν καὶ βο­η­θῶν τῶν ἄλ­λων τμη­μά­των ἐ­κτε­λοῦ­σαν γυ­ναῖ­κες, κα­λού­με­νες ἔμ­βαθ­μοι ἢ πε­ρισ­σαὶ ὑ­πούρ­γισ­σαι. Στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κὸ ἰ­α­τρεῖ­ο ἐρ­γά­ζον­ταν 2 πα­θο­λό­γοι ἰα­τροὶ (δι­αι­τη­τι­κοὶ κα­λού­με­νοι) καὶ δύ­ο τραυ­μα­τι­κοί, ἐ­κτὸς τῶν ἐ­πι­με­λη­τῶν καὶ βο­η­θῶν. Οἱ ἰα­τροὶ τῶν τμη­μά­των ὑ­πη­ρε­τοῦ­σαν ἐ­ναλ­λάξ, μῆ­να δη­λα­δὴ πα­ρὰ μῆ­να, δη­λα­δὴ κά­θε  ἰα­τρὸς ὑ­πη­ρε­τοῦ­σε 6 μῆ­νες τὸ ἔ­τος. Ἡ ἐ­πί­σκε­ψη τῶν ἀ­σθε­νῶν γι­νό­ταν κα­θ᾿ ἑ­κά­στη, ἀ­πὸ δὲ τῆς 1ης Μα­ΐ­ου μέ­χρι 14ης Σε­πτεμ­βρί­ου καὶ με­τὰ τὸ δει­λι­νό. Τὴν νύ­κτα ἀ­νά­βον­ταν ἀ­νὰ μί­α καν­δή­λα στὰ δι­ά­φο­ρα δι­α­με­ρί­σμα­τα τοῦ ξε­νῶ­να καὶ τρι­κάν­δη­λο στὴν τρά­πε­ζα καὶ κα­θέ­δρα τῶν ἰα­τρῶν, δι­ε­νυ­κτέ­ρευ­ε δὲ σὲ κά­θε ὄρ­δι­νον ἀ­πὸ ἕ­νας ἔμ­βαθ­μος ὑ­πουρ­γὸς (ἐ­πι­με­λη­τὴς) καὶ μί­α ὑ­πούρ­γισ­σα στὸ γυ­ναι­κο­λο­γι­κὸ τμῆ­μα, οἱ ὁ­ποῖ­οι κα­λοῦν­ταν ἐξ­κου­βή­το­ρες (=ἀ­γρυ­πνοῦν­τες). Τὴν γε­νι­κὴ ἐ­πο­πτεί­α τοῦ ξε­νῶνα εἶ­χαν δύ­ο ἔμ­πει­ροι ἰα­τροί, κα­λού­με­νοι πριμ­μι­κή­ριοι, ὑ­πη­ρε­τοῦν­τες καὶ αὐ­τοὶ μῆ­να πα­ρὰ μῆ­να. Ἐ­πὶ δυ­σκόλων πε­ρι­πτώ­σε­ων αὐ­τοὶ κα­θό­ρι­ζαν καὶ τοὺς ἰα­τροὺς τοὺς μέλ­λον­τες νὰ συ­νέλ­θουν σὲ συμ­βού­λιο. Τὸ πλεῖ­στο τῶν ἰα­τρῶν αὐ­τῶν ἦ­ταν κλη­ρι­κοί, ἀλ­λὰ καὶ λα­ϊ­κοί, πάν­τως ὅ­μως χρι­στια­νοί, δι­ό­τι αὐ­στη­ρὰ ἀ­πα­γο­ρευ­ό­ταν οἱ χρι­στια­νοὶ νὰ  κα­λοῦν ἰ­ου­δαί­ους ἰα­τρούς· ἀρ­γό­τε­ρα ὅ­μως τὴν ἄ­σκη­ση τῆς ἰ­α­τρι­κῆς ἀ­πὸ κλη­ρι­κοὺς ἀ­πα­γό­ρευ­σε ὁ Οἰ­κου­με­νι­κὸς Πα­τριά­ρχης Λου­κᾶς ὁ Χρυ­σο­βέρ­γης (1157 μ.Χ.).

Τὴν φαρ­μα­κευ­τι­κὴ ὑ­πη­ρε­σί­α στοὺς ξε­νῶ­νες ἐ­κτε­λοῦ­σαν φαρ­μα­κο­ποι­οί. Ἔ­τσι στὸν ξε­νῶνα τοῦ Παν­το­κρά­το­ρος ὁ Δι­ευ­θυν­τὴς μὲν τοῦ φαρ­μα­κεί­ου ἐ­κα­λεῖ­το ἐ­πι­στή­μων τοῦ πη­μέν­του, τρεῖς δὲ φαρ­μα­κο­ποι­οὶ (ἔμ­βαθ­μοι πη­μεν­τά­ριοι) καὶ δύ­ο βο­η­θοὶ (πε­ρισ­σοὶ πη­μεν­τά­ριοι) βο­η­θοῦ­σαν αὐ­τὸν στὴν πα­ρα­σκευ­ὴ τῶν φαρ­μά­κων. Στὰ Βυ­ζαν­τι­νὰ Νο­σο­κο­μεῖ­α, ἀρ­χί­ζει ἡ ἐγ­κα­τά­στα­ση νο­σο­κο­μεια­κῶν φαρ­μα­κο­ποι­ῶν πο­λὺ πιὸ νω­ρὶς ἀπ᾿ ὅ­τι στὴ Δύ­ση (ὅπου ἡ χρή­ση φαρ­μά­κων ἐ­θε­ω­ρεῖ­το δει­σι­δαι­μο­νί­α καὶ οἱ χρῆ­στες τους μά­γοι καὶ μά­γισ­σες). Τὸ πιὸ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὸ βυ­ζαν­τι­νὸ ἔρ­γο ἀ­πὸ τὴ σκο­πιὰ τοῦ φαρ­μα­κο­ποι­οῦ, εἶ­ναι ὁ κα­τά­λο­γος ἐ­πι­τρε­πο­μέ­νων φαρ­μά­κων, ὁ ὁ­ποῖ­ος πε­ρι­γρά­φει καὶ τὸν ἐ­πι­τρε­πό­με­νο τρό­πος πα­ρα­σκευ­ῆς τους ( στὶς μέ­ρες μας ὀ­νο­μά­ζε­ται φαρ­μα­κο­ποι­ΐα.) Πρὸς τὰ τέ­λη τοῦ ΙΓ΄ αἰ­ῶνα ὁ Νι­κό­λα­ος Μυ­ρε­ψὸς εἶ­χε συν­τά­ξει τὴ φαρ­μα­κο­ποι­ΐ­α του μὲ τὸν τί­τλο Δυ­να­με­ρόν πού πε­ρι­εῖ­χε πε­ρισ­σό­τε­ρα ἀ­πὸ 2.600 φάρ­μα­κα. Τὸ Δυ­να­με­ρὸν τοῦ Νι­κο­λά­ου Μυ­ρε­ψοῦ ἀ­πο­τέ­λε­σε τὴ βά­ση γιὰ τὶς Εὐ­ρω­πα­ϊ­κὲς φαρ­μα­κο­ποι­ΐες μέ­χρι τὸν 17ο αἰ­ῶνα.

Στοὺς ξε­νῶ­νες πρὸς νο­ση­λεί­α τῶν ἀ­σθε­νῶν ὑ­πῆρ­χαν νο­σο­κό­μοι (οἱ νο­σο­κο­μοῦν­τες) καὶ πα­ρα­νο­σο­κό­μοι. Τοὺς ἀ­με­λοῦν­τας τὴν ἐ­κτέ­λε­ση τῶν κα­θη­κόν­των τους ποι­κι­λο­τρό­πως ἀ­να­φέ­ρε­ται ὅ­τι ἐ­κό­λα­ζον (Μigne Ρ.G. 99, 1741). Οἱ γιὰ τὴν με­τα­φο­ρὰ τῶν ἀ­σθε­νῶν χρη­σι­μο­ποι­ού­με­νοι, ἀ­πο­τε­λοῦ­σαν τὰ νω­χο­φό­ρα ἢ τοὺς πα­ρα­πέμ­πον­τας. Ἴ­σως ἀ­πὸ τὴν ὁ­μά­δα αὐ­τῶν ἦ­σαν καὶ οἱ κα­τὰ τὶς ἐ­πι­δη­μί­ες χρη­σι­μο­ποι­ού­με­νοι πα­ρα­βο­λά­νοι. Τέ­λος καὶ ἀρ­κε­τοὶ μο­να­χοὶ ἐ­χρη­σι­μο­ποι­οῦν­το στὴν δι­α­κο­νί­α στοὺς ξε­νῶ­νες. (Μigne 34, 1235).

Ὅ­λο τὸ προ­σω­πι­κὸ τῶν ξε­νώ­νων ἐ­λάμ­βα­νε ὁ­ρι­σμέ­νη ἀν­τι­μι­σθί­α σὲ χρυ­σὰ νο­μί­σμα­τα καὶ εἶ­δος (σί­το κ.τ.λ.). Τὸ τυ­πι­κὸ δὲ μά­λι­στα τοῦ Παν­το­κρά­το­ρος ἀ­να­γρά­φει λε­πτο­με­ρῶς καὶ τὸ πο­σόν, ποὺ ἐ­λάμ­βα­νε “πᾶς ὁ ἐν τῷ ξε­νῶ­νι ἐρ­γα­ζό­με­νος”.

Οἱ ἀ­σθε­νεῖς, εἰ­σερ­χό­με­νοι στὸν ξε­νῶ­να τοῦ Παν­το­κρά­το­ρος πρὸς νο­ση­λεί­α, ἰ­δί­ως οἱ ἀ­πο­ρό­τε­ροι, ἄλ­λα­ζαν τὰ ἐν­δύ­μα­τά τους, τὰ ὁ­ποῖα δί­δον­ταν γιὰ κα­θα­ρι­σμό, ἐν­δύ­ον­ταν ἐν­δύ­μα­τα τοῦ ξε­νῶ­να καὶ ἔ­πει­τα δι­α­νέ­μον­ταν στὰ δι­ά­φο­ρα τμή­μα­τα ἀ­να­λό­γως τοῦ εἴ­δους τῆς ἀ­σθε­νεί­ας τους.. Ἡ κλί­νη αὐ­τῶν ἔ­φε­ρε στρῶ­μα, προ­σκέ­φα­λο καὶ πά­πλω­μα, τὸν δὲ χει­μῶνα προ­στί­θον­ταν δύ­ο λο­ο­νί­κια (κου­βέρ­τες). Γιὰ τοὺς μὴ δυ­να­μέ­νους νὰ με­τα­κι­νοῦν­ται, ὑ­πῆρ­χαν καὶ 6 κλί­νες ποὺ εἶ­χαν τὰ πι­λω­τὰ (τὰ στρώ­μα­τα) τρυ­πη­μέ­να στὸ μέ­σον γιὰ τὶς ἀ­νάγ­κες Τὸ σι­τη­ρέ­σιο τῶν ἀρ­ρώ­στων ἀ­πο­τε­λεῖ­το ἀ­πὸ ἄρ­το, δύ­ο γεύ­μα­τα ἀ­πὸ ὄ­σπρια μὲ λά­δι καὶ κρεμ­μύ­δια, ὁ­ρι­σμέ­νο δὲ πο­σὸ χρη­μα­τι­κὸ δί­νον­ταν γιὰ κρα­σί.. Στὴ μο­νὴ τῆς Κο­σμοσ­ω­τήρας δί­νον­ταν κα­τὰ τὶς με­γά­λες ἑ­ορ­τὲς ψά­ρι.. Ἐ­νί­ο­τε στοὺς ἀ­σθε­νεῖς δί­δον­ταν καὶ φι­λο­δω­ρή­μα­τα ἢ καὶ μη­ναῖ­ο ἐ­πί­δο­μα. Εἰ­δι­κὸ δὲ προ­σω­πι­κὸ (οἱ δι­αι­τά­ριοι) ἐ­πέ­βλε­πε τὰ τῆς δια­ίτης (πε­ρὶ τῆς ἐν Αἰ­γύ­πτου Νο­σο­κο­μεί­ων βλ. J. Leipoldis «Schenute von Atripe und die Entstehung des nationakaegyptischen Christentums»). Στοὺς ξε­νῶ­νες ὑ­πῆρ­χαν πάν­τα τὰ χρή­σι­μα ἐρ­γα­λεῖ­α (χει­ρουρ­γι­κά, κα­θε­τῆ­ρες, σι­κύ­αι κ.λ.π.), διὰ δὲ τὰ μα­χαί­ρια ὑ­πῆρ­χε εἰ­δι­κὸς ἀ­κο­νη­τής. Ἰ­δι­αί­τε­ρο δι­α­μέ­ρι­σμα χρη­σί­μευ­ε ὡς λου­τρό. Κιν­στέρ­νες μέ­σῳ ὑ­δρα­γω­γῶν προ­μή­θευ­αν τὸ ἀ­πα­ραί­τη­το νε­ρό. Τὴν λο­γι­στι­κὴ ὑ­πη­ρε­σί­α τῶν ξε­νώ­νων εἶ­χαν ἀ­να­λά­βει εἰ­δι­κοὶ ὑ­πάλ­λη­λοι ὀ­πτί­ω­νες, οἱ ὁ­ποῖ­οι ὑ­πέ­βαλ­λαν τοὺς λο­γα­ρια­σμοὺς στοὺς Ἐ­πι­σκό­πους. Χαρ­του­λά­ριοι ἐ­κτε­λοῦ­σαν τὴν ὑ­πη­ρε­σί­α τοῦ ἀρ­χει­ο­φύ­λα­κος ἢ γραμ­μα­τέ­ως, πα­ρὰ τού­τους δὲ ὑ­πῆρ­χαν καὶ οἰ­κο­νό­μοι. Ὅ­λοι αὐ­τοὶ ἦσαν ὑ­πὸ τὶς δι­α­τα­γὲς τοῦ ξε­νο­δό­χου ἢ τῶν πριμ­μι­κη­ρί­ων.

Στὸ ξε­νῶ­να τοῦ Παν­το­κρά­το­ρα ἀ­να­φέ­ρε­ται καὶ δι­δά­σκα­λος τῆς ἰ­α­τρι­κῆς ἐ­πι­στή­μης. Ἐ­κτὸς δη­λα­δὴ τῆς κλι­νι­κῆς μορ­φώ­σε­ως, τὴν ὁ­ποί­α ἐ­λάμ­βα­ναν οἱ ἐ­φι­ε­μέ­νοι ἰ­α­τρι­κῆς παι­δεί­ας καὶ οἱ παῖ­δες τῶν ἰα­τρῶν πε­ρι­ερ­χό­με­νοι καὶ ἀ­σκού­με­νοι στὰ δι­ά­φο­ρα ἰ­α­τρι­κὰ τμή­μα­τα τοῦ ξε­νῶνα, ἄ­κου­γαν καὶ τὰ θε­ω­ρη­τι­κὰ μα­θή­μα­τα τοῦ δι­δα­σκά­λου τῆς ἰ­α­τρι­κῆς, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἐ­πὶ ποι­νὴ ἀ­πο­λύ­σε­ως, ἔ­πρε­πε νὰ δι­δά­σκει τα­κτι­κὰ καὶ κα­νο­νι­κά. Τὸ ἀ­νώ­τε­ρο προ­σω­πι­κὸ τῶν ξε­νώ­νων ὄ­χι μό­νο ἀ­σχο­λοῦν­ταν μὲ νο­ση­λεί­α καὶ δι­δα­σκα­λί­α, ἀλ­λὰ καὶ μὲ τὴν συγ­γρα­φὴ ἔρ­γων, με­ρι­κὰ ἀ­πὸ τὰ ὁ­ποῖ­α δι­α­σώ­θη­καν μέ­χρις ἡμῶν. Ἐ­πί­σης δη­μι­ούρ­γη­σαν βι­βλι­ο­θῆ­κες, ὅ­που ἀν­τέ­γρα­φαν χει­ρό­γρα­φα καὶ ἀ­να­πα­ρή­γα­γαν πα­λαι­οὺς κώ­δι­κες (Στὸν ξε­νώ­να τοῦ Ἀρ­μα­τί­ου ἀ­να­φέ­ρε­ται καὶ καλ­λι­γρά­φος). Ὑ­πῆρ­χε πρό­βλε­ψη καὶ γιὰ τὴν «πνευ­μα­τι­κὴ θε­ρα­πεί­α» τῶν ἀ­σθε­νῶν ἐ­κτός τῆς σω­μα­τι­κῆς. Οἱ Πα­τέ­ρες τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας τό­νι­ζαν τὴ στε­νὴ σχέ­ση με­τα­ξὺ σω­μα­τι­κῆς καὶ πνευ­μα­τι­κῆς ὑ­γεί­ας. Γιὰ τὸν λό­γο αὐ­τὸν ὑ­πῆρ­χαν δύ­ο πα­ρεκ­κλή­σια. Ὁ Πα­τριά­ρχης εἶ­χε ἐ­ξου­σι­ο­δο­τή­σει ἕ­ναν ἀ­πὸ τοὺς ἱ­ε­ρεῖς νὰ ἐ­ξο­μο­λο­γεῖ τοὺς ἀ­σθε­νεῖς (2). Οἱ Μου­σουλ­μά­νοι τῆς Ἀ­να­το­λῆς ἐμ­πνεύ­σθη­καν τοὺς φη­μι­σμέ­νους τοὺς bimaristans (οἶ­κοι ἀ­σθε­νῶν) ἐ­πί­σης ἀ­πὸ τὴν Βυ­ζαν­τι­νὴ Αὐ­το­κρα­το­ρί­α· οἱ Νε­στο­ρια­νοὶ “χρι­στια­νοὶ” με­τέ­φε­ραν τὰ Νο­σο­κο­μεῖ­α τῆς Ἀ­να­το­λι­κῆς Αὐ­το­κρα­το­ρί­ας στὴν Περ­σί­α τὸν ΣΤ’ αἰ­ῶνα καὶ ἀρ­γό­τε­ρα τὰ συ­νέ­στη­σαν στοὺς Ἀβ­βα­σί­δες χα­λί­φες τῆς Βα­γδά­της. Ἡ ὀρ­γά­νω­ση αὐ­τὴ τῶν ξε­νώ­νων, ἐ­πη­ρέ­α­σε ὄ­χι μό­νον τὴν τῶν ἀ­ρα­βι­κῶν Νο­σο­κο­μεί­ων κα­τὰ τὸν με­σαί­ω­να, ἄλ­λα καὶ κα­τό­πιν ἐ­κεί­νων τῆς Δύ­σης, ὅ­που βρί­σκου­με οὐκ ὀ­λί­γα ἱ­δρυ­θέν­τα ὑ­πὸ τὸ αὐ­τὸ ὄ­νο­μα xonodochium, ὡς π.χ. στὴν ἀρ­χαί­α Ἱ­σπα­νι­κὴ πό­λη Με­ρί­δη, ὅ­που κα­τὰ τὸ 580 μ.Χ. ἀ­να­φέ­ρε­ται τοι­ού­του με­γα­λο­πρε­ποῦς ξε­νο­δο­χεί­ου ἵ­δρυ­ση, ὡς πα­ραρ­τή­μα­τος κά­ποι­ας Μο­νῆς κα­θὼς ἀ­να­φέ­ρει Παῦ­λος ὁ δι­ά­κο­νος. Ἀρ­γό­τε­ρα μά­λι­στα στὴ Δύ­ση βρί­σκου­με δι­α­τη­ρού­με­νη τὴν αὐ­τὴ  πε­ρί­που δι­αρ­ρύθ­μι­ση τῶν ξε­νώ­νων κα­τὰ τὸ βυ­ζαν­τι­νὸ σύ­στη­μα, ὅ­πως δεί­χνουν καὶ πολ­λὰ δι­α­γράμ­μα­τα δι­α­σω­θέν­τα μέ­χρις ἡ­μῶν (ὅ­πως τῆς μο­νῆς St. Gall κ.τ.λ.)

(1) Miller T. Ἡ γέν­νη­σις τοῦ Νο­σο­κο­μεί­ου στὴν Βυ­ζαν­τι­νὴ Αὐ­το­κρα­το­ρί­α. Ἐκ­δό­σεις ΒΗΤΑ. Ἀ­θή­να 1998.

(2) Le typikon du Christ Sauveur Pantocrator. 32 : 1 – 145. Paul Gautier. REB, 1974.


Σχετικά