ΣΤΟΝ ΑΕΡΑΕΡΩ — ΡαδιοΣυχνότητα
Ενωμένη ΡωμηοσύνηΕνωμένη ΡωμηοσύνηΚΕΝΤΡΟΝ ΕΝΟΤΗΤΟΣ ΚΑΙ ΜΕΛΕΤΗΣ
ΠΡΟΒΟΛΗΣ ΤΩΝ ΑΞΙΩΝ ΜΑΣ
ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ
Πανελλήνια Σύναξη στην ΙερισσόΣημαντική Ανακοίνωση προς τα Μέλη και Φίλους της «ΕΝΩΜΕΝΗΣ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗΣ» (Ε.ΡΩ.)Πρόγραμμα των Εκδηλώσεων Ετήσιας Σύναξης της Ε.Ρω στην Ιερισσό – 29/9/22 – 2/10/22Ανάγκες σε συνεργάτεςΠανελλήνια Σύναξη στην ΙερισσόΣημαντική Ανακοίνωση προς τα Μέλη και Φίλους της «ΕΝΩΜΕΝΗΣ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗΣ» (Ε.ΡΩ.)Πρόγραμμα των Εκδηλώσεων Ετήσιας Σύναξης της Ε.Ρω στην Ιερισσό – 29/9/22 – 2/10/22Ανάγκες σε συνεργάτες

Περιστατικά απο την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση. νε΄. Οἱ ἅ­γιοι Τα­ξιά­ρχες ἐ­πι­σκέ­φθη­καν ἀ­σθε­νῆ , νς΄. Φο­βε­ρός πό­λε­μος μέ δαι­μό­νια ὑ­πε­ρη­φα­νε­ί­ας

21 Αυγούστου 2021 · 4 λεπτά

νε΄. Οἱ ἅ­γιοι Τα­ξιά­ρχες ἐ­πι­σκέ­φθη­καν ἀ­σθε­νῆ

Στήν Ἱ­ε­ρά Μο­νή Με­γί­στης Λαύ­ρας ζοῦ­σε πα­λαι­ό­τε­ρα ἕ­να γε­ρον­τά­κι, ὀ­νό­μα­τι Μᾶρ­κος.  Στόν κό­σμο ἦ­ταν χω­ρο­φύ­λα­κας. Ἔ­γι­νε μο­να­χός καί τοῦ ἔ­δω­σαν τό δι­α­κό­νη­μα τοῦ βορ­δο­νά­ρη (φρόν­τι­ζε τά ζῶ­α). Στήν ἀρχή κά­πνι­ζε κα­νέ­να τσι­γά­ρο καί ἔ­πι­νε κα­νέ­να κρα­σά­κι ἀλ­λά ἀρ­γό­τε­ρα ἔ­δει­ξε με­τά­νοι­α καί ἔ­γι­νε με­γα­λό­σχη­μος. Ὕστε­ρα ἀρ­ρώ­στη­σε καί ἔ­πε­σε στό κρεβ­βά­τι.

Κά­ποι­ο πρω­ϊ­νό τοῦ Φε­βρου­α­ρί­ου τόν ἐ­πι­σκέ­φθη­καν δύ­ο Τα­ξί­αρ­χοι στό νο­σο­κο­μεῖ­ο τῆς Μο­νῆς. Μό­λις τούς εἶ­δε, γνώ­ρι­σε τό ἀ­ξί­ω­μά τους καί ἔ­κα­νε νά ση­κω­θῆ.

–Γέ­ρον­τα, τοῦ λέ­νε, κά­θη­σε ὅ­πως εἶ­σαι. Ἤρ­θα­με   νά σέ δοῦ­με καί νά σοῦ δώ­σου­με χα­ρά. Τί κά­νεις;

–Δό­ξα τῷ Θε­ῶ, εἶ­πε.

–Εἶ­σαι εὐ­χα­ρι­στη­μέ­νος;

–Δο­ξά­ζω τόν Θε­ό.

–Ἔ­τσι νά δο­ξά­ζης καί νά εὐ­χα­ρι­στῆς τόν Θε­ό, νά λές τήν εὐ­χή καί νά κοι­νω­νᾶς, ὅ­πως βέ­βαι­α γνω­ρί­ζο­υμε ὅ­τι κά­νεις. Ἤρ­θα­με μό­νο νά σέ χαι­ρε­τή­σου­με καί σέ τρεῖς μέ­ρες θά ξα­νάρ­θου­με.

–Σᾶς εὐ­χα­ρι­στῶ, ὁ Θε­ός μα­ζί σας.

Τήν ὥ­ρα πού ἔ­φευ­γαν ἔμ­παι­νε ὁ δι­α­κο­νη­τής. Εἶ­δε ὁ π. Μᾶρ­κος ὅ­τι συ­ναν­τή­θη­καν καί ρώ­τη­σε τόν δι­α­κο­νη­τή νά τοῦ πῆ, ποι­οί ἦ­ταν αὐ­τοί οἱ Τα­ξί­αρ­χοι καί ἀ­πό ποῦ ἦρ­θαν.

Ὁ δι­α­κο­νη­τής μέ ἀ­πο­ρί­α ἀ­πάν­τη­σε ὅ­τι δέν εἶ­χε δεῖ κα­νέ­ναν. Σέ τρεῖς μέ­ρες ἐ­κοι­μή­θη ὁ π. Μᾶρ­κος καί κα­τά­λα­βαν ὅ­τι οἱ δύ­ο Τα­ξί­αρ­χοι ἦ­ταν οἱ Ἀρ­χι­στρά­τη­γοι Μι­χα­ήλ καί Γα­βρι­ήλ.

Καί ὅ­λα αὐ­τά συ­νέ­βη­σαν στόν π. Μᾶρ­κο, δι­ό­τι εἶ­χε τα­πεί­νω­ση. Θε­ω­ροῦ­σε τόν ἑ­αυ­τό του τι­πο­τέ­νιο καί κα­κο­μοί­ρη, ἦ­ταν στήν ἀ­φά­νεια, δι­ό­τι ἦ­ταν βορ­δο­νά­ρης στό δι­α­κό­νη­μα καί δο­ξο­λο­γοῦ­σε τόν Θε­ό γιά τίς εὐ­ερ­γε­σί­ες Του καί τά ἀ­γα­θά Του.

 

νς΄. Φο­βε­ρός πό­λε­μος μέ δαι­μό­νια ὑ­πε­ρη­φα­νε­ί­ας

Δι­η­γή­θη­κε Γέρων: «Κά­πο­τε ἦρ­θαν καί μέ προσ­κύ­νη­σαν τά δαι­μό­νια, ἐ­νῶ ἔ­ψελ­να τό Χε­ρου­βι­κό καί εἶ­χα φθά­σει στό “­καί τῇ ζω­ο­ποι­ῷ Τρι­ά­δι”. Ἔρ­χον­ται λοι­πόν πέν­τε δαί­μο­νες, ἕ­νας  με­γά­λος ἀ­ξι­ω­μα­τι­κός μέ πη­λί­κιο καί κά­τι σή­μα­τα δαι­μο­νι­κά, γα­λό­νια καί κέ­ρα­τα πού ἔ­βγαι­ναν δί­πλα ἀπ᾿ τό πη­λί­κιο, καί τέσ­σε­ρις μι­κροί μαλ­λια­ροί, καί πέ­φτουν στά γό­να­τα μπρο­στά μου. Ὁ με­σαῖ­ος, ὁ ἀξι­ω­μα­τι­κός, εἶ­χε τό ἕ­να πό­δι γο­να­τι­στό καί τό ἄλ­λο μι­σο­λυ­γι­σμέ­νο ὅ­πως οἱ κα­θο­λι­κοί καί μοῦ λέ­ει: “Εἶ­σαι σπου­δαῖ­ος ψάλ­της! Εἶ­σαι θαυ­μά­σιος! Εἶ­σαι ἄφθα­στος!”. Εἶ­χε τό κε­φά­λι ψη­λά, ἐ­νῶ οἱ ἄλ­λοι τέσ­σε­ρις εἶ­χαν τό κε­φά­λι κά­τω. Ἐ­γώ μο­νο­λό­γη­σα: “Τά δαι­μό­νια θά μοῦ πά­ρουν τό μυα­λό. Κύ­ρι­ε Ἰ­η­σοῦ Χρι­στέ, ἐ­λέ­η­σόν με. Κύ­ριον τόν Θε­όν μας προ­σκυ­νή­σω­μεν καί Αὐ­τῷ μό­νῳ λα­τρε­ύ­σω­μεν”. Ἀ­μέ­σως ἔ­γι­ναν ἄ­φαν­τοι. Αὐ­τά ἐν ρι­πῇ ὀ­φθαλ­μοῦ. Ἐ­γώ ἀ­γρί­ε­ψα μέ­σα μου. Σκέ­φθη­κα: “Αὐ­τός πού δέν δέ­χε­ται νά προσ­κυ­νή­ση τόν Θε­ό καί νά πῆ ἐ­λέ­η­σόν με ὁ Θε­ός, ἦρ­θε νά προ­σκυ­νή­ση ἐ­μέ­να νά μέ κά­νη συμ­μέ­το­χο στήν ὑπε­ρη­φά­νειά του; Ἀ­γρί­ε­ψα καί ἄρ­χι­σα νά λέ­ω τό “Τρι­ά­δι” τοῦ Πα­πα­νι­κο­λά­ου. Μό­λις τε­λεί­ω­σα, μοῦ λέ­νε οἱ πα­τέ­ρες: “Τί Τρι­ά­δι ἦ­ταν αὐ­τό! Πα­νη­γύ­ρι  μᾶς ἔ­φε­ρες”. “Ἔ, λέ­ω, καμ­μία φο­ρά μᾶς πιά­νουν καί τά με­ρά­κια”.

»Με­τά τήν τρά­πε­ζα συ­ναν­τῶ στήν αὐ­λή ἕ­να μο­να­χό ἁ­γι­ο­ρεί­τη, ὄ­χι τοῦ Μο­να­στη­ριοῦ, πού ἦ­ταν πα­ρών στήν Λει­τουρ­γί­α. Τόν χαι­ρέ­τη­σα καί μοῦ λέ­ει:

–Βρέ, τί ἦ­ταν αὐ­τό σή­με­ρα! Τί ὡ­ραί­α ψαλ­μω­δί­α! Μᾶς ἀ­νέ­βα­σες στόν οὐ­ρα­νό. Νι­ώ­σα­με κα­τά­νυ­ξη.

–Ὄ­χι ἐ­γώ, ὁ πα­τήρ τά­δε, τοῦ εἶ­πα.

–Ποι­ός πα­τήρ τά­δε. Ἐ­σύ, ἡ δι­κή σου φω­νή, καί μοῦ εἶ­πε καί δι­ά­φο­ρα ἐ­παι­νε­τι­κά λό­για.

»Τόν  βά­ζω με­τά­νοι­α καί πά­ω νά φύ­γω. Ἔρ­χε-

ται ὁ σα­τα­νᾶς δί­πλα μου· τόν ἔ­βλε­πα καί μοῦ λέ­ει: “Ὅ­ταν σοῦ λέ­ω ἐ­γώ, νά ἀ­κοῦς. Εἶ­σαι ἄ­φθα­στος∙ ἐ­σύ ἔ­πρε­πε νά πᾶς νά πά­ρης δί­πλω­μα ἔ­ξω καί νά εἶ­σαι δά­σκα­λος”.

»”Πί­σω μου δαί­μο­να”, λέ­ω. “Τί ἤ­θε­λα νά ᾿ρθῶ ἀ- πό δῶ νά συ­ναν­τή­σω τόν μο­να­χό νά ἀ­κού­σω ὅ­λα αὐ­τά”.     

»Βγῆ­κα ἔ­ξω καί κί­νη­σα γιά τόν κῆ­πο. Ὁ δι­ά­βο­λος ἀ­πό κον­τά μου. Ἐ­νῶ ἔ­βλε­πα, βά­δι­ζα, δέν ξέ­ρω πῶς, πῆ­ρε τό πνεῦ­μα μου ὁ σα­τα­νᾶς καί μέ ἀ­νέ­βα­σε ψη­λά, πο­λύ ψη­λά καί ἔ­βλε­πα τόν κό­σμο σάν μυρ­μήγ­κια κά­τω.

–Ἐ­σύ δέν εἶ­σαι τυ­χαῖ­ος, μοῦ ἔ­λε­γε ὁ σα­τα­νᾶς, ἐ­σύ δέν ξέ­ρεις τί κου­βα­λᾶς.

–Τί κου­βα­λά­ω, βρέ σα­τα­νᾶ, ὅ­,τι κου­βα­λᾶς καί σύ κου­βα­λῶ καί ἐ­γώ. Φύ­γε ἀ­πό κον­τά μου. “Θε­έ μου, βο­ή­θη­σέ με­”. Τί εἶ­ναι αὐ­τό σή­με­ρα! Θά μοῦ πά­ρει τά μυα­λά ὁ σα­τα­νᾶς. “Κύ­ρι­ε Ἰ­η­σοῦ Χρι­στέ, ἐ­λέ­η­σόν με”.

»Ἄρ­χι­σα νά φου­σκώ­νω ἀ­πό ὑ­πε­ρη­φά­νεια, ἀλ­λά εἶ­χα καί λί­γο ἐ­πί­γνω­ση καί εἶ­πα: “Θε­έ μου, δέν θέ­λω τέ­τοι­ες ἐ­πάρ­σεις”.

»Μπαί­νω στόν κῆ­πο, αὐ­τός ἀ­πό κον­τά. Αὐ­τός τά δι­κά του, ἐ­γώ τά δι­κά μου. Δέν ὑ­πάρ­χει χει­ρό­τε­ρο δαι­μό­νιο ἀ­πό τό δαι­μό­νιο τῆς ὑ­πε­ρη­φα­νε­ί­ας. Προ­χώ­ρη­σα πιό μέ­σα στόν κῆ­πο, μή­πως καί φύ­γη. Τί­πο­τα. “Πά­ει”, εἶ­πα, “­θά δαι­μο­νι­σθῶ”. Τό­τε ἔ­πε­σα στά γό­να­τα μέ τό ρά­σο πού φο­ροῦ­σα στήν Ἐκ­κλη­σί­α, καί ἔ­κλαι­γα. Δέν ἔ­δι­να ση­μα­σί­α τί μοῦ ἔ­λε­γε ὁ σα­τα­νᾶς, ἐ­γώ τά δι­κά μου. “Κύ­ρι­ε Ἰ­η­σοῦ Χρι­στέ, ἐ­λέ­η­σόν με”, δύ­ο–δυ­ό­μι­σι ὧ­ρες εἶ­χα μέ­σα στόν ἥ­λιο. “Δέν θέ­λω”, ἔ­λε­γα, “τέ­τοι­ες ἐ­πάρ­σεις, τέ­τοι­ους λο­γι­σμούς. Ἐ­γώ θέ­λω, Χρι­στέ μου, νά σέ προ­σκυ­νῶ πά­νω στόν Σταυ­ρό. Ἐ­γώ εἶ­μαι ἕ­νας ἁ­μαρ­τω­λός καί τί­πο­τα πα­ρα­πά­νω”. Αὐ­τός ἔ­λε­γε τά δι­κά του. Μο­ύ­σκε­ψε τό χῶ­μα ἀ­πό τά δά­κρυ­α, σάν νά εἶ­χε τρέ­ξει βρύ­ση. Κά­ποι­α στιγ­μή ἔ­φυ­γε ἐ­κεῖ­νο τό νέ­φος καί ὁ σα­τα­νᾶς μα­ζί. Κα­τά­λα­βα ὅ­τι προ­σγει­ώ­θη­κα. Ἔ­νι­ω­σα τήν ἀνάγ­κη νά προ­σκυ­νή­σω τά πό­δια τοῦ Ἐ­σταυ­ρω­μέ­νου. Ση­κώ­θη­κα, εὐ­χα­ρί­στη­σα τόν Κύ­ριό μας καί τήν Πα­να­γί­α, ἔ­βα­λα λί­γες με­τά­νοι­ες καί ἔ­φυ­γα κλα­ί­γο­ντας.

»Ἔ­πει­τα σκέ­φθη­κα ὅ­τι, γιά νά ἔρ­θουν νά μέ πει­ρά­ξουν τά δαι­μό­νια τό­σες φο­ρές, κά­τι βρῆ­καν μέ­σα μου. Φαί­νε­ται ὅ­τι “λάγ­κευ­α”[1] πρός τόν ἐ­γω­ϊ­σμό. Γι᾿  αὐ­τό χρει­ά­ζε­ται προ­σο­χή καί τα­πε­ί­νω­ση».

  1. 1. Ἔ­κλι­να, στό­χευ­α, προ­σα­να­το­λι­ζό­μουν.

Διαβάστε ΕΔΩ τα προηγούμενα σχετικά άρθρα

21/8/20

Σχετικά

Περιστατικά απο την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση. νε΄. Οἱ ἅ­γιοι Τα­ξιά­ρχες ἐ­πι­σκέ­φθη­καν ἀ­σθε­νῆ , νς΄. Φο­βε­ρός πό­λε­μος μέ δαι­μό­νια ὑ­πε­ρη­φα­νε­ί­ας · Ε.Ρω.