ON AIR — ERO — RadioFrequency
Enomeni RomiosiniEnomeni RomiosiniCENTER FOR UNITY AND STUDY -
PROMOTING OUR VALUES
IMPORTANT
Ο Άγιος Παΐσιος μας είχε προειδοποιήσει για την εγκληματικότητα των νέων!Μητροπολίτης Κισάμου και Σελίνου: «Ευθαρσώς δηλώνουμε την άρνηση αποδοχής ενός ηλεκτρονικού μέσου, το οποίο φαλκιδεύει την ελευθερία του προσώπου»Utopia: Το ζοφερό μας μέλλον! – Δείτε τη βραβευμένη μικρού μήκους ταινία του Ελληνοαυστραλού σκηνοθέτη Κώστα Νίκα με θέμα την κατάργηση των μετρητών και την ηλεκτρονική φυλακήH AI «μπορεί να μας σκοτώσει όλους έως το τέλος της δεκαετίας» – Οι προειδοποιήσεις ειδικών και τα σενάρια απώλειας ελέγχουΜετρητά, ζήτημα Προσωπικής Ελευθερίας – Ολοένα και περισσότερες χώρες ανακαλούν την κατάργησή τους!Κρατικό CREDIT SCORE : Μια δύσκολη οικονομική περίοδος δεν σε κάνει λιγότερο αξιόπιστο άνθρωπο15η ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΣΥΝΑΞΗ ΝΕΟΤΗΤΟΣ – 25/4/2026Ο Άγιος Παΐσιος μας είχε προειδοποιήσει για την εγκληματικότητα των νέων!Μητροπολίτης Κισάμου και Σελίνου: «Ευθαρσώς δηλώνουμε την άρνηση αποδοχής ενός ηλεκτρονικού μέσου, το οποίο φαλκιδεύει την ελευθερία του προσώπου»Utopia: Το ζοφερό μας μέλλον! – Δείτε τη βραβευμένη μικρού μήκους ταινία του Ελληνοαυστραλού σκηνοθέτη Κώστα Νίκα με θέμα την κατάργηση των μετρητών και την ηλεκτρονική φυλακήH AI «μπορεί να μας σκοτώσει όλους έως το τέλος της δεκαετίας» – Οι προειδοποιήσεις ειδικών και τα σενάρια απώλειας ελέγχουΜετρητά, ζήτημα Προσωπικής Ελευθερίας – Ολοένα και περισσότερες χώρες ανακαλούν την κατάργησή τους!Κρατικό CREDIT SCORE : Μια δύσκολη οικονομική περίοδος δεν σε κάνει λιγότερο αξιόπιστο άνθρωπο15η ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΣΥΝΑΞΗ ΝΕΟΤΗΤΟΣ – 25/4/2026

Ρήσεις και Διηγήσεις Αγίου Παϊσίου (σν-σνα). Από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

4 November 2023 · 3 min read

σν’

«Ἦρ­θε πα­λαιά στῶν Ἰ­βή­ρων ἕ­νας νέ­ος ἄν­θρω­πος γιά μο­να­χός. Ἦ­ταν 35 ἐ­τῶν. Αὐ­τός εἶ­χε πά­ει στήν Ἀ­με­ρι­κή 18 ἐ­τῶν καί σάν παι­δί πού ἦ­ταν, βρῆ­κε ἐ­λευ­θε­ρί­α καί λε­φτά· ἔτσι ὅ­λη νύ­χτα γλεν­τοῦ­σε. Ὅ­σα λε­φτά ἔ­βγα­ζε, τά σπα­τα­λοῦ­σε στίς γυ­ναῖ­κες. Ὅ­ταν ὅ­μως ἔ­γι­νε 35 χρό­νων, ἀ­πο­γο­η­τεύ­τη­κε καί σκέ­φθη­κε: “Τί κά­νω; Μία τέ­τοι­α ζω­ή πού ζῶ ἐ­γώ, τήν ζῆ καί ἕ­να κτῆ­νος. Θά πά­ω στό Ἅ­γιον Ὄ­ρος γιά μο­να­χός”. Πράγ­μα­τι ἦρ­θε καί ἔ­γι­νε μο­να­χός στῶν Ἰ­βή­ρων. Καί δό­θη­κε στήν ἄ­σκη­ση καί καρ­πο­φό­ρη­σε. Ἔ­κα­νε με­γά­λη ἄ­σκη­ση, ὁ Θε­ός τόν εὐ­λό­γη­σε καί ἀ­πέ­κτη­σε καί πνευ­μα­τι­κή κα­τά­στα­ση.

»Μία μέ­ρα ὁ πα­πα Θα­νά­σης πού ἦ­ταν ἄν­θρω­πος μέ πραγ­μα­τι­κή πνευ­μα­τι­κή ζω­ή ἀ­πε­φά­σι­σε νά τόν δο­κι­μά­ση. Σκέ­φτη­κε: “Νά δῶ ἄν ὁ λο­γι­σμός του ἀλ­λοι­ώ­νε­ται κα­θό­λου ἤ εἶ­ναι ἀ­πα­θής”. Τοῦ λέ­ει:

–Ρέ βλά­κα, τί ἔ­κα­νες;

–Τί ἔ­κα­να;

–Τό σκέ­φτη­κες κα­λά αὐ­τό πού ἔ­κα­νες; Ἤ­σουν στήν Ἀ­με­ρι­κή μέ τήν κα­λο­πέ­ρα­σή σου καί ἦρ­θες στό Ἅ­γιον Ὄ­ρος; Τί νά κά­νης; Μό­λις πᾶς νά κοι­μη­θῆς, ντάν–ντάν οἱ καμ­πά­νες, ἄν­τε τό­τε κά­τσε ὅ­λη τή νύ­χτα στήν Ἐκ­κλη­σί­α, ἐ­νῶ ἐ­κεῖ περ­νοῦ­σες τή νύ­χτα μέ συν­τρο­φιά νέ­ες κο­πέλ­λες. Ἐ­δῶ με­τά ἀ­πό κό­πο μιᾶς ἡ­μέ­ρας σέ πε­ρι­μέ­νει ἕ­να πιά­το ἀ­λά­δω­τα ρε­βύ­θια, ἐ­νῶ ἐ­κεῖ εἶ­χες τό κρε­α­τά­κι σου μέ τίς μπυ­ρί­τσες σου. Τό σκέ­φτη­κες κα­λά βρέ αὐ­τό πού ἔ­κα­νες;

»Στήν ἀρ­χή ἔ­λε­γε ὅ­τι ἡ μο­να­χι­κή ζω­ή εἶ­ναι τό κα­λύ­τε­ρο ἀπ᾿ ὅ­λα. Με­τά κά­θη­σε καί τόν κοι­τοῦ­σε· στό τέ­λος κα­τέ­βα­σε τό κε­φά­λι του καί κοι­τοῦ­σε τήν γῆ. Με­τά ἀπ᾿ αὐ­τά τόν ἄ­φη­σε.

»Ὅ­ταν πέ­ρα­σαν δύ­ο–τρεῖς ὧ­ρες, λέ­ει, “ἄς πά­ω νά δῶ τί κά­νει”. Ἤ­θε­λε νά δῆ, ἄν με­τά ἀ­πό δε­κα­πέν­τε χρό­νια μο­να­χι­κή ζω­ή εἶ­ναι εὐ­με­τά­βλη­τος ὁ ἄν­θρω­πος. Πῆ­γε στό κελ­λί του καί τί νά δῆ! Ἑ­τοί­μα­ζε τίς βα­λί­τσες του γιά νά φύ­γη.

–Τί κά­νεις βρέ, τόν ρώ­τη­σε.

–Νά, τοῦ ἀ­παν­τᾶ, συ­νο­φρυ­ω­μέ­νος, ἀ­πε­φά­σι­σα νά γυ­ρί­σω στήν Ἀ­με­ρι­κή. Ἐ­γώ δέν ἤ­μουν γιά μο­να­χός καί ἔ­κα­να λά­θος πού ἦρ­θα στό Μο­να­στή­ρι.

–Βρέ μποῦ­φο, τοῦ λέ­ει, ἐ­γώ ἤ­θε­λα νά σοῦ κά­νω ἕ­να ἀ­στεῖ­ο, νά δῶ ἄν με­τά ἀ­πό τό­σα χρό­νια στό Μο­να­στή­ρι με­τα­βάλ­λε­σαι κα­θό­λου. Κι ἐ­σύ μέ δύ­ο λό­για πού σοῦ εἶ­πα, ἀ­πο­γο­η­τεύ­τη­κες καί ση­κώ­νε­σαι νά πᾶς νά βρῆς τίς φι­λε­νά­δες σου στήν Ἀ­με­ρι­κή; Κοί­τα­ξε νά με­τα­νο­ή­σης γι᾿ αὐ­τό πού ἔ­πα­θες, κα­κο­μοί­ρη μου. Τοῦ εἶ­πε καί ἄλ­λα καί με­τα­με­λή­θη­κε ὁ μο­να­χός αὐ­τός, δι­ό­τι πρός στιγ­μήν ἀ­πελ­πί­στη­κε καί θέ­λη­σε νά φύ­γη. Καί σ᾿ ὅ­λη τήν ὑ­πό­λοι­πη ζω­ή του, με­τα­νο­οῦ­σε γι᾿ αὐ­τό τό γε­γο­νός».

σνα’

«Ζοῦ­σε πα­λαι­ά ἕ­νας μο­να­χός ἐ­δῶ στήν Προ­βά­τα, τά πέ­τα­ξε καί παν­τρεύ­τη­κε στήν Θά­σο. Με­τά ἀ­πό πολ­λά χρό­νια δου­λειά, ἀ­πέ­κτη­σε ἕ­να κα­ρά­βι. Πῆ­γε λοι­πόν καί τό φόρ­τω­σε στό Βα­το­πέ­δι ξύ­λα. Φεύ­γον­τας, ὅ­ταν ἔ­φθα­σε στήν Προ­βά­τα, ἀ­πέ­ναν­τι ἀ­πό τό σπί­τι του, ἄ­νοι­ξε ἡ θά­λασ­σα καί κα­τά­πι­ε τό κα­ρά­βι. Εὐ­τυ­χῶς σώ­θη­κε αὐ­τός καί τά δυ­ό του παι­διά. Τό­τε συν­τρί­φτη­κε, κα­τά­λα­βε τήν αἰ­τί­α τῆς κα­τα­στρο­φῆς καί πῆ­γε σ᾿ ἕ­να Πνευ­μα­τι­κό στοῦ Ἐσ- φιγ­μέ­νου. Ὁ Πνευ­μα­τι­κός τοῦ εἶ­πε: “Πή­γαι­νε νά τα­κτο­ποι­ή­σης τά παι­διά σου πρῶ­τα καί με­τά ἔ­λα”. Εἶ­χε βλέ­πεις τέσ­σε­ρα παι­διά, ἐκ τῶν ὁ­ποί­ων τά δύ­ο μι­κρά κο­ρί­τσια. Τά δύ­ο ἀ­γό­ρια του τά γνώ­ρι­σα καί ἐ­γώ, πά, πά, πά, ἦ­ταν σκέ­τοι πει­ρα­σμοί. Ἦ­ταν γνω­στός σ᾿ ὅ­λο τό Ἅ­γιον Ὄ­ρος ὡς “ὁ με­τα­νοι­ω­μέ­νος”».

Διαβάστε ΕΔΩ τα προηγούμενα σχετικά άρθρα

Related reading