ΣΤΟΝ ΑΕΡΑΕΡΩ — ΡαδιοΣυχνότητα
Ενωμένη ΡωμηοσύνηΕνωμένη ΡωμηοσύνηΚΕΝΤΡΟΝ ΕΝΟΤΗΤΟΣ ΚΑΙ ΜΕΛΕΤΗΣ
ΠΡΟΒΟΛΗΣ ΤΩΝ ΑΞΙΩΝ ΜΑΣ
ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ
Πανελλήνια Σύναξη στην ΙερισσόΣημαντική Ανακοίνωση προς τα Μέλη και Φίλους της «ΕΝΩΜΕΝΗΣ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗΣ» (Ε.ΡΩ.)Πρόγραμμα των Εκδηλώσεων Ετήσιας Σύναξης της Ε.Ρω στην Ιερισσό – 29/9/22 – 2/10/22Ανάγκες σε συνεργάτεςΠανελλήνια Σύναξη στην ΙερισσόΣημαντική Ανακοίνωση προς τα Μέλη και Φίλους της «ΕΝΩΜΕΝΗΣ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗΣ» (Ε.ΡΩ.)Πρόγραμμα των Εκδηλώσεων Ετήσιας Σύναξης της Ε.Ρω στην Ιερισσό – 29/9/22 – 2/10/22Ανάγκες σε συνεργάτες

Το πνεύμα των παλαιών Αγιορειτών. Από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

15 Μαρτίου 2024 · 2 λεπτά

     Δι­ή­γη­ση Κα­ρα­καλ­λη­νοῦ μο­να­χοῦ: «Ἦρ­θα στό Ἅ­γιον Ὄ­ρος τό 1955 καί κοι­νο­βί­α­σα στοῦ Κα­ρα­κάλ­λου. Ἡ­γού­με­νος ἦ­ταν τό­τε ὁ πα­πα–Παῦ­λος ἀ­πό τόν Βά­βδο Χαλ­κι­δι­κῆς. Εἶ­χε 50 χρό­νια στό Μο­να­στή­ρι καί ἐ­χρη­μά­τι­σε 30 χρό­νια Ἡ­γού­με­νος. Ἦρ­θε μι­κρός καί, ἐ­πει­δή δέν εἶ­χε γέ­νεια, τόν ἔ­στει­λαν γιά ἕνα διάστημα στό Με­τό­χι στά Κερ­δύ­λια. Ἀργότερα ἔ­κα­νε γραμ­μα­τέ­ας στήν Ἱ. Κοι­νό­τη­τα καί ἔ­φο­ρος στήν Σχο­λή. Ἦ­ταν ἕ­νας ἀπό τούς τρεῖς Ἡ­γου­μέ­νους πού ἔ­στελ­νε ἡ Κοι­νό­τη­τα γιά ὑ­πο­θέ­σεις στήν κυ­βέρ­νη­ση. Οἱ ἄλ­λοι ἦ­ταν ὁ Βησ­σα­ρί­ων Γρη­γο­ριά­της καί Γα­βρι­ήλ Δι­ο­νυ­σιά­της.

»Πρό­κα­να (πρό­λα­βα) στό Μο­να­στή­ρι 50 Πα­τέ­ρες· ὁ ἕ­νας κα­λύ­τε­ρος ἀ­πό τόν ἄλ­λον. Ἦ­ταν με­ρι­κά γε­ρον­τά­κια 70–80 χρο­νῶν καί ἄ­νω, πού ἔ­λαμ­πε τό πρό­σω­πό τους. Κοι­νω­νοῦ­σαν κά­θε ἑ­βδο­μά­δα τοὐ­λά­χι­στον, ἐ­νῶ ἐ­μεῖς οἱ νε­ώ­τε­ροι κά­θε δε­κα­πέν­τε μέ­ρες. Τά γε­ρον­τά­κια τά νη­στεύ­α­με ἀ­πό λά­δι μία μέ­ρα πρίν με­τα­λά­βουν.

»Οἱ δό­κι­μοι τό­τε δο­κι­μά­ζον­ταν τρί­α χρό­νια γιά νά γί­νουν κα­λό­γε­ροι. Ἐ­γώ δο­κί­μα­σα ἑ­πτά χρό­νια. Ἔ­κα­ναν κα­λή ὑ­πα­κο­ή καί βα­ρει­ές δου­λει­ές. Ἔ­βα­ζαν ὑ­πεύ­θυ­νο τόν πιό εὐ­λα­βῆ ἐ­πί­τρο­πο, γιά νά οἰ­κο­νο­μᾶ το­ύς δο­κί­μους. Ὅ,τι χρει­ά­ζον­ταν σ᾿ αὐ­τόν ἀ­πευ­θύ­νον­ταν, καί δέν εἶ­χαν μέ τούς κο­σμι­κούς δο­σο­λη­ψί­ες καί οὔ­τε συ­ζη­τή­σεις στίς ἁ­πλω­τα­ρι­ές.

»Τό­τε, λου­κού­μια ἔ­παιρ­ναν μό­νο Πά­σχα, Χρι­στού­γεν­να, Ἀ­πο­κρι­ές καί τοῦ ἁ­γί­ου Γε­δε­ών. Γε­νι­κά τό ὅ­λο πρό­γραμ­μα ἦ­ταν ἀ­σκη­τι­κό. Μπο­ροῦ­σαν νά ἀ­γο­ρά­σουν ἀπ᾿ ἔ­ξω δι­ά­φο­ρα πράγ­μα­τα, ἀλ­λά δέν ἤ­θε­λαν, τό θε­ω­ροῦ­σαν πο­λυ­τέ­λεια. Γιά νά κερ­νᾶ­με τόν κό­σμο φτι­ά­χνα­με γλυ­κό νε­ράν­τζι, κυ­δώ­νι, μα­στί­χα, βυσ­σι­νά­δα καί πελ­τέ. Τόν κα­φέ τόν κα­βουρ­δί­ζα­με, τόν στουμ­πί­ζα­με στά μάρ­μα­ρα, τόν κο­σκι­νί­ζα­με καί τά πί­του­ρα πά­λι τά στουμ­πί­ζα­με. Δέν εἴ­χα­με μύ­λο γιά νά τόν ἀ­λέ­σου­με. Ὅ,τι δέν ἦ­ταν κα­λο­γε­ρι­κό, δέν τό ἤ­θε­λαν. Καί ὁ Ἡ­γού­με­νος δέν εἶ­χε κά­τι ξε­χω­ρι­στό. Ζοῦ­σε ὅ­πως ὅ­λοι οἱ πα­τέ­ρες. Μα­γεί­ρευ­αν κο­λο­κύ­θες ἀ­πό κεῖ­νες τίς με­γά­λες, πού ἦ­ταν κά­πως γλυ­κές καί δέν τρώ­γον­ταν. Ὁ Ἡ­γού­με­νος γιά νά κά­νη τούς πα­τέ­ρες νά τίς φᾶ­νε, φώ­να­ζε γιά νά τόν ἀ­κοῦν: “Φέ­ρε ἕ­να πιά­το κο­λο­κύ­θι ἀ­κό­μα. Ὡ­ραῖ­ο κο­λο­κυ­θά­κι”. Τά συ­νη­θι­σμέ­να φα­γη­τά μας ἦ­ταν ὄσπρια καί, ὅταν εἶχε κατάλυση, ἀν­τζού­γι­ες πα­στές. Τήν Με­γά­λη Σα­ρα­κο­στή ἔ­τρω­γαν τήν ἡ­μέ­ρα ἕ­να πιά­το ρε­βύ­θια ἤ φα­σό­λια καί δέ­κα κα­ρύ­δια σπα­σμέ­να μέ μέ­λι.

»Ὁ κα­θέ­νας εἶ­χε μί­α πε­τσέ­τα μέ τήν ὁ­ποί­α σκού­πι­ζε τό κου­τα­λο­πή­ρου­νό του. Τά τύ­λι­γε μέ­σα καί τά ἔ­βα­ζε κά­τω ἀπ᾿ τό τρα­πέ­ζι. Δέν εἶ­χε τό­τε χαρ­το­πε­τσέ­τες καί πλυ­σί­μα­τα. Οἱ πα­τέ­ρες εἶ­χαν πολ­λή ἀ­κτη­μο­σύ­νη. Με­ρι­κοί ἔ­κα­ναν ροῦ­χα ἀ­πό τσου­βά­λια. Κάποιοι πλέ­νον­ταν κά­θε δύ­ο–τρεῖς μῆ­νες, ἄλ­λοι ἀ­ραι­ό­τε­ρα, ἄλ­λοι πο­τέ. Γιά ἄ­σκη­ση δέν εἴχα­με σόμ­πες στά κελ­λιά. Μό­νο στό νο­σο­κο­μεῖ­ο εἶ­χαν μί­α σόμ­πα καί ἕ­να μαγ­κά­λι στήν Λι­τή. Ἐ­πί ἡ­γου­μέ­νου Παύ­λου ἔ­βα­λαν σόμ­πες στά κελ­λιά τους οἱ πα­τέ­ρες.

»Ὅ­ταν γι­νό­ταν κά­ποι­ος πει­ρα­σμός (πα­ρε­ξή­γη­ση), ἔ­βα­ζαν με­τά­νοι­α οἱ πα­τέ­ρες καί τά ξε­χνοῦ­σαν. Τώ­ρα, καί με­τά­νοι­α νά βά­λουν, τά κρα­τᾶ­νε πά­λι μέ­σα τους.

»Τό­τε, ὅ­ταν γιά ἕ­να θέ­μα σο­βα­ρό στήν Σύ­να­ξη εἶ­χαν μία δι­α­φω­νί­α, ἔ­λε­γαν: “Ἄς τό ἀ­φή­σου­με γιά μία ἄλ­λη σύ­να­ξη, νά κά­νου­με μία Πα­ρά­κλη­ση, νά  κά­νου­με προ­σευ­χή”. Καί ἔ­τσι ζη­τοῦ­σαν φώ­τι­ση ἀ­πό τόν Θε­ό καί ἀ­πέ­φευ­γαν τά λά­θη».

Διαβάστε ΕΔΩ τα προηγούμενα σχετικά άρθρα

Σχετικά