ΣΤΟΝ ΑΕΡΑΕΡΩ — ΡαδιοΣυχνότητα
Ενωμένη ΡωμηοσύνηΕνωμένη ΡωμηοσύνηΚΕΝΤΡΟΝ ΕΝΟΤΗΤΟΣ ΚΑΙ ΜΕΛΕΤΗΣ
ΠΡΟΒΟΛΗΣ ΤΩΝ ΑΞΙΩΝ ΜΑΣ
ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ
Πανελλήνια Σύναξη στην ΙερισσόΣημαντική Ανακοίνωση προς τα Μέλη και Φίλους της «ΕΝΩΜΕΝΗΣ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗΣ» (Ε.ΡΩ.)Πρόγραμμα των Εκδηλώσεων Ετήσιας Σύναξης της Ε.Ρω στην Ιερισσό – 29/9/22 – 2/10/22Ανάγκες σε συνεργάτεςΠανελλήνια Σύναξη στην ΙερισσόΣημαντική Ανακοίνωση προς τα Μέλη και Φίλους της «ΕΝΩΜΕΝΗΣ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗΣ» (Ε.ΡΩ.)Πρόγραμμα των Εκδηλώσεων Ετήσιας Σύναξης της Ε.Ρω στην Ιερισσό – 29/9/22 – 2/10/22Ανάγκες σε συνεργάτες

Το πνεύμα των παλαιών Αγιορειτών. Από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

22 Μαρτίου 2024 · 4 λεπτά

     Γιά λό­γους ἀ­σκή­σε­ως καί ἡ­συ­χί­ας δέν ἐ­πι­τρέ­πον­ταν οἱ Σκη­τι­ῶ­τες μο­να­χοί νά ἔ­χουν ζῶ­α. Γέρων Ἁ­γι­αν­να­νί­της ἀ­νέ­φε­ρε: «Τό 1949 ἦρ­θα στό Ἅ­γιον Ὄ­ρος, στήν Ἁ­γί­α Ἄν­να. Μό­νο ἕ­νας εἶ­χε τρί­α μου­λά­ρια, πού τά χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σαν οἱ πα­τέ­ρες γιά νά με­τα­φέ­ρουν τά βα­ριά φορ­τί­α. Τά ὑ­πό­λοι­πα τά  κου­βα­λοῦ­σαν στόν ὦ­μο τους».

*

Εἶ­πε Γέρων Ἁ­γι­ο­βα­σι­λει­ά­της: «Στόν Ἅ­γιο Βα­σί­λει­ο πα­λαιά δέν εἶ­χαν νε­ρό οἱ πα­τέ­ρες, ἰ­δί­ως με­τά τόν Αὔ­γου­στο, καί ἀ­ναγ­κά­ζον­ταν νά πη­γα­ί­νουν στήν Κε­ρα­σιά ἤ στόν Ἅ­γιο Πέτρο, γιά νά πλέ­νουν τά ροῦ­χα τους. Τά ἔ­πλε­ναν, ἔ­κα­ναν τήν ἀ­κο­λου­θί­α τους, στέ­γνω­ναν τά ροῦ­χα καί τά ἔ­παιρ­ναν μα­ζί τους. Τόν ἄλ­λο μῆ­να ἔ­κα­ναν πά­λι τό ἴ­διο. Ἦ­ταν πο­λύ δύ­σκο­λη ἡ ζωή ἐ­δῶ. Τά πράγ­μα­τα ἔ­φθα­ναν μέ δυ­σκο­λί­α. Γι᾿ αὐ­τό ἔ­λε­γαν οἱ πα­λαι­οί. ”Ὅποιος ἀ­φή­νει τά κόκ­κα­λά του στόν Ἅ­γιο Βα­σί­λει­ο, ἔ­χει ἐλ­πί­δα σω­τη­ρί­α­ς”.

»Ἔ­χει ἀλ­λά­ξει τό Ὄ­ρος· τήν ἀλ­λα­γή τήν ἔ­ζη­σα καί ἐ­δῶ στήν συ­νο­δε­ί­α. Μοῦ λέ­νε ”Τε­τάρ­τη νά τρῶ­με δύο φο­ρές”, καί το­ύς λέ­ω ”ὄχι, δι­ό­τι ἕ­νας ἐ­νά­ρε­τος πα­λαι­ός Γέ­ρον­τας ἔ­λε­γε, ἄν θέ­λης νά τρῶς δύο φο­ρές, τήν μία φο­ρά θά τρῶς ἔ­ξω ἀ­πό τό σπί­τι­”.

»Ὅ­σο μπο­ρεῖ­τε, οἱ νέ­οι νά κό­ψε­τε τό ἔ­ξω, νά μή βγα­ί­νε­τε στόν κό­σμο. Τότε ἐ­ξα­σφα­λί­ζε­τε μία βα­σι­κή ἀ­ρε­τή. Λένε ὅ­τι, ὅ­ταν βγῆ κά­ποι­ος ἔ­ξω, χά­νει τήν χά­ρι τῆς Πα­να­γί­ας. Ἐ­γώ δέν ἤ­ξε­ρα πῶς  χά­νε­ται ἡ χά­ρι τῆς Πα­να­γί­ας, ἀλ­λά μοῦ εἶ­πε ἕ­νας ἄλ­λος Γέροντας: ”Τό ἔ­πα­θα ἐ­γώ. Δέν ἔ­βγαι­να ἔ­ξω, ἀλ­λά μέ μπλέ­ξα­νε μέ μία ὑ­πό­θε­ση στήν Ἁ­γί­α Ἄν­να καί μέ ἔ­βα­λαν μάρ­τυ­ρα. Πῆ­γα στήν Θεσ­σα­λο­νί­κη καί πῆ­ρα καί νή­μα­τα γιά ὅ­λους το­ύς πα­τέ­ρες ἐ­δῶ, γιά νά μή βγα­ί­νουν ἔ­ξω. Εἶ­δα λοι­πόν με­τά πού γύ­ρι­σα ὅ­τι ὅ­σες πα­ρα­στά­σεις ἔ­φε­ρα ἀ­πό τόν κό­σμο, πολ­λα­πλα­σι­ά­στη­καν, ἐ­νῶ ὅ­σες πα­ρα­στά­σεις εἶ­χα ἀ­πό λα­ϊ­κός, ὅ­ταν ἦρ­θα γιά νά γί­νω κα­λό­γε­ρος ἐ­ξα­φα­νί­στη­καν. Αὐ­τά πού φέρ­νω τώ­ρα σάν κα­λό­γε­ρος δέν φε­ύ­γουν. Αὐ­τή εἶ­ναι ἡ φυ­γά­δευ­ση τῆς χά­ρι­τος τῆς Πα­να­­γί­ας”.

»Εἶ­χε πεῖ πα­λαιά στή Νέα Σκή­τη ἕ­νας Γέροντας σέ μία ὁ­μή­γυ­ρη πα­τέ­ρων, ὅπου ἦ­ταν πα­ρών καί ὁ Ἐ­πί­σκο­πος Μο­σχο­νη­σί­ων, ὅ­τι ἡ μό­νη ἀ­ρε­τή πού θά με­ί­νει στό Ἅ­γιον Ὄ­ρος ἀ­πό τώ­ρα καί στό ἑ­ξῆς θά εἶ­ναι νά μή βγα­ί­νουν ἔ­ξω οἱ μο­να­χοί. Καί συμ­φώ­νη­σαν ὅ­λοι. Καί ὁ κό­σμος ἀ­να­γνω­ρί­ζει ὅ­τι αὐ­τό εἶ­ναι ἀ­ρε­τή. Λένε ὅ­τι ὁ τά­δε ἔ­χει τό­σα χρό­νια νά βγῆ ἔ­ξω. Καί ὁ πα­πα Μόδεστος ὁ μα­κα­ρι­στός ἀ­πό τήν Κε­ρα­σιά εἶ­χε 50 χρό­νια νά βγῆ στόν κό­σμο καί, ὅ­ταν βγῆ­κε κά­πο­τε, ἔ­παιρ­ναν γιά εὐ­λο­γί­α τρί­χες ἀπό τά γέ­νεια του καί ἔ­κο­βαν κομ­μά­τια ἀ­πό τά ρά­σα του, για­τί θα­ύ­μα­ζαν πού κά­θη­σε 50 χρό­νια στήν ἔ­ρη­μο καί δέν βγῆ­κε ἔ­ξω.

»Ἡ ἀ­πο­μά­κρυν­ση τοῦ μο­να­χοῦ ἀ­πό τόν κό­σμο καί ὁ πε­ρι­ο­ρι­σμός του στό Ἅ­γιον Ὄ­ρος εἶ­ναι ἕ­να σι­ω­πη­λό κή­ρυγ­μα γιά τόν κό­σμο. Καί νά θέ­λη ὁ μο­να­χός νά τό κρύ­ψη, νά κλε­ί­ση τό στό­μα του μέ κα­λά­ϊ, αὐ­τό δι­δά­σκει σι­ω­πη­λά. Σκέ­φτον­ται ὅ­τι ὁ μο­να­χός ἄ­φη­σε τά πάν­τα καί πῆ­γε στό Ἅ­γιον Ὄ­ρος καί ὅτι  γιά νά μέ­νη τό­σα χρό­νια σημαίνει ὅτι κά­τι βρῆ­κε.

»Ὅ­σο μπο­ροῦ­με, νά ἀν­τι­γρά­φου­με τίς πα­ρα­δό­σεις τῶν πα­λαι­ῶν πα­τέ­ρων. Ἄν δέν ξε­κι­νᾶ­με πα­ρα­δο­σια­κά, δέν κά­νου­με τί­πο­τα. Βλέ­πω ὅ­τι σή­με­ρα δέν ἀ­κο­λου­θοῦ­με τά χνά­ρια τῶν πα­λαι­ῶν. Δέν μπο­ροῦ­με νά κά­νου­με σή­με­ρα με­γά­λες ἀ­σκή­σεις. Του­λά­χι­στον δυό πράγ­μα­τα νά κρα­τή­σου­με: Τήν ἀ­γά­πη με­τα­ξύ μας καί νά μήν ξε­φύ­γου­με ἀ­πό τήν μο­να­χι­κή πα­ρά­δο­ση. Δέν ἀ­φή­νει ὁ πει­ρα­σμός νά ἔ­χη ἀ­γά­πη μί­α συ­νο­δε­ί­α. Καί πα­λαιά εἴ­χα­με πει­ρα­σμο­ύς, ἀλ­λά ὁ Γέροντας το­ύς προ­σπερ­νοῦ­σε, το­ύς ἔ­δι­ω­χνε. Τώρα οὔ­τε καί ὁ Γέροντας μπο­ρεῖ, για­τί οἱ ση­με­ρι­νοί μο­να­χοί ἔ­χουν με­γά­λη γλῶσ­σα καί δύ­σκο­λα δέ­χον­ται ἤ δέν δέ­χον­ται τί­πο­τε.

»Αὐ­τό βέ­βαι­α ξε­κι­νᾶ ἀπ᾿ ἔ­ξω. Ἡ ση­με­ρι­νή κοι­νω­νί­α καί ἡ παι­δε­ί­α δέν κα­ταρ­τί­ζει ὑ­πο­τα­κτι­κο­ύς ἀλ­λά ἀν­τάρ­τες. Σήμερα εἶ­ναι πα­νέ­ξυ­πνα τά παι­διά, ἀλ­λά τί νά τό κά­νης. Εἶ­ναι μα­κρυά ἀ­πό τόν Χρι­στό καί οἱ μο­να­χοί μα­κρυά ἀ­πό τήν πα­ρά­δο­ση.

»Οἱ πα­λαι­οί εἶ­χαν ἄλ­λα μυα­λά. Αὐ­τοί ἔ­κα­ναν τήν ἀ­ρε­τή καί τήν σκέ­πα­ζαν. Ἐ­μεῖς προ­σπα­θοῦ­με νά ἐ­πι­δει­χθοῦ­με.

»Ἦ­ταν δύ­σκο­λα πα­λαιά ἐ­δῶ στόν Ἅ­γιο Βα­σί­λει­ο. Οὔ­τε ζά­χα­ρη δέν εἴ­χα­με. Μία συ­νο­δε­ί­α ἔ­τρω­γε γιά δύο χρό­νια μό­νο πλη­γο­ύ­ρι. Τό ἔ­μα­θε ἕ­νας για­τρός καί εἶ­πε: ”Ἡ ἐ­πι­στή­μη τῆς Ἰ­α­τρι­κῆς φθά­νει μό­νο μέ­χρι τήν Δάφνη. Ἀ­πό κεῖ καί πέ­ρα ἐ­σεῖς ἔ­χε­τε ἄλ­λη ἐ­πι­στή­μη­”.

»Οἱ πα­λαι­οί εἶ­χαν αὐ­τα­πάρ­νη­ση καί ἐμ­πι­στο­σύ­νη στήν Πα­να­γί­α. Εἴ­χα­με μία ἀ­γρυ­πνί­α καί εἶ­χε ἔρ­θει ἐ­δῶ ὁ πα­πα Ξε­νο­φῶν ἀ­πό τήν Κα­ψά­λα. Δέν ἦ­ταν κα­λά καί ἀ­νέ­βα­σε πυ­ρε­τό. Τοῦ εἶ­πε κά­ποι­ος νά βά­λη θερ­μό­με­τρο. ”Ὄχι, δέν χρει­ά­ζε­ται­”, ἀ­πάν­τη­σε, ”ξέρει ἡ Πα­να­γί­α πό­σο πυ­ρε­τό ἔ­χω­”. Τε­λε­ί­ω­σε ἡ ἀ­γρυ­πνί­α καί ἐ­πέ­στρε­ψε στήν Κα­ψά­λα μέ τά πό­δια μα­ζί μέ τόν ὑ­πο­τα­κτι­κό του. Τέτοιους ἀν­θρώ­πους δέν βρί­σκεις σή­με­ρα. Ἡ γε­νεά ἡ ση­με­ρι­νή εἶ­ναι ἀ­δύ­να­τη. Οἱ και­ροί μας εἶ­ναι δύ­σκο­λοι. Δέν εἶ­ναι και­ροί γιά προ­κο­πή. Τοὐ­λά­χι­στον νά συν­τη­ρη­θοῦ­με ἐ­κεῖ πού εἴ­μα­στε, νά μήν πᾶ­με πα­ρα­κά­τω. Δέν ὑπάρ­χουν ἀ­να­στή­μα­τα.

»Μέχρι τό 1991 δέν ὑ­πῆρ­χαν ζῶ­α στόν Ἅ­γιο Βα­σί­λει­ο. Μᾶς τά κου­βα­λοῦ­σαν οἱ Δα­νι­η­λαῖ­οι μέ­χρι τό Κελ­λί τους, καί ἀ­πό κεῖ τά φορ­τω­νό­μεθα στήν πλά­τη. Μᾶς ἔ­λε­γε ὁ Γέροντας ὅ­τι, ἄν δέν γογ­γύ­ζω­με, ὁ Θε­ός κου­φί­ζει τό βά­ρος· καί ὄν­τως τό ζο­ύ­σα­με. Ἐρ­χό­μεθα ἐ­δῶ, ἀλ­λά­ζα­με φα­νέλ­λα καί μᾶς φα­ι­νόταν ὅ­τι εἴ­μα­στε στήν Βα­σι­λε­ί­α τῶν οὐ­ρα­νῶν. Τόση εὐ­φρο­σύ­νη καί χα­ρά εἴ­χα­με μέ­σα μας, καί ἰ­δι­αι­τέ­ρως γιά τά πράγ­μα­τα ἄλ­λων ἡ­λι­κι­ω­μέ­νων πα­τέ­ρων πού κου­βα­λο­ύ­σα­με.

»Εἶ­χε κό­πο ἡ ζωή τό­τε. Ὅ­μως αὐ­τός ὁ κό­πος δη­μι­ουρ­γοῦ­σε μία ἀ­γά­πη, μία συμ­πό­νια καί μέ το­ύς γει­τό­νους καί μέ το­ύς πα­ρα­δελ­φο­ύς· ἐνῶ τώ­ρα, ὅ­που ὑ­πάρ­χουν μου­λά­ρια καί εὐ­κο­λί­ες, αὐ­τή ἡ ζε­στα­σιά ἐ­λατ­τώ­νε­ται. Τρό­πον τι­νά ὁ κό­πος καί οἱ δυ­σκο­λί­ες μᾶς ἑ­νώ­νουν με­τα­ξύ μας, ἐ­νῶ οἱ εὐ­κο­λί­ες μᾶς ἀ­πο­μα­κρύ­νουν».

Διαβάστε ΕΔΩ τα προηγούμενα σχετικά άρθρα

Σχετικά