ΣΤΟΝ ΑΕΡΑ — ΕΡΩ — ΡαδιοΣυχνότητα
Ενωμένη ΡωμηοσύνηΕνωμένη ΡωμηοσύνηΚΕΝΤΡΟΝ ΕΝΟΤΗΤΟΣ ΚΑΙ ΜΕΛΕΤΗΣ ‒
ΠΡΟΒΟΛΗΣ ΤΩΝ ΑΞΙΩΝ ΜΑΣ
ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ
Ο Άγιος Παΐσιος μας είχε προειδοποιήσει για την εγκληματικότητα των νέων!Μητροπολίτης Κισάμου και Σελίνου: «Ευθαρσώς δηλώνουμε την άρνηση αποδοχής ενός ηλεκτρονικού μέσου, το οποίο φαλκιδεύει την ελευθερία του προσώπου»Utopia: Το ζοφερό μας μέλλον! – Δείτε τη βραβευμένη μικρού μήκους ταινία του Ελληνοαυστραλού σκηνοθέτη Κώστα Νίκα με θέμα την κατάργηση των μετρητών και την ηλεκτρονική φυλακήH AI «μπορεί να μας σκοτώσει όλους έως το τέλος της δεκαετίας» – Οι προειδοποιήσεις ειδικών και τα σενάρια απώλειας ελέγχουΜετρητά, ζήτημα Προσωπικής Ελευθερίας – Ολοένα και περισσότερες χώρες ανακαλούν την κατάργησή τους!Κρατικό CREDIT SCORE : Μια δύσκολη οικονομική περίοδος δεν σε κάνει λιγότερο αξιόπιστο άνθρωπο15η ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΣΥΝΑΞΗ ΝΕΟΤΗΤΟΣ – 25/4/2026Ο Άγιος Παΐσιος μας είχε προειδοποιήσει για την εγκληματικότητα των νέων!Μητροπολίτης Κισάμου και Σελίνου: «Ευθαρσώς δηλώνουμε την άρνηση αποδοχής ενός ηλεκτρονικού μέσου, το οποίο φαλκιδεύει την ελευθερία του προσώπου»Utopia: Το ζοφερό μας μέλλον! – Δείτε τη βραβευμένη μικρού μήκους ταινία του Ελληνοαυστραλού σκηνοθέτη Κώστα Νίκα με θέμα την κατάργηση των μετρητών και την ηλεκτρονική φυλακήH AI «μπορεί να μας σκοτώσει όλους έως το τέλος της δεκαετίας» – Οι προειδοποιήσεις ειδικών και τα σενάρια απώλειας ελέγχουΜετρητά, ζήτημα Προσωπικής Ελευθερίας – Ολοένα και περισσότερες χώρες ανακαλούν την κατάργησή τους!Κρατικό CREDIT SCORE : Μια δύσκολη οικονομική περίοδος δεν σε κάνει λιγότερο αξιόπιστο άνθρωπο15η ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΣΥΝΑΞΗ ΝΕΟΤΗΤΟΣ – 25/4/2026

ΧΡΥΣΑΝΘΟΣ ΦΙΛΙΠΠΙΔΗΣ (1881-1949)

28 Ιανουαρίου 2012 · 5 λεπτά

ΧΡΥΣΑΝΘΟΣ ΦΙΛΙΠΠΙΔΗΣ (1881-1949)

     Στά 1881 γεν­νή­θη­κε στήν σκλα­βω­μέ­νη Κο­μο­τη­νή. Ἡ ζω­ή του πέ­ρα­σε μέ­σα ἀ­πό συμ­πλη­γά­δες, μά θά μεί­νει βα­θει­ά στήν μνή­μη τῆς ἱ­στο­ρί­α τό βῆ­μα του, για­τί ὁ ἱ­ε­ράρ­χης τῶν Πον­τί­ων, ὁ Μη­τρο­πο­λί­της Τρα­πε­ζούν­τας Χρύ­σαν­θος, στή­θη­κε στη­τός καί εἶ­πε ΟΧΙ, ὅ­ταν ὅ­λοι λέ­γα­νε ΝΑΙ ἀπ’ ἄ­κρου σ’ ἄ­κρου στήν Εὐ­ρώ­πη.

     Τι­μη­μέ­νος ὅ­σο κα­νέ­νας, ὡς Μη­τρο­πο­λί­της Τρα­πε­ζούν­τας, στά δύ­σκο­λα χρό­νι­α (1913-1923), στά­θη­κε στόν Ἑλ­λη­νι­σμό τοῦ Εὐ­ξεί­νου Πόν­του καί στίς πα­τρο­γο­νι­κές ἑ­στί­ες ἀλ­λά καί με­τά στήν προ­σφυ­γιά. Πρω­τα­γω­νί­στη­σε γιά τή σω­τη­ρί­α τοῦ Ἑλ­λη­νι­σμοῦ στή Μα­κε­δο­νί­α. Ἀ­πο­κρι­σά­ρι­ος τοῦ Οἰ­κου­με­νι­κοῦ Πα­τρι­αρ­χεί­ου στήν Ἀ­θή­να, ὑ­πεύ­θυ­νος σέ πολ­λές ἀ­πο­στο­λές ἐ­θνι­κῆς ση­μα­σί­ας στήν Τι­φλί­δα, τήν Ἀλ­βα­νί­α, τό Βε­λι­γρά­δι, τή Συ­ρί­α καί ἀλ­λοῦ. Λό­γι­ος καί γλωσ­σο­μα­θής, ἀ­φι­έ­ρω­σε τό τα­λέν­το του σέ με­λέ­τες γιά τήν ἐκ­κλη­σί­α τῆς Τρα­πε­ζούν­τας (1933). Tό 1937 ἀ­να­γο­ρεύ­τη­κε ἐ­πί­τι­μος δι­δά­κτωρ τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τῶν Ἀ­θη­νῶν καί τό 1940 ὀ­νο­μά­στη­κε Ἀ­κα­δη­μα­ϊ­κός. Ἀ­πό τό 1938 – 1941 ἦ­ταν Ἀρ­χι­ε­πί­σκο­πος Ἀ­θη­νῶν. Ὁ Ἀρ­χι­ε­πί­σκο­πος τοῦ ’40.

Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΤΟΥ 40 

     Ὁ Ἀρ­χι­ε­πί­σκο­πος Χρύ­σαν­θος σ’ αὐ­τόν τόν πό­λε­μο πο­λέ­μη­σε μα­ζί μέ τό μα­χό­με­νο ἔ­θνος ἀ­πό τήν πρώ­τη στιγ­μή καί κα­τά τοῦ Ἰ­τα­λοῦ ἀλ­λά καί κα­τά τοῦ Γερ­μα­νοῦ εἰ­σβο­λέ­α. Δέν ὑ­πῆρ­ξε ἐ­νέρ­γει­α πού ἔ­πρε­πε νά κά­νει Ὀρ­θό­δο­ξος Ἱ­ε­ράρ­χης πού νά μή τήν ἔ­κα­νε, δί­πλα στόν μα­χη­τή ἀλ­λά καί δί­πλα στόν τραυ­μα­τί­α. Πα­ρη­γο­ρη­τής τῆς χή­ρας καί ἐμ­ψυ­χω­τής τοῦ πο­λε­μι­στῆ, ἀ­κού­ρα­στα στή­ρι­ξε τόν ἄ­νι­σα μα­χό­με­νο Ἑλ­λη­νι­σμό, καί ὅ­ταν πλη­σί­α­ζαν τά δύ­σκο­λα, πι­ό πει­σμα­τι­κά πύ­κνω­νε τίς γραμ­μές, μή καί πε­ρά­σει ὁ ἐ­χθρός.

     Ἄς δοῦ­με τί γρά­φει στό ἡ­με­ρο­λό­γι­ό του ὁ Ἀρ­χι­ε­πί­σκο­πος Χρύ­σαν­θος:

ΣΥΝΘΗΚΟΛΟΓΗΣΗ

     29/4/1941: «Πλη­ρο­φο­ροῦ­μαι ὅ­τι ὁ στρα­τη­γός Τσο­λά­κο­γλου ἀ­φοῦ σύ­νη­ψε τήν ἐ­πο­νεί­δι­στον συμ­φω­νί­α μέ τούς Γερ­μα­νούς ἐ­πά­νω στό μέ­τω­πο, κα­τελ­θῶν εἰς Ἀ­θή­νας πρό­κει­ται ἐν­το­λή τῶν Γερ­μα­νῶν νά σχη­μα­τί­σει Κυ­βέρ­νη­σιν. Τοῦ­το μέ στε­να­χω­ρεῖ πο­λύ δι­ό­τι θά πε­ρι­πέ­σω­μεν εἰς δει­νά….. Προ­τι­μό­τε­ρον μό­νοι οἱ Γερ­μα­νοί νά ἔ­χουν τήν εὐ­θύ­νη τῆς δι­οι­κή­σε­ως ὁ­πό­τε θά εἶ­ναι προ­σε­κτι­κό­τε­ροι».

     Πράγ­μα­τι λοι­πόν, οἱ Γερ­μα­νοί, εὐ­θύς μό­λις μπῆ­καν στήν Ἀ­θή­να καί ἐ­νῶ ἀ­κό­μα ἡ Ἑλ­λά­δα πο­λε­μοῦ­σε στήν Κρή­τη, πραγ­μα­το­ποί­η­σαν συ­ναν­τή­σεις μέ πρό­θυ­μους πα­ρά­γον­τες γιά νά φα­νεῖ ἡ κα­το­χή μί­α ὁ­μα­λή συ­νέ­χει­α, ὅ­λα νά ξε­χα­στοῦν. Σά νά μή χύ­θη­κε πο­τέ αἷ­μα στά ὀ­χυ­ρά, μή­τε ἡ Ἑλ­λά­δα εἶ­πε ΟΧΙ, μί­α πα­ρέν­θε­ση πού πρέ­πει νά πά­ρου­με μί­α γό­μα καί νά τήν σβή­σου­με. Δέν ἔ­γι­νε τί­πο­τα, ὅ­λοι πρό­θυ­μοι, στρα­τι­ω­τι­κοί, κά­θε εἴ­δους πα­ρά­γον­τες, θά κά­νου­με μί­α μα­σκα­ρά­τα καί θά ξυ­πνή­σου­με μέ τόν μη­χα­νι­σμό ὅ­πως ἦ­ταν, μέ μί­α κυ­βέρ­νη­ση πού δι­έ­θε­τε Ἑλ­λη­νι­κά πι­στο­ποι­η­τι­κά γέν­νη­σης, καί ὅ­λα θά εἶ­ναι κα­λά, ἀγ­γε­λι­κά πλα­σμέ­να. Κά­ποιοι Ἰ­τα­λοί καί Γερ­μα­νοί θά πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σαν καί θά ἔ­λεγ­χαν τά πάν­τα, κά­ποιες μι­κρές ἀλ­λα­γές στά σύ­νο­ρα ὑ­πέρ τῶν Βουλ­γά­ρων κά τῶν Ἰ­τα­λῶν (πά­ει ἡ Θρά­κη, ἡ Μα­κε­δο­νί­α, τά Ἑ­πτά­νη­σα, ἡ Ἤ­πει­ρος καί οἱ Κυ­κλά­δες), καί πιά σύμ­μα­χοι εἴ­μα­στε βο­η­θῆ­στε καί ἐ­σεῖς τώ­ρα μέ τό αἷ­μα σας τήν ἐ­πι­βο­λή τῆς νέ­ας τά­ξης τοῦ Χί­τλερ….

     Καί οἱ νε­κροί στό Ἕλ­λη; Καί τά παι­διά μέ τά κομ­μέ­να πό­δια; Καί οἱ χῆ­ρες καί τά ὀρ­φα­νά της βομ­βαρ­δι­σμέ­νης Πά­τρας;

ΤΟ ΟΧΙ ΤΗΣ ΚΑΤΟΧΗΣ

     27/4/1941: Ὁ Ἀρ­χι­ε­πί­σκο­πος ἦρ­θε πρω­ί στήν Ἀρ­χι­ε­πι­σκο­πή. «Δέν θά λει­τουρ­γή­σω σή­με­ρα γιά νά εἶ­μαι ἕ­τοι­μος γιά ὅ,­τι προ­κύ­ψει», καί ἔ­στει­λε τόν Ἀρ­χι­δι­ά­κο­νο Νι­κό­δη­μο (με­τέ­πει­τα Μη­τρο­πο­λί­τη Πα­τρών) νά τε­λέ­σει τή Λει­τουρ­γί­α, λέ­γον­τάς του: «Πρό­σε­χε παι­δί μου, ἔ­χε τό νοῦ σου, μή καί σέ εἰ­δο­ποι­ή­σω». Κυ­ρι­α­κή τοῦ Θω­μά λοι­πόν κή­ρυ­ξε ἀπ’ ἄμ­βω­νος ὁ Ἀρ­χι­δι­ά­κο­νος καί κά­ποια στιγ­μή εἶ­δε μαν­τα­το­φό­ρο νά τοῦ κά­νει νό­η­μα: γρή­γο­ρα στόν Ἀρ­χι­ε­πί­σκο­πο. Τε­λεί­ω­σε τή Λει­τουρ­γί­α καί πῆ­γε στό γρα­φεῖ­ο του, τόν βρῆ­κε νά κλαί­ει βλέ­πον­τας τή ση­μαί­α τῶν Να­ζί νά κυ­μα­τί­ζει στόν Παρ­θε­νώ­να.

     Σύν­το­μα, κά­θε εἴ­δους μαν­τα­το­φό­ροι ἄρ­χι­σαν νά φτά­νουν στό γρα­φεῖ­ο τοῦ Χρύ­σαν­θου, μέ κά­θε εἴ­δους προ­τά­σεις, ἀ­πει­λές, ἐκ­βι­α­σμούς, γλυ­κό­λο­γα. Καί ὁ Χρύ­σαν­θος ἐ­κεῖ­νες τίς ἡ­μέ­ρες θυ­μή­θη­κε τόν Μη­τρο­πο­λί­τη Τρα­πε­ζούν­τας καί μέ Πον­τι­α­κό πεῖ­σμα εἶ­πε τέσ­σε­ρα βα­σι­κά ΟΧΙ.

ΠΡΩΤΟ ΟΧΙ:

Ἦρ­θε μί­α ἐ­πι­τρο­πή καί πρό­τει­νε γιά τό κα­λό τοῦ Ἑλ­λη­νι­κοῦ λα­οῦ καί γιά νά κα­λο­πι­ά­σου­με τόν κα­τα­κτη­τή, νά πᾶ­με μέ μπρο­στά­ρη τήν θρη­σκευ­τι­κή μας ἡ­γε­σί­α νά πα­ρα­δώ­σου­με τήν πό­λη τῶν Ἀ­θη­νῶν στούς Γερ­μα­νούς, καί ὁ Χρύ­σαν­θος ἀ­πάν­τη­σε:

«Οἱ Ἕλ­λη­νες Ἱ­ε­ράρ­χες δέν πα­ρα­δί­δουν πό­λεις στόν ἐ­χθρό, κα­θῆ­κον ἔ­χουν νά ἐρ­γα­στοῦν δι­ά τήν ἀ­πε­λευ­θέ­ρω­ση».

ΔΕΥΤΕΡΟ ΟΧΙ:

Ἦρ­θαν κά­ποιοι καί εἶ­παν, ἄς κά­νου­με κά­τι νά μᾶς πά­ρουν ἀ­πό κα­λό μά­τι οἱ κα­τα­κτη­τές, μή τούς πᾶ­με πιά κόν­τρα, τε­λεί­ω­σε ὁ πό­λε­μος. Καί τί νά κά­νου­με βρέ παι­διά; Δέν κά­νου­με μί­α δο­ξο­λο­γί­α στήν Μη­τρό­πο­λη! Καί ἀ­γρί­ε­ψε τό μά­τι τοῦ Μη­τρο­πο­λί­τη Τρα­πε­ζούν­τας:

«ΔΟΞΟΛΟΓΙΑ! Δο­ξο­λο­γί­α δέν ἔ­χει θέ­σιν ἐ­πί τή ὑ­πο­δου­λώ­σει τῆς Πα­τρί­δος μας, ἡ ὥ­ρα τῆς δο­ξο­λο­γί­ας θά εἶ­ναι ἄλ­λη».

ΤΡΙΤΟ ΟΧΙ:

Μι­ᾶς καί οἱ ρα­γιά­δες δέν μπο­ροῦ­σαν νά τόν πεί­σουν νά σκύ­ψει, εἶ­παν νά τόν θαμ­πώ­σουν, τοῦ ζή­τη­σαν νά πά­ει νά δεῖ τόν στρα­τη­γό Στοῦμ­με καί τό­τε «ὑ­πο­χώ­ρη­σε» ὁ Χρύ­σαν­θος εἶ­πε: «Θά τόν ἀ­να­μέ­νω». Ὁ στρα­τη­γός πῆ­ρε τά πό­δια του καί πῆ­γε στό Ἀρ­χι­ε­πι­σκο­πι­κό γρα­φεῖ­ο. Ἀ­πό τήν πρώ­τη στιγ­μή κα­τά­λα­βε ὁ Γερ­μα­νός στρα­τη­γός ὅ­τι δέν εἶ­χε νά κά­νει μέ προ­σκυ­νη­μέ­νο ἀν­θρω­πά­κι ἀλ­λά μέ ἡ­γέ­τη πού ὑ­πε­ρα­σπι­ζό­ταν Θερ­μο­πύ­λες καί τό ξε­κί­νη­σε μα­λα­κά, νά δεῖ πού θά τοῦ βγεῖ. «Ὄ­μορ­φη ἡ πα­τρί­δα σας», «Οἱ Γερ­μα­νοί λα­τρεύ­ουν τόν Ὅ­μη­ρο». Καί ὁ Ἀρ­χι­ε­πί­σκο­πος εὐ­γε­νι­κά, σε­μνά, ἐκ­προ­σω­πών­τας τούς Ἕλ­λη­νες:

«Ἐλ­πί­ζω νά σε­βα­στεῖ­τε τήν Χώ­ρα. Στρα­τη­γέ, μή θί­ξε­τε τήν φι­λο­τι­μί­α τοῦ Ἑλ­λη­νι­κοῦ λα­οῦ».

ΤΕΤΑΡΤΟ ΟΧΙ:

Τέ­λος, ὁ στρα­τη­γός Στοῦμ­με, τήν ἑ­πο­μέ­νη, τσούπ ξα­νά στό Ἀρ­χι­ε­πι­σκο­πι­κό γρα­φεῖ­ο καί τί τοῦ ζή­τη­σε λές; Νά ὁρ­κί­σει τήν κυ­βέρ­νη­ση Τσο­λά­κο­γλου!!! Τήν ἀ­πάν­τη­ση δέν χρει­ά­στη­κε νά τήν με­τα­φρά­σει δι­ερ­μη­νέ­ας, τήν εἶ­πε στά Γερ­μα­νι­κά ὁ πρώ­ην Τρα­πε­ζούν­τας καί νῦν Ἀρ­χι­ε­πί­σκο­πος Ἀ­θη­νῶν:

«Δέν μπο­ρῶ νά ὁρ­κί­σω Κυ­βέρ­νη­ση προ­βλη­θεῖ­σα ἀ­πό τόν ἐ­χθρό. Ἐ­μεῖς γνω­ρί­ζου­με ὅ­τι τίς Κυ­βερ­νή­σεις τίς ὁ­ρί­ζει ὁ λα­ός ἤ ὁ Βα­σι­λεύς. Ἐ­δῶ τώ­ρα οὔ­τε ὁ λα­ός ἐ­ψή­φι­σε τήν Κυ­βέρ­νη­ση, οὔ­τε ὁ Βα­σι­λεύς τήν ὅ­ρι­σε. Πῶς ζη­τᾶ­τε νά ὁρ­κί­σω Κυ­βέρ­νη­ση ὑ­πο­δει­χθεῖ­σα ὑ­πό τοῦ ἐ­χθροῦ; Δί­α νά εἶ­ναι ὄρ­γα­νό των;»

Ἀ­να­ψο­κοκ­κί­νη­σε ὁ στρα­τη­γός ἀ­πό τό χα­στού­κι πού δέ­χτη­κε, χαι­ρέ­τη­σε, ἔ­κα­νε με­τα­βο­λή καί βγαί­νον­τας ἀ­πό τήν πόρ­τα τῆς Ἀρ­χι­ε­πι­σκο­πῆς σί­γου­ρα κα­τά­λα­βε ὅ­τι ὁ πό­λε­μος δέν εἶ­χε τε­λει­ώ­σει.

Τώ­ρα ἦ­ταν ἡ σει­ρά τῶν σκου­λή­κων, οἱ ὁ­ποῖ­οι, γιά τό ‘κα­λό’ της Πα­τρί­δας καί τοῦ λα­οῦ καί τό δι­κό του, τόν ἐ­κλι­πα­ροῦ­σαν νά μήν ἀρ­νη­θεῖ τήν πρό­τα­ση πού τοῦ ἔ­κα­νε ὁ Στοῦμ­με. Ὁ Ἱ­ε­ράρ­χης ἀ­πάν­τη­σε:

«Ἐν γνώ­σει τῶν συ­νε­πει­ῶν πού μέ ἀ­να­μέ­νουν, δέν δέ­χο­μαι τήν προ­τει­νο­μέ­νη πρό­τα­ση. Ἐμ­μέ­νω εἰς τάς ἀρ­χάς μου».

Καί ὅ­ταν τόν πα­ρα­πί­ε­σαν:

«Ὁ πρω­θυ­πουρ­γός πού ὅρ­κι­σα βρί­σκε­ται καί ἀ­γω­νί­ζε­ται στήν Κρή­τη», εἶ­πε καί σί­γα­σε πιά κά­θε ἄλ­λη κου­βέν­τα.

Ἀπ’ ὅ,­τι κα­τα­λα­βαί­νεις αὐ­τή ἡ πρά­ξη τοῦ Ἀρ­χι­ε­πι­σκό­που Χρύ­σαν­θου ἦ­ταν ἡ πρώ­τη πρά­ξη ἐ­θνι­κῆς ἀν­τί­στα­σης στήν κα­τε­χό­με­νη Εὐ­ρώ­πη.

Ὁ Τσο­λά­κο­γλου πῶς ὁρ­κί­στη­κε;

     Στίς 29/4/1941, 11π.μ., ὁρ­κί­στη­κε ἡ πρώ­τη κα­το­χι­κή κυ­βέρ­νη­ση ἀ­πό τόν δι­ά­κο­νο τῆς ἐκ­κλη­σί­ας τοῦ Ἁ­γί­ου Γε­ωρ­γί­ου Κα­ρύ­τση …. Φυ­σι­κά, οὔ­τε ὁ Θεσ­σα­λός Τσο­λά­κο­γλου, οὔ­τε οἱ Γερ­μα­νοί λη­σμό­νη­σαν αὐ­τή τή συμ­πε­ρι­φο­ρά τοῦ Χρύ­σαν­θου. Στίς 2/6/1941 ἐ­παύ­θη μέ Συν­τα­κτι­κή Πρά­ξη τῆς ψευ­δο­κυ­βέρ­νη­σης Τσο­λά­κο­γλου, γιά νά το­πο­θε­τη­θεῖ κά­ποιο πι­ό βο­λι­κό ἄ­το­μο στή θέ­ση τοῦ Ἀρ­χι­ε­πι­σκό­που.

     Ὁ Χρύ­σαν­θος πέ­θα­νε τό 1949, πάμ­φτω­χος, χω­ρίς ἀ­κί­νη­τη πε­ρι­ου­σί­α καί μέ ἐ­λά­χι­στα κι­νη­τά ὑ­πάρ­χον­τα.