ON AIR — ERO — RadioFrequency
Enomeni RomiosiniEnomeni RomiosiniCENTER FOR UNITY AND STUDY -
PROMOTING OUR VALUES
IMPORTANT
Ο Άγιος Παΐσιος μας είχε προειδοποιήσει για την εγκληματικότητα των νέων!Μητροπολίτης Κισάμου και Σελίνου: «Ευθαρσώς δηλώνουμε την άρνηση αποδοχής ενός ηλεκτρονικού μέσου, το οποίο φαλκιδεύει την ελευθερία του προσώπου»Utopia: Το ζοφερό μας μέλλον! – Δείτε τη βραβευμένη μικρού μήκους ταινία του Ελληνοαυστραλού σκηνοθέτη Κώστα Νίκα με θέμα την κατάργηση των μετρητών και την ηλεκτρονική φυλακήH AI «μπορεί να μας σκοτώσει όλους έως το τέλος της δεκαετίας» – Οι προειδοποιήσεις ειδικών και τα σενάρια απώλειας ελέγχουΜετρητά, ζήτημα Προσωπικής Ελευθερίας – Ολοένα και περισσότερες χώρες ανακαλούν την κατάργησή τους!Κρατικό CREDIT SCORE : Μια δύσκολη οικονομική περίοδος δεν σε κάνει λιγότερο αξιόπιστο άνθρωπο15η ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΣΥΝΑΞΗ ΝΕΟΤΗΤΟΣ – 25/4/2026Ο Άγιος Παΐσιος μας είχε προειδοποιήσει για την εγκληματικότητα των νέων!Μητροπολίτης Κισάμου και Σελίνου: «Ευθαρσώς δηλώνουμε την άρνηση αποδοχής ενός ηλεκτρονικού μέσου, το οποίο φαλκιδεύει την ελευθερία του προσώπου»Utopia: Το ζοφερό μας μέλλον! – Δείτε τη βραβευμένη μικρού μήκους ταινία του Ελληνοαυστραλού σκηνοθέτη Κώστα Νίκα με θέμα την κατάργηση των μετρητών και την ηλεκτρονική φυλακήH AI «μπορεί να μας σκοτώσει όλους έως το τέλος της δεκαετίας» – Οι προειδοποιήσεις ειδικών και τα σενάρια απώλειας ελέγχουΜετρητά, ζήτημα Προσωπικής Ελευθερίας – Ολοένα και περισσότερες χώρες ανακαλούν την κατάργησή τους!Κρατικό CREDIT SCORE : Μια δύσκολη οικονομική περίοδος δεν σε κάνει λιγότερο αξιόπιστο άνθρωπο15η ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΣΥΝΑΞΗ ΝΕΟΤΗΤΟΣ – 25/4/2026

ΑΣΚΗΤΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ Α’ – ς΄. Παπα–Γιάννης ὁ ἐξορκιστής

2 May 2020 · 9 min read

Ασκητές μέσα στον κόσμο – Μέρος Α’

Όταν τό 1917 στήν Ρωσ­σί­α ἔ­γι­νε ἡ ἐ­πα­νά­στα­ση τῶν Μπολ­σε­βί­κων, συ­νέ­λα­βαν στήν Ὀ­δησ­σό 17 ἱ­ε­ρεῖς γι­ά νά τούς ἐ­κτε­λέ­σουν. Ἕ­νας ἀπ᾿ αὐ­τούς κρύ­φθη­κε στά δά­ση καί σώ­θη­κε˙ με­τά βρῆ­κε τά δυ­ό του παι­διά, ἕ­να ἀ­γό­ρι καί ἕ­να κο­ρί­τσι, τά ὁ­ποῖ­α εἶ­χαν κρύ­ψει οἱ γεί­το­νές του καί γλύ­τω­σαν ἀ­πό τούς κομ­μου­νι­στές. Τήν πρε­σβυ­τέ­ρα του ὅμως τήν συ­νέ­λα­βαν καί τήν ἐ­κτέ­λε­σαν.

Ὁ ἱ­ε­ρέ­ας αὐ­τός ὠ­νο­μα­ζό­ταν πα­πα–Γιά­ννης καί ἦ­ταν Ἕλ­λη­νας. Πῆ­ρε λοι­πόν τά δυό του παι­διά καί πε­ρι­πλα­νώ­με­νος ἀ­πό τό­που εἰς τό­πον, πε­ζο­πο­ρώντας τό πε­ρισ­σό­τε­ρο δι­ά­στη­μα ἦρ­θε μέ­σῳ Ρου­μα­νί­ας καί Βουλ­γα­ρί­ας στήν Ἑλ­λά­δα, τήν πα­τρί­δα του. Ἔ­κα­νε ἐ­φη­μέ­ριος στήν Μα­κε­δο­νί­α καί στήν Θρά­κη. Ἔ­πει­τα ἦρ­θε στό χω­ριό Σκου­τε­ρά Ἀ­γρι­νί­ου, δι­ό­τι ἦ­ταν κε­νή ἡ θέ­ση τοῦ ἐ­φη­με­ρί­ου.

Ὁ παπα–Γιά­ννης ἦ­ταν ρα­κέν­δυ­τος. Φο­ροῦ­σε ἕ­να τριμ­μέ­νο ρά­σο μέ ἕ­να ξυ­λά­κι ἀ­πό ρεί­κι γι­ά κουμπί καί στό λαι­μό του εἶ­χε κρε­μα­σμέ­νο μέ μαῦ­ρο κορ­δό­νι ἕ­ναν ξύ­λι­νο Σταυ­ρό. Ἔ­μοια­ζε μέ τόν ἅ­γιο Κο­σμᾶ τόν Αἰ­τω­λό. Ἀ­πό τή νη­στεί­α καί τίς τα­λαι­πω­ρί­ες εἶ­χε ὄ­ψη ἐ­ξα­ϋ­λω­μέ­νη, ἦ­ταν «πε­τσί καί κόκ­κα­λο».

Τό χω­ριό Σκου­τε­ρά τόν κα­λο­δέ­χτη­κε καί τόν βο­ή­θη­σε στίς ἀ­νάγ­κες του. Ἔ­με­νε σ᾿ ἕ­να δω­μά­τιο μα­ζί μέ τά δυ­ό του παι­διά, τό κο­ρί­τσι δέ­κα ἐ­τῶν καί τό ἀγόρι ὀ­κτώ ἐ­τῶν. Ἄρ­χι­σε λοι­πόν ὁ παπα–Γιάννης νά λει­τουρ­γῆ τα­κτι­κά, νά κη­ρύτ­τη τόν λό­γο τοῦ Θε­οῦ, νά ἐ­ξο­μο­λο­γῆ καί νά κοι­νω­νά­η τούς ἀν­θρώ­πους. Ἔ­τρε­χε νά βο­η­θᾶ πνευ­μα­τι­κά ὅ­που τόν κα­λοῦ­σαν, νά δι­α­βά­ζη εὐ­χές σέ ἀρ­ρώ­στους καί σέ ἄρ­ρω­στα κτή­νη πού ἀ­μέ­σως θε­ρα­πεύ­ο­νταν.

Μί­α νέ­α ἀ­πό τήν Σκου­τε­ρά εἶ­χε παντρευ­τῆ στήν Στα­μνά. Ὅ­ταν ἐ­πι­σκέ­φθη­κε τό χω­ριό της ἄ­κου­σε νά μι­λοῦν μέ θαυ­μα­σμό γι­ά τόν παπα–Γιά­ννη. Τῆς εἶ­παν: «Μᾶς ἔ­στει­λαν ἕ­ναν πα­πᾶ, λές καί εἶ­ναι ὁ ἴ­διος ὁ Χρι­στός, τό­σο κα­λός εἶ­ναι».

Ἡ νέ­α εἶ­πε ὅ­τι στήν Στα­μνά ὑ­πάρ­χει μί­α γυ­ναῖ­κα δαι­μο­νι­σμέ­νη ἐ­πί δε­κα­ο­κτώ χρό­νια. Οἱ συγ­γε­νεῖς της τήν γύ­ρι­σαν σέ για­τρούς καί σέ πολ­λά Μο­να­στή­ρια˙ τρέ­ξα­νε σ᾿ ὅ­λη τήν Ἑλ­λά­δα ἀλ­λά αὐ­τή δέν θε­ρα­πεύ­τη­κε. Ζή­τη­σε καί εἶ­δε ἡ ἴ­δια τόν πα­πα–Γιάν­νη καί τόν πα­ρα­κά­λε­σε νά θε­ρα­πεύ­ση τήν πά­σχου­σα. Αὐτός ζή­τη­σε νά δῆ πρῶ­τα τήν  δαι­μο­νι­σμέ­νη. Ἔκα­νε προ­σευ­χή καί ἀπε­φά­σι­σε νά τήν ἀνα­λά­βη.

Τήν Κυ­ρια­κή στό τέ­λος τῆς θεί­ας Λει­τουρ­γί­ας ὁ παπα–Γιά­ννης ἀνα­κοί­νω­σε τά ἑξῆς στό ἐκ­κλη­σί­α­σμα: «Χρι­στια­νοί, θά κά­νου­με ἕ­ναν ἀ­γῶ­να γι­ά νά θε­ρα­πευ­θῆ ἡ γυ­ναῖ­κα πού τήν βα­σα­νί­ζει ὁ σα­τα­νᾶς ἐ­πί 18 χρό­νια. Θά νη­στέ­ψου­με 40 μέ­ρες, θά κά­νου­με κά­θε μέ­ρα Λει­τουρ­γί­α. Θά ἐ­ξο­μο­λο­γη­θοῦ­με, θά κοι­νω­νή­σου­με, θά φέρ­νου­με τήν γυ­ναῖ­κα κά­θε βρά­δυ στήν Ἐκ­κλη­σία καί θά κά­νου­με Πα­ρά­κλη­ση. Στήν Λει­τουρ­γί­α δέν θά τήν φέρ­νου­με ἐ­δῶ, δι­ό­τι ὁ σα­τα­νᾶς θά δη­μι­ουρ­γή­σει φα­σα­ρί­α. Θά εἰ­δο­ποι­ή­σου­με καί τά γύ­ρω χω­ριά ὅ­ποι­ος θέ­λει νά ἔρ­θη».

Τήν Κυ­ρια­κή τό βρά­δυ ἔ­φε­ραν τήν γυ­ναῖ­κα στήν Ἐκ­κλη­σί­α τοῦ ἁ­γί­ου Νι­κο­λά­ου. Μα­ζεύ­τη­κε πο­λύς κό­σμος. Στήν Ἐκ­κλη­σί­α δέν ἤ­θε­λε νά μπῆ μέ κα­νέ­να τρό­πο. Τό δαι­μό­νιο μούγ­κρι­ζε, ἔ­βρι­ζε τούς πά­ντες, ἀ­πει­λοῦ­σε ὅ­τι θά κά­ψει τήν Ἐκ­κλη­σί­α, καί ἔ­βγα­ζε ἀ­φρούς ἀ­πό τό στό­μα της. Τήν ἔ­πια­σαν με­ρι­κοί δυ­να­τοί ἄντρες καί τήν ἔ­φε­ραν κά­τω ἀ­πό τόν πο­λυ­έ­λαι­ο. Ὁ πα­πα–Γιά­ννης κρα­τώντας τόν Σταυ­ρό δι­ά­βα­ζε ἀ­πό τό Εὐ­χο­λό­γιο τούς ἐ­ξορ­κι­σμούς καί τήν σταύ­ρω­νε. Κρα­τοῦ­σε τόν Σταυ­ρό πά­νω στό κε­φά­λι της καί ἐ­κεί­νη φώ­να­ζε: «Πά­ρε αὐ­τό τό σφυ­ρί ἀ­πό τό κε­φά­λι μου, μέ πλη­γώ­νεις˙ δέν ὑπο­φέ­ρω αὐ­τό τό σφυ­ρί». Τό πλῆ­θος τῶν χρι­στια­νῶν ἔ­κα­ναν με­τά­νοι­ες καί ἔ­λε­γαν τό «Κύ­ρι­ε ἐ­λέ­η­σον».

Ὁ παπα–Γιά­ννης ἔ­λε­γε στόν κό­σμο: «Χρι­στια­νοί, κά­νε­τε ὑ­πο­μο­νή, θά τόν ἐ­ξοντώ­σου­με τόν σα­τα­νᾶ».

Εἶ­χε πεῖ καί στόν Δά­σκα­λο ὁ πα­πᾶς νά φέρ­νη ὅ­λα τά παι­διά τοῦ Σχο­λεί­ου, πού ἔ­λε­γαν κι αὐ­τά τό «Κύ­ρι­ε ἐ­λέ­η­σον» καί ἔ­κα­ναν με­τά­νοι­ες. Αὐ­τό γι­νό­ταν κά­θε μέ­ρα. Ὁ διά­βο­λος μέ τό στό­μα τῆς δαι­μο­νι­σμέ­νης ἔ­λε­γε στά παι­διά τοῦ Σχο­λεί­ου: «Πη­γαί­νε­τε ἔ­ξω παι­δά­κια, σᾶς κο­ρο­ϊ­δεύ­ει αὐ­τός ὁ πα­λι­ο­πα­πᾶς πού βρω­μᾶ­νε τά χνότα του ἀ­πό τή νη­στεί­α. Μί­α ὡ­ραί­α νύ­φη περ­νᾶ, πη­γαί­νε­τε ἔ­ξω, πε­ρι­μέ­νει ἡ μα­μά σας μέ μί­α φέ­τα κα­θά­ριο ψω­μί μέ ζά­χα­ρη πά­νω στό ψω­μί». Δη­λα­δή ἔ­λε­γε ὅ,­τι ζή­λευ­αν καί ἐπιθυμοῦσαν νά ἔχουν τά παι­διά τό­τε, μέ σκο­πό νά τά βγά­λη ἔ­ξω.

Ἔρ­χονταν καί ἀ­πό τά γύ­ρω χω­ριά κό­σμος. Μία μέ­ρα μπῆ­κε μέ­σα κά­ποι­ος καί τοῦ λέ­γει ὁ διά­βο­λος μέ τό στό­μα τῆς δαι­μο­νι­σμέ­νης: «Ὤ, κα­λῶς τόν φί­λο μου τόν τά­δε, ἐ­σύ εἶ­σαι πού τήν τά­δε μέ­ρα ἔ­κα­νες αὐ­τό καί αὐ­τό, ἦρ­θες καί σύ νά προ­σευ­χη­θῆς γι­ά νά μέ βα­σα­νί­σης;». Ὄντως ἦταν ἀλή­θεια αὐ­τά καί ὁ ἄν­θρω­πος αὐ­τός ἔ­φυ­γε κα­ταντρο­πια­σμέ­νος, δέν ἄ­να­ψε οὔ­τε κε­ρί. Τό πα­ρά­δο­ξο εἶ­ναι ὅ­τι ἡ δαι­μο­νι­σμέ­νη ἔ­βλε­πε πρός τό Ἱ­ε­ρό, δέν γύ­ρι­σε νά δῆ πί­σω της, πού ἦ­ταν πο­λύς κό­σμος, ἀλ­λά τόν εἶ­δε μέ ἄλ­λο τρό­πο καί τοῦ ἀ­πο­κά­λυ­ψε τίς ἀνε­ξο­μο­λό­γη­τες ἁ­μαρ­τί­ες του.

Κάποιο βρά­δυ, ἐ­νῶ εἶ­χε μα­ζευ­τῆ πο­λύς κό­σμος καί ὁ παπα–Γιά­ννης δι­ά­βα­ζε τήν δαι­μο­νι­σμέ­νη, εἶ­πε κά­ποι­ος στόν δι­πλα­νό του: «Κά­νε κα­λά τόν σταυ­ρό σου. Σταυ­ρός εἶ­ναι αὐ­τός πού κά­νεις, λές καί παί­ζεις μαντο­λί­νο». Ἀ­κού­στη­κε τό­τε ἡ φω­νή τῆς δαι­μο­νι­σμέ­νης νά λέ­η: «Ἄ­φη­σε τόν ἄν­θρω­πο, κα­λά κά­νει τόν σταυ­ρό του».

Ἡ δαι­μο­νι­σμέ­νη φώ­να­ζε κά­πο­τε: «Στεῖλ­τε νά φέ­ρε­τε τόν φί­λο μου τόν τά­δε πα­πᾶ». Ἦ­ταν ἕ­νας πα­πᾶς σέ κά­ποι­ο χω­ριό πού ἡ ζω­ή του δέν ἦ­ταν κα­λή. Αὐ­τός ὁ πα­πᾶς δέν τόλ­μη­σε νά ἔρ­θη στήν Ἐκ­κλη­σί­α.

Ὁ ἀ­γώ­νας τοῦ πα­πα–Γιά­ννη συ­νε­χί­σθη­κε γι­ά νά βγά­λη τό δαι­μό­νιο ἀ­πό τήν γυ­ναῖ­κα. Σ᾿ αὐ­τό τό δι­ά­στη­μα πλη­ρο­φο­ρή­θη­κε ἀ­πό τό ἴ­διο τό δαι­μό­νιο πού ἦ­ταν μέ­σα στήν γυ­ναῖ­κα, ὅ­τι εἶ­ναι ὁ Ἑ­ω­σφό­ρος, ὁ ἀρ­χη­γός τῶν δαι­μό­νων. Μπῆ­κε μέ­σα της κα­τά τήν ὥ­ρα πού τη­γά­νι­ζε ψά­ρια, ἐπει­δή ὁ ἀ­δελ­φός της ἀ­γα­να­κτι­σμέ­νος ἀ­πό κά­ποι­α ἀ­φορ­μή τῆς εἶ­πε νά μπῆ ὁ δι­ά­βο­λος μέ­σα της. Ἀ­πό ἐ­κεί­νη τήν στιγ­μή δαι­μο­νί­στη­κε ἡ γυ­ναῖ­κα.

Ὁ ἀ­γώ­νας τώ­ρα γι­ά τόν πα­πα–Γιά­ννη ἦ­ταν σκλη­ρός. Ὁ δι­ά­βο­λος τόν ἔ­βρι­ζε, τόν ἀ­πει­λοῦ­σε λέ­γοντας ὅ­τι θά γκρε­μί­σει τήν Ἐκ­κλη­σί­α, θά κά­ψει τό χω­ριό, «θά βγῶ ἀπ᾿ αὐ­τήν τήν σκύ­λα», ἔ­λε­γε, «καί θά μπῶ στήν κό­ρη καί στόν γυι­ό σου». Ὁ πα­πα–Γιά­ννης τοῦ ἀ­παντοῦ­σε: «Δέν ἔ­χεις δι­καί­ω­μα νά μπῆς που­θε­νά, μό­νο στήν ἄ­βυσ­σο ἔ­χεις δι­καί­ω­μα νά πᾶς».

Με­τά ἀ­πό ἕ­να μῆ­να, ἕ­να βρά­δυ ἀ­φοῦ τε­λεί­ω­σε ἡ Πα­ρά­κλη­ση καί ἔ­φυ­γε ὁ κό­σμος μα­ζί καί ἡ δαι­μο­νι­σμέ­νη, ὁ πα­πα–Γιά­ννης ἔ­κλει­σε τήν πόρ­τα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, γο­νά­τι­σε μπρο­στά στήν εἰ­κό­να τοῦ Χρι­στοῦ καί ἄρ­χι­σε νά προ­σεύ­χε­ται μέ δά­κρυ­α γι­ά νά ἐ­λευ­θε­ρω­θῆ ἡ βα­σα­νι­σμέ­νη ψυ­χή ἀ­πό τό δαι­μό­νιο. Ἀ­πό τίς ὀ­κτώ τό βρά­δυ μέ­χρι τίς τρεῖς τό πρω­ΐ προ­σευ­χό­ταν συ­νε­χῶς. Ἀ­νη­σύ­χη­σαν οἱ χω­ρια­νοί γιά τόν πα­πα–Γιά­ννη πού δέν ἐ­πέ­στρε­ψε σπί­τι του, κοντά στά παι­διά του πού τόν πε­ρί­με­ναν. Πῆ­γαν μα­ζί μέ τά παι­διά του καί τόν βρῆ­καν γο­να­τι­στό νά προ­σεύ­χε­ται. Ἡ κό­ρη του πού ἤ­ξε­ρε ἀ­πό ἄλ­λες φο­ρές, εἶ­πε: «Ἀ­φῆ­στε τον νά προ­σευ­χη­θῆ». Ὅ­ταν συ­νῆλ­θε ὁ πα­πα–Γιάν­νης ἀ­πό τήν προ­σευ­χή πού εἶ­χε ἀ­πορ­ρο­φη­θῆ, πῆ­γε στό σπί­τι του νά κοι­μη­θῆ. Στόν ὕ­πνο του ἄ­κου­σε φω­νή πού τοῦ εἶ­πε: «Πα­πα–Γιάν­νη, ἡ γυ­ναῖ­κα με­τά τίς τριά­ντα ἐν­νιά μέ­ρες, ἀ­φοῦ πε­ρά­σει ἡ 12η ὥ­ρα, τά με­σά­νυ­χτα, θά ἐ­λευ­θε­ρω­θεῑ ἀπό τόν σα­τα­νᾶ».

Τήν τε­λευ­ταί­α ἡ­μέ­ρα εἶ­πε ὁ σα­τα­νᾶς στόν πα­πα–Γιά­ννη: «Πα­πα–Γιά­ννη μέ ἐ­ξώντω­σες». Καί πράγ­μα­τι τήν 40ή ἡ­μέ­ρα βγῆ­κε ἀ­πό τήν γυ­ναῖ­κα ἡ ὁ­ποία ἐ­λευ­θε­ρώ­θη­κε ἀ­πό τό μαρ­τύ­ριο καί ἔ­ζη­σε ἔ­κτο­τε ὑ­γι­ής πολ­λά χρό­νια.

Ὁ πα­πα–Γιά­ννης στό δω­μά­τιο πού κοι­μό­ταν μέ τά παι­διά του, δέν εἶ­χε σχε­δόν τί­πο­τε ἐ­κτός ἀ­πό δυό «τσό­λια» (σκε­πά­σμα­τα, κου­βέρ­τες), τά ὁ­ποῖ­α εἶ­χαν δώ­σει οἱ γυ­ναῖ­κες τοῦ χω­ριοῦ. Στό ἕ­να κοι­μόνταν τά παι­διά του καί στό ἄλ­λο αὐ­τός. Ἔ­στρω­νε τό μι­σό κά­τω στό πά­τω­μα καί μέ τό ἄλ­λο μι­σό σκε­πα­ζό­ταν. Εἶ­χε με­γά­λη πί­στη στόν παντο­δύ­να­μο Κύ­ριο. Αἰ­σθα­νό­ταν ὅ­τι ἡ προ­σευ­χή του εἰ­σα­κού­ε­ται ἀ­πό τόν Θε­ό καί γι᾿ αὐ­τό γί­νονται θαύ­μα­τα. Ἔ­λε­γε: «Ὅ­ταν ζη­τή­σω ἀ­πό τόν Θε­ό νά ἰ­σο­πε­δώ­ση τό βου­νό δι­ά τῆς προ­σευ­χῆς, τῆς νη­στεί­ας καί τῆς ἐ­λε­η­μο­σύ­νης, θά ἰ­σο­πε­δω­θῆ. Ὁ ἄν­θρω­πος, ὅ­ταν τη­ρή­ση αὐ­τά τά τρί­α εἶ­ναι ἀ­πό τώ­ρα στόν πα­ρά­δει­σο».

Εἶ­χε πο­λύ με­γά­λη φτώ­χεια ὁ παπα–Γιά­ννης για­τί ὅσα τοῦ ἔ­δι­ναν τά μοί­ρα­ζε ἐ­λε­η­μο­σύ­νη. Κά­ποι­ος τό πρῶ­το Πά­σχα πού ἔ­κα­νε στό χω­ριό, τοῦ χά­ρι­σε μί­α γί­δα μέ τό μι­κρό της κα­τσι­κά­κι. Τό κα­τσι­κά­κι νά τό σφά­ξη γι­ά νά γι­ορ­τά­ση τό Πά­σχα, καί τήν γί­δα νά τήν ἔ­χη νά πί­νουν λί­γο γά­λα, ὅ­ταν δέν ἔ­χη νη­στεία. Ὁ παπα–Γιά­ννης δέν κρά­τη­σε τήν γί­δα καί τό κα­τσί­κι. Τά πού­λη­σε καί μέ τά χρή­μα­τα ἀ­γό­ρα­σε ροῦ­χα γι­ά τά ὀρ­φα­νά τοῦ χω­ριοῦ, νά χα­ροῦν κι αὐ­τά τήν ἡ­μέ­ρα τῆς Ἀ­να­στά­σε­ως.

Ἦ­ταν ἐ­πί­σης με­γά­λος νη­στευ­τής. Τήν Σα­ρα­κο­στή νή­στευ­ε ἑ­ξήντα μέ­ρες ἀ­πό λά­δι, γι᾿ αὐ­τό στό χω­ριό τήν Σα­ρα­κο­στή τήν ἔ­λε­γαν Ἑ­ξηντά­ρα.

Ὁ παπα–Γιά­ννης ἕ­να βρά­δυ εἶδε στόν ὕ­πνο του ἕ­να σπί­τι σέ μί­α ἄ­γνω­στη το­πο­θε­σί­α καί τόν νοι­κο­κύ­ρη τοῦ σπι­τιοῦ νά τρώ­γη ἕ­να ψό­φιο σκυ­λί.

Ρώ­τη­σε ποῦ βρί­σκε­ται αὐ­τό τό σπί­τι μέ τά συν­κε­κρι­μέ­να χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά καί τόν κα­τα­τό­πι­σαν. Πῆ­γε ὁ πα­πα–Γιά­ννης μέ συ­νο­δεί­α, βρῆ­κε τό σπί­τι, χτύ­πη­σε τήν πόρ­τα καί τοῦ ἄ­νοι­ξε ἡ γυ­ναῖ­κα. Μα­ζί της ἦ­ταν καί τό παι­δί της. Ὁ ἄν­δρας της ἔ­λει­πε στά κτή­μα­τα. Πάντως ὅ­ταν τόν εἰ­δο­ποί­η­σαν ἦρ­θε τρέ­χοντας, πλύ­θη­κε, τοῦ ἔ­βα­λε ἐ­δα­φια­ία με­τά­νοι­α καί τοῦ φί­λη­σε τό χέ­ρι. Εἶ­χε ἀ­κού­σει γι­ά τήν ἁ­γι­ό­τη­τα τοῦ πα­πα–Γιά­ννη καί τήν θε­ρα­πεί­α τῆς δαι­μο­νι­σμέ­νης, ἀλ­λά δέν τολ­μοῦ­σε νά τόν συ­ναντή­ση, δι­ό­τι ἡ συ­νεί­δη­σή του ἦ­ταν βε­βα­ρη­μέ­νη. Στήν ἐκ­κλη­σί­α δέν πή­γαι­νε, κρε­ο­φα­γοῦ­σε στίς νη­στεῖ­ες, βλα­σφη­μοῦ­σε καί μέ τήν γυ­ναῖ­κα του ζοῦ­σε πα­ρά­νο­μα για­τί ἦ­ταν ἀ­στε­φά­νω­τοι. Εἶ­χε ὅ­μως κα­λή δι­ά­θε­ση. Ζή­τη­σε καί ἐ­ξω­μο­λο­γή­θη­κε ἀ­μέ­σως. Με­τά στε­φα­νώ­θη­κε ἀ­πό τόν πα­πα–Γιά­ννη καί ἔ­ζη­σε ὡς κα­λός χρι­στια­νός.

Ὁ πα­πα–Γιά­ννης, ὁ χα­ρι­τω­μέ­νος λει­τουρ­γός τοῦ Ὑ­ψί­στου μέ τήν ἀ­σκη­τι­κή του ζω­ή, τήν ἀ­κτη­μο­σύ­νη του καί τήν ἀ­δι­ά­λει­πτη προ­σευ­χή, εἶ­χε γί­νει γνω­στός σ᾽ ὅ­λη τήν γύ­ρω πε­ρι­ο­χή. Ἔρ­χονταν οἱ ἄν­θρω­ποι νά τόν συμ­βου­λευ­τοῦν καί νά τούς δι­α­βά­ση εὐ­χή νά γί­νουν κα­λά. Τόν θε­ω­ροῦ­σαν με­γά­λο Προ­φή­τη καί θαυ­μα­τουρ­γό. Ἔρ­χονταν ἐ­πί­σης ἄ­γνω­στοι ἄν­θρω­ποι ἀ­πό δι­ά­φο­ρα μέ­ρη καί αὐ­τός ἔ­λε­γε: «Ἐ­σύ εἶ­σαι ὁ τά­δε καί ἦρ­θες ἐ­δῶ γι᾿ αὐ­τόν καί γι᾿ αὐ­τόν τόν λό­γο».

Δι­η­γεῖ­ται κά­ποι­ος ἀ­πό τήν Σκου­τε­ρά πού στό πα­τρι­κό του σπί­τι ἔ­με­νε ὁ πα­πα–Γιά­ννης, ὅ­τι εἶ­χε πεῖ κά­πο­τε: «Μιά ἡ­μέ­ρα θά ἀ­πο­κα­λυ­φθῆ τό λεί­ψα­νο ἑνός Ἁ­γί­ου στό μο­να­στή­ρι τῆς Πα­να­γί­ας τῆς Λυ­κου­ρι­σι­ώ­τισ­σας καί ὕ­στε­ρα τό Μο­να­στή­ρι θά πά­ρη με­γά­λη φή­μη».

Ἀλ­λά τό χω­ριό του πού τόν λά­τρευ­ε δέν τόν χά­ρη­κε πο­λύ, για­τί τόν πῆ­ραν γι­ά ἐ­φη­μέ­ριο στό χω­ριό Και­νούρ­γιο. Με­τά τόν ζή­τη­σαν καί τόν πῆ­ραν στήν Πε­λο­πόν­νη­σο. Ἔκ­το­τε ἀγνο­οῦ­νται τά ἴχνη του καί τώρα σί­γου­ρα θά ἔχει κοι­μη­θῆ.

Αἰ­ω­νί­α του ἡ μνή­μη. Τήν εὐ­χή του νά ἔ­χου­με. Ἀμήν.

 

Διαβάστε ΕΔΩ τα προηγούμενα σχετικά άρθρα

 

ΤΟ ΤΑΜΑ ΤΟΥ ΕΘΝΟΥΣ. Ο ΝΑΟΣ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΟΣ.

Ἡ Δ΄ Ἐθνικὴ τῶν Ἑλλήνων Συνέλευσις.

Νομίζει ἑαυτὴν εὐτυχῆ γενομένη ὄργανον, δι᾿ οὗ τὸ Ἔθνος ἐκπληροῖ τὸ πλέον ἐφετὸν τῶν χρεῶν του, δη­λα­δὴ τὸ νὰ ἀναπέμψῃ τὴν εὐγνωμοσύνην του πρὸς τὸν Θε­όν, Ὅστις ἔδειξε τοσαῦτα θαύματα διὰ νὰ τὸ σώσῃ.

 Κατὰ συνέπειαν, ἡ Δ΄  Ἐθνικὴ τῶν Ἑλλήνων Συνέλευσις ψηφίζει:

Α΄. Ὅταν ἡ τοπικὴ περιφέρεια τῆς Ἑλλάδος καὶ ἡ καθέ­δρα τῆς Κυβερνήσεώς της κατασταθῶσιν ὁρι­στι­κῶς, οἱ δὲ οἰκονομικοὶ πόροι τοῦ κράτους τὸ ἐπιτρέ­ψω­σιν, ἡ Κυβέρνησις θέλει διατάξει νὰ ἐγερθῇ εἰς τὴν κα­θέ­δραν εἷς Ναὸς ἐπ᾿ ὀνόματι τοῦ Σωτῆρος.

 

(ΑΡΧΕΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΠΑΛΙΓΓΕΝΕΣΙΑΣ, τόμος 4ος. Δ΄ ἐν Ἄργει Ἐθνικὴ Συνέλευσις 1828-1829,

-Δεύτερος τῶν Ἐθνοσυνελεύσεων, σελ. 116)

Ὅταν οἱ ὑπεύ­θυ­νοι ἐνθυ­μη­θοῦν νά πραγ­μα­το­ποι­ή­σουν τό λη­σμο­νη­μένο καί ἀνεκ­πλή­­ρω­το τάμα τοῦ Ἔθ­νους καί ἀρχίση ἡ ἀνοικο­δό­μη­ση τοῦ Ναοῦ, τά ἔσοδα ἀπό τήν διάθεση τοῦ παρόντος βι­­βλί­­ου θά διατεθοῦν γιά ἕνα λιθαράκι στό Ναό τοῦ Σω­τῆ­ρος μας Χριστοῦ.

Related reading