Αποφθέγματα από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

Ο γερω–Ἀρτέμιος ἀπό τό Διονυσιάτικο Κελλί τοῦ Ἁγίου Νικολάου τοῦ Ψαρᾶ, πλησίον τῶν Καρυῶν, κατήγετο ἀπό τήν Ἤπειρο καί ἦρθε σέ ἡλικία πέντε ἐτῶν στό Ἅγιον Ὄρος. Ὁ πατέρας του χήρεψε μέ τέσσερα παιδιά μικρά, δύο ἀγόρια καί δύο κορίτσια. Τά ἀγόρια τά ἔφερε στό Ἅγιον Ὄρος καί τά κορίτσια τά ἔβαλε σέ γυναικεῖο Μοναστήρι στήν Κέρκυρα. Ἔγινε καί αὐτός μοναχός σέ Μοναστήρι τῆς Κέρκυρας καί ἀργότερα χειροτονήθηκε ἱερομόναχος. Ἤθελε νά ᾿ρθῆ στό Ἅγιον Ὄρος, ἀλλά ἔμεινε στό Μοναστήρι του, γιά νά δῆ μήπως τά κορίτσια του ὅταν μεγαλώσουν δέν θελήσουν νά γίνουν μοναχές, γιά νά τίς παντρέψη. Ἔγιναν καί οἱ δύο μοναχές ὅταν ἐνηλικιώθηκαν καί μάλιστα ἡ μία ἔγινε Ἡγουμένη. Ὁ πατέρας τους, ἱερομόναχος Ἰωαννίκιος, εἶχε φήμη Ἁγίου καί μετά τήν κοίμησή του συνέχισε νά θαυματουργῆ.
Ὁ γερω–Ἀρτέμιος ἦταν πολύ ἐνάρετος. Εἶχε ξενητεία τελεία. Ἄν καί τόν παρακαλοῦσε ἡ ἀδελφή του ἡ Ἡγουμένη νά βγῆ στήν Οὐρανούπολη νά τόν δῆ, ποτέ δέν βγῆκε ἀπό τό Ὄρος.
Τίς νύχτες δέν κοιμόταν ξαπλωτός στό κρεββάτι, ἀλλά καθισμένος καί ἀκουμπισμένος σέ μαξιλάρια μέ τό κομποσχοίνι στό χέρι προσευχόταν καί τόν ἔπαιρνε λίγο ὁ ὕπνος. Στίς 12 τά μεσάνυχτα ξυπνοῦσε τούς πατέρες. Ὅσο κουρασμένοι νά ἦταν, αὐτός ἐπέμενε νά σηκωθοῦν. Ἦταν ἀνένδοτος στήν ἀγρυπνία. Εἶχαν δύο κελλιά καί ἦταν πέντε μοναχοί στήν συνοδία τους. Αὐτός ἦταν ὁ Γέροντας. Οἱ δύο ἡλικιωμένοι ἐκοιμῶντο στά κελλιά στό πάτωμα καί οἱ ἄλλοι τρεῖς πατέρες δέν εἶχαν κελλί καί ἐκοιμῶντο στά στασίδια τῆς Ἐκκλησίας. Μόνο ἄν ἀρρώσταινε κάποιος, ὁ ἕνας ἀπό τούς γέροντες τοῦ παραχωροῦσε προσωρινά τό κελλί του μέχρι νά ἀναρρώση.
Δέν ἤξερε πῶς εἶναι τά αὐτοκίνητα. Εἶχε ἀρχίσει τότε νά γίνεται ὁ δρόμος Δάφνης–Καρυῶν καί μερικοί τοῦ ἔλεγαν ὅτι, ὅταν ἔρθη αὐτοκίνητο στίς Καρυές νά πάη νά τό δῆ. Ἀπάντησε ὁ γερω–Ἀρτέμιος: «Δέν θά προλάβω. Μόλις ὁ δρόμος φθάσει στόν Σταυρό (στήν κορυφογραμμή) θά φύγω». Καί πράγματι, ὅταν ἡ μπουλντόζα ἔφθασε στόν Σταυρό, ὁ γερω–Ἀρτέμιος ἐκοιμήθη εἰρηνικά τόν ὕπνο τῶν Δικαίων. Προηγουμένως κάλεσε τούς πατέρες, τούς ἔδωσε τήν εὐχή του καί τούς συμβούλεψε νά κρατοῦν τήν πόρτα τῆς Ἐκκλησίας καί τοῦ Κελλιοῦ ἀνοιχτή. Δηλαδή νά μήν ἀφήνουν τήν ἀκολουθία καί νά εἶναι φιλόξενοι. Σέ ὅλη του τήν ζωή δέν λούστηκε ποτέ καί δέν ἔβαλε νερό στό σῶμα του. Καί ὅμως ἦταν πεντακάθαρος καί τά μαλλιά του σάν καθαρό μετάξι!
Διαβάστε ΕΔΩ τα προηγούμενα σχετικά άρθρα




