ON AIR — ERO — RadioFrequency
Enomeni RomiosiniEnomeni RomiosiniCENTER FOR UNITY AND STUDY -
PROMOTING OUR VALUES
IMPORTANT
Ο Άγιος Παΐσιος μας είχε προειδοποιήσει για την εγκληματικότητα των νέων!Μητροπολίτης Κισάμου και Σελίνου: «Ευθαρσώς δηλώνουμε την άρνηση αποδοχής ενός ηλεκτρονικού μέσου, το οποίο φαλκιδεύει την ελευθερία του προσώπου»Utopia: Το ζοφερό μας μέλλον! – Δείτε τη βραβευμένη μικρού μήκους ταινία του Ελληνοαυστραλού σκηνοθέτη Κώστα Νίκα με θέμα την κατάργηση των μετρητών και την ηλεκτρονική φυλακήH AI «μπορεί να μας σκοτώσει όλους έως το τέλος της δεκαετίας» – Οι προειδοποιήσεις ειδικών και τα σενάρια απώλειας ελέγχουΜετρητά, ζήτημα Προσωπικής Ελευθερίας – Ολοένα και περισσότερες χώρες ανακαλούν την κατάργησή τους!Κρατικό CREDIT SCORE : Μια δύσκολη οικονομική περίοδος δεν σε κάνει λιγότερο αξιόπιστο άνθρωπο15η ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΣΥΝΑΞΗ ΝΕΟΤΗΤΟΣ – 25/4/2026Ο Άγιος Παΐσιος μας είχε προειδοποιήσει για την εγκληματικότητα των νέων!Μητροπολίτης Κισάμου και Σελίνου: «Ευθαρσώς δηλώνουμε την άρνηση αποδοχής ενός ηλεκτρονικού μέσου, το οποίο φαλκιδεύει την ελευθερία του προσώπου»Utopia: Το ζοφερό μας μέλλον! – Δείτε τη βραβευμένη μικρού μήκους ταινία του Ελληνοαυστραλού σκηνοθέτη Κώστα Νίκα με θέμα την κατάργηση των μετρητών και την ηλεκτρονική φυλακήH AI «μπορεί να μας σκοτώσει όλους έως το τέλος της δεκαετίας» – Οι προειδοποιήσεις ειδικών και τα σενάρια απώλειας ελέγχουΜετρητά, ζήτημα Προσωπικής Ελευθερίας – Ολοένα και περισσότερες χώρες ανακαλούν την κατάργησή τους!Κρατικό CREDIT SCORE : Μια δύσκολη οικονομική περίοδος δεν σε κάνει λιγότερο αξιόπιστο άνθρωπο15η ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΣΥΝΑΞΗ ΝΕΟΤΗΤΟΣ – 25/4/2026

Αποφθέγματα από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

13 January 2022 · 6 min read

 

     Ο γε­ρω Ἰάκωβος Ἁ­γι­αν­να­νί­της, ὁ κοι­νῶς ἀ­πο­κα­λο­ύ­με­νος «Ἰ­α­κω­βά­κης», κα­ταγόταν ἀ­πό τά Βρύ­ου­λα τῆς Μ. Ἀ­σί­ας. Πῆ­γε γιά μο­να­χός στήν κα­λύ­βη τοῦ πα­πα Σάββα τοῦ Πνευ­μα­τι­κοῦ, στόν γέ­ρον­τα Ὀ­νο­ύ­φριο. Λένε ὅτι ἐρ­χό­ταν σέ δι­α­πλη­κτι­σμο­ύς μέ τόν Γέ­ροντά του, για­τί ἤ­θε­λε νά κά­νη 2.000 με­τά­νοι­ες καί δέν τόν ἄ­φη­νε. Με­τά ἀ­πό και­ρό ἀ­πε­φά­σι­σε ὁ γε­ρω Ὀ­νο­ύ­φριος νά κά­νη τήν κου­ρά του. Ἐ­νῶ εἶ­χαν γί­νει οἱ ἑ­τοι­μα­σί­ες καί ἦρ­θαν οἱ πα­τέ­ρες, ὁ Γέ­ρον­τας συ­ζη­τών­τας μέ τόν δό­κι­μο γιά τό ὄ­νο­μα δι­ε­φώ­νη­σαν. Ὁ δό­κι­μος ἤ­θε­λε νά τόν ὀ­νο­μά­ση Ἀ­να­στά­σιο, ἐ­νῶ ὁ Γέροντας ἤ­θε­λε νά τοῦ δώ­ση ἄλ­λο ὄ­νο­μα. Δέν συμ­φώ­νη­σαν, μα­ται­ώ­θη­κε ἡ κου­ρά καί ὁ δό­κι­μος ἔ­φυ­γε.Ὁ δό­κι­μος πῆ­γε στήν Ἁ­γί­α Ἄν­να στήν Κα­λύ­βη Γεν­νή­σε­ως τοῦ Χρι­στοῦ στόν γέ­ρον­τα Ἰ­ω­σήφ, τόν  ψάλ­τη ἀ­πό τήν Μυ­τι­λή­νη. Ἐ­κεῖ ἔ­γι­νε ρα­σο­ευ­χή καί πῆ­ρε τό ὄ­νο­μα Ἰάκωβος. Οἱ πα­τέ­ρες τῆς συ­νο­δε­ί­ας ἦ­ταν ἁ­γι­ο­γρά­φοι καί ὁ π. Ἰάκωβος ἔ­μα­θε καί αὐ­τός. Κάποτε δι­α­πλη­κτί­σθη­κε μέ ἕ­ναν πα­ρά­δελφό του καί ἐ­κεῖ­νος χτύ­πη­σε τόν π. Ἰάκωβο μέ ἕ­να σα­νί­δω­μα εἰ­κό­νος στό κε­φά­λι. Ἔ­σπα­σε τό σα­νί­δι καί ἀ­πό τό­τε μερικοί θεωροῦσαν ὅ­τι κάτι ἔ­πα­θε. Αὐ­τά τά δύ­ο γε­γο­νό­τα σφρά­γι­σαν τήν ζωή του καί συ­χνά ἔ­λε­γε: «Γιά ἕ­να ὄ­νο­μα ἔ­χα­σα τήν κα­λο­γε­ρι­κή» καί «ἡ εἰ­κό­να ἔ­σπα­σε, τό κε­φά­λι δέν ἔ­σπα­σε», καί τά ἐ­πα­να­λάμ­βα­νε συ­χνά. Ποι­ός ξέ­ρει τόν πό­νο τῆς ψυ­χῆς του καί τόν θρῆ­νο του γιά τά ἀ­νω­τέ­ρω συμ­βάν­τα;

     Πάντως εἶ­ναι ἀ­λή­θεια ὅ­τι ἔ­ζη­σε μία ζωή πο­λύ σκλη­ρή, ἀ­πα­ρά­κλη­τη, καί ὑ­πέ­μει­νε τό κρύ­ο καί τήν πεῖ­να, χω­ρίς νά φρον­τί­ζη κα­θό­λου τόν ἑ­αυ­τό του. Γυρ­νοῦ­σε ἀ­νυ­πό­δη­τος, κρα­τοῦ­σε τά πα­πο­ύ­τσια του  πα­ρα­μά­σχα­λα καί ἔ­λε­γε ὅ­τι δέν τά φο­ρᾶ, γιά νά μήν τά χα­λά­ση. Τό ἔ­τος 1981, πα­ρα­μο­νή τῶν Εἰ­σο­δί­ων, δύ­ο πα­τέ­ρες συ­νάν­τη­σαν τόν γε­ρω Ἰ­ά­κω­βο ξυ­πό­λυ­το στόν δρό­μο ἀ­πό Λαύ­ρα πρός Κε­ρα­σιά. Χει­μῶ­να και­ρό, χω­ρίς πα­πού­τσια πά­νω στά βρά­χια καί νά μήν ἀρ­ρω­σταί­νη! Ἦ­ταν πει­να­σμέ­νος, κου­ρα­σμέ­νος καί προ­σποι­οῦν­ταν τόν σα­λό. Δέν δέ­χτη­κε νά πά­ρη τί­πο­τε ἀπ᾿ ὅ,τι τοῦ πρό­σφε­ραν.

Μία φο­ρά οἱ πα­τέ­ρες τόν ἔ­πλυ­ναν καί τοῦ φό­ρε­σαν και­νο­ύρ­για ροῦ­χα. Αὐ­τός γύ­ρι­σε καί ζη­τοῦ­σε νά τοῦ δώ­σουν τά κου­ρέ­λια του.

     Ἦ­ταν συ­νή­θως ξε­σκο­ύ­φω­τος, μέ ἀ­να­κα­τε­μέ­να μαλ­λιά. Εἶ­χε ἕ­να ἀ­πλα­νές βλέμ­μα. Δέν τόν ἀ­πα­σχο­λοῦ­σε ἄν κα­νε­ίς τόν πα­ρα­τη­ροῦ­σε, καί ὅ­ταν τοῦ μι­λοῦ­σαν, δέν ἀ­πο­κρινό­ταν.

     Κάποτε στήν πα­νή­γυ­ρη τῆς Ἁ­γί­ας Ἄν­νης πῆ­ρε τήν με­ρί­δα του ἀ­πό τήν τρά­πε­ζα, πῆ­γε στήν αὐ­λή τοῦ Κυ­ρια­κοῦ, ἀ­να­πο­δο­γύ­ρι­σε τό πι­ά­το στίς πλά­κες καί ἔ­τρω­γε ἀ­πό κά­τω, ὅ­πως τά ζῶ­α. Τό ἴ­διο ἔ­κα­νε καί ἄλ­λες φο­ρές.

     Πήγαινε στο­ύς πα­τέ­ρες στά Κελ­λιά ξυ­λα­ρά­κια γιά τήν φω­τιά καί τοῦ ἔ­δι­ναν δι­ά­φο­ρα πράγ­μα­τα φα­γώ­σι­μα. Πολ­λές φο­ρές τό μα­γει­ρευ­μέ­νο φα­γη­τό τό ἄ­δεια­ζε στόν κόρ­φο του μέ­σα στό ζω­στι­κό καί, ὅ­πως κοι­μό­ταν σ᾿ ἕ­να ὑ­πό­γει­ο, πή­γαι­ναν τά πον­τί­κια καί ἔ­τρω­γαν τό φα­γη­τό ἀ­πό τό στῆ­θος του. Δέν εἶ­χε μό­νι­μη κα­τοι­κί­α. Κοι­μό­ταν πό­τε σ᾿ ἕ­να σπί­τι πό­τε σ᾿ ἄλ­λο, σέ ὑ­πό­γεια, σέ ἀ­πο­θῆ­κες, στό λα­δα­ριό τῆς Νέας Σκή­της, στό Κοι­μη­τή­ρι μέ­σα στά ὀ­στᾶ καί ἔ­ξω στήν ὕ­παι­θρο. Κάποτε κοι­μό­ταν μέ­σα σ᾿ ἕ­να αὐ­λά­κι. Ὅ­ταν οἱ πα­τέ­ρες ἄ­νοι­ξαν τό νε­ρό γιά νά πο­τί­σουν, βράχη­κε ὁ γε­ρω Ἰάκωβος καί πε­τά­χτη­κε ὄρ­θιος.

     Ἐν­τύ­πω­ση προ­ξε­νοῦ­σε πῶς σέ πε­ρί­ο­δο χει­μῶ­να, μέ πο­λύ κρύ­ο καί χι­ό­νια, κοι­μό­ταν ἔ­ξω, ἐ­κεῖ πού ἔ­βα­ζαν τά ξύ­λα οἱ πα­τέ­ρες. Τόν εἶ­χαν δεῖ νά κοι­μᾶ­ται ἔ­ξω, νά τόν ἔ­χη σκε­πά­σει τό χι­ό­νι, ἐ­νῶ ἐ­κεῖ­νος ρο­χά­λι­ζε. Ἄλ­λη φο­ρά τόν εἶ­δαν τόν Φε­βρου­ά­ριο νά κο­λυμ­πά­η σέ μία στέρ­να. Καί ἄλ­λες φο­ρές χει­μῶ­να και­ρό ἐρ­χό­ταν κο­λυμ­πών­τας ἀ­πό τόν Ἀρ­σα­νά τῶν Κα­ρου­λί­ων μέ­χρι τήν Ἁ­γί­α Ἄν­να.

     Ἀρκετοί πα­τέ­ρες τόν συμπονοῦσαν καί τόν βο­η­θοῦ­σαν ὅταν πή­γαι­νε στό Κελ­λί τους∙ εἰ­δι­κά ὁ π. Γε­ρά­σι­μος ὁ ὑ­μνο­γρά­φος. Τίς σα­λό­τη­τες πού ἔ­κα­νε δέν τίς θε­ω­ροῦ­σαν διά Χριστόν, ἀλ­λά σάν ἀ­πο­τέ­λε­σμα ἀπό τό χτύ­πη­μα στό κε­φά­λι καί τό ἄ­τυ­χο ξε­κί­νη­μα τῆς μο­να­χι­κῆς του ζω­ῆς. Τόν ἀν­τι­με­τώ­πι­ζαν μέ συμ­πά­θεια, ἀλ­λά ὄ­χι ὡς διά Χρι­στόν σα­λό. Μάλιστα τόν χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σαν σάν πα­ρά­δειγ­μα στο­ύς νέ­ους μο­να­χο­ύς γιά τό τί κα­κό μπο­ρεῖ νά πά­θη κα­νε­ίς, ὅ­ταν ξε­κι­νή­ση μέ θέ­λη­μα καί ἀ­νυ­πα­κοή.

     Παρά ταῦτα ὅ­μως ὁ γε­ρω Ἰάκωβος πολλές φο­ρές ἔ­λε­γε σέ κά­ποι­ους πα­τέ­ρες κά­ποι­α ἀ­πο­κα­λυ­πτι­κά, πού εἶ­χαν σχέ­ση μέ τήν ζωή τους, ἤ κά­τι πού ἐ­πρό­κει­το νά κά­νουν∙ ἤ ἄλλοτε ἐ­πλη­ρο­φο­ρεῖ­το γιά ὁρι­σμέ­να πράγ­μα­τα στήν προ­σευ­χή του καί πή­γαι­νε καί τά ἔ­λε­γε στούς πα­τέ­ρες, μέ τρό­πο πού δέν τά κα­τα­λά­βαι­ναν ἀ­μέ­σως.

Κάποτε ὁ π. Θε­ο­δό­σιος ὁ Ἁ­γι­ο­παυ­λί­της μέ κά­ποι­ον ἄλ­λον μο­να­χό πή­γαι­ναν στή Νέα Σκή­τη.  Στόν δρό­μο συ­νάν­τη­σαν τόν «Ἰ­α­κω­βά­κη» καί το­ύς εἶ­πε γιά ποιό θέ­μα πᾶ­νε στή Νέα Σκή­τη.

Στό τέ­λος μιᾶς Λει­τουρ­γί­ας λέ­ει ὁ π. Ἰάκωβος σέ ἕ­ναν πα­πᾶ: «Μι­λᾶς στήν Λει­τουρ­γί­α. Εἶ­σαι καί πα­πᾶς». Ἐ­κεῖ­νος τά ἔ­χα­σε, για­τί ὁ π. Ἰάκωβος δέν τόν εἶχε δῆ, οὔ­τε τόν εἶχε ἀ­κού­σει.       

Κά­ποι­οι προ­σκυ­νη­τές ἐπρόκειτο νά τα­ξι­δεύ­σουν τό μο­τό­ρι τήν ἄλ­λη μέ­ρα καί δι­ε­ρω­τῶντο ἄν θά κά­νει κα­λό και­ρό. Ὁ γε­ρω Ἰ­ά­κω­βος πῆγε κον­τά τους καί ἐ­πα­νε­λάμ­βα­νε συ­νε­χῶς: «Θά κά­νει κα­λό και­ρό». Καί πράγ­μα­τι ἔ­κα­νε τήν ἄλ­λη μέ­ρα κα­λο­και­ρί­α.

Ἄλ­λη φο­ρά ἀ­νέ­βαι­ναν κά­ποι­οι πα­τέ­ρες πρός τό Κυ­ρια­κό. Ὁ Δι­καῖ­ος λέ­γει: «Ποι­ός ξέ­ρει ποι­οί νά εἶ­ναι αὐ­τοί», καί ὁ γε­ρω Ἰ­ά­κω­βος ἐ­πα­να­λάμβα­νε:  «Πά­λι Σι­μω­νο­πε­τρί­τες…». Καί ὄν­τως ἦ­ταν ἀ­πό τήν Σι­μω­νό­πε­τρα.

Δύ­ο πα­τέ­ρες πού ἔ­με­ναν στό ἴ­διο Κα­λύ­βι, ἀ­πό φθό­νο καί συ­νέρ­γεια τοῦ πο­νη­ροῦ, εἶ­χαν με­τα­ξύ τους λο­γο­φέ­ρει καί ἦ­ταν λί­γο πα­ρε­ξη­γη­μέ­νοι. Ὁ  γε­ρω Ἰ­ά­κω­βος πῆ­γε πρωΐ πρωΐ, χτύ­πη­σε τήν πόρ­τα τους καί, ὅ­ταν ἄ­νοι­ξαν, αὐ­τός ἔ­φυ­γε ἐ­πα­ναλαμβά­νον­τας: «Εἰ­ρη­νεύ­ε­τε…».

Σέ ἄλ­λους πα­τέ­ρες, πού κά­ποι­α μέ­ρα τό εἶ­χαν ρί­ξει λί­γο στήν μα­γει­ρι­κή, χτύ­πη­σε τήν πόρ­τα λέ­γον­τας συ­νε­χῶς: «Τέ­τοι­α κα­λο­γε­ρι­κή τήν κά­νω καί ἐ­γώ».

Κά­ποι­ον μο­να­χό πού εἶ­χε φύ­γει ἀ­πό τό Μο­να­στή­ρι του, τόν συ­νάν­τη­σε στόν δρό­μο τῆς Σκή­της. Χω­ρίς βέ­βαι­α νά τόν γνω­ρί­ζη καί χω­ρίς νά ξέ­ρη τήν φυ­γή του ἀ­πό τό Μο­να­στή­ρι, τοῦ εἶ­πε: «Ὁ ἐ­γω­ϊ­σμός». Δη­λα­δή, αὐ­τός φταί­ει πού ἔ­φυ­γες.

Ἔ­κα­νε καί ἄλ­λες σα­λό­τη­τες ὁ γε­ρω Ἰ­ά­κω­βος. Μά­ζευ­ε τίς κο­πρι­ές τῶν ζώων ἀ­πό τόν δρό­μο στήν πο­διά του καί τίς πε­τοῦ­σε στούς κή­πους κάποιων ἡλικιωμένων πατέρων καί ἀσθενῶν. Ἔ­κα­νε τήν κα­λω­σύ­νη του καί ἔ­πει­τα ἔ­κα­νε μί­α σα­λό­τη­τα γιά νά σκε­πά­ση τήν πρά­ξη του.

Ἁ­γι­ο­παυ­λί­της ἀ­να­φέ­ρει: «Ὁ π. Ἰάκωβος ἐρ­χό­ταν στό Μο­να­στή­ρι, ἀλ­λά δέν φαι­νό­ταν ὅ­τι ἔ­πα­σχε. Ἀ­παν­τοῦ­σε συ­νή­θως πο­λύ λο­γι­κά. Ὅ­ταν ἔ­με­νε τά βρά­δια, δέν κοι­μό­ταν σέ δω­μά­τιο. Κάποτε ἐρ­χό­με­νος πέ­ρα­σε τό πο­τά­μι καί βρά­χη­κε. Τοῦ ἔ­δω­σα μί­α ἀλ­λα­ξιά  στε­γνά  ροῦ­χα  καί  τά  φό­ρε­σε.  Φε­ύ­γον­τας ὅμως τά ἔ­βγα­λε πρίν ἀ­πό τό πο­τά­μι, τά ἄ­φη­σε ἐ­κεῖ καί φό­ρε­σε τά βρεγ­μέ­να δι­κά του».

     Πήγαινε συ­χνά στόν πα­πα–Παῦ­λο τόν Πνευ­μα­τι­κό, στό Κελ­λί του. Ὅ­ταν ἔ­βλε­πε ἄν­θρω­πο, ἔ­κα­νε σα­λό­τη­τες, ἀλ­λά ὅ­ταν ἦ­ταν μό­νος του μέ τόν πα­πα Παῦ­λο, μι­λοῦ­σε κα­νο­νι­κά. Ρώτησε κά­ποι­ος τόν Πνευ­μα­τι­κό καί ἐ­κεῖ­νος τοῦ εἶ­πε: «Δέν ξέ­ρω, παι­δί μου, δέν ξέ­ρω. Κάνει τόν σα­λό, ἀλ­λά δέν ξέ­ρω». Δέν πε­ί­ρα­ζε καί δέν ζη­μί­ω­νε κα­νέ­ναν. Ἴ­σα ἴ­σα βο­η­θοῦ­σε πα­τέ­ρες νά μα­ζέ­ψουν τίς ἐ­λι­ές, ἔ­λε­γε τήν εὐ­χή καί νή­στευ­ε ἀ­πό λά­δι Τε­τάρ­τη καί Πα­ρα­σκευή. Στό μο­νο­πά­τι πού βά­δι­ζε μι­λοῦ­σε μό­νος του ἤ ἔ­λε­γε τήν εὐ­χή.

     Πρός τό τέ­λος τῆς ζω­ῆς του, τό 1981, χτύ­πη­σε, καί τόν πῆ­ρε ὁ γέ­ρον­τας πα­πα Παῦ­λος ὁ Πνευ­μα­τι­κός στό Κελ­λί τους νά τόν γη­ρο­κο­μή­σουν. Ἦ­ταν κα­τά­κοι­τος, τοῦ ἔ­κα­ναν Εὐ­χέ­λαι­ο καί τόν κοι­νώ­νη­σαν. Ἔγινε με­γα­λό­σχη­μος καί ὕστερα ἀπό λίγες μέρες ἐ­κοι­μή­θη στίς 8 Μα­ΐ­ου 1982, τήν ἡ­μέ­ρα τῆς ἀλ­λα­γῆς τοῦ Δι­κα­ί­ου. Με­τά τήν ἐν­θρό­νι­ση τοῦ Δι­κα­ί­ου, γύ­ρι­σε ὁ π. Σε­ρα­φε­ίμ στό Κελ­λί τους καί βρῆ­κε τόν π. Ἰάκωβο νά ἔχη κοιμηθῆ, μέ σταυ­ρω­μέ­να τά χέ­ρια καί ἤ­ρε­μο τό πρό­σω­πό του.

Διαβάστε ΕΔΩ τα προηγούμενα σχετικά άρθρα 

Related reading