ON AIR — ERO — RadioFrequency
Enomeni RomiosiniEnomeni RomiosiniCENTER FOR UNITY AND STUDY -
PROMOTING OUR VALUES
IMPORTANT
Ο Άγιος Παΐσιος μας είχε προειδοποιήσει για την εγκληματικότητα των νέων!Μητροπολίτης Κισάμου και Σελίνου: «Ευθαρσώς δηλώνουμε την άρνηση αποδοχής ενός ηλεκτρονικού μέσου, το οποίο φαλκιδεύει την ελευθερία του προσώπου»Utopia: Το ζοφερό μας μέλλον! – Δείτε τη βραβευμένη μικρού μήκους ταινία του Ελληνοαυστραλού σκηνοθέτη Κώστα Νίκα με θέμα την κατάργηση των μετρητών και την ηλεκτρονική φυλακήH AI «μπορεί να μας σκοτώσει όλους έως το τέλος της δεκαετίας» – Οι προειδοποιήσεις ειδικών και τα σενάρια απώλειας ελέγχουΜετρητά, ζήτημα Προσωπικής Ελευθερίας – Ολοένα και περισσότερες χώρες ανακαλούν την κατάργησή τους!Κρατικό CREDIT SCORE : Μια δύσκολη οικονομική περίοδος δεν σε κάνει λιγότερο αξιόπιστο άνθρωπο15η ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΣΥΝΑΞΗ ΝΕΟΤΗΤΟΣ – 25/4/2026Ο Άγιος Παΐσιος μας είχε προειδοποιήσει για την εγκληματικότητα των νέων!Μητροπολίτης Κισάμου και Σελίνου: «Ευθαρσώς δηλώνουμε την άρνηση αποδοχής ενός ηλεκτρονικού μέσου, το οποίο φαλκιδεύει την ελευθερία του προσώπου»Utopia: Το ζοφερό μας μέλλον! – Δείτε τη βραβευμένη μικρού μήκους ταινία του Ελληνοαυστραλού σκηνοθέτη Κώστα Νίκα με θέμα την κατάργηση των μετρητών και την ηλεκτρονική φυλακήH AI «μπορεί να μας σκοτώσει όλους έως το τέλος της δεκαετίας» – Οι προειδοποιήσεις ειδικών και τα σενάρια απώλειας ελέγχουΜετρητά, ζήτημα Προσωπικής Ελευθερίας – Ολοένα και περισσότερες χώρες ανακαλούν την κατάργησή τους!Κρατικό CREDIT SCORE : Μια δύσκολη οικονομική περίοδος δεν σε κάνει λιγότερο αξιόπιστο άνθρωπο15η ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΣΥΝΑΞΗ ΝΕΟΤΗΤΟΣ – 25/4/2026

Αποφθέγματα από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

13 October 2022 · 4 min read

Ο γερω–Ἐνώχ ὁ Ρου­μᾶ­νος ἔ­γι­νε κα­λό­γε­ρος ἀ­πό τά­μα στήν Πα­να­γί­α. Ἦ­ταν στρα­τι­ώ­της καί σέ μία μά­χη σκο­τώ­θη­καν ὅ­λοι οἱ ἄλ­λοι. Αὐ­τός τό­τε ἔκα­νε τά­μα καί πα­ρα­κά­λε­σε στήν Πα­να­γί­α, ἄν τόν σώ­ση, νά γί­νη κα­λό­γε­ρος στό Ἅ­γιον Ὄ­ρος. 

Ὅ­ταν ἦ­ταν νέ­ος στήν Ρου­μα­νί­α, πρίν γίνη μοναχός, πῆ­γε γιά κά­ποι­ο δι­ά­στη­μα νά ἀ­σκη­τεύ­ση σ᾿ ἕ­να σπή­λαι­ο. Μία μέ­ρα ἦρ­θε κά­ποι­ος μο­να­χός καί τόν ρώ­τη­σε ἄν θέ­λη νά με­ί­νη νά συ­να­σκη­τε­ύ­σουν. Συγ­κα­τα­τέ­θη­κε καί τοῦ εἶ­πε νά κά­νουν προ­σευ­χή, νά ποῦ­νε το­ύς Χαι­ρε­τι­σμούς. Ὁ γε­ρω–Ἐ­νώχ ἄρχισε τούς Χαι­ρε­τι­σμούς, ἀλ­λά ὁ ἄλ­λος μο­να­χός δέν ἐ­πα­να­λάμ­βα­νε τό «Χαῖ­ρε, νύμ­φη ἀ­νύμ­φευ­τε». Τοῦ εἶ­πε νά τό λέ­γη, ἀλ­λά ὁ ἄλ­λος συ­νε­χῶς ἀ­πέ­φευ­γε. Στήν ἐ­πι­μο­νή τοῦ γε­ρω–Ἐ­νώχ, ὁ ἄλ­λος ἐ­ξα­φα­νί­στη­κε ἀ­πό μπρο­στά του καί τό­τε κα­τά­λα­βε ὅ­τι ὁ φαι­νό­με­νος μο­να­χός ἦ­ταν ὁ δι­ά­βο­λος. 

Ὕ­στε­ρα ἦρ­θε στό Ἅ­γιον Ὄ­ρος. Ἔ­με­νε στίς Κα­ρυ­ές, σ᾿ ἕ­να Χι­λαν­δα­ρι­νό Κελ­λί χω­ρίς πόρ­τες καί πα­ρά­θυ­ρα. Ἕ­να ἀ­πό τά λί­γα πράγ­μα­τά του ἦ­ταν καί τό τρι­α­κο­σά­ρι κομ­πο­σχο­ί­νι, κομ­μέ­νο σέ πολ­λά ση­μεῖ­α καί πι­α­σμέ­νο μέ πα­ρα­μά­νες. Ὕστερα ἄλ­λα­ξε πολ­λά Κελ­λιά. 

Ἔ­λε­γε ὁ γε­ρω–Ἐ­νώχ: «Μόλις βα­πτι­σθοῦ­με, μᾶς δί­νει ὁ Θε­ός ἕ­ναν Ἄγ­γε­λο ἀ­πό δε­ξιά μας. Ἔ­πει­τα ἔρ­χε­ται καί ἕ­νας δα­ί­μο­νας ἀ­πό τά ἀ­ρι­στε­ρά μας. Αὐ­τός ἔ­χει ἕ­να τε­φτέ­ρι ὅ­που γρά­φει τίς ἁ­μαρ­τί­ες μας. Ὅ­ταν ὅ­μως τίς ἐ­ξο­μο­λο­γο­ύ­μα­στε, πά­ει κρυ­φά ὁ Ἄγ­γε­λος καί τίς σβή­νει». 

«Ὁ Θε­ός ἔ­δω­σε στόν ἄν­θρω­πο τήν ἐ­λευ­θε­ρί­α νά δι­α­λέ­ξη νά πά­η μέ τόν Θεό ἤ μέ τόν δι­ά­βο­λο. Ἐπει­δή ὅ­μως εἴ­μα­στε πλα­σμέ­νοι ἀ­πό τόν Θεό, δέν κά­νου­με μέ τόν δι­ά­βο­λο». 

«Γιά νά ψηφίσης κά­ποι­ον γιά Ἡ­γού­με­νο, πρέ­πει νά ἔχης φά­ει μα­ζί του ἕ­να τσου­βά­λι ἁ­λά­τι» (δη­λα­δή νά τόν ζή­σης πολ­λά χρό­νια, ὥ­στε νά τόν γνω­ρί­σης πο­λύ κα­λά). 

Ὁ γε­ρω–Ἐ­νώχ, ἀ­φοῦ ἀ­σκή­θη­κε γιά πολ­λά χρό­νια στήν Κα­ψά­λα καί σέ ἄλ­λα μέ­ρη, στό τέ­λος πῆ­γε στήν Μονή Σταυ­ρο­νι­κή­τα νά γη­ρο­κο­μη­θῆ. Λί­γο πρίν πε­θά­νη, τόν ἔ­βλε­παν οἱ πα­τέ­ρες νά προ­ση­λώ­νη τό βλέμ­μα του στόν οὐ­ρα­νό καί νά συ­νο­μι­λῆ μέ κά­ποι­ους, πού οἱ ἄλ­λοι δέν τούς ἔ­βλε­παν∙ μό­νο τόν ψί­θυ­ρο ἄ­κου­γαν, χω­ρίς νά ἐν­νο­οῦν τί λέ­γει. Ἔ­πει­τα κύ­λη­σε ἕ­να δά­κρυ, ἔ­κλει­σε τά μά­τια του καί ἐ­κοι­μή­θη τόν αἰ­ώ­νιο ὕ­πνο στίς 13–10–79. 

* 

Στό ἰ­δι­όρ­ρυθ­μο Βα­το­πέ­δι ἔ­ζη­σε ὁ γε­ρω–Εὐ­γέ­νιος. Ἦ­ταν μο­να­χός μέ κρυ­φή πνευ­μα­τι­κή ζω­ή καί  με­γά­λες ἀ­σκή­σεις. Σέ ὅ­λη του τήν ζω­ή λέ­γουν με­ρι­κοί ὅ­τι δέν γεύ­θη­κε λά­δι καί τυ­ρί. Εἶ­χε καί τό δι­α­κό­νη­μα τοῦ Δο­χειά­ρη. Ἦ­ταν πο­λύ ἐ­λε­ή­μων, συ­νε­χῶς ἔ­δι­νε ἐ­λε­η­μο­σύ­νες. Ὅ­ταν ἀρ­γό­τε­ρα, ἀρ­κε­τά χρό­νια με­τά τήν κοί­μη­σή του, ἄ­νοι­ξαν τό κελ­λί του, ἐ­ξῆλ­θε μί­α λε­πτή εὐ­ω­δί­α. 

* 

Εἶπε ὁ πα­πα–Εὐ­δό­κι­μος ὁ Πνευ­μα­τι­κός, ἀ­πό τήν Σκή­τη Βα­το­πε­δί­ου: «Ἡ ἐ­φαρ­μο­γή τῶν ἱ­ε­ρῶν κα­νό­νων ἐ­ξαρ­τᾶ­ται ἀ­πό τήν δι­ά­κρι­ση τοῦ Πνευ­μα­τι­κοῦ καί τήν με­τά­νοι­α τοῦ ἐ­ξο­μο­λο­γου­μέ­νου».  

* 

Στό σπή­λαι­ο τοῦ ἁ­γί­ου Νεί­λου ἀ­σκή­τευ­ε πα­λαι­ότε­ρα ἕ­νας ἀ­σκη­τής ὀ­νό­μα­τι Εὐ­θύ­μιος ἀ­πό τήν Κό­νι­τσα, προ­ερ­χό­με­νος ἐξ ἐγ­γά­μων. Ἔ­με­νε στήν ὑγρή σπη­λιά καί ἔ­κα­νε με­γά­λη ἄ­σκη­ση. Ἡ τρο­φή του ἦ­ταν ἕ­να σακ­κί ὄ­σπρια γιά ὅ­λο τόν χρό­νο. 

Ὁ πα­πα–Εὐ­θύ­μιος ὁ Πνευ­μα­τι­κός πρῶ­τα ἀ­σκή­τευ­ε στήν σπη­λιά τοῦ Ἁ­γί­ου Ἀ­θα­να­σί­ου. Ἐ­πει­δή ὅμως τοῦ ἔ­φερ­ναν ἀν­θρώ­πους γιά νά το­ύς δώ­ση συμ­μαρ­τυ­ρί­α νά γί­νουν ἱ­ε­ρεῖς καί δέν συμ­φω­νοῦ­σε, ἔ­φυ­γε καί πῆ­γε στήν σπη­λιά τοῦ Ἁ­γί­ου Νε­ί­λου.  

Ἔ­κλει­σε τόν χῶ­ρο μέ ἕ­να ντου­βα­ρά­κι καί ὁ ἴ- διος κοι­μό­ταν μέ­σα στόν τά­φο τοῦ Ἁ­γί­ου. Ἀρ­γό­τε­ρα ἀ­πέ­κτη­σε ὑ­πο­τα­κτι­κό καί τόν ὠ­νό­μα­σε Ματ­θί­α. Στά γη­ρά­μα­τά του τόν ἔ­παιρ­νε στήν πλά­τη του ὁ γε­ρω–Με­θό­διος καί τόν ἀ­νέ­βα­ζε στήν Κο­ί­μη­ση γιά νά λει­τουρ­γή­ση. Εἶ­χε ὁ Πνευ­μα­τι­κός μία κή­λη σάν πε­πο­νά­κι, ὑ­πέ­φε­ρε πο­λύ καί βογ­γοῦ­σε, ὅ­ταν ἀ­νέ­βαι­ναν τά σκα­λο­πά­τια, καί ἔ­λε­γε: «Σι­γά, παι­δί μου, σι­γά». 

* 

Ο γε­ρω–Εὐ­θύ­μιος ὁ Δι­ο­νυ­σιά­της, Πόν­τιος στήν κα­τα­γω­γή, ἦ­ταν για­τρός καί λο­γι­στής. Ἦ­ταν πο­λύ ἱ­κα­νός. Τόν κα­λοῦ­σαν στήν Κοι­νό­τη­τα, ὅ­ταν εἶ­χαν δυ­σκο­λί­ες μέ τήν ἀ­παλ­λο­τρί­ω­ση τῶν Με­το­χί­ων καί μέ τά λο­γι­στι­κά. Μέ τήν ἱ­κα­νό­τη­τά του καί τήν πεῖ­ρα του τούς ἔ­βγα­ζε ἀ­πό τήν δυ­σκο­λί­α. Ἦ­ταν καί κα­λός πρα­κτι­κός ψάλ­της. 

Τό ἔ­τος 1956 κά­ποι­α ἡ­μέ­ρα ἄρ­χι­σε νά ψά­λη τό τρο­πά­ριο «Τῆς με­τα­νοί­ας ἄ­νοι­ξόν μοι πύ­λας, Ζω­ο­δό­τα…». Τόν ρώ­τη­σε ὁ γη­ρο­κό­μος:  

–Πά­τερ Εὐ­θύ­μι­ε, πῶς σοῦ ἦρ­θε τέ­τοι­α ὄ­ρε­ξη νά ψάλ­ης; 

–Τί νά κά­νω; Θά ξα­να­ψά­λω; 

–Για­τί δέν θά ξα­να­ψά­λλεις; 

–Για­τί τώ­ρα φεύ­γω. 

–Ποῦ τό ξέ­ρεις; 

–Τό ξέ­ρω. 

Πρίν ἀ­πό ἕ­ξι μῆ­νες εἶ­χε δεῖ κά­τι τό ἐν­τυ­πω­σιακό ­στόν ὕ­πνο του. Βρέ­θη­κε σ᾿ ἕ­ναν κάμ­πο. Ἦ­ταν κό­σμος πο­λύς καί φώ­να­ζαν: «Ἔρ­χε­ται ὁ κα­λό­γε­ρος». Τόν πῆ­ρε κά­ποι­ος καί τοῦ εἶ­πε: «Ἐσύ θά πᾶς πί­σω. Τά­δε ἡ­με­ρο­μη­νί­α, ἡ­μέ­ρα καί ὥ­ρα συγ­κε­κρι­μέ­νη νά εἶ­σαι ἕ­τοι­μος. Τε­λει­ώ­νει ἡ ζω­ή σου. Θά ᾿ρθῶ νά σέ πά­ρω». Τό ἤ­ξε­ρε ἀ­πό τό­τε. Προ­ε­τοι­μά­στη­κε καί ὄν­τως, ὅ­πως τό εἶ­πε ἐ­κεί­νη τήν ὥ­ρα, Τρί­τη τό με­ση­μέ­ρι ἔ­φυ­γε σέ ἡ­λι­κί­α 115 ἐ­τῶν, πλή­ρης ἡμε­ρῶν. 

 

Διαβάστε ΕΔΩ τα προηγούμενα σχετικά άρθρα 

Related reading