ON AIR — ERO — RadioFrequency
Enomeni RomiosiniEnomeni RomiosiniCENTER FOR UNITY AND STUDY -
PROMOTING OUR VALUES
IMPORTANT
Ο Άγιος Παΐσιος μας είχε προειδοποιήσει για την εγκληματικότητα των νέων!Μητροπολίτης Κισάμου και Σελίνου: «Ευθαρσώς δηλώνουμε την άρνηση αποδοχής ενός ηλεκτρονικού μέσου, το οποίο φαλκιδεύει την ελευθερία του προσώπου»Utopia: Το ζοφερό μας μέλλον! – Δείτε τη βραβευμένη μικρού μήκους ταινία του Ελληνοαυστραλού σκηνοθέτη Κώστα Νίκα με θέμα την κατάργηση των μετρητών και την ηλεκτρονική φυλακήH AI «μπορεί να μας σκοτώσει όλους έως το τέλος της δεκαετίας» – Οι προειδοποιήσεις ειδικών και τα σενάρια απώλειας ελέγχουΜετρητά, ζήτημα Προσωπικής Ελευθερίας – Ολοένα και περισσότερες χώρες ανακαλούν την κατάργησή τους!Κρατικό CREDIT SCORE : Μια δύσκολη οικονομική περίοδος δεν σε κάνει λιγότερο αξιόπιστο άνθρωπο15η ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΣΥΝΑΞΗ ΝΕΟΤΗΤΟΣ – 25/4/2026Ο Άγιος Παΐσιος μας είχε προειδοποιήσει για την εγκληματικότητα των νέων!Μητροπολίτης Κισάμου και Σελίνου: «Ευθαρσώς δηλώνουμε την άρνηση αποδοχής ενός ηλεκτρονικού μέσου, το οποίο φαλκιδεύει την ελευθερία του προσώπου»Utopia: Το ζοφερό μας μέλλον! – Δείτε τη βραβευμένη μικρού μήκους ταινία του Ελληνοαυστραλού σκηνοθέτη Κώστα Νίκα με θέμα την κατάργηση των μετρητών και την ηλεκτρονική φυλακήH AI «μπορεί να μας σκοτώσει όλους έως το τέλος της δεκαετίας» – Οι προειδοποιήσεις ειδικών και τα σενάρια απώλειας ελέγχουΜετρητά, ζήτημα Προσωπικής Ελευθερίας – Ολοένα και περισσότερες χώρες ανακαλούν την κατάργησή τους!Κρατικό CREDIT SCORE : Μια δύσκολη οικονομική περίοδος δεν σε κάνει λιγότερο αξιόπιστο άνθρωπο15η ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΣΥΝΑΞΗ ΝΕΟΤΗΤΟΣ – 25/4/2026

Αποφθέγματα από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

8 October 2021 · 10 min read

     Εἶ­πε ὁ πα­πα–Δι­ο­νύ­σιος τῆς Κο­λι­τσοῦ, ὁ Ρου­μᾶ­νος Πνευ­μα­τι­κός: «Ὅ­ταν πή­ρα­με τόν Ἅ­γιο Γε­ώρ­γιο στήν Κο­λι­τσοῦ, ἦ­ταν ἐ­ρεί­πιο. Πη­γαί­να­με καί φέρ­να­με ξύ­λα ἀ­πό τήν Φι­λο­θέ­ου μέ τήν βάρ­κα τρα­βών­τας κου­πί. Κά­να­με δύ­ο τρί­α δρο­μο­λό­για τήν ἡμέ­ρα. Εἴ­χα­με εἰ­δι­κά σα­μα­ρά­κια γιά τήν πλά­τη, γιά νά κου­βα­λᾶ­με τίς πέ­τρες. Ἀ­κο­λου­θί­α οὔ­τε μία μέ­ρα δέν χά­σα­με. Κά­να­με 150 με­τά­νοι­ες καί 12 ἑ­κα­το­στά­ρια σταυ­ρω­τά. Τότε, ἅ­μα ἔ­λε­γες στόν Πνευ­μα­τι­κό ὅ­τι δέν ἔ­κα­νες τόν κα­νό­να, δέν σέ κοι­νω­νοῦ­σε». 

«Κου­ρα­ζό­μα­σταν πο­λύ, ἀλ­λά εἴ­χα­με χα­ρά μέ­σα μας, πολ­λή χα­ρά. Ἡ στέ­ρη­ση καί ὁ ἀ­γώ­νας πού κά­να­με μᾶς ἔ­δι­νε χα­ρά. Τό­τε λί­γα πράγ­μα­τα εἴ­χα­με. Τώ­ρα ἔ­χο­με πολ­λές εὐ­κο­λί­ες, ἀλ­λά ὄ­χι χα­ρά. Ἐ­μεῖς οἱ μο­να­χοί γί­να­με σάν τούς πα­λαι­ούς εὐ­λα­βεῖς λα­ϊ­κούς, καί οἱ λα­ϊ­κοί εἶ­ναι κατ᾿ ὄ­νο­μα Χρι­στια­νοί». 

«Κά­πο­τε πή­γα­με μέ τά πό­δια ἀ­πό τήν Κο­λι­τσοῦ στήν πα­νή­γυ­ρη τοῦ ἁ­γί­ου Ἀ­θα­να­σί­ου στήν Λα­ύ­ρα με­τά τήν ἐρ­γα­σί­α. Εἴ­χα­με χα­ρά πού περ­πα­τού­σα­με τή νύ­χτα στό Πε­ρι­βό­λι τῆς Πα­να­γί­ας. Ξη­με­ρώ­μα­τα φθά­σα­με στό Ἁ­γί­α­σμα καί προ­λά­βα­με τήν θεί­α Λει­τουρ­γί­α». 

«Αὐ­τά (σπί­τια, κῆ­ποι, ἐρ­γό­χει­ρα) εἶ­ναι γι᾽ αὐ­τήν τήν ζω­ή. Ἀλ­λά καί χω­ρίς αὐ­τά δέν μπο­ροῦ­με». 

«Ἡ κα­λύ­τε­ρη προ­σευ­χή γί­νε­ται τή νύ­χτα με­τά τόν ὕ­πνο. Δι­ό­τι τό­τε ὁ νοῦς εἶ­ναι ξε­κού­ρα­στος καί συγ­κεν­τρω­μέ­νος». 

«Ὅ­ταν ὁ κα­νό­νας γί­νε­ται πρίν ἀ­πό τήν Ἐκ­κλη­σί­α (νυ­χτε­ρι­νή ἀ­κο­λου­θί­α), εἶ­ναι χρυ­σός, με­τά τήν   ἀ­κο­λου­θί­α ἄρ­γυ­ρος καί τήν ἡ­μέ­ρα μπα­κί­ρι». 

«Οἱ δύ­ο πτέ­ρυ­γες τοῦ μο­να­χοῦ εἶ­ναι ὁ προ­σω­πι­κός του κα­νό­νας καί ἡ ἀ­κο­λου­θί­α στήν Ἐκ­κλη­σί­α. Καί οἱ δύο πρέ­πει νά εἶ­ναι χω­ρίς ἐλ­λεί­ψεις». 

«Κά­θε βρά­δυ νά ἐ­ξε­τά­ζης τούς λο­γι­σμούς σου, τί ἔ­κα­νες τήν ἡ­μέ­ρα, καί κά­θε δύ­ο ἑ­βδο­μά­δες τό πο­λύ νά ἐ­ξο­μο­λο­γῆ­σαι ἐ­νώ­πιον Πνευ­μα­τι­κοῦ». 

«Ὁ βα­σι­λι­κός δρό­μος γιά τόν ὕ­πνο εἶ­ναι τέσ­σε­ρις ὧ­ρες τή νύ­χτα καί δύ­ο τήν ἡ­μέ­ρα. Τήν ἡ­μέ­ρα δέν εἶ­ναι ἀ­πα­ραί­τη­το νά κοι­μη­θῆς, πα­ρά μό­νο νά ξα­πλώ­σης, ἀ­νά­λο­γα μέ τίς δυ­νά­μεις σου». 

«Ἄν ἔ­χης μία ἐν­το­λή σάν κα­νό­να καί δέν μπο­ρῆς γιά κά­ποι­ο λό­γο νά τήν ἐκ­πλη­ρώ­σης κά­ποι­α μέ­ρα, πρέ­πει νά τήν κά­νης ἄλ­λη μέ­ρα». 

«Αὐ­τό πού βλά­πτει πε­ρισ­σό­τε­ρο τό νέ­ο εἶ­ναι ὁ πο­λύς ὕ­πνος. Πιό πο­λύ καί ἀ­πό τό πο­λύ φα­γη­τό». 

«Ὁ μο­να­χός πρέ­πει νά εἶ­ναι σέ ὅ­λη τήν ἀ­κο­λου­θί­α στήν Ἐκ­κλη­σί­α· νά μή λεί­πη πο­τέ οὔ­τε νά κα­θυ­στε­ρῆ, ἀλ­λά οὔ­τε καί νά φεύ­γη πιό νω­ρίς, πρίν ἀπό τό “δι᾿ εὐ­χῶν”». 

«Ὅ­ταν κά­νης τόν κα­νό­να σου, νά μή δέ­χε­σαι λο­γι­σμούς κα­τα­κρί­σε­ως γιά τούς ἀ­δελ­φούς, ὅ­τι εἶ­ναι ἀ­με­λεῖς, ἀλ­λά νά αὐ­το­μέμ­φε­σαι ὅ­τι ἐ­σύ εἶ­σαι ὁ πιό ἁ­μαρ­τω­λός καί κά­νεις αὐ­τό πού ἔ­χεις χρέ­ος νά κά­νης, ἐ­νῶ οἱ ἄλ­λοι πα­τέ­ρες ἔ­χουν ἀ­ρε­τές πού ἐ­σύ δέν τίς βλέ­πεις». 

«Ὅ­ταν κά­νης μι­κρές με­τά­νοι­ες, τό χέ­ρι πρέ­πει νά φθά­νη στό χῶ­μα. Ἄν δέν μπο­ρῆς, τοὐ­λά­χι­στον στά γό­να­τα. Ἄν κου­ρα­στῆς κα­τά τόν κα­νό­να, μπο­ρεῖς νά κά­νης δι­ά­λειμ­μα, προ­σευ­χό­με­νος ὅ­μως νο­ε­ρῶς. Ἄν δέν μπο­ρῆς νά κά­νης με­τά­νοι­ες με­γά­λες γιά κά­ποι­ο λό­γο, νά κά­νης δι­πλά­σι­ες μι­κρές». 

«Εἴ­μα­στε ὑ­πο­χρε­ω­μέ­νοι νά προ­σευ­χώ­μα­στε γιά τούς εὐ­ερ­γέ­τες μας. Νά μή μέ­νου­με χρε­ω­μέ­νοι στούς εὐ­ερ­γέ­τες μας, ἀλ­λά νά ξε­πλη­ρώ­νου­με μέ προ­σευ­χή. Ἕ­νας μο­να­χός πού δέν προ­σευ­χό­ταν γιά τούς εὐ­ερ­γέ­τες του, ὅ­ταν ἐ­κοι­μή­θη πῆ­γε νά πε­ρά­ση ἡ ψυ­χή του τά τε­λώ­νια. Ὅ­μως αὐ­τά πού εἶ­χε κερ­δί­σει ἀ­πό τά κα­λά του ἔρ­γα, ὁ φύ­λα­κας Ἄγ­γε­λός του τά μοί­ρα­σε στούς εὐ­ερ­γέ­τες του γιά νά ξε­πλη­ρώ­ση, καί ἔτσι δέν κα­τώρ­θω­σε νά πε­ρά­ση τά τε­λώ­νια. Τό­τε ὁ Ἄγ­γε­λος τοῦ εἶ­πε νά ἐ­πι­στρέ­ψη στό σῶ­μα του καί μέ­χρι τό τέ­λος τῆς ζω­ῆς του ἔ­κλαι­γε καί ἔ­δι­νε ἐ­λε­η­μο­σύ­νη». 

«Χω­ρίς νά  κά­νου­με τόν  κα­νό­να  μας δέν  μπο­ροῦ­με νά εἴ­μα­στε μο­να­χοί. Ὅ­ταν ἦρ­θα τό 1924 στό Ἅ­γιον Ὄ­ρος, στό Κα­ρα­κάλ­λου σ᾿ ἕ­να τοῖ­χο εἶ­χε  τήν ἑ­ξῆς δι­ή­γη­ση: “Δύ­ο κα­λοί ἱ­ε­ρο­μό­να­χοι στά Ἱ­ε­ρο­σό­λυ­μα βο­η­θοῦ­σαν καί ὠ­φε­λοῦ­σαν πο­λύ κό­σμο, ἀλ­λά πολ­λές φο­ρές ἄ­φη­ναν τόν κα­νό­να τους. Ὅ­ταν τούς ἔ­κα­ναν τήν ἀ­να­κο­μι­δή, βρέ­θη­καν ἄ­λυω­τοι. Τό­τε ὁ Πα­τριά­ρχης ἔ­δω­σε ἐν­το­λή σέ ὅ­λους τούς μο­να­χούς νά κά­νουν ἀ­γρυ­πνί­α γι᾿ αὐ­τούς. Σ᾿ ἕ­ναν ἀ­να­χω­ρη­τή ἐμ­φα­νί­στη­κε Ἄγ­γε­λος καί εἶ­πε ὅ­τι αὐ­τοί οἱ δύ­ο εἶ­ναι κα­λοί, ἀλ­λά δέν ἔ­λυ­ω­σαν, για­τί ἄ­φη­ναν τόν κα­νό­να τους. Ὁ Ἄγ­γε­λος εἶ­πε νά κά­νουν οἱ μο­να­χοί τῆς πε­ρι­ο­χῆς τόν κα­νό­να τῶν δύ­ο ἱ­ε­ρο­μο­νά­χων γιά ἕ­να χρό­νο. Ὅ­ταν ἔ­πει­τα ἔ­κα­ναν τήν ἀ­να­κο­μι­δή, εἶ­χαν λυ­ώ­σει”». 

«Πα­λαι­ά στό Ἅ­γιον Ὄ­ρος, γιά νά γί­νη κα­νείς μο­να­χός, ἔ­πρε­πε νά μά­θη τούς Χαι­ρε­τι­σμούς ἀπ᾿ ἔξω». 

«Ἄν στήν προ­σπά­θεια γιά νο­ε­ρά προ­σευ­χή ἐμ­φα­νι­στοῦν πό­νοι στήν καρ­διά σω­μα­τι­κοί καί ὄ­χι πνευ­μα­τι­κοί, αὐ­τοί πού λέ­νε οἱ Πα­τέ­ρες, τό­τε μπο­ρεῖ νά εἶ­ναι κρύ­ω­μα ἤ τά νεῦ­ρα. Πάν­τως μήν ἀ­φή­σης τήν εὐ­χή καί νά σταυ­ρώ­νης τήν καρ­διά μέ λά­δι ἀ­πό τό καν­τή­λι τοῦ Ἁ­γί­ου τῆς Μο­νῆς». 

«Ἄν στόν κα­νό­να σοῦ ἔρ­θη κα­τά­νυ­ξη καί κα­τάστα­ση κα­λή, ἀκόμη καί ἄν τε­λει­ώ­σης τά κομ­πο­σχο­ί­νια, μή στα­μα­τή­σης τήν εὐ­χή μέ­χρι νά φύ­γη ἀ­πό μό­νη της αὐ­τή ἡ κα­τά­στα­ση». 

«Νά μή λές τήν εὐ­χή μέ βε­βι­α­σμέ­νη ἐ­σω­τε­ρι­κή κα­τά­στα­ση, ἀλ­λά ὁ νοῦς σου νά εἶ­ναι συγ­κεν­τρω­μέ­νος στήν εὐ­χή. Τήν αἴ­σθη­ση τῆς με­τα­νοί­ας καί τήν κα­τά­νυ­ξη νά τίς πε­ρι­μέ­νης ἀ­πό τόν Κύ­ριο». 

«Ὅ­ταν φι­λο­ξε­νῆ­σαι μα­ζί μέ ἄλ­λους στό ἴ­διο δω­μά­τιο  καί δέν μπο­ρῆς νά κά­νης τόν κα­νό­να σου,  πρέ­πει νά τόν κά­νης τήν ἄλ­λη μέ­ρα. Κα­λά εἶ­ναι νά ἔ­χης κά­νει με­ρι­κούς κα­νό­νες ἀ­πό πρίν, καί ὅ­ταν δέν μπο­ρῆς νά κά­νης κα­νό­να, νά τόν ἔ­χης ἐ­ξα­σφαλι­σμέ­νον ἀ­πό πρίν». 

«Οἱ Πα­λαι­οί πα­τέ­ρες ἔ­λε­γαν: “Ὅ­ταν πᾶς κά­που καί σέ φι­λο­ξε­νή­σουν, ὕ­στε­ρα, ὅ­ταν φύ­γης, ἀ­κό­μη καί στόν δρό­μο, κά­νε ἕ­να κομ­πο­σχο­ί­νι γι᾿ αὐ­τούς, για­τί ἔ­κα­ναν κό­πο· καί ἄν δέν προ­σευ­χη­θῆς γι᾿ αὐ­τούς μέ­νεις μέ χρέ­ος. Πάν­το­τε νά εὐ­χα­ρι­στῆς ἐ­κεί­νους πού σέ φι­λο­ξέ­νη­σαν, καί νά προ­σεύ­χε­σαι γι᾿  αὐ­τούς”». 

«Ἐ­δῶ δέν ἤρ­θα­με νά κά­νου­με κα­λά ἔρ­γα, ἀλ­λά νά κά­νου­με ὑ­πα­κοή». 

«Πρῶ­τα ἀ­πό ὅ­λα νά προ­σπα­θῆς νά ἀ­πο­κτή­σης τα­πει­νο­φρο­σύ­νη. Ἄν κά­ποι­ος σοῦ πῆ κά­τι, ἐ­σύ πές “Ὤ, μό­νο αὐ­τό; Ἐ­γώ εἶ­μαι πο­λύ πιό ἁ­μαρ­τω­λός, εἶ­μαι καί τέ­τοι­ος καί τέ­τοι­ος”. Ὅ­ταν ἀ­πο­κτή­σης τα­πει­νο­φρο­σύ­νη, τό­τε ἀ­πό τίς βρι­σι­ές θά αἰ­σθά­νε­σαι χα­ρά. Ὅ­ταν ἔ­χης τα­πεί­νω­ση, τό­τε ὁ Θε­ός δί­δει τήν χά­ρι Του. Στήν καρ­διά ἔρ­χε­ται οὐ­ρά­νια χα­ρά. Τό­τε ὁ Κύ­ριος βο­η­θᾶ σέ ὅ­λα». 

«Ἄν ἔ­χης ἐ­νυ­πνια­σμό τήν Κυ­ρια­κή, ἀν­τί πε­νῆν­τα με­τά­νοι­ες με­γά­λες, νά κά­νης ἑ­κα­τό μι­κρές με­τά­νοι­ες. Δέν εἶ­ναι ἁ­μαρ­τί­α νά κά­νης με­γά­λες με­τά­νοι­ες τήν Κυ­ρια­κή, ἀλ­λά οἱ Πα­τέ­ρες μας ἔ­κρι­ναν ἔ­τσι πρός δό­ξαν Θε­οῦ. Ἀλ­λά ἄν κά­ποι­α φο­ρά αἰ­σθά­νε­σαι με­τά­νοι­α καί ἡ ψυ­χή σου θέ­λη νά γο­να­τί­ση, τό­τε μπο­ρεῖς καί δέν εἶ­ναι ἁ­μαρ­τί­α». 

«Ὅ­ταν στήν τρά­πε­ζα ἔ­χη πολ­λά φα­γη­τά, κα­λύ­τε­ρα νά δο­κι­μά­σης λί­γο ἀπ᾿ ὅ­λα καί νά μή χορ­τά­σης ἐν­τε­λῶς. Ἄν δέν τρῶς με­ρι­κά φα­γη­τά, τό­τε θά ὑ­πε­ρη­φα­νευ­τῆς, χω­ρίς νά τό κα­τα­λά­βης». 

«Γιά νά θυ­μᾶ­μαι αὐ­τά πού δι­ά­βα­σα σέ κά­ποι­ο βι­βλί­ο, ὅ­ταν ξα­πλώ­νω νά κοι­μη­θῶ, προ­σπα­θῶ νά θυ­μη­θῶ τί δι­ά­βα­σα». 

«Γιά νά ἀ­πο­φύ­γης τόν με­τε­ω­ρι­σμό, ἄν ἔ­χης νά κά­νης πολ­λά πράγ­μα­τα, ἐκ τῶν προ­τέ­ρων νά ὁ­ρί­ζης (νά προ­γραμ­μα­τί­ζης)· τώ­ρα θά κά­νω μία ὥ­ρα αὐ­τά, με­τά δύ­ο ὧ­ρες τό ἄλ­λο κ.ο.κ.». 

«Κα­λύ­τε­ρα νά ξε­κου­ρά­ζε­σαι καί τή νύ­χτα καί τήν ἡ­μέ­ρα. Ἀ­κό­μη καί πέν­τε ὧ­ρες ἄν κοι­μη­θῆς τή νύχτα, τό  σῶ­μα πά­λι  θέ­λει ξε­κού­ρα­ση. Γι᾿ αὐ­τό τή νύ­χτα νά κοι­μᾶ­σαι τρι­σή­μι­σι–τέσ­σε­ρις ὧ­ρες καί τήν ἡ­μέ­ρα νά βρῆς μί­α ὥ­ρα ἤ τοὐ­λά­χι­στον σα­ράντα­–πε­νῆν­τα λε­πτά λί­γο νά ξε­κου­ρα­στῆ τό σῶ­μα». 

«Ὅ­ταν προ­σευ­χώ­μα­στε γιά τούς ἄλ­λους, δεί­χνου­με ἀ­γά­πη. Καί “­ὁ Θε­ός ἀ­γά­πη ἐ­στί”. Ἅ­μα βλέ­πη ὅ­τι ἐ­γώ προ­σεύ­χο­μαι γιά σέ­να καί σύ γιά μέ­να, θά πεῖ: “Ἄς τούς βο­η­θή­σω καί τούς δύο”. Καί ὅ­ταν προ­σεύ­χε­σαι γιά τούς κε­κοι­μη­μέ­νους, πο­λύ βο­η­θᾶς τίς ψυ­χές τους. Καί ἄν κά­ποι­ος ἀ­πό αὐ­τούς ἀ­ξι­ώ­θη­κε τῆς Βα­σι­λεί­ας τῶν οὐ­ρα­νῶν, τό­τε ἡ ἀ­γά­πη σου πρός αὐ­τόν ἐ­πι­στρέ­φει πά­νω σου». 

«Ἡ ὑ­πο­μο­νή πάν­το­τε κερ­δί­ζει. Τί­πο­τε κα­λό δέν γί­νε­ται γρή­γο­ρα. Γι᾿ αὐ­τό, πάν­το­τε ὑ­πο­μο­νή». 

«Στήν Ἐκ­κλη­σί­α οἱ Πα­τέ­ρες μας ὥ­ρι­σα­ν νά καθώ­μα­στε στό Ψαλ­τή­ρι». 

«Ὅ­ταν  δέν ἔ­χης πολ­λή δου­λειά στό δι­α­κό­νη­μα,  πή­γαι­νε στό κελ­λί σου καί κά­νε ἕ­να κα­νό­να, γιά νά τόν ἔ­χης ἕ­τοι­μο, ὅ­ταν δέν θά μπο­ρεῖς ἄλ­λη μέ­ρα νά τόν κά­νης». 

«Ὁ Γέ­ρον­τάς σου πρέ­πει νά γνω­ρί­ζη τά πάν­τα γιά σέ­να καί ὅ­λα νά τά κά­νης μέ τήν εὐ­λο­γί­α του. Νά ἔ­χης ὑ­πα­κο­ή σέ ὅ­λους. Τούς νε­ώ­τε­ρους μο­να­χούς νά τούς βλέ­πης σάν δε­κα­πέν­τε χρό­νια πα­λαι­ό­τε­ρους ἀ­πό σέ­να. Ἄν σοῦ ποῦ­νε νά κά­νης κά­ποι­α δου­λειά τήν ὥ­ρα τῆς θεί­ας Λει­τουρ­γί­ας, νά μήν  ἀν­τι­λο­γή­σης.  Θά  πᾶς  καί  θά  λές  τήν  εὐ­χή  (ὁ μονα­χός πάν­το­τε πρέ­πει νά τήν λέ­η), καί νά ξέ­ρης ὅ­τι Ἄγ­γε­λος Θε­οῦ θά σέ γρά­ψει πρῶ­τον στήν Λει­τουρ­γί­α. Ἔ­τσι θά φυ­λά­ξεις καί τήν ἐ­σω­τε­ρι­κή σου εἰ­ρή­νη καί τήν εἰ­ρή­νη τῶν ἄλ­λων. Δέν πρέ­πει νά γί­νων­ται σκάν­δα­λα». 

«Πε­ρισ­σό­τε­ρο μᾶς ἐμ­πο­δί­ζουν δύ­ο πράγ­μα­τα: Τό “ἐ­γώ” καί τό “για­τί”. Ὅ­ταν τά ἔ­χουμε αὐ­τά,   τό­τε ἡ προ­σευ­χή μας εἶ­ναι ἄ­καρ­πη καί εἰ­ρή­νη δέν ἔχου­με. Κά­νε ὅ,τι σοῦ ποῦ­νε. Αὐ­τός πού δι­α­τά­ζει ἔ­χει καί τήν εὐ­θύ­νη· ἐνῶ ἐ­σύ θά ἀ­πο­κτή­σεις εἰ­ρή­νη καί οὐ­ρά­νια στε­φά­νια, ἄν σέ μα­λώ­νουν ἄ­δι­κα». 

«Ἄν σέ πο­λε­μοῦν λο­γι­σμοί ἐκ­δι­κή­σε­ως γιά κά­ποι­ον ἀ­δελ­φό, νά προ­σευ­χη­θῆς γι᾿ αὐ­τόν, νά κά­νης με­ρι­κές με­τά­νοι­ες γι᾿ αὐ­τόν καί νά εὔ­χε­σαι ὁ Θε­ός νά τοῦ δί­νη μα­κρο­ζω­ΐ­α καί ὑ­γεί­α». 

«Ἄν ἔ­χης ἀ­νάγ­κη νά φᾶς ἐ­κτός τρα­πέ­ζης, πάν­το­τε νά λές σέ κά­ποι­ον ἀ­δελ­φό: “Εὐ­λο­γεῖ­τε”. Ὅ­ταν αὐ­τός ἀ­παν­τή­ση “­ὁ Κύ­ριος”, τό­τε τό φα­γη­τό δέν βλά­πτει. Ἄν δέν τό κά­νης αὐ­τό, τό­τε μπαί­νει ὁ δι­ά­βο­λος ἐξ αἰ­τί­ας τῆς λα­θρο­φα­γί­ας. Ἀ­πό ἐ­κεῖ ἔρ­χον­ται καί κα­κοί λο­γι­σμοί γιά τούς ἀ­δελ­φούς». 

«Πάν­το­τε ἔ­χεις χρέ­ος νά προ­σεύ­χε­σαι γιά τούς  πα­τέ­ρες τῆς Μο­νῆς· κά­θε μέ­ρα ἀ­πό ἕ­να κομ­πο­σχο­ί­νι». 

«Νά μή φύ­γης ἀ­πό τό Μο­να­στή­ρι σου. Με­τά ἀπό χρό­νια θά λές: “Κα­λά πού δέν ἔ­φυ­γα καί ἔ­μει­να στήν με­τά­νοι­ά μου”».  

«Ὅ­ταν κα­τα­κρί­νης, νά ξέ­ρης ὅ­τι θά σοῦ ἔρ­θει δι­πλά­σιος σαρ­κι­κός πό­λε­μος. Καί ἔ­τσι μᾶς πο­λε­μᾶ σαρ­κι­κά, ἀλ­λά μέ­σα ἀ­πό τήν κα­τά­κρι­ση ἔρ­χε­ται δι­πλά­σιο. Δέν ἔ­χου­με καμ­μία ὠ­φέ­λεια ἀ­πό τήν κα­τά­κρι­ση». 

«Τό ρα­κί δέν ἀ­πα­γο­ρεύ­ε­ται. Με­τά ἀ­πό με­γά­λη σω­μα­τι­κή κού­ρα­ση ἤ με­τά ἀ­πό πο­λύ δρό­μο, μπο­ρεῖ νά πά­ρης λί­γο καί κά­νει κα­λό στό σῶ­μα». 

«Ὅ­ταν  κά­θε­σαι στήν ἀ­κο­λου­θί­α καί βλέ­πης ὅ­τι  νυ­στά­ζεις, σή­κω. Δέν εἶ­ναι ἁ­μαρ­τί­α νά κά­θε­σαι  γι᾿ αὐ­τό οἱ Πα­τέ­ρες ἔ­βα­λαν στα­σί­δια στήν Ἐκ­κλη­σί­α , ἀλ­λά εἶ­ναι ἁ­μαρ­τί­α νά κοι­μᾶ­σαι. Γι᾿ αὐ­τό νά κά­θε­σαι, νά ση­κώ­νε­σαι, ἀλ­λά νά μέ­νης ξύ­πνιος καί ν᾿ ἀκοῦς αὐ­τά πού δι­α­βά­ζον­ται σάν νά τά δι­α­βά­ζης ὁ ἴ­διος». 

«Ἄν ὁ νοῦς σου εἶ­ναι κου­ρα­σμέ­νος, μπο­ρεῖς νά ἀν­τι­κα­τα­στή­σης αὐ­τά πού δι­α­βά­ζεις, στό κελ­λί σου μέ κομ­πο­σχο­ί­νι. Ἡ πα­ρά­κλη­ση τῆς Πα­να­γί­ας ἕ­να τρι­α­κο­σά­ρι, οἱ Χαι­ρε­τι­σμοί ἕ­να τρι­α­κο­σά­ρι, Τό κά­θι­σμα τοῦ Ψαλ­τη­ρί­ου ἕ­να τρι­α­κο­σά­ρι, ὁ κα­νό­νας τοῦ φύ­λα­κα Ἀγ­γέ­λου ἕ­να τρι­α­κο­σά­ρι, ὁ κα­νό­νας τοῦ Ἁγί­ου τῆς Μο­νῆς ἕ­να τρι­α­κο­σά­ρι. Ἄν θέ­λης νά κοι­νω­νή­σης καί δέν ἔ­χης μα­ζί σου τήν ἀ­κο­λου­θί­α τῆς θεί­ας Με­τα­λή­ψε­ως, νά κά­νης δέ­κα κομ­πο­σχοί­νια ἑ­κα­το­στά­ρια. Ἀλ­λά εἶ­ναι κα­λύ­τε­ρα νά δι­α­βά­ζης τίς εὐ­χές». 

«Ὅ­ταν ση­κω­θῆς ἀ­πό τόν ὕ­πνο, πρῶ­τα ἀπ᾿ ὅλα νά κά­νης τρεῖς με­τά­νοι­ες στόν Κύ­ριο. Με­τά μπο­ρεῖς νά πλυ­θῆς κ.λπ.». 

«Πρό­σε­ξε νά πᾶς στήν ἀ­κο­λου­θί­α πρίν ἀρ­χί­ση, για­τί Ἄγ­γε­λος Κυ­ρί­ου γρά­φει ποι­ός εἶ­ναι ἐ­κεῖ ἀ­πό τήν ἀρ­χή. Ὅ­ταν ἀρ­γοῦ­με, ζη­μι­ω­νό­μα­στε». 

«Μέ­σα στήν ἀ­κο­λου­θί­α, πό­τε ν᾿ ἀ­κοῦς τήν ἀ­νά­γνω­ση, πό­τε νά λές τήν εὐ­χή. Τό πιό σπου­δαῖ­ο εἶ­ναι ἡ ἀ­κο­λου­θί­α. Ἀλ­λά ὅ­ταν κου­ρα­στῆ ὁ νοῦς στό ν᾿ ἀ­κού­η, τό­τε λέ­γε τήν εὐ­χή. Ὅ­ταν προ­σέ­χου­με τά τρο­πά­ρια, τό­τε δέν μᾶς πιά­νει ὕ­πνος». 

«Μήν ἀ­φή­νης τόν ἀ­γῶ­να σου. Πρέ­πει κά­τι νά κά­νης, νά ἀ­γω­νί­ζε­σαι. Ὅ­λοι ἤρ­θα­με στό Ἅ­γιον Ὄ­ρος κά­τι νά κά­νου­με. Ὅ­σο πε­ρισ­σό­τε­ρο κό­πο κά­νου­με, τό­σο πιό πο­λύ μι­σθό θά ἔ­χου­με». 

«Ἄν με­τά τήν ἐ­ξο­μο­λό­γη­ση καί πρίν ἀπό τήν θεί­α Κοι­νω­νί­α σοῦ συμ­βῆ κά­τι καί δέν εἶ­ναι σο­βα­ρό, κά­νε τόν σταυ­ρό σου καί πές: “Θε­έ μου, συγ­χώ­ρη­σόν με­”, καί κοι­νώ­νη­σε». 

«Πο­τέ νά μήν κα­τη­γο­ρῆς τό Μο­να­στή­ρι σου μπρο­στά σέ ξέ­νους καί ἰ­δι­αί­τε­ρα μπρο­στά σέ κο­σμι­κούς». 

«Πρίν κοι­νω­νή­σης, τήν προ­η­γού­με­νη ἡ­μέ­ρα νά μήν τρῶς ἐ­λι­ές. Ἐ­μεῖς πα­λαι­ό­τε­ρα τρώ­γα­με μό­νο μία φο­ρά τό βρά­δυ λί­γο ψω­μί μέ τσά­ϊ. Ἄν ἔ­χης πλη­γές καί τρέ­χει αἷ­μα, νά μήν κοι­νω­νᾶς, ἤ σκέ­πα­σε τίς πλη­γές, ὥ­στε νά μήν τρέ­χουν τοὐ­λά­χι­στον γιά ἕ­να εἰ­κο­σι­τε­τρά­ω­ρο». 

«Ὅ­ταν κά­νης κομ­πο­σχο­ί­νια πε­ρισ­σό­τε­ρα ἀπ᾿ αὐ­τά πού ἔ­χεις χρέ­ος, τά πα­ρα­πα­νί­σια μήν τά με­τρᾶς». 

«Ὅ­ταν σέ κά­νουν μο­να­χό, γιά ὀ­χτώ μέ­ρες νά   μήν βγά­λης τόν μαν­δύ­α κα­θό­λου. Καί ἄν μπο­ρῆς, αὐ­τές τίς μέ­ρες νά μήν κοι­μᾶ­σαι στό κρεβ­βά­τι, ἀλ­λά σ᾿ ἕ­να σκα­μνά­κι». 

«Ὅ­ταν δέν θά μπο­ρῶ νά πη­γαί­νω στήν ἀ­κο­λου­θί­α, νά ξέ­ρε­τε ὅ­τι πλη­σιά­ζει ὁ θά­να­τός μου».  (Ὅ­πως καί συ­νέ­βη). 

 

Διαβάστε ΕΔΩ τα προηγούμενα σχετικά άρθρα 

Related reading

Αποφθέγματα από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση · E.Ro.