ON AIR — ERO — RadioFrequency
Enomeni RomiosiniEnomeni RomiosiniCENTER FOR UNITY AND STUDY -
PROMOTING OUR VALUES
IMPORTANT
Ο Άγιος Παΐσιος μας είχε προειδοποιήσει για την εγκληματικότητα των νέων!Μητροπολίτης Κισάμου και Σελίνου: «Ευθαρσώς δηλώνουμε την άρνηση αποδοχής ενός ηλεκτρονικού μέσου, το οποίο φαλκιδεύει την ελευθερία του προσώπου»Utopia: Το ζοφερό μας μέλλον! – Δείτε τη βραβευμένη μικρού μήκους ταινία του Ελληνοαυστραλού σκηνοθέτη Κώστα Νίκα με θέμα την κατάργηση των μετρητών και την ηλεκτρονική φυλακήH AI «μπορεί να μας σκοτώσει όλους έως το τέλος της δεκαετίας» – Οι προειδοποιήσεις ειδικών και τα σενάρια απώλειας ελέγχουΜετρητά, ζήτημα Προσωπικής Ελευθερίας – Ολοένα και περισσότερες χώρες ανακαλούν την κατάργησή τους!Κρατικό CREDIT SCORE : Μια δύσκολη οικονομική περίοδος δεν σε κάνει λιγότερο αξιόπιστο άνθρωπο15η ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΣΥΝΑΞΗ ΝΕΟΤΗΤΟΣ – 25/4/2026Ο Άγιος Παΐσιος μας είχε προειδοποιήσει για την εγκληματικότητα των νέων!Μητροπολίτης Κισάμου και Σελίνου: «Ευθαρσώς δηλώνουμε την άρνηση αποδοχής ενός ηλεκτρονικού μέσου, το οποίο φαλκιδεύει την ελευθερία του προσώπου»Utopia: Το ζοφερό μας μέλλον! – Δείτε τη βραβευμένη μικρού μήκους ταινία του Ελληνοαυστραλού σκηνοθέτη Κώστα Νίκα με θέμα την κατάργηση των μετρητών και την ηλεκτρονική φυλακήH AI «μπορεί να μας σκοτώσει όλους έως το τέλος της δεκαετίας» – Οι προειδοποιήσεις ειδικών και τα σενάρια απώλειας ελέγχουΜετρητά, ζήτημα Προσωπικής Ελευθερίας – Ολοένα και περισσότερες χώρες ανακαλούν την κατάργησή τους!Κρατικό CREDIT SCORE : Μια δύσκολη οικονομική περίοδος δεν σε κάνει λιγότερο αξιόπιστο άνθρωπο15η ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΣΥΝΑΞΗ ΝΕΟΤΗΤΟΣ – 25/4/2026

Περιστατικά από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση – Ο ἐ­νά­ρε­τος Ἡ­γού­με­νος τοῦ Γρη­γο­ρί­ου Ἀ­θα­νά­σιος

28 December 2023 · 6 min read

Ο ἐ­νά­ρε­τος Ἡ­γού­με­νος τοῦ Γρη­γο­ρί­ου Ἀ­θα­νά­σιος εἶ­χε δεῖ στόν ὕ­πνο του ἕ­ναν ἱ­ε­ρο­μό­να­χο κε­κοι­μημέ­νο καί τόν ρώ­τη­σε:  

–Τί κά­νεις, παι­δί μου; Πῶς πέ­ρα­σες στήν ἐ­ξέ­τα­ση;  

–Γέροντα, ἀ­πάν­τη­σε ἐ­κεῖ­νος, ὡς πρός τά κα­λο­γε­ρι­κά κα­θή­κον­τα πῆ­γα κα­λά. Ὁ Δε­σπό­της Χρι­στός ἦ­ταν ἐ­πι­ει­κής μα­ζί μου. Ὡς πρός τά τῆς ἱ­ε­ρω­σύ­νης δυ­σκο­λε­ύ­τη­κα πο­λύ, δι­ό­τι ὁ Δε­σπό­της Χρι­στός μοῦ ἔ­κα­νε λε­πτο­με­ρῆ καί ἀ­συγ­κα­τά­βα­τη ἐ­ξέ­τα­ση.  

Κάποια φο­ρά ἄ­κου­σαν δυ­να­τές φω­νές. Βγῆ­καν ἔ­ξω καί εἶ­δαν στόν κά­τω ὄ­ρο­φο κά­ποι­ον μο­να­χό νά φω­νά­ζη καί νά δι­α­μαρ­τύ­ρε­ται, ἐ­πει­δή ὁ Γέροντας εἶ­χε κρε­μά­σει λί­γα ροῦ­χα πλυ­μέ­να καί ἔ­στα­ζαν στόν ὄ­ρο­φό του. Ὁ Ἡ­γο­ύ­με­νος δέν μί­λη­σε μό­νο εἶ­πε σι­γα­νά στόν ἑαυτό του: «Θά σέ κα­νο­νί­σω», καί ἔ­κο­ψε τό σχοι­νί πού εἶ­χε ἁ­πλω­μέ­να τά ροῦ­χα του, γιά νά μήν ἁ­πλώ­ση ἄλ­λη φο­ρά τά ροῦ­χα του ἐ­κεῖ. Κανόνισε, τιμώρησε, δηλαδή τόν ἑαυτό του. 

Ὁ γε­ρω–Ἐ­φρα­ίμ πή­γαι­νε τα­κτι­κά στό κελ­λί τοῦ Ἡ­γου­μέ­νου καί ἐ­ξω­μο­λο­γεῖ­το κα­θα­ρά το­ύς λο­γι­σμο­ύς του. Ὁ Ἡ­γο­ύ­με­νος τοῦ εἶ­πε κά­πο­τε: «Ἐ­σύ θά σω­θῆς, ἐ­πει­δή ἐ­ξο­μο­λο­γεῖ­σαι τα­κτι­κά». 

Συμ­βο­ύ­λευ­ε: «Νά κά­νε­τε τόν κα­νό­να σας γιά νά μήν τόν κά­νε­τε στό κρεβ­βά­τι ἄρ­ρω­στοι». Ὁ ἴ­διος ὅ­ταν ἦ­ταν νέ­ος ἔ­κα­νε δι­πλό κα­νό­να, γιά νά τόν ἔ­χη ὅ­ταν λό­γῳ γή­ρα­τος δέν θά μπο­ροῦσε νά τόν κά­νη. 

Ὁ π. Δι­ο­νύ­σιος Σι­ω­νί­δης, για­τρός ἀ­πό τήν  Θεσ­σα­λο­νί­κη, εἶ­χε ἐ­πι­σκε­φθῆ τήν Μο­νή Γρη­γο­ρί­ου ὡς σπου­δα­στής καί πα­ρε­κά­λε­σε τόν πα­πα–Ἀ­θα­νά­σιο νά τοῦ πῆ λό­γους πνευ­μα­τι­κο­ύς, δι­ό­τι ἴσως νά μήν τόν ἔβλεπε ἄλ­λη φο­ρά. Καί ὁ Ἡ­γο­ύ­με­νος τοῦ ἀ­πάν­τη­σε: «Παι­δί μου, εἶ­ναι ἀ­λή­θεια ὅ­τι ἄλ­λη φο­ρά δέν θά μέ ξα­να­δῆς. Τώρα ὅ­μως εἴ­μα­στε κου­ρα­σμέ­νοι με­τά ἀ­πό τήν ἀ­γρυ­πνί­α. Θά σοῦ πῶ μό­νο δύ­ο λό­για. Κάνε τίς ἐν­το­λές τοῦ Χρι­στοῦ· ἄν τίς κά­νης θά εἴ­μα­στε μα­ζί στόν Πα­ρά­δει­σο καί θά τά λέ­με ξε­κο­ύ­ρα­στα. Καί νά ἔρ­χε­σαι τα­κτι­κά στό Ἅ­γιον Ὄ­ρος». Τόν ἄλ­λο χρό­νο πού ἦρ­θε πά­λι ὁ π. Δι­ο­νύ­σιος, δέν βρῆ­κε τόν Ἡ­γο­ύ­με­νο, δι­ό­τι εἶ­χε κοι­μη­θῆ.  

Εἶ­χε ὁ­σια­κό τέ­λος. Τά Χριστούγεννα τοῦ 1953 προ­γνώ­ρι­σε τήν κο­ί­μη­σή του καί εἶ­πε στο­ύς πα­τέ­ρες «σέ τρεῖς μέ­ρες θά φύ­γω­». Πέ­ρα­σαν ὅ­λοι οἱ πα­τέ­ρες, ζή­τη­σαν συγ­χώ­ρε­ση, ζή­τη­σε καί ὁ ἴ­διος ἀ­πό αὐ­το­ύς καί τήν τρί­τη ἡ­μέ­ρα, τήν ὥ­ρα πού ἔ­λε­γαν το­ύς χαι­ρε­τι­σμο­ύς τῆς Πα­να­γί­ας, πα­ρέ­δω­σε τήν ἁ­γι­α­σμέ­νη ψυ­χή του εἰς χεῖ­ρας Θε­οῦ, στίς 28–12–1953, σέ ἡ­λι­κί­α 80 ἐ­τῶν. 

Ὁ Κα­θη­γο­ύ­με­νος Βησ­σα­ρί­ων στό Μο­να­χο­λό­γιο τῆς Μο­νῆς ση­με­ί­ω­σε τά ἑ­ξῆς: «Πα­ρε­στά­θην κα­τά τάς τε­λευ­τα­ί­ας στιγ­μάς τοῦ Ἡ­γου­μέ­νου Ἀ­θα­να­σί­ου εἰς τήν ἐ­πι­θα­νά­τι­όν του κλί­νην. Ὁ θά­να­τός του ἀ­πει­κό­νι­σεν ἐν τῷ συ­νό­λῳ τόν ὕ­πνον τῶν δι­κα­ί­ων καί ἡ πρό­γνω­σις τοῦ θα­νά­του του διά τῆς αἰ­τή­σε­ώς του πρός Με­τά­λη­ψιν τῶν Ἀ­χράν­των Μυ­στη­ρί­ων ὑ­πεν­θύ­μι­σεν το­ύς ὁ­σί­ους ἀ­σκη­τάς, οἵ­τι­νες εἰ­δο­ποι­οῦν­το πρός τοῦ­το ὑ­πό θε­ί­ου Ἀγ­γέ­λου. Πρό τε­τρα­η­μέ­ρου ἀ­πό τοῦ θα­νά­του του τόν ἠ­ρώ­τη­σα ἰ­δι­αι­τέ­ρως ἐ­άν τοῦ ἀ­πε­κα­λύ­φθη τι ἀ­πό Θε­οῦ καί μοι ἀ­πήν­τη­σεν ὅ­τι εἶ­δε με­γά­λα μυ­στή­ρια, ὧν τήν λε­πτο­μέ­ρειαν δέν ἠ­δυ­νή­θη νά μοι δι­η­γη­θῆ ὡς μοι ὑ­πε­σχέ­θη. Ἐ­πί ἔ­τη ἐ­ξυ­πη­ρε­τή­σας τήν Μο­νήν ὡς ἱ­ε­ρο­διά­­κο­νος, Ἱ­ε­ρε­ύς καί Βη­μα­τά­ρης, καί ἐ­πί δε­κα­τρι­ε­τί­αν ποι­μά­νας αὐ­τήν ὡς Κα­θη­γο­ύ­με­νος ἦ­το τό ζῶν πα­ρά­δειγ­μα τῆς ὑ­πο­μο­νῆς, πρα­ό­τη­τος καί εὐ­σε­βε­ί­ας. Βλέ­πων δέ τις τήν αἰ­δέ­σι­μον φυ­σι­ο­γνω­μί­αν του, ἐ­νό­μι­ζεν ὅ­τι εὑ­ρί­σκε­ται πρό τῶν πα­λαι­ῶν Ἀβ­βά­δων τῆς ἐ­ρή­μου. Οὐ­δέ­πο­τε κα­τέ­κρι­νέ τι­να τῶν ἀ­δελ­φῶν, οὐ­δέ πα­ρε­πο­νέ­θη δι᾿ ὁ­,τι­δή­πο­τε τοῦ ἔ­κα­μαν οἱ ἄλ­λοι εἰς οἱ­αν­δή­πο­τε ἐ­πο­χήν καί πρό πάν­των κα­τά τήν πε­ρί­ο­δον τῆς ποι­μαν­το­ρί­ας του. Αἰ­ω­νί­α του ἡ μνή­μη».  

 

Κάποτε ὁ γε­ρω–Ἀν­δρέ­ας εἶ­δε στόν ὕ­πνο του τόν γε­ρω–Ἰ­ω­αν­νί­κιο ἤδη κεκοιμημένον καί τόν ρώ­τη­σε πῶς εἶ­ναι.  

–Κα­λά εἶ­μαι, γε­ρω–Ἀν­δρέ­α, ἀ­πάν­τη­σε. Ἐ­κεῖ πού   εἶ­μαι κρα­τά­ω μί­α λαμ­πά­δα, περ­νά­ει ἡ Πα­να­γί­α,     τήν βλέ­πω καί χα­ί­ρο­μαι.  

–Ὁ Γέροντάς μας ὁ πα­πα–Θα­νά­σης ποῦ εἶ­ναι;  

–Αὐ­τός εἶ­ναι μπρο­στά μέ το­ύς με­γά­λους.  

 

Στήν συ­νέ­χεια πα­ρα­τί­θεν­ται κά­ποι­α ἀ­πο­σπά­σμα­τα ἀ­πό χει­ρό­γρα­φο βι­βλί­ο τοῦ Ἡ­γου­μέ­νου:  

«Ἀ­γά­πα πρῶ­τα τόν Θε­όν, ὕ­στε­ρα το­ύς γο­νεῖς σου. Βα­σί­λευ­ε στά πά­θη σου ἐφ᾿ ὅ­ρου ζω­ῆς σου». 

«Ὅ­ποι­ος εἶ­ναι τα­πει­νός, αὐ­τός ὑ­ψοῦ­ται πα­ρά Θε­οῦ καί ἐν τῇ πα­ρο­ύ­σῃ ζω­ῇ, δι­ό­τι λαμ­βά­νει ἔ­νοι­κον εἰς τήν ψυ­χήν του τήν τοῦ Θε­οῦ χά­ριν, δι­ό­τι γί­νε­ται ὑ­ψη­λότε­ρος ἀ­πό τά πά­θη καί ἀ­πό τάς πα­γί­δας τοῦ δι­α­βό­λου, δι­ό­τι ζῆ μί­αν ζω­ήν ἀ­να­παυ­μέ­νην καί ἄ­πτω­τον, φθά­σας εἰς μα­κα­ρί­αν ἀ­νά­παυ­σιν». 

«Ὁ ἔ­χων τήν ἀ­γά­πην πο­τέ δέν πι­κρα­ί­νει, δέν δυ­σα­ρε­στεῖ τόν ἄλ­λον τόν μι­κρό­τε­ρον, ἀλ­λά τόν πε­ρι­βάλ­λει μέ ἀ­γά­πην ὡς ἀ­δελ­φόν. Ὅ­ταν πι­κρα­ί­νε­ται ὁ ἄλ­λος καί ἀ­να­στε­νά­ζη, το­ύς στε­ναγ­μο­ύς του το­ύς με­τα­βι­βά­ζει εἰς τόν Θε­όν ὁ Ἄγ­γε­λός του. Ὁ ἔ­χων τήν ἀ­γά­πην δέν ἀ­νέ­χε­ται ἄλ­λος ἐξ αἰ­τί­ας του νά λυ­πῆ­ται, νά δυ­σα­ρε­στη­θῆ. Καί ἄν τύ­χη πο­τέ νά πι­κρά­νη κα­νέ­ναν, σπε­ύ­δει νά ζη­τή­ση συγ­χώ­ρη­σιν καί νά συμ­φι­λι­ω­θῆ. Ὁ ἔ­χων τήν ἀ­γά­πην εἶ­ναι εὐ­γε­νής, φέ­ρε­ται μέ κα­λόν καί ἤ­πιον τρό­πον πρός πάν­τας. Αὐ­τά πρέ­πει νά κά­μουν οἱ Χρι­στια­νοί ἐ­άν θέ­λουν νά εἶ­ναι ἀ­λη­θι­νοί Χρι­στια­νοί». 

«Ὤ μο­να­χέ, εἶ­σαι χρε­ώ­στης ὡς στρα­τι­ώ­της τοῦ ἐ­που­ρα­νί­ου Βα­σι­λέ­ως νά ἀ­κο­λου­θᾶς τόν Δε­σπό­την σου, νά μι­μῆ­σαι τήν πο­λι­τε­ί­αν του. Ἐ­κεῖ­νος εἶ­ναι τα­πει­νός, ὑ­πά­κου­ος, γυ­μνός, δι­ψα­σμέ­νος, ὀ­νει­δι­σμέ­νος, μα­στι­γω­μέ­νος καί ἐ­ξου­θε­νη­μέ­νος, ὁ πά­σης τι­μῆς καί δό­ξης καί προ­σκυ­νή­σε­ως ἄ­ξιος. Καί σύ ὁ ὑ­πε­ύ­θυ­νος πά­σης κο­λά­σε­ως ζη­τεῖς τι­μήν καί δό­ξαν, ἀ­νά­ξι­ε; Μή νο­μί­ζης ὅ­τι μό­νο πώς ἔ­βα­λες τά ρά­σα ὑ­πά­γεις εἰς τόν Πα­ρά­δει­σον, αἱ πρά­ξεις σώ­ζουν τόν ἄν­θρω­πον». 

«Νά εἶ­σαι ἀρ­γός εἰς τό νά λα­λῆς καί ὀ­γλήγο­ρος εἰς τήν προ­σευ­χήν. Νά μήν ἐκ­δι­κη­θῆς ἤ μι­σή­σης ἐ­κεῖ­νον ὅ­που σέ ζη­μι­ώ­σει τί­πο­τε, νά μήν τόν κα­τα­κρί­νης, ἀλ­λά νά τόν συμ­πα­θή­σης καί νά τόν ἀ­γα­πᾶς ὡς εὐ­ερ­γέ­την σου. Νά συλ­λο­γί­ζε­σαι πάν­το­τε τάς ἐ­δι­κάς σου ἁ­μαρ­τί­ας, νά κα­τα­κρί­νης, νά ὀ­νει­δί­ζης καί νά ἐ­χθρε­ύ­ε­σαι τόν ἑ­αυ­τόν σου. Νά εἶ­σαι τα­πει­νός καί κα­θα­ρός ψυ­χῇ τε καί σώ­μα­τι ἀ­πό κά­θε μο­λυ­σμόν. Νά εἶ­σαι πρᾶ­ος, ἥ­με­ρος, εἰ­ρη­νι­κός, γλυ­κύς εἰς ὅ­λους, ἀ­γα­θός, συμ­πα­θη­τι­κός, ἐ­λε­ή­μων, ἐ­στο­λι­σμέ­νος μέ πᾶ­σαν δι­και­ο­σύ­νην καί ἀ­λή­θειαν». 

«Νά ἔ­χης τόν ἑ­αυ­τόν σου χει­ρό­τε­ρον ἀ­πό ὅ­λους το­ύς ἀν­θρώ­πους κα­θώς εἶ­σαι καί τῇ ἀ­λη­θε­ί­ᾳ. Κοντά εἰς τόν  Θε­όν πᾶ­σα ἡ σάρξ ἡ­μῶν  ὡς ρά­κος ἀ­πο­κα-­ 

θη­μέ­νης καί οὐ­δέ τά ἄ­στρα κα­θα­ρά ἐ­νώ­πιον Αὐ­τοῦ. Νά μή φαν­τά­ζε­σαι πώς ἔ­φθα­σες σέ μέ­τρα ὑ­ψη­λά, ἀλ­λά νά λέ­γῃς πάν­το­τε εἰς τόν ἑ­αυ­τόν σου: ”Ἤξευρε, τα­λα­ί­πω­ρη ψυ­χή, ὅ­τι εἰς μέν τάς ἁ­μαρ­τί­ας ὑ­πε­ρέ­βη­μεν καί το­ύς δα­ί­μο­νας· ἔρ­γον δέ κα­λόν οὐ­δέ πα­ρα­μι­κρόν ἐ­κά­μα­με πο­τέ. Ἀλ­λο­ί­μο­νον εἰς ἡ­μᾶς τί ἔ­χο­μεν νά πά­θω­μεν!”. Τοι­ου­το­τρό­πως νά ἐ­λε­ει­νο­λο­γῆς καί νά τα­λα­νί­ζης πάν­το­τε τόν ἑ­αυ­τόν σου». 

«Κροῦ­ε συ­νε­χῶς (εἰς τήν Πα­νά­μω­μον) τήν πύ­λην τῆς μη­τρι­κῆς εὐ­σπλα­χνί­ας καί φι­λαν­θρω­πί­ας αὐ­τῆς μέ το­ύς παν­το­τι­νο­ύς κτύ­πους τῶν χαι­ρε­τι­σμῶν Της καί τῶν λοι­πῶν ἐ­γκω­μι­α­στι­κῶν ὕ­μνων Της καί τό­τε μέ αὐ­το­ύς σμί­γε καί τά εὔ­λο­γά σου αἰ­τή­μα­τα καί θέ­λεις τήν εὕ­ρη ἀν­τί­λη­ψιν καί προ­στα­σί­αν ὄ­χι μό­νον εἰς τήν ζω­ήν αὐ­τήν τήν πρό­σκαι­ρον, ἀλ­λά καί εἰς τήν ὥ­ραν τοῦ θα­νά­του σου». 

«Ὤ, ἐάν ἠ­δύ­να­σο νά ἴ­δης το­ύς ἀ­μα­ράν­τους στε­φά­νους τῶν ἐν οὐ­ρα­νοῖς μα­κα­ρί­ων καί εἰς πο­ί­αν ἤ­δη ἐ­ξου­σί­αν ὑ­πε­ρυ­ψώ­θη­σαν οἱ πο­τέ κα­τα­φρο­νο­ύ­με­νοι ἐν τῷ κό­σμῳ, ἀ­νά­ξιοι καί αὐ­τῆς τῆς ζω­ῆς θε­ω­ρο­ύ­με­νοι, ἤ­θε­λες τα­πει­νω­θῆ μέ­χρις σπο­δοῦ καί ᾅ­δου καί ἤ­θε­λες προ­θύ­μως ὑ­πα­κο­ύ­η εἰς ὅ­λους μᾶλ­λον πα­ρά νά δι­α­τά­σσῃς ἕ­να. Τότε δέν ἤ­θε­λες πλέ­ον ἐ­πι­θυ­μή­σει ἡ­μέ­ρας εὐ­φρο­σύ­νης ἐν τῇ ζω­ῇ σου τα­ύ­τῃ, ἀλ­λά μᾶλ­λον ἤ­θε­λες χα­ί­ρη εἰς τάς θλί­ψεις καί ἤ­θε­λες νο­μί­ζει ὡς τό μέ­γι­στον κέρ­δος τό νά θε­ω­ρῆσαι ὡς μη­δέν πα­ρά τῶν ἀν­θρώ­πων». 

«Σέ ἐ­νό­χλη­σε ὁ ἀ­δελ­φός σου τί­πο­τε ἤ σέ ἐ­πλε­ο­νέ­κτη­σεν; Ὑ­πό­με­νε μέ πρα­ό­τη­τα διά νά φα­νῇς πώς εἶ­σαι μα­θη­τής τοῦ Χρι­στοῦ, νά εὕ­ρῃς ἀ­νά­παυ­σιν εἰς τήν ψυ­χήν σου καί νά ὠ­φε­λή­σῃς καί τόν ἀ­δελ­φόν σου· εἰ δέ καί ἀν­τι­μά­χε­σαι ἤ­ξευ­ρε κα­λά ὅ­τι πα­ίρ­νεις τό μα­χα­ί­ρι ὅ­που ἔ­φε­ρε ὁ ἐ­χθρός εἰς τό μέ­σον σας καί τό (ἀ)κουν­τί­ζεις εἰς τήν καρ­δί­αν σου μό­νος σου καί με­γά­λως τόν χα­ρο­ποι­εῖς δι­ό­τι τοῦ θυ­μώ­δους ἡ καρ­δί­α εἶ­ναι θρό­νος τοῦ δι­α­βό­λου, τοῦ δέ πρά­ου ὁ θρό­νος τοῦ Θε­οῦ». 

«Ὅ­στις τῶν ἀν­θρώ­πων ὑ­πο­μέ­νει ἐν γνώ­σει πάν­τα σκλη­ρόν ἤ λυ­πη­ρόν λό­γον χω­ρίς νά προ­η­γη­θῇ ἀπ᾿ αὐ­τοῦ σφάλ­μα τι εἰς τόν λα­λή­σαν­τα, αὐ­τός τό­τε τί­θη­σιν ἐ­πί τῆς κε­φα­λῆς αὐ­τοῦ ἀ­κάν­θι­νον στέ­φα­νον καί ὑ­πάρ­χει μα­κά­ριος κα­θό­τι θέ­λει στε­φα­νω­θῆ μέ ἄ­φθαρ­τον στέ­φα­νον ἐν ἐ­κε­ί­νῃ τῇ ἡ­μέ­ρᾳ». 

«Γνώ­ρι­ζε ὅ­τι τό νά συγ­χω­ρῇς τά σφάλ­μα­τα ἐ­κε­ί­νων οἵ­τι­νες σοι πτα­ί­ου­σιν εἶ­ναι ἕν τῶν με­γί­στων ἔρ­γων τῆς ἀ­ρε­τῆς καί ἡ γα­λή­νη με­τά λαμ­πρό­τη­τος ἀφ᾿ ὅ­λα τά μέ­ρη θέ­λει πε­ρι­κυ­κλώ­ση τόν νοῦν σου».

 

Διαβάστε ΕΔΩ τα προηγούμενα σχετικά άρθρα

Related reading