ΣΤΟΝ ΑΕΡΑΕΡΩ — ΡαδιοΣυχνότητα
Ενωμένη ΡωμηοσύνηΕνωμένη ΡωμηοσύνηΚΕΝΤΡΟΝ ΕΝΟΤΗΤΟΣ ΚΑΙ ΜΕΛΕΤΗΣ
ΠΡΟΒΟΛΗΣ ΤΩΝ ΑΞΙΩΝ ΜΑΣ
ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ
Πανελλήνια Σύναξη στην ΙερισσόΣημαντική Ανακοίνωση προς τα Μέλη και Φίλους της «ΕΝΩΜΕΝΗΣ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗΣ» (Ε.ΡΩ.)Πρόγραμμα των Εκδηλώσεων Ετήσιας Σύναξης της Ε.Ρω στην Ιερισσό – 29/9/22 – 2/10/22Ανάγκες σε συνεργάτεςΠανελλήνια Σύναξη στην ΙερισσόΣημαντική Ανακοίνωση προς τα Μέλη και Φίλους της «ΕΝΩΜΕΝΗΣ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗΣ» (Ε.ΡΩ.)Πρόγραμμα των Εκδηλώσεων Ετήσιας Σύναξης της Ε.Ρω στην Ιερισσό – 29/9/22 – 2/10/22Ανάγκες σε συνεργάτες

Η ΕΘΝΙΚΗ ΑΥΤΟΣΥΝΕΙΔΗΣΙΑ ΤΩΝ ΑΓΩΝΙΣΤΩΝ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ ΚΑΙ Η ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΟΥ 1821

25 Μαρτίου 2013 · 29 λεπτά

Ἀρ­χιμ. Κύ­ριλ­λος Κε­φα­λό­που­λος

 

Με­τὰ τὴν Ἅ­λω­ση τῆς Κων/πό­λε­ως καὶ τὴν κα­τά­λυ­ση κά­θε ἑλ­λη­νι­κῆς κρα­τι­κῆς ὑ­πο­στά­σε­ως ὁ Ἑλ­λη­νι­σμὸς βρέ­θη­κε ὑ­πό­δου­λος σὲ ἕ­να βάρ­βα­ρο καὶ ἀλ­λό­θρη­σκο κα­τα­κτη­τή, ποὺ σά­ρω­σε ὅ­λες τὶς ὑ­πάρ­χου­σες ὀρ­γα­νω­τι­κὲς δο­μὲς τοῦ Γέ­νους. Μό­νον ἡ Ὀρ­θό­δο­ξος Ἐκ­κλη­σί­α μὲ τὸ Οἰ­κου­με­νι­κὸ Πα­τρι­αρ­χεῖ­ο δι­α­σώ­θη­κε με­τὰ τὴν κα­τά­λυ­ση τῆς Βυ­ζαν­τι­νῆς αὐ­το­κρα­το­ρί­ας καὶ ἐ­πε­βί­ω­σε ὡς ὀρ­γα­νω­μέ­νος θε­σμός. Στοὺς δύ­σκο­λους χρό­νους τῆς τουρ­κο­κρα­τί­ας ἡ Ἐκ­κλη­σί­α ἀ­νέ­λα­βε νὰ δι­α­τη­ρή­σει καὶ νὰ δι­α­σώ­σει τὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ Ἔ­θνος ἀ­πὸ τὴν ἐ­ξα­φά­νι­ση, τοὺς βί­αι­ους ἐ­ξισ­λα­μι­σμούς, νὰ δι­α­τη­ρή­σει τὴν γλῶσ­σα, τὴν πί­στη, τὰ ἑλ­λη­νι­κὰ καὶ χρι­στι­α­νι­κὰ γράμ­μα­τα μὲ ὅ­σα σχο­λεῖ­α καὶ μὲ με­γά­λες δυ­σκο­λί­ες τῆς ἐ­πέ­τρε­παν οἱ ὀ­θω­μα­νοὶ νὰ λει­τουρ­γεῖ, ἢ ἀ­κό­μη μὲ τὰ κρυ­φὰ σχο­λεῖ­α στὰ Μο­να­στή­ρια καὶ τὶς Ἐκ­κλη­σι­ές, καὶ πα­ραλ­λή­λως νὰ ἀ­γω­νί­ζε­ται νὰ δι­α­τη­ρή­σει στὶς καρ­δι­ὲς τῶν ὑ­πό­δου­λων Ἑλ­λή­νων ἄ­σβε­στη τὴν φλό­γα τῆς ἐ­λευ­θε­ρί­ας. Στὰ ἕν­δε­κα προ­ε­πα­να­στα­τι­κὰ κι­νή­μα­τα καὶ ἐ­ξε­γέρ­σεις ποὺ προ­η­γή­θη­σαν τοῦ 1821, ὁ ρό­λος τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας ὑ­πῆρ­ξε κα­θο­ρι­στι­κὸς καὶ πρω­τα­γω­νι­στι­κός. Σύμ­φω­να μὲ τὸν Ἐμ­μαν. Ξάν­θο, ἐκ τῶν ἱ­δρυ­τῶν τῆς Φι­λι­κῆς Ἑ­ται­ρεί­ας, ΄΄τὴν Ἐ­πα­νά­στα­σιν ἐ­ξε­κί­νη­σαν καὶ ἐ­νε­ψύ­χω­σαν ὅ­λοι σχε­δὸν οἱ ἐκ τοῦ ἱ­ε­ρα­τι­κοῦ τάγ­μα­τος ἄ­νευ τῶν ὁ­ποί­ων ὁ λα­ὸς δὲν ἤ­θε­λε κι­νη­θῆ…΄΄. Ὁ Ἀ­γώ­νας ἦ­ταν γιὰ ἐ­λευ­θε­ρί­α πί­στε­ως καὶ Πα­τρί­δος. ΄΄Ἡ Ἐ­λευ­θε­ρί­α, ποὺ γι᾿ αὐ­τὴ θυ­σι­α­ζόν­τα­νε, δὲν ἤ­τα­νε κά­ποι­α ἀ­κα­θό­ρι­στη θε­ό­τη­τα, ἀλ­λὰ ἤ­τα­νε ὁ ἴ­διος ὁ Χρι­στός, ποὺ γι᾿ αὐ­τὸν εἶ­πε ὁ Ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος ὅ­τι ὅ­που τὸ Πνεῦ­μα τοῦ Κυ­ρί­ου, ἐ­κεῖ εἶ­ναι καὶ ἡ ἐ­λευ­θε­ρί­α. Καὶ ἀλ­λοῦ λέ­γει: ΄΄στα­θεῖ­τε στε­ρε­ὰ στὴν ἐ­λευ­θε­ρί­α, ποὺ σᾶς χά­ρι­σε ὁ Χρι­στὸς καὶ μὴν πέ­σε­τε πά­λι στὸν ζυ­γὸ τῆς δου­λεί­ας, για­τί γιὰ τὴν ἐ­λευ­θε­ρί­α σᾶς κά­λε­σε΄΄. Γιὰ τοῦ­το εἶ­ναι ἁ­γι­α­σμέ­νη ἡ ἑλ­λη­νι­κὴ Ἐ­πα­νά­στα­ση, καὶ ἁ­γι­α­σμέ­νοι οἱ πο­λε­μι­στές της΄΄. (Φ. Κόν­το­γλου).

Ἡ Ἐκ­κλη­σί­α δι­α­τή­ρη­σε τὸ ὑ­πό­δου­λο Ἔ­θνος καὶ πρω­τα­γω­νί­στη­σε στὸν ἀ­γῶνα ὑ­πὲρ τῆς ἐ­λευ­θε­ρί­ας σὲ ὅ­λα τὰ προ­ε­πα­να­στα­τι­κὰ κι­νή­μα­τα. Οἱ ἱ­στο­ρι­κοί τῆς πε­ρι­ό­δου αὐ­τῆς τό­νι­σαν τὸν πρω­τα­γω­νι­στι­κὸ ρό­λο τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Ὁ ἱ­στο­ρι­κός τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως Σπ. Τρι­κού­πης γρά­φει: ΄΄δὲν δυ­νά­με­θα νὰ μὴν θαυ­μά­σω­μεν τὸν μέ­γαν χα­ρα­κήρα, ὅν ὁ κλῆ­ρος, ὁ θεῖ­ος τῷ ὄν­τι κλῆ­ρος, καὶ οἱ ἄρ­χον­τες ἐ­πέ­δει­ξαν. Ἐν μέ­σῳ τῶν δε­σμῶν καὶ τῶν βα­σά­νων, κα­τ᾿ ἔμ­προ­σθεν τῆς ἐ­πο­νει­δί­στου ἀγ­χό­νης καὶ ὑ­πὸ τὴν ἀν­θρω­πο­κτό­νον ἀ­ξί­νην, πολ­λοὶ ἐξ αὐ­τῶν πα­ρορ­μῶν­το νὰ ἀρ­νη­θῶ­σι τὸν Χρι­στὸν καὶ τὴν Ἑλ­λη­νι­κὴν Πα­τρί­δα. Πρὸς δι­α­φύ­λα­ξιν τῆς ζω­ῆς καὶ ἀ­πό­λαυ­σιν πολ­λῶν ἄλ­λων ἀ­γα­θῶν ἐ­πι­γεί­ων, ἀλ­λ᾿ ὅ­λοι μέ­χρις ἑ­νὸς ἐ­προ­τί­μη­σαν τὰς βα­σά­νους καὶ τὸν θά­να­τον΄΄.

Ὁ Διον. Κόκ­κι­νος στὴν δι­κή του Ἱ­στο­ρί­α τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως ἀ­να­φέ­ρει: ΄΄Ἡ Ἐκ­κλη­σί­α καὶ ὁ κλῆ­ρος της ὑ­πῆρ­ξεν ὁ ὁ­δη­γὸς καὶ τὸ στή­ριγ­μα τῆς Φυ­λῆς σὲ ὅ­λη τὴν μα­κραί­ω­να δου­λεί­αν καὶ εἰς ὅ­λην τὴν ἐ­θνε­γερ­σί­αν. Ὁ πα­πᾶς κά­τω ἀ­πὸ τὰ ρά­κη τοῦ ρά­σου του κρα­τεῖ τὸ Ψαλ­τή­ρι καὶ πη­γαί­νει νὰ μά­θη τὰ παι­διά, ποὺ τὸν πε­ρί­με­ναν, νὰ δι­α­βά­σουν. Ὁ­μι­λεῖ ἀ­κό­μη εἰς τὰ παι­διὰ καὶ διὰ τοὺς με­γά­λους ἀν­θρώ­πους, ὅ­που ἐ­δό­ξα­σαν ἄλ­λο­τε αὐ­τὸν τὸν τό­πον. Δι­δά­σκει τὴν ὅ­λην ἱ­στο­ρί­αν, ποὺ γνω­ρί­ζει καὶ αὐ­τός. Τὸ κρυ­φὸ σχο­λει­ὸ δὲν εἶ­ναι θρύ­λος. Τὸ συ­νε­τή­ρη­σε, πα­ρὰ τὶς κα­τα­δι­ώ­ξεις, ὁ βα­θύ­τα­τος πό­θος τοῦ τυ­ραν­νου­μέ­νου Ἔ­θνους νὰ ὑ­πάρ­ξη΄΄. Ὁ Κ. Βο­βο­λί­νης στὸ ἔρ­γο του ΄΄Ἡ Ἐκ­κλη­σί­α εἰς τὸν Ἀ­γῶνα τῆς Ἐ­λευ­θε­ρί­ας΄΄ ἐ­πι­ση­μαί­νει ὅ­τι στὴν Ἐ­πα­νά­στα­ση τοῦ 1821 ΄΄ὑ­πῆρ­ξε ἡ κα­θο­λι­κὴ συμ­με­το­χὴ τοῦ κλή­ρου. Ἐ­μά­χον­το ἐξ ἴ­σου καὶ ὁ ἁ­πλοῦς ἐ­φη­μέ­ριος τοῦ χω­ριοῦ, ὁ ἱ­ε­ρο­μό­να­χος καὶ αἱ κο­ρυ­φαὶ τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας ἀ­πὸ τῆς ὑ­πά­της κο­ρυ­φῆς μέ­χρι τὸν Ἐπί­σκο­πον καὶ τοῦ ἐ­λα­χί­στου τμή­μα­τος τῆς ἑλ­λη­νι­κῆς Πα­τρί­δος΄΄. Κα­τὰ τὴν πε­ρί­ο­δο τῶν ἐ­ξε­γέρ­σε­ων καθ­᾿ ὅ­λην τὴν Τουρ­κο­κρα­τί­α μαρ­τύ­ρη­σαν, σκο­τώ­θη­καν ἢ πέ­θα­ναν πο­λε­μών­τας 11 Πα­τριά­ρχες, 100 Ἐ­πί­σκο­ποι καὶ 10.000 πε­ρί­που κλη­ρι­κοὶ. ΄΄Μά­χου ὑ­πὲρ Πί­στε­ως καὶ Πα­τρί­δος΄΄ ἦ­ταν τὸ γε­νι­κὸ σύν­θη­μα, ὅ­πως τὸ προ­τάσ­σει καὶ ὁ Δ. Ὑ­ψη­λάν­της στὴν Δι­α­κή­ρυ­ξή του πρὸς τοὺς ἐ­πα­να­στα­τη­μέ­νους Ἕλ­λη­νες.

Γρά­φει ὁ Φ. Κόν­το­γλου: ΄΄καὶ πρὶν γί­νει ἡ Ἐ­πα­νά­στα­ση, χι­λιά­δες Νε­ο­μάρ­τυ­ρες μαρ­τυ­ρή­σα­νε γιὰ τὴν πί­στη, κι ὕ­στε­ρα ἤρ­θα­νε οἱ ἁρ­μα­τωλοί. Οἱ Δε­σπο­τά­δες, οἱ πα­πᾶδες καὶ οἱ κα­λό­γε­ροι εἴ­χα­νε γί­νει σὰν τοὺς Προ­φῆ­τες, ποὺ ὁ­δη­γού­σα­νε τὸν νέ­ον Ἰσ­ρα­ὴλ στὴ Γῆ τῆς Ἐ­παγ­γε­λί­ας. Οἱ ἁρ­μα­τωλοὶ γι­νή­κα­νε σὰν Ἀσκη­τὲς καὶ ψέλ­να­νε πά­νω στὰ με­τε­ρί­ζια, καὶ ξε­στη­θί­ζα­νε τὸ Ψαλ­τή­ρι γιὰ πα­ρη­γο­ριά, καὶ μὲ τὰ χα­ϊ­μα­λιὰ στὸ στῆ­θος, ποὺ πα­ρι­στά­να­νε τὸν Χρι­στό, τὴν Πα­να­γιά, τὸν ἁη-Γι­ώρ­γη, τὸν ἁη-Δη­μή­τρη. Γιὰ φυ­λα­χτὸ εἴ­χα­νε ἢ τί­μιο ξύ­λο ἢ ἅ­γιο Λεί­ψα­νο ἢ ἕ­να κομ­μά­τι ἀ­πὸ πα­λι­ο­ρά­σο τοῦ ἁ­γί­ου Κο­σμᾶ΄΄.

Μὲ αὐ­τὲς τὶς ἁ­γι­ο­πνευ­μα­τι­κὲς καὶ ἀ­γω­νι­στι­κὲς προ­ϋ­πο­θέ­σεις ξε­κι­νοῦ­σε κά­θε ἐ­ξέ­γερ­ση τῶν Ἑλ­λή­νων. Καὶ ὅ­μως, αὐ­τὰ ποὺ ἡ ἱ­στο­ρι­κὴ πραγμ­α­τι­κό­τη­τα βε­βαι­ώ­νει, καὶ τὸ ὁ­μο­λο­γοῦν οἱ ἴ­διοι οἱ ­πρω­τα­γω­νι­στές, οἱ ἀ­γω­νι­στὲς τοῦ 1821, βρέ­θη­καν ἄν­θρω­ποι ἐ­πη­ρε­α­σμέ­νοι ἀ­πὸ τὴν Δύ­ση, ἀ­πὸ τὰ ΄΄ἄ­θε­α φῶ­τα τοῦ Δι­α­φω­τι­σμοῦ΄΄, νὰ ἀμ­φι­σβη­τή­σουν ἢ ἀ­κό­μη χει­ρό­τε­ρο νὰ δι­α­γρά­ψουν τε­λεί­ως τὴν προ­σφο­ρὰ τῆς Ἐ­κλη­σί­ας στὴν ἐ­θνι­κὴ αὐ­το­συ­νει­δη­σί­α καὶ ἐ­λευ­θε­ρί­α γιὰ τοὺς ἀ­γῶ­νες τοῦ Ἔ­θνους, καὶ νὰ ἀ­να­κα­λύ­πτουν τα­ξι­κὰ ἢ οἰ­κο­νο­μι­κὰ κί­νη­τρα καὶ αἴ­τια πί­σω ἀ­πὸ τὴν Ἐ­πα­νά­στα­ση. ΄΄Τὸ ὑ­πὲρ Πί­στε­ως καὶ Πα­τρί­δος΄΄, ποὺ ἦ­ταν τὸ μυ­ρι­ό­στο­μο σύν­θη­μα στὰ χεί­λη τῶν ἀ­γω­νι­στῶν, θέ­λουν νὰ τὸ ξεχνοῦν. Ἂς δοῦ­με τί ἀ­πάν­τη­ση δί­νει σὲ αὐ­τοὺς τοὺς νε­ω­τε­ρι­κοὺς δι­α­στρε­βλω­τὲς τῆς ἱ­στο­ρι­κῆς πραγ­μα­τι­κό­τη­τας ὁ Μα­κρυ­γιά­ννης. ΄΄…καὶ βρί­ζουν, οἱ που­λη­μέ­νοι στοὺς ξέ­νους, καὶ τοὺς πα­πᾶδες μας, ὅ­που τούς ζυ­γί­ζουν ἄ­ναν­δρους καὶ ἀ­πό­λε­μους. Ἐ­μεῖς τοὺς πα­πᾶδες τοὺς εἴ­χα­μεν μα­ζὶ εἰς κά­θε με­τε­ρί­ζι, εἰς κά­θε πό­νον καὶ δυ­στυ­χί­αν. Ὄ­χι μό­νον γιὰ νὰ βλο­γᾶ­νε τὰ ὅπλα τὰ ἱ­ε­ρά, ἀλ­λὰ καὶ αὐ­τοὶ μὲ του­φέ­κι καὶ γι­α­τα­γά­νι, πο­λε­μών­τας ὡ­σὰν λε­ον­τά­ρια. Ντρο­πὴ Ἕλ­λη­νες΄΄. Γιὰ τὰ κί­νη­τρα ὅ­σων ἀμ­φι­σβη­τοῦν τὴν ἀ­γω­νι­στι­κὴ προ­σφο­ρὰ τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας γιὰ ἐ­θνι­κὴ ἐ­λευ­θε­ρί­α γρά­φει ὁ Φ. Κόν­το­γλου (σὲ ἄρ­θρο του στὴν ἐ­φη­με­ρί­δα ΄΄Ἐ­λευ­θε­ρί­α΄΄): ΄΄ὁ στό­χος τους εἶ­ναι πάν­τα ὁ ἴ­διος, νὰ σβή­σουν τὴν Ὀρ­θο­δο­ξί­α καὶ νὰ δυ­τι­κο­ποι­ή­σουν τὴν Ἑλ­λά­δα. Ἡ εἴ­σο­δός μας στὴν Εὐ­ρω­πα­ϊ­κὴ Ἕ­νω­ση ἀ­πο­τε­λεῖ τὴν τε­λευ­ταί­α πρά­ξη μί­ας μα­κραί­ω­νης δι­ερ­γα­σί­ας γιὰ τὴν κα­τα­στρο­φὴ τοῦ Ἑλ­λη­νι­σμοῦ καὶ κα­τ᾿ ἐ­πέ­κτα­ση ὅ­λης τῆς Ρω­μαΐικης πα­ρα­δό­σε­ως, ποὺ κέν­τρο ἔ­χει τὸν Θε­άν­θρω­πο. Τὸ Γέ­νος μας εὑ­ρί­σκε­ται στὴ με­γα­λύ­τε­ρη αἰχ­μα­λω­σί­α ὅ­λων τῶν αἰ­ώ­νων΄΄.

Ὡ­στό­σο, ἡ Ἐκ­κλη­σί­α ἦ­ταν ἐ­κεί­νη ποὺ προ­ε­τοί­μα­ζε πνευ­μα­τι­κά τούς ὑ­πό­δου­λους γιὰ τὴν ἐ­λευ­θε­ρί­α. Πα­τριά­ρχες καὶ Μη­τρο­πο­λί­τες ἵ­δρυ­αν σχο­λὲς ἀ­νώ­τε­ρες καὶ σχο­λεῖ­α ὅ­που τὸ ἐ­πέ­τρε­παν οἱ συν­θῆ­κες καὶ ὁ βάρ­βα­ρος κα­τα­κτη­τής. Ἡ παι­δεί­α τοῦ ὑ­πό­δου­λου Ἔθνους εἶ­χε χα­ρα­κτή­ρα θρη­σκευ­τι­κό. Μὲ τὴν ἐκ­κλη­σι­α­στι­κὴ λα­τρευ­τι­κὴ γλῶσ­σα τῶν ὕ­μνων δι­α­τη­ροῦ­σε ζων­τα­νὴ τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ γλῶσ­σα, μὲ τὸ Ψαλ­τή­ρι καὶ τὴν Ὀ­κτώ­η­χο ὁ ἁ­πλὸς πα­πᾶς μά­θαι­νε στὰ ἑλ­λη­νό­που­λα τὰ πρῶ­τα τους γράμ­μα­τα, μὲ τοὺς θρη­σκευ­τι­κοὺς συμ­βο­λι­σμοὺς τῶν ἑ­ορ­τῶν κρα­τοῦ­σε τὴν ἐλ­πί­δα γιὰ ἐ­θνι­κὴ ἀ­νά­στα­ση ζων­τα­νή. Λ.χ. στί­χοι ἀ­πὸ τοὺς ψαλ­μοὺς ὅ­πως ΄΄ἀ­να­στή­τω ὁ Θε­ὸς καὶ δι­α­σκορ­πι­σθή­τω­σαν οἱ ἐ­χθροὶ αὐ­τοῦ…΄΄ ἤ τὸ ΄΄κα­θεῖ­λε δυ­νά­στας ἀ­πὸ θρό­νων καὶ ὕ­ψω­σεν τα­πει­νοὺς΄΄ ὁ ὑ­πό­δου­λος Ἕλ­λη­νας ἐ­ξέ­φρα­ζε τὸν πό­θο του γιὰ ἀ­πε­λευ­θέ­ρω­ση ἀ­πὸ τὸν βάρ­βα­ρο Τοῦρ­κο δυ­νά­στη. Μὲ τὰ σχο­λεῖ­α ποὺ ἵ­δρυ­σε ὁ ἅ­γιος Κο­σμᾶς ὁ Αἰ­τω­λὸς ­κατέ­στη νέ­ος Ἐ­θνα­πό­στο­λος ποὺ δι­έ­σω­σε τὴν βο­ρει­ο­δυ­τι­κὴ Ἑλ­λά­δα, Μα­κε­δο­νί­α, Ἤ­πει­ρο, ἀ­πὸ τὸν ἐ­ξισ­λα­μι­σμὸ καὶ τὸν ἐ­κτουρ­κι­σμό.

Οἱ Νε­ο­μάρ­τυ­ρες, κλη­ρι­κοὶ καὶ λα­ϊ­κοί, ἦσαν σύμ­βο­λα πνευ­μα­τι­κῆς καὶ ἐ­θνι­κῆς ἀν­τί­στα­σης, ποὺ θυ­σι­ά­ζον­ταν γιὰ πί­στη στὸν Χρι­στὸ καὶ ἐ­λευ­θε­ρία­, ἀρ­νού­με­νοι νὰ τουρ­κέ­ψουν, πα­ρὰ τὶς ἀ­φό­ρη­τες πι­έ­σεις καὶ τὶς δε­λε­α­στι­κὲς ὑ­πο­σχέ­σεις ποὺ ἐ­ναλ­λάσ­σον­το μὲ φρι­κτὰ βα­σα­νι­στή­ρια. Γιὰ τὸν λα­ὸ ἦσαν ἥ­ρω­ες τῆς πί­στε­ως καὶ τῆς ἐ­λευ­θε­ρί­ας, Ἅγιοι καὶ ἀ­γω­νι­στές. Γρά­φει ὁ σεβ. Μη­τρο­πο­λί­της Ναυ­πά­κτου κ. Ἱε­ρό­θε­ος ὅ­τι ΄΄ἡ  Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α μὲ τὴν λα­τρεί­α της καὶ κυ­ρί­ως μὲ τὴν ἡ­συ­χα­στι­κή της πα­ρά­δο­ση ἀ­νέ­δει­ξε τοὺς Νε­ο­μάρ­τυ­ρες, τοὺς ὁ­ποί­ους μπο­ροῦ­με νὰ θε­ω­ρή­σου­με ὡς τοὺς πραγ­μα­τι­κοὺς ἀν­τι­στα­σια­κούς τῆς ἐ­πο­χῆς ἐ­κεί­νης, συ­νε­τέ­λε­σε πά­ρα πο­λὺ στὴν δι­α­τή­ρη­ση τῆς αὐ­το­συ­νει­δη­σί­ας τοῦ Γέ­νους καὶ ἀ­πο­δεί­χθη­κε μί­α με­γά­λη πνευ­μα­τι­κὴ ΄΄βόμ­βα΄΄, ποὺ ἀ­να­τί­να­ξε τὴν σκλα­βιὰ΄΄.

Κα­θ᾿ ὅ­λην τὴν διά­ρκεια τῆς προ­ε­τοι­μα­σί­ας τοῦ 1821 καὶ σὲ ὅ­λες τὶς πο­λε­μι­κὲς ἐ­νέρ­γει­ες ὁ Ὀρ­θό­δο­ξος ἱ­ε­ρέ­ας ἦ­ταν στὴν πρώ­τη γραμ­μὴ τοῦ Ἀ­γῶ­νος, μα­χη­τὴς καὶ ἐμ­ψυ­χω­τής. Στὶς ἀρ­χὲς τῆς Ἐ­πα­νά­στα­σης ἡ Ἑλ­λη­νορ­θό­δο­ξος Ἐκ­κλη­σί­α εἶ­χε 200 Ἀρ­χι­ε­ρεῖς, ἐκ τῶν ὁ­ποί­ων οἱ 81 ἦ­σαν ἐ­πι­σή­μως μυ­η­μέ­νοι στὴν Φι­λι­κὴ Ἑ­ται­ρεί­α, καὶ πολ­λοὶ ἄλ­λοι γνώ­ρι­ζαν καὶ στή­ρι­ζαν τοὺς σκο­πούς της. Κα­τὰ τὸν Ἀ­γῶ­να 45 Ἀρ­χι­ε­ρεῖς θυ­σι­ά­σθη­καν εἴ­τε πε­θαί­νον­τας ἀ­πὸ τὰ βα­σα­νι­στή­ρια στὶς τουρ­κι­κὲς φυ­λα­κὲς, εἴ­τε σκο­τώ­θη­καν στὶς πο­λε­μι­κὲς συγ­κρού­σεις (ἐ­φημ. ΄΄Ὀρ­θό­δο­ξος Τύ­πος΄΄, 31-3-2006). Πρῶ­τος Ἐθνο­μάρ­τυς ὁ Οἰ­κου­με­νι­κὸς Πα­τριά­ρχης Γρη­γό­ριος ὁ Ε’ μα­ζὶ μὲ τοὺς συ­νο­δι­κοὺς Ἀρ­χι­ε­ρεῖς. Ὅ­ταν ξέ­σπα­σε ἡ ἐ­πα­νά­στα­ση στὴν Μο­λ­δο­βλα­χί­α, ἤ­ξε­ρε πὼς πρῶ­τος αὐ­τὸς θὰ ἔ­χα­νε τὴν ζω­ή του. Δὲν ἔ­φυ­γε. Ἀν­τι­θέ­τως, προ­σπά­θη­σε νὰ με­σο­λα­βή­σει στὸν μου­σουλ­μά­νο θρη­σκευ­τι­κὸ ἡ­γέ­τη τῆς Πό­λης νὰ μὴν ἐκ­δο­θεῖ θρη­σκευ­τι­κὴ ὁ­δη­γί­α γιὰ σφα­γὲς Χρι­στια­νῶν, καὶ ὑ­πὸ τὴν πί­ε­ση τοῦ σουλ­τά­νου ὑ­πέ­γρα­ψε ΄΄ἀ­φο­ρι­σμὸ΄΄ τοῦ Ἀ­λεξ. Ὑ­ψη­λάν­τη, γιὰ τὸν ὁ­ποῖ­ον ὁ ἴ­διος ὁ Ὑ­ψη­λάν­της ἔ­γρα­φε στοὺς Ἕλ­λη­νες ὁ­πλαρ­χη­γοὺς: ΄΄νὰ τὰ θε­ω­ρεῖ­τε ἄ­κυ­ρα, κα­θ᾿ ὅ­τι γί­νον­ται μὲ βί­αν καὶ δυ­να­στεί­αν καὶ ἄ­νευ τῆς θε­λή­σε­ως τοῦ Πα­τριά­ρχου…΄΄. Πα­ρ᾿ ὅ­λες τὶς κα­τευ­να­στι­κὲς προ­σπά­θει­ες τοῦ Γρη­γο­ρί­ου τοῦ Ε’, δὲν ἀ­πο­σω­βή­θη­καν οἱ σφα­γὲς Χρι­στια­νῶν στὴν Πό­λη καὶ τὴν Μι­κρὰ Ἀ­σί­α, ἐ­νῶ καὶ ὁ ἴ­διος ὁ Πα­τριά­ρχης ἐ­κτε­λέ­στη­κε τὴν ἡ­μέ­ρα τοῦ Πά­σχα διὰ ἀ­παγ­χο­νι­σμοῦ, τὸ σκή­νω­μά του βε­βη­λώ­θη­κε ἀ­πὸ τοὺς Ἑ­βραί­ους ποὺ τὸ ἔ­σερ­ναν στοὺς λα­σπω­μέ­νους δρό­μους τῆς Πό­λης καὶ τε­λι­κῶς τὸ πέ­τα­ξαν στὴν θά­λασ­σα.

Ὁ πα­λαι­ῶν Πα­τρῶν Γερ­μα­νός, στὶς 25 Μαρ­τί­ου ἔ­στη­σε στὴν πλα­τεί­α Ἁ­γί­ου Γε­ωρ­γί­ου σταυ­ρὸ στὸν ὁ­ποῖ­ον ὁρ­κί­σθη­καν οἱ ἀ­γω­νι­στὲς΄΄.

Ἐ­λευ­θε­ρί­α ἢ θά­να­τος΄΄. Ὁ Γερ­μα­νὸς ἀ­νέ­λα­βε τι­μη­τι­κῶς τὴν προ­ε­δρί­α τῆς ἐ­πα­να­στα­τι­κῆς ἐ­πι­τρο­πῆς. Γνω­στὸς ὁ φλο­γε­ρὸς ἀρ­χι­μαν­δρί­της Γρη­γό­ριος Δί­και­ος ἢ Πα­πα­φλέσ­σας, ποὺ εἶ­χε με­γά­λη δρά­ση στὴν ὀρ­γά­νω­ση τῆς ἐ­ξε­γέρ­σε­ως, τὴν μύ­η­ση στὴν Φι­λι­κὴ Ἑ­ται­ρεί­α, τὴν με­τα­φο­ρὰ πο­λε­μο­φο­δί­ων. Πο­λέ­μη­σε ἡ­ρωϊκὰ καὶ σκο­τώ­θη­κε στὸ Μα­νιά­κι, προ­κα­λών­τας τὸν θαυ­μα­σμὸ τοῦ Ἰμ­πρα­ΐμ. Στὴν πο­λι­ορ­κί­α τοῦ Με­σο­λογ­γί­ου ὁ Ἐπί­σκο­πος Ἰ­ω­σὴφ Ρω­γῶν μὲ τὴν σε­βά­σμια μορ­φὴ του ἐμ­ψύ­χω­νε τοὺς πο­λι­ορ­κη­μέ­νους, τοὺς πα­ρη­γο­ροῦ­σε καὶ τοὺς ἐ­νί­σχυ­ε στὴν πί­στη τοῦ Χρι­στοῦ, κοι­νω­νοῦ­σε, ἐ­ξο­μο­λο­γοῦ­σε τοὺς ἀ­γω­νι­στές, ἀ­πὸ τὴν Θεί­α Λει­τουρ­γί­α πή­γαι­νε στὰ πο­λε­μι­κὰ συμ­βού­λια, ὑ­πεν­θύ­μι­ζε τὸ χρέ­ος καὶ τὴν θυ­σί­α πρὸς τὴν Πα­τρί­δα, ἔ­λυ­νε μι­κρο­δι­α­φω­νί­ες καὶ συμ­φι­λί­ω­νε, ἔ­τρε­χε στοὺς προ­μα­χῶ­νες καὶ στὶς γραμ­μὲς τῆς μά­χης με­τα­φέ­ρον­τας πο­λε­μο­φό­δια, χτί­ζον­τας τὰ γκρε­μι­σμέ­να τεί­χη, δί­νον­τας ἐλ­πί­δα καὶ πί­στη στὴν πο­λε­μι­κὴ προ­σπά­θεια. Μα­ζί του συμ­πα­ρα­στά­τες καὶ οἱ ἄλ­λοι ἱ­ε­ρεῖς τοῦ Με­σο­λογ­γί­ου.

Ὁ Ἀ­θαν. Διᾶ­κος (ἦ­ταν δι­ά­κο­νος) πο­λέ­μη­σε ἡ­ρω­ϊκὰ στὴν Ἀ­λα­μά­να, καὶ σου­βλί­σθη­κε γιὰ τὴν πί­στη του. Ὁ Ἐπί­σκο­πος Σα­λώ­νων Ἡ­σα­ΐ­ας μα­ζὶ μὲ τὸν Ἐπί­σκο­πο Τα­λαν­τί­ου Νε­ό­φυ­το κή­ρυ­ξαν ἐ­πι­σή­μως τὴν ἔ­ναρ­ξη τῆς ἐ­πα­να­στά­σε­ως στὴν Στε­ρε­ὰ μὲ Δο­ξο­λο­γί­α στὴν Μο­νὴ Ὁ­σί­ου Λου­κᾶ στὴν Βοι­ω­τί­α εὐ­λο­γών­τας τὰ ὅπλα καὶ τὴν ἐ­πα­να­στα­τι­κὴ ση­μαί­α τοῦ Διά­κου (λευ­κὴ μὲ σταυ­ρὸ καὶ τὴν εἰ­κό­να τοῦ Ἁ­γί­ου Γε­ωρ­γί­ου καὶ μὲ τὴν φρά­ση ἐ­λευ­θε­ρί­α ἢ θά­να­τος). Ἐ­πί­σης ὁ θρυ­λι­κὸς ὁ­πλαρ­χη­γὸς πα­πα- Θύ­μιος Βλα­χά­βας. Αὐ­τοὶ εἶ­ναι με­ρι­κοὶ ἀ­πὸ τοὺς πολ­λοὺς κλη­ρι­κοὺς ποὺ πλά­ϊ στὸν λα­ὸ πο­λέ­μη­σαν καὶ πέ­θα­ναν στὸν Ἀ­γῶνα. Οἱ πρῶ­τοι ποὺ πλή­ρω­ναν τὸν θυ­μὸ καὶ τὸ μί­σος τῶν Τούρ­κων ἦ­σαν οἱ Ἀρ­χι­ε­ρεῖς, οἱ πνευ­μα­τι­κοὶ ἡ­γέ­τες τοῦ Ἔθνους. Αὐ­τοὺς πρῶ­τα συ­νε­λάμ­βα­ναν, φυ­λά­κι­ζαν, καὶ θα­νά­τω­ναν μὲ φρι­κτὰ βα­σα­νι­στή­ρια, ὅ­πως στὴν Τρι­πο­λι­τσὰ καὶ τὴν Κων/πολη μὲ τὴν ἔ­ναρ­ξη τῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀλ­λὰ καὶ τὰ Μο­να­στή­ρια κα­θ᾿ ὅ­λην τὴν Τουρ­κο­κρα­τί­α καὶ στὸ 1821 ἀ­πε­τέ­λε­σαν τὰ κα­τα­φύ­για πα­ρη­γο­ριᾶς, βο­ή­θειας τῶν πτω­χῶν καὶ δυ­στυ­χι­σμέ­νων ρα­γιά­δων, ἀλ­λὰ καὶ τό­ποι ποὺ ἔ­κρυ­βαν πο­λε­μο­φό­δια, πε­ρι­έ­θαλ­παν τραυ­μα­τί­ες καὶ ἐ­νί­σχυ­αν τοὺς ὁ­πλαρ­χη­γούς. Καὶ αὐ­τὸ τὸ ἐ­γνώ­ρι­ζαν κα­λὰ οἱ Τοῦρ­κοι.

Ὅ­λο τὸ Ἔ­θνος πο­λε­μοῦ­σε τὸ 1821 γιὰ πί­στη καὶ ἐ­λευ­θε­ρί­α. Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ εἶ­ναι τὰ δύ­ο ἀ­κό­λου­θα Δη­μο­τι­κὰ τρα­γού­δια τῆς ἐ­πο­χῆς: ΄΄γιὰ τῆς πα­τρί­δος τὴν ἐ­λευ­θε­ρί­αν// γιὰ τοῦ Χρι­στοῦ τὴν πί­στιν τὴν ἁ­γί­αν,// γι᾿ αὐ­τὰ τὰ δύ­ο πο­λε­μῶ,// μ᾿ αὐ­τὰ νὰ ζή­σω ἐ­πι­θυ­μῶ// κι ἂν δὲν τὰ ἀ­πο­κτή­σω// τί μ᾿ ὠ­φε­λεῖ νὰ ζή­σω;”….. ΄΄χα­ρὰ ποὺ τὄχουν τὰ βου­νὰ// τὰ κά­στρα πε­ρη­φά­νεια// για­τί γι­ορ­τά­ζει ἡ Πα­να­γιὰ// γι­ορ­τά­ζει καὶ ἡ Πα­τρί­δα/ νὰ βλέ­πης διάκους μὲ σπα­θιὰ/ πα­πᾶδες μὲ ντου­φέ­κια// νὰ βλέ­πης καὶ τὸ Γερ­μα­νὸ// τῆς Πά­τρας τὸ Δε­σπό­τη// πὼς εὐ­λο­γά­ει τ᾿ ἅρ­μα­τα/ κι εὔ­χε­ται τοὺς λε­βέν­τες΄΄. Μέ­σα ἀ­πὸ τὰ δύ­ο αὐ­τὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ Δη­μο­τι­κὰ τρα­γού­δια ἡ λα­ϊ­κὴ συ­νεί­δη­ση ἐκ­φρά­ζει τὴν ἐ­θνι­κή της αὐ­το­γνω­σί­α, ὅ­τι ὁ Ἀ­γῶ­νας γί­νε­ται γιὰ ἐ­θνι­κὴ καὶ θρη­σκευ­τι­κὴ ἀ­νε­ξαρ­τη­σί­α καὶ ἐ­λευ­θε­ρί­α, καὶ ὅ­τι στὴν προ­σπά­θεια αὐ­τὴ συ­με­τέ­χουν ὅ­λες οἱ δυ­νά­μεις τοῦ Ἔθνους. Σα­φῶς οἱ ἀ­γω­νι­στὲς τοῦ 1821 ἔ­χουν ξε­κά­θα­ρη ἀν­τί­λη­ψη γιὰ τὰ στοι­χεῖ­α ποὺ συν­θέ­τουν τὴν ἑλ­λη­νι­κό­τη­τά τους.

Αὐ­τὸν τὸν δι­φυ­ῆ ἐ­θνι­κο­θρη­σκευ­τι­κὸ χα­ρα­κτή­ρα τῆς ἐ­θνι­κῆς αὐ­το­συ­νει­δη­σί­ας ποὺ ἐ­ξέ­φρα­ζε τὸν ἀ­δι­άρ­ρη­κτο σύν­δε­σμο Ἐκ­κλη­σί­ας καὶ Ἔ­θνους στὴν ὅ­λη προ­σπά­θεια τῆς Ἐ­θνε­γέρ­σε­ως ἀ­να­γνω­ρί­ζουν καὶ ἀ­πο­δέ­χον­ται δι­α­κε­κρι­μέ­νοι Ἕλ­λη­νες κα­θη­γη­τὲς Πα­νε­πι­στη­μί­ου καὶ σε­βα­στὲς προ­σω­πι­κό­τη­τες. Πα­ρα­θέ­του­με ἐν­δει­κτι­κῶς τὶς γνῶ­μες με­ρι­κῶν ἐξ αὐ­τῶν ποὺ ἐ­πι­βε­βαι­ώ­νουν τὰ ἀ­νω­τέ­ρω.

Ὁ πρω­το­πρε­σβύ­τε­ρος Γ. Με­ταλ­λη­νός, κα­θη­γη­τὴς Πα­νε­πι­στη­μί­ου, γρά­φει γιὰ τὴν πί­στη τῶν ἀ­γω­νι­στῶν τοῦ 1821 (ἐ­φημ. ΄΄Ὀρ­θό­δο­ξος Τύ­πος΄΄, 31-3-2006): ΄΄ὁ ὑ­πό­δου­λος Ἑλ­λη­νι­σμὸς ἔ­φθα­σε στὸ 1821. Τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ Πα­τρί­δα ἐ­λευ­θέ­ρω­σαν οἱ ἀ­γω­νι­στές, ποὺ εἶ­χαν ζων­τα­νὴ σχέ­ση μὲ τὴν πί­στη τους. Οἱ Δι­α­φω­τι­στὲς δὲν πο­λέ­μη­σαν, οἱ Πα­πι­κοὶ εἶ­χαν ἐν­το­λὲς ἀ­πὸ τὴ Ρώ­μη καὶ τὴ Γαλ­λί­α, τοὺς προ­στά­τες τους, νὰ μὴν συμ­πρά­ξουν στὸν Ἀ­γῶνα, καὶ ὅ­σοι γί­νον­ταν Προ­τε­στάν­τες ὑ­πά­κου­αν στὶς Με­γά­λες Εὐ­ρω­πα­ϊ­κὲς Δυ­νά­μεις. Ἡ ἀ­πάν­τη­ση τοῦ Μα­κρυ­γιά­ννη στὸν Γάλ­λο Μα­λὲρμπ δεί­χνει τὴν σύν­δε­ση τῶν Ἀ­γω­νι­στῶν τοῦ 1821 καὶ τῆς Ὀρ­θο­δο­ξί­ας: πράγ­μα τζι­βα­ϊ­ρι­κὸν καὶ πο­λυ­τί­μη­τον, ὅ­που τὸ βα­στή­ξα­με εἰς τὴν τυ­ραν­νί­α τοῦ Τούρ­κου, δὲν τὸ δί­νο­μεν τώ­ρα, οὔ­τε τὸ κα­τα­φρο­νοῦ­μεν οἱ Ἕλ­λη­νες… καὶ ὄ­χι τοῦ λό­γου σου νὰ μοῦ τὸ εἴ­πης, δὲν σὲ ἀ­κού­γω, ἀλ­λὰ κι ὁ Θε­ὸς ὁ δι­κός σου νὰ μοῦ τὸ εἴ­πη (νὰ ἀλ­λά­ξω τὴν πί­στη μου) δὲν σα­λεύ­ει τὸ μά­τι μου …ἡ ση­μαν­τι­κό­τε­ρη προ­σφο­ρὰ τοῦ Ρά­σου στὸ Ἔ­θνος μας δὲν ἦ­ταν τό­σο ἡ συμ­με­το­χὴ τοῦ κλή­ρου στὶς ἔ­νο­πλες ἐ­ξε­γέρ­σεις καὶ συγ­κρού­σεις, ὅ­σο ἡ συμ­βο­λὴ τοῦ Ρά­σου στὴ συν­τή­ρη­ση τοῦ ἑλ­λη­νορ­θο­δό­ξου φρο­νή­μα­τος τοῦ  Γέ­νους καὶ τῆς ἀ­γά­πης πρὸς τὴν ἐ­λευ­θε­ρί­α. Χω­ρὶς αὐ­τὲς τὶς προ­ϋ­πο­θέ­σεις δὲν θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ ὑ­πάρ­ξει Εἰ­κο­σι­έ­να΄΄.

Ὁ ἀ­κα­δη­μα­ϊ­κὸς Σπ. Με­λᾶς σὲ ὁ­μι­λί­α του στὴν Ἀκα­δη­μί­α Ἀ­θη­νῶν στὶς 25 Μαρ­τί­ου 1952 ἐ­πι­ση­μαί­νει ὅ­τι ΄΄διὰ πρώ­την φο­ρὰν εἰς τὴν ἱ­στο­ρί­αν τῶν λα­ῶν ἐμ­φα­νί­ζε­ται μὲ τὴν Ἑλ­λη­νι­κὴν Ἐκ­κλη­σί­αν τὸ φαι­νό­με­νον ὅ­τι ὄ­χι μό­νον δὲν ἐ­στά­θη ἀν­τι­δρα­στι­κὴ εἰς τὴν πρό­ο­δον τῶν φώ­των, ἀλ­λὰ ἐ­κρά­τη­σεν ὑ­ψη­λὰ τὴν λαμ­πά­δα των. Εἰρ­γά­σθη μὲ ὅ­λας της τὰς δυ­νά­μεις, διὰ τὴν ἐ­ξά­πλω­σιν τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς παι­δεί­ας, ἀ­πὸ αὐ­τὴν προσ­δο­κῶσα τὴν Ἀ­νά­στα­σιν τοῦ Ἔ­θνους. Καὶ ὄ­χι μό­νον αὐ­τό, ἀλ­λὰ καὶ πο­λὺ συ­χνὰ ὁ ἱ­ε­ρω­μέ­νος καὶ δι­δά­σκα­λος, ὁ ἐ­θνι­κὸς παι­δα­γω­γός, εἶ­ναι ἓν καί τὸ αὐ­τὸ πρό­σω­πον, ὅ­πως ἀρ­γό­τε­ρα, ὅ­ταν ἔλ­θη ἡ με­γά­λη ὥ­ρα τῶν θαυ­μά­των, ὁ ἴ­διος θὰ γί­νη μάρ­τυς καὶ ἥ­ρως τοῦ ἐ­θνι­κοῦ Ἀγῶ­νος, εἰς φά­λαγ­γα ὁ­λό­κλη­ρον αἱ­μα­τω­μέ­νων ρά­σων, ποὺ ἐ­κά­η­σαν ὅ­λα εἰς τὴν πε­λώ­ριαν πυρ­κα­ϊ­άν τῆς ἐ­θνι­κῆς ἐ­ξε­γέρ­σε­ως. Καὶ εἶ­ναι ἀ­κρι­βῶς ἐ­δῶ τὸ ση­μεῖ­ον, ποὺ πρέ­πει νὰ σα­ρω­θοῦν αἱ ἄ­στο­χοι γνῶ­μαι, ὅ­τι τὸ Εἰ­κο­σι­έ­να ἔ­λα­βε τὴν ἔμ­πνευ­σίν του ἀ­πὸ τὴν Γαλ­λι­κὴν Ἐ­πα­νά­στα­σιν. Ἡ ἐ­πα­νά­στα­σις ἐ­κεί­νη, κοι­νω­νι­κὴ πρω­τί­στως, εἶ­χε καὶ σα­φε­στά­την ἀν­τι­κλη­ρι­κὴν ἀ­πό­χρω­σιν. Ἀλ­λὰ τὴν ση­μαί­αν τοῦ Εἰ­κο­σι­έ­να ὕ­ψω­σαν καὶ ἐ­κρά­τη­σαν χέ­ρια ἐ­πι­σκό­πων΄΄.

Ἡ Ἱ­ε­ρὰ Σύ­νο­δος τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας τῆς Ἑλ­λά­δος καὶ ὁ μα­κα­ρι­στὸς ἀρ­χι­ε­πί­σκο­πος Χρι­στό­δου­λος, σὲ μή­νυ­μα γιὰ τὴν 25ην Μαρ­τί­ου, τὸ 2006 τό­νι­ζε τὸν ἀ­δι­άρ­ρη­κτο δε­σμὸ Ἐκ­κλη­σί­ας καὶ Ἔ­θνους, ΄΄τό­τε ἡ Ἐκ­κλη­σί­α, ὡς φι­λό­στορ­γος μη­τέ­ρα, πε­ρι­έ­θαλ­ψε καὶ ἐ­πι­συ­νή­γα­γε τὰ τέ­κνα αὐ­τῆς. Ἀ­νέ­λα­βε τὴν κη­δε­μο­νί­α τῶν Ἑλ­λή­νων, ὀρ­γά­νω­σε τὴ δη­μι­ουρ­γί­α ἐμ­πο­δί­ων στοὺς ἐ­ξι­σλα­μι­σμούς, ἀ­πε­σό­βη­σε τὴν ἀ­φο­μοί­ω­ση πρὸς τοὺς κα­τα­κτη­τές, ἵ­δρυ­σε σχο­λεῖ­α, ἀ­νέ­δει­ξε πλῆ­θος δι­δα­σκά­λων, ἀ­νή­γει­ρε βι­βλι­ο­θῆ­κες καὶ πνευ­μα­τι­κὰ κέν­τρα, ὀρ­γά­νω­σε τὴν πα­ρο­χὴ συσ­σι­τί­ων ἢ ὑ­πο­τρο­φι­ῶν, χρη­σι­μο­ποί­η­σε τυ­πο­γρα­φεῖα­, ἀ­νέ­πτυ­ξε τὴν κοι­νο­τι­κὴ ὀρ­γά­νω­ση, ὑ­πῆρ­ξε ρη­ξι­κέ­λευ­θος σκα­πα­νέ­ας τῆς συ­νε­ται­ρι­στι­κῆς ἰ­δέ­ας, ἀ­νέ­πτυ­ξε τὶς δι­δα­σκα­λί­ες, τοὺς μη­χα­νι­σμοὺς καὶ τοὺς τρό­πους τῆς ἐ­θνι­κῆς πε­ρι­συλ­λο­γῆς καὶ τῆς δι­α­τη­ρή­σε­ως τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς γλώσ­σας καὶ Παι­δεί­ας, τῆς ἀ­να­ζω­πυ­ρώσε­ως τῆς Ἐθνι­κῆς μνή­μης καὶ πα­τρι­ω­τι­κῆς συ­νει­δή­σε­ως καὶ τοῦ ἀ­να­βα­πτι­σμοῦ τῶν Ἑλ­λή­νων στὰ ρεῖ­θρα τῆς ἐκ­κλη­σι­α­στι­κῆς ὑ­μνο­λο­γί­ας προ­ώ­θη­σε καὶ ἐμ­ψύ­χω­σε τὶς δι­ερ­γα­σί­ες προ­πα­ρα­σκευ­ῆς καὶ πρα­γματο­ποι­ή­σε­ως τῆς Ἐ­θνε­γερ­σί­ας τοῦ 1821΄΄.

Ἐ­πει­δὴ κά­ποι­οι θὰ μπο­ροῦ­σαν νὰ ἰ­σχυ­ρι­σθοῦν ὅ­τι τὰ πα­ρα­πά­νω ἀ­πο­τε­λοῦν το­πο­θε­τή­σεις καὶ θέ­σεις ποὺ ἐκ­φρά­ζον­ται εὐ­νο­ϊ­κῶς γιὰ τὴν προ­σφο­ρά της στὸν Ἀ­γῶ­να, ἂς ἀ­φή­σου­με τοὺς ἴ­διους τούς πρω­τα­γω­νι­στὲς τῶν μα­χῶν, τοὺς ὁ­πλαρ­χη­γοὺς καὶ τοὺς ἀ­γω­νι­στὲς τῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως, τοὺς πο­λι­τι­κοὺς καὶ στρα­τι­ω­τι­κοὺς ἡ­γέ­τες, μὲ τὰ δι­κά τους λό­για, νὰ μᾶς μι­λή­σουν γιὰ τὶς πνευ­μα­τι­κὲς δυ­νά­μεις ποὺ τοὺς ἐμ­ψύ­χω­σαν καὶ τοὺς ὁ­δή­γη­σαν στὸν ἡ­ρω­ϊ­κὸ ἀ­γῶνα τῆς ἀ­πε­λευ­θε­ρώ­σε­ως τοῦ ὑ­πό­δου­λου Ἔθνους, νὰ πο­λε­μή­σουν μὲ πά­θος γιὰ τὴν ἐ­λευ­θε­ρί­α, μὲ πνεῦ­μα θυ­σί­ας καὶ ἡ­ρω­ϊ­κῆς αὐ­τα­παρ­νή­σε­ως. Ἂς δοῦ­με λοι­πὸν ποι­ὰ ἰ­δα­νι­κὰ καὶ ἀ­ξί­ες ἑ­τοί­μα­σαν τὸ 1821.

Ὁ Ἀ­ση­μά­κης Ζα­ΐ­μης, προ­ε­στώς τῆς Ἀ­χα­ΐ­ας, μι­λών­τας στοὺς συγ­κεν­τρω­μέ­νους στὴν Ἁ­γί­α Λαύ­ρα τὴν πα­ρα­μο­νὴ τῆς κη­ρύ­ξε­ως τῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως, εἶ­πε τὰ ἑ­ξῆς: ΄΄δέν μέ­νει πα­ρὰ ἡ ἄ­με­σος κή­ρυ­ξις τῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἂς ἀ­να­παυ­θῶ­μεν ἀ­πό­ψε καὶ αὔ­ριον εἰς τὴν Ἐκ­κλη­σί­αν, ἀ­φοῦ με­τα­λά­βω­μεν τῶν Ἀ­χράν­των Μυ­στη­ρί­ων, ἂς προ­σευ­χη­θῶ­μεν ὅ­λοι, κα­τὰ τὴν Δο­ξο­λο­γί­αν εἰς τὸν ἅγιον Ἀ­λέ­ξιον καὶ τὴν Πα­να­γί­αν, νὰ μᾶς βο­η­θή­σουν εἰς τὸν ἄ­νι­σον ἀ­γῶνα, εἰς τὸν ὁ­ποῖ­ον ἀ­πο­δυ­ό­με­θα΄΄.

Στὴν βο­ή­θεια τοῦ Θε­οῦ στη­ρί­χθη­καν οἱ ἀ­γω­νι­στὲς τοῦ 1821. Κα­θὼς ἦ­σαν ἄ­ο­πλοι, ὀ­λι­γά­ριθ­μοι, ἀ­πο­δί­δουν τὶς ἐ­πι­τυ­χί­ες τους ἔ­ναν­τι ἑ­νὸς πα­νί­σχυ­ρου καὶ πά­νο­πλου ἐ­χθροῦ στὴν χά­ρη τοῦ Θε­οῦ ποὺ τοὺς δί­νει πί­στη στὴν προ­σπά­θεια, ἐλ­πί­δα καὶ αἰ­σι­ο­δο­ξί­α. Με­τὰ ἀ­πὸ κά­θε ἐ­πι­τυ­χί­α ἀ­να­πέμ­πουν Δο­ξο­λο­γί­α στὸν Θε­ό. Ἔ­τσι, ὅ­ταν στὶς 23 Μαρ­τί­ου 1821 οἱ Ἕλ­λη­νες εἰ­σῆλ­θαν στὴν Κα­λα­μά­τα, ἡ πρώ­τη ἐ­νέρ­γεια τοῦ Πε­τρομ­πέ­η Μαυ­ρο­μι­χά­λη ἦ­ταν νὰ κά­νουν Δο­ξο­λο­γί­α στοὺς ἁγί­ους Ἀ­πο­στό­λους ΄΄εὐ­χα­ρι­στοῦν­τες καὶ δο­ξά­ζον­τες τὸν Παν­το­δύ­να­μον, ποὺ τοὺς βο­ή­θη­σε νὰ κα­τα­λά­βουν καὶ νὰ ἐ­λευ­θε­ρώ­σουν τὴν Κα­λα­μά­τα΄΄.

Οἱ ἀ­γω­νι­στὲς τοῦ 1821 εἶ­χαν ἀ­πό­λυ­τη βε­βαι­ό­τη­τα πὼς ὁ Ἀ­γῶνας τους, ἐ­πει­δὴ ἦ­ταν δί­και­ος καὶ δι­ε­ξα­γό­ταν γιὰ τὴν ἐ­λευ­θε­ρί­α τῆς Πα­τρί­δας καὶ τὴν πί­στη τοῦ Χρι­στοῦ, ἦ­ταν εὐ­λο­γη­μέ­νος ἀ­πὸ τὸν Θε­ὸ καὶ τὴν Πα­να­γί­α. Με­τὰ τὴν νί­κη, ἀλ­λὰ καὶ τὸν θά­να­το τοῦ Μάρ­κου Μπό­τσα­ρη στὸ Καρ­πε­νή­σι, ὁ Π. Μαυ­ρο­μι­χά­λης ἀ­πευ­θυ­νό­με­νος στὸν λα­ὸ λέ­ει τὰ ἑ­ξῆς χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ καὶ εὔ­γλωτ­τα γιὰ τὰ ἰ­δα­νι­κὰ τῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως: ΄΄ἰ­δοὺ ὁ στρα­τὸς καὶ ὁ πα­τρι­ω­τι­σμὸς θρι­αμ­βεύ­ουν. Ἄ­ρα πα­τρι­ω­τι­σμὸν μό­νον ζη­τεῖ ὁ Θε­ὸς ἀ­πὸ ἡμᾶς, καὶ μα­χο­μέ­νους διὰ τὰ ἱ­ε­ρώ­τε­ρα πράγ­μα­τα δὲν μᾶς ἐγ­κα­τα­λιμ­πά­νει πώ­πο­τε. Καὶ ποι­ὸς Ἕλ­λην ἄ­ρα­γε μὲ ἀ­λη­θῆ πα­τρι­ω­τι­σμὸν μα­χό­με­νος δὲν ἐ­νί­κη­σε; ποῖ­ος εὐ­αί­σθη­τος Ἕλ­λην ἀ­κού­ει τοια­ύτας ἀν­δρα­γα­θί­ας καὶ δὲν ἐν­θου­σι­ά­ζε­ται καὶ δὲν φι­λο­τι­μεῖ­ται νὰ πο­λε­μή­ση καὶ ν᾿ ἀ­πο­θά­νη τοι­οῦ­τον ἔν­δο­ξον θά­να­τον, ὡς ὁ Μπό­τσα­ρης; ποῖ­ος Ἕλ­λην δὲν εὐ­χα­ρι­στεῖ­ται ν᾿ ἀ­πο­θά­νη διὰ τὴν πί­στιν καὶ τὴν Πα­τρί­δα;΄΄.

Ἂς δοῦ­με τώ­ρα τὴν ση­μαν­τι­κό­τε­ρη μορ­φὴ τοῦ 1821, τὴν στρα­τη­γι­κὴ ἰ­δι­ο­φυΐ­α καὶ τὴν γεν­ναί­α μορ­φὴ τοῦ θρυ­λι­κοῦ Γέ­ρου τοῦ Μο­ριᾶ, τοῦ Θε­όδ. Κο­λο­κο­τρώ­νη, ποὺ τό­σες φο­ρὲς καὶ σὲ κρί­σι­μες στιγ­μὲς γιὰ τὸν Ἀ­γῶ­να, χά­ρι­σε με­γά­λες νί­κες (Βαλ­τέ­τσι, Τρι­πο­λι­τσά, Δερ­βε­νά­κια) καὶ στή­ρι­ξε τοὺς ἀ­πο­θαρ­ρυ­μέ­νους Ἕλ­λη­νες κα­τὰ τὴν εἰ­σβο­λὴ τοῦ Ἰμ­πρα­ΐμ, θὰ δι­α­πι­στώ­σου­με ὅ­τι καὶ αὐ­τὸς δι­α­κρι­νό­ταν ἀ­πὸ τὴν βα­θειά του πί­στη στὸν Χρι­στὸ καὶ τὴν με­γά­λη ἀ­γά­πη γιὰ τὴν Πα­τρί­δα.

Ὁ Θε­όδ. Κο­λο­κο­τρώ­νης συ­νο­ψί­ζει τὸ σκε­πτι­κὸ μὲ τὸ ὁ­ποῖ­ο ξε­ση­κώ­θη­καν οἱ Ἕλ­λη­νες τὸ 1821 μὲ τὰ ἀ­κό­λου­θα λό­για: ΄΄ὅ­ταν ἀ­πο­φα­σί­σα­μεν νὰ κά­μω­μεν τὴν Ἐ­πα­νά­στα­σι, δὲν ἐ­συλ­λο­γι­σθή­κα­με, οὔ­τε πό­σοι εἴ­με­θα, οὔ­τε πὼς δὲν ἔ­χου­με ἅρ­μα­τα, οὔ­τε ὅ­τι οἱ Τοῦρ­κοι ἐ­βα­στοῦ­σαν τὰ κά­στρα καὶ τὰς πό­λεις, ἀλ­λά, ὡς μί­α βρο­χή, ἔ­πε­σε εἰς ὅ­λους μας ἡ ἐ­πι­θυ­μί­α τῆς ἐ­λευ­θε­ρί­ας, καὶ ὅ­λοι, καὶ οἱ κλη­ρι­κοί, καὶ οἱ προ­ε­στοὶ καὶ οἱ κα­πε­τα­ναῖ­οι καὶ οἱ πε­παι­δευ­μέ­νοι καὶ οἱ ἔμ­πο­ροι, μι­κροὶ καὶ με­γά­λοι, ὅ­λοι ἐ­συμ­φω­νή­σα­μεν εἰς αὐ­τὸ τὸ σκο­πό, καὶ ἐ­κά­μα­μεν τὴν Ἐ­πα­νά­στα­σι΄΄ (ἐ­θνι­κὴ ἑ­πο­μέ­νως, συλ­λο­γι­κὴ καὶ πα­νε­θνι­κή, ὄ­χι ΄΄τα­ξι­κὴ΄΄ ἦ­ταν ἡ Ἐ­πα­νά­στα­ση).

Ἐν­δει­κτι­κό τῆς βα­θειᾶς πί­στης τοῦ Κο­λο­κο­τρώ­νη στὸν Θε­ὸ εἶ­ναι ἡ ἐ­πα­να­στα­τι­κή του ση­μαί­α, μὲ τὸν Σταυ­ρὸ στὴν μέ­ση καὶ μὲ τὰ γράμ­μα­τα ΙΣΝΚ (Ἰ­η­σοῦς Χρι­στὸς Νι­κᾶ). Ἀ­π᾿ ὅ­που περ­νοῦ­σε ὁ Γέ­ρος τοῦ Μο­ριᾶ, οἱ χω­ρι­κοὶ μὲ τοὺς πα­πᾶ­δες καὶ τὰ ἑ­ξα­πτέ­ρυ­γα τὸν ὑ­πο­δέ­χον­ταν μὲ ἐν­θου­σια­σμὸ καὶ Δο­ξο­λο­γί­ες στὸν Θε­ὸ γιὰ τὴν με­γά­λη καὶ εὐ­λο­γη­μέ­νη στιγ­μὴ τῆς Ἐ­θνε­γερ­σί­ας. Γρή­γο­ρα ὅ­μως ὁ πρῶ­τος ἐν­θου­σια­σμὸς με­τρι­ά­σθη­κε καὶ ἐμ­φα­νί­σθη­καν οἱ πρῶ­τες ἀ­πο­καρ­δι­ώ­σεις. Τό­τε, ὁ Κο­λο­κο­τρώ­νης, ὅ­πως ὁ ἴ­διος ἀ­να­φέ­ρει στὰ Ἀ­πο­μνη­μο­νεύ­μα­τά του, περ­νών­τας ἔ­ξω ἀ­πὸ τὴν κα­τε­στραμ­μέ­νη ἐκ­κλη­σί­α τῆς Πα­να­γί­ας στὸ Χρυ­σο­βί­τσι, κά­θι­σε καὶ ἔ­κλαι­γε γιὰ τὴν τύ­χη τῆς Ἑλ­λά­δος. Γρή­γο­ρα, ἀ­να­θάρ­ρυ­σε, καὶ ἔ­κα­νε τά­μα στὴν Πα­να­γί­α πὼς ἂν ἐ­λευ­θε­ρω­θεῖ ὁ τό­πος, νὰ τῆς ἀ­νοι­κο­δο­μή­σει τὴν Ἐκ­κλη­σία­, ὅ­πως καὶ τὸ ἔ­πρα­ξε ἕ­να ἔ­τος με­τά, τὸ 1822. Ὁ Κο­λο­κο­τρώ­νης μὲ βα­θειὰ πί­στη προ­σευ­χή­θη­κε στὴν Πα­να­γί­α: ΄΄Πα­να­γιά μου, βο­ή­θη­σε καὶ τού­τη τὴ φο­ρὰ τοὺς Ἕλ­λη­νες νὰ ψυ­χω­θοῦν΄΄. Ἔ­κα­νε τὸν Σταυ­ρό του καὶ δά­κρυ­σε ἀ­σπα­ζό­με­νος τὴν εἰ­κό­να της. Ἀ­να­θάρ­ρυ­σε. Μὲ νέ­α δύ­να­μη καὶ βε­βαι­ό­τη­τα ἔ­λε­γε συ­νε­χῶς στοὺς ἐ­πα­να­στα­τη­μέ­νους Ἕλ­λη­νες ὅ­τι ΄΄ὁ Θε­ὸς ὑ­πέ­γρα­ψε τὴν λευ­τε­ριὰ τῆς Ἑλ­λά­δος καὶ δὲν θὰ πά­ρη πί­σω τὴν ὑ­πο­γρα­φή του΄΄. Ὅ­σες φο­ρὲς ἐ­πα­να­λάμ­βα­νε τὰ λό­για αὐ­τὰ οἱ Ἕλ­λη­νες ἔ­παιρ­ναν θάρ­ρος καὶ ἐ­νί­σχυ­ση.

Ὁ Κο­λο­κο­τρώ­νης πί­στευ­ε ἀ­κρά­δαν­τα στὴν ἱ­ε­ρό­τη­τα τοῦ Ἀ­γῶ­να καὶ τὰ δί­και­ο τοῦ Ἔ­θνους, θε­ω­ροῦ­σε τὴν ὅ­λη ἐ­ξέ­γερ­ση ἁ­γι­α­σμέ­νη καὶ εὐ­λο­γη­μέ­νη ἀ­πὸ τὸν Θε­ό. Πρὶν ἀ­πὸ κά­θε με­γά­λη καὶ δύ­σκο­λη ἀ­να­μέ­τρη­ση μὲ τὸν ἐ­χθρὸ μι­λά­ει στοὺς ἄν­δρες του, τοὺς ἐμ­ψυ­χώ­νει, τοὺς ὑ­πεν­θυ­μί­ζει τὸ ἱ­ε­ρό τους χρέ­ος πρὸς τὸν Χρι­στὸ καὶ τὴν Πα­τρί­δα, καὶ ξε­ση­κώ­νει ρί­γη ἐν­θου­σια­σμοῦ στοὺς Ἕλ­λη­νες. Λί­γο πρὶν τὴν μά­χη μὲ τὸν Δρά­μα­λη στὰ Δερ­βε­νά­κια, μὲ τέ­τοι­α λό­για δυ­να­τά, γε­μᾶτα Ἑλ­λά­δα καὶ Χρι­στό, ἀ­πευ­θύ­νε­ται στὰ παλ­λη­κά­ρια του: ΄΄Ἕλ­λη­νες, ἐ­σεῖς δὲν ἤ­σα­στε ποὺ γιὰ τὴν ἀ­γά­πη τῆς Πα­τρί­δος καὶ τὴν πί­στι τοῦ Χρι­στοῦ ση­κώ­σα­τε τὰ ἅρ­μα­τα καὶ τὴ ση­μαί­α τοῦ Σταυ­ροῦ; Ἕλ­λη­νες! Καί αὐτοὺς θὰ τοὺς νι­κή­σου­με. Εἶ­ναι θέ­λη­μα τοῦ Θε­οῦ. Εἶ­ναι κον­τά μας καὶ μᾶς βο­η­θά­ει, για­τί πο­λε­μᾶ­με γιὰ τὴν πί­στι μας, γιὰ τὴν Πα­τρί­δα μας, γιὰ τοὺς γέ­ρους γο­νιούς, γιὰ τ᾿ ἀ­δύ­να­μα παι­διὰ μας, γιὰ τὴν ζω­ή μας, γιὰ τὴ λευ­τε­ριά μας… καὶ ὅ­ταν ὁ δί­και­ος Θε­ὸς μᾶς βο­η­θά­η, ποι­ὸς ἐ­χθρὸς ἠμ­πο­ρεῖ νὰ μᾶς κά­νη κα­λά; Ἕλ­λη­νες! Στ᾿ ἅρ­μα­τα! Θὰ τοὺς συν­τρί­ψου­με μὲ τὴν βο­ή­θεια τοῦ Θε­οῦ΄΄.

Ὁ στρα­τη­γὸς Μα­κρυ­γιά­ννης, ἀ­πὸ τὶς πιὸ ἁ­γνές, ἀ­νι­δι­ο­τε­λεῖς καὶ φλο­γε­ρὲς ἡ­ρω­ϊκὲς μορ­φὲς τοῦ Ἀ­γῶ­να, μέ­σα ἀ­πὸ τὰ Ἀ­πο­μνη­μο­νεύ­μα­τά του ξε­δι­πλώ­νει τὸ πνευ­μα­τι­κὸ καὶ ἠ­θι­κό του με­γα­λεῖ­ο, ἀλ­λὰ καὶ τὴν με­γά­λη πί­στη στὸν Θε­ό, ΄΄πρᾶγ­μα πο­λύ­τι­μο τζι­βα­ϊ­ρι­κό΄΄, ὅ­πως τὴν ἀ­πο­κα­λοῦ­σε καὶ δὲν τὴν ἄλ­λα­ζε γιὰ τί­πο­τε. Γρά­φει λοι­πὸν γιὰ τὴν Ἐ­πα­νά­στα­ση: ΄΄ὅ­ταν ση­κώ­σα­μεν τὴν ση­μαί­α ἐ­ναν­τί­ον τῆς τυ­ρα­γνί­ας, ξέ­ρα­μεν ὅ­τι εἶ­ναι πολ­λοὶ αὐ­τοίνοι καὶ ἀμ­αχη­τι­κοὶ κι ἔ­χουν καὶ κα­νό­νια καὶ ὅ­λα τὰ μέ­σα. Ἐ­μεῖς ἀ­π᾿ οὔλα εἴ­μα­στε ἀ­δύ­να­τοι, ὅ­μως ὁ Θε­ὸς φυ­λά­γει καὶ τοὺς ἀ­δυ­νά­τους, κι ἂν πε­θά­νω­μεν, πε­θαί­νο­μεν διὰ τὴν Πα­τρί­δα μας, διὰ τὴν Θρη­σκεί­αν μας, καὶ πο­λε­μοῦ­μεν ὅ­σο μπο­ροῦ­μεν ἐ­ναν­τί­ον τῆς τυ­ρα­γνί­ας, κι ὁ Θε­ὸς βο­η­θός. Αὐ­τὸς ὁ θά­να­τος εἶ­ναι γλυ­κός, ὅ­τι κα­νέ­νας δὲν θὰ γέ­νη ἀ­θά­να­τος, κι ὅ­ταν ὁ χά­ρος θἄρ­θη νὰ μᾶς πά­ρη ἀρ­ρώ­στους καὶ δυ­στυ­χεῖς, κα­λύ­τε­ρα σή­με­ρα νὰ πε­θά­νω­μεν΄΄.

Μὲ τέ­τοι­ο φρό­νη­μα καὶ θαρ­ρα­λέ­α ἀ­γω­νι­στι­κό­τη­τα, αὐ­τοὶ οἱ λί­γοι, ἀ­γράμ­μα­τοι, ἄ­ο­πλοι σχε­δὸν ἄν­δρες ἔ­γρα­ψαν ἡ­ρω­ϊκὲς σε­λί­δες στὸ 1821 μὲ τὸ αἷ­μα καὶ τὸ πνεῦ­μα τους, καὶ κα­τέ­στη­σαν ἀ­θά­να­τες μορ­φὲς στὴν Ἑλ­λη­νι­κὴ ἱ­στο­ρί­α. Ὅ­μως κά­θε ἐ­πι­τυ­χί­α ἑλ­λη­νι­κὴ οἱ ἀ­γω­νι­στὲς τὴν ἀ­πέ­δι­δαν στὴν βο­ή­θεια τοῦ Θε­οῦ. Ὁ Κο­λο­κο­τρώ­νης ἔ­χτι­σε ἐκ­κλη­σά­κι στὴν Πα­να­γία­, ὁ Μα­κρυ­γιά­ννης ἀ­φι­έ­ρω­σε καν­τή­λι ἀ­ση­μέ­νιο στὸν προ­στά­τη του ἁ­η- Γιά­ννη, ὁ Κα­ρα­ϊ­σκά­κης ἀ­φι­έ­ρω­σε τὰ ὅπλα του στὴν Μο­νὴ τῆς Πα­να­γί­ας στὸν Προυσ­σό, ὁ Κα­νά­ρης ἔ­χτι­σε τὸ ἐκ­κλη­σά­κι τῶν Ἁγί­ων Ἀ­πο­στό­λων στὸ κτῆ­μα του στὴν Κυ­ψέ­λη, κ.ἄ.

Ἀλ­λὰ καὶ οἱ Ἕλ­λη­νες τοῦ ἐ­ξω­τε­ρι­κοῦ βο­ή­θη­σαν πά­ρα πολύ τὸν Ἀ­γῶ­να. Πολ­λοὶ ἐξ αὐ­τῶν ἦλ­θαν στὴν ἐ­πα­να­στα­τη­μέ­νη Ἑλ­λά­δα νὰ πο­λε­μή­σουν, ἄλ­λοι πα­ρέ­μει­ναν στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κὸ ὀρ­γα­νώ­νον­τας φι­λελ­λη­νι­κὰ κο­μι­τᾶτα, ἀ­φυ­πνί­ζον­τας τὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον τῆς εὐ­ρω­πα­ϊ­κῆς κοι­νῆς γνώ­μης, ἐ­νη­με­ρώ­νον­τας, συγ­κεν­τρώ­νον­τας χρή­μα­τα καὶ ὅ­πλα γιὰ τὸν Ἀ­γῶνα. Ὁ πιὸ γνω­στὸς ἐξ αὐ­τῶν, ὁ Ἀ­δαμ. Κο­ρα­ῆς, ἀ­πὸ τὸ Πα­ρί­σι, πέ­ραν τῶν ἄλ­λων του ἐ­νερ­γει­ῶν ὑ­πὲρ τοῦ Ἀ­γῶ­να, ἔ­χει ἐ­πι­κοι­νω­νί­α μὲ τοὺς ἐ­ξε­γερ­μέ­νους Ἕλ­λη­νες ὁ­πλαρ­χη­γοὺς καὶ μέ­λη τῆς Προ­σω­ρι­νῆς Κυ­βερ­νή­σε­ως, καὶ δια­ρκῶς στέλ­νει μη­νύ­μα­τα ἐν­θαρ­ρυν­τι­κά, πλή­ρη πνευ­μα­τι­κοῦ καὶ ἀ­γω­νι­στι­κοῦ φρο­νή­μα­τος, ὅ­πως λ.χ. τὸ ἀ­κό­λου­θο: ΄΄ἐ­πι­κα­λε­σά­με­νοι τὴν ἐξ οὐ­ρα­νοῦ βο­ή­θειαν καὶ ἀ­σπα­σά­με­νοι εἰς τὸν ἄλ­λον μὲ τὰ δά­κρυ­α τῆς ἐλ­πί­δος καὶ τῆς χα­ρᾶς, οἱ νέ­οι μὲ τὰ ὅπλα, οἱ γέ­ρον­τες μὲ τὰς εὐ­χάς καὶ τὰς πα­ραι­νέ­σεις, οἱ ἱ­ε­ρεῖς μὲ τὰς εὐ­λο­γί­ας καὶ τὰς πρὸς τὸν Θε­ὸν δε­ή­σεις, ὅ­λοι ὁ­μοῦ ἑ­νω­μέ­νοι, γεν­ναῖ­οι τοῦ Ἑλ­λη­νι­κοῦ ὀ­νό­μα­τος κλη­ρο­νό­μοι, πο­λε­μή­σα­τε γεν­ναί­ως πε­ρὶ Πί­στε­ως, πε­ρὶ Πα­τρί­δος, πε­ρὶ γυ­ναι­κῶν, πε­ρὶ τέ­κνων, πε­ρὶ πά­σης τῆς πα­ρού­σης καὶ ἐ­περ­χο­μέ­νης γε­νε­ᾶς τῶν Γραι­κῶν, τὸν τρι­σβάρ­βα­ρον, τὸν ἄ­σπλαγ­χνον τύ­ραν­νον τῆς Ἑλ­λά­δος, ἂν θέ­λε­τε νὰ φα­νῆ­τε ἄ­ξιοι τῶν πα­λαι­ῶν Ἑλ­λή­νων ἀ­πό­γο­νοι, ἂν θέ­λε­τε νὰ ἀ­φή­σε­τε, ὡς ἐ­κεῖ­νοι, τὸ ὄ­νο­μά σας ἀ­εί­μνη­στον εἰς τοὺς αἰ­ώ­νας΄΄.

Σὲ ὅ­λους αὐ­τοὺς τοὺς γεν­ναί­ους ἀ­γω­νι­στὲς τῆς ἐ­λευ­θε­ρί­ας τῆς Πα­τρί­δας καὶ τῆς Πί­στε­ως τοῦ Χρι­στοῦ, ὀ­φεί­λου­με καὶ ἐ­μεῖς οἱ νε­ώ­τε­ρες γε­νι­ὲς τῶν Ἑλ­λήνων νὰ φα­νοῦ­με ἀν­τά­ξιοι ἐ­κεί­νων, τι­μών­τας τὴν ἱ­ε­ρὰ μνή­μην τους, ἀ­κο­λου­θών­τας τὸ πα­ρά­δειγ­μά τους, ἀ­γω­νι­ζό­με­νοι καὶ ἐ­μεῖς στὶς ση­με­ρι­νὲς συν­θῆ­κες γιὰ μί­α ἐ­λεύ­θε­ρη Πα­τρί­δα, ἀ­νε­ξάρ­τη­τη, ὑ­πε­ρή­φα­νη γιὰ τὴν Ἱ­στο­ρί­α καὶ τὴν Χρι­στι­α­νι­κή της Πί­στη.

 Ὅ­ταν τε­λι­κὰ μὲ τὴν πα­ρέμ­βα­ση τῶν Με­γά­λων Δυ­νά­με­ων, Ἀγ­γλί­ας, Γαλ­λί­ας, Ρω­σί­ας, με­τὰ τὴν ναυ­μα­χί­α τοῦ Ναυ­α­ρί­νου, ἱ­δρύ­ε­ται ἕ­να ἀ­νε­ξάρ­τη­το ἑλ­λα­δι­κὸ κρα­τί­διο, οὐ­σι­α­στι­κὰ προ­τε­κτο­ρᾶτο τῶν Με­γά­λων Δυ­νά­με­ων, ὁ κυ­ρί­αρ­χος ἰ­δε­ο­λο­γι­κὸς προ­σα­να­το­λι­σμὸς γιὰ τὴν ἑλ­λη­νι­κό­τη­τα καὶ ἐ­θνι­κὴ αὐ­το­συ­νει­δη­σί­α εἶ­ναι ὁ κλασ­σι­κι­σμός, ἡ ἐ­πι­στρο­φὴ στὴν ἀρ­χαί­α Ἑλ­λά­δα, καὶ ἡ ἀ­πο­κο­πὴ τῶν Ἑλ­λή­νων ἀ­πὸ τὸν φυ­σι­κό τους χῶ­ρο τῆς ΄΄καθ᾿ ἡμᾶς Ἀ­να­το­λῆς΄΄, ἀ­πὸ κά­θε τί ποὺ θυ­μί­ζει Βυ­ζάν­τιο καὶ Ρω­μι­ο­σύ­νη. Ἀ­κό­μη καὶ ἡ Ἑλ­λα­δι­κὴ Ἐκ­κλη­σί­α θε­ω­ρεῖ­ται ὅ­τι πρέ­πει νὰ ἀ­πο­κο­πεῖ ἀ­πὸ τὴν πνευ­μα­τι­κή της ἐ­ξάρ­τη­ση ἀ­πὸ τὸ Πα­τρι­αρ­χεῖ­ο Κων/πό­λε­ως, καὶ νὰ κα­τα­στεῖ ἀ­νε­ξάρ­τη­τη, ἐ­θνι­κή, κρα­τι­κὴ Ἐκ­κλη­σί­α. Αὐ­τὸ γί­νε­ται μὲ τὴν ρή­ξη μὲ τὸ Πα­τρι­αρ­χεῖ­ο καὶ τὴν μο­νο­με­ρῆ ἀ­να­κή­ρυ­ξη τῆς ἐκ­κλη­σι­α­στι­κῆς αὐ­το­κε­φα­λί­ας τῆς Ἑλ­λα­δι­κῆς Ἐκ­κλη­σί­ας (1833-1850).

Στὸ νε­ο­σύ­στα­το ἑλ­λα­δι­κὸ ἐμ­φα­νί­ζε­ται μί­α δι­χα­στι­κὴ πνευ­μα­τι­κὴ σχι­ζο­φρέ­νεια. Στὰ πλαί­σια τῆς ἀ­να­ζή­τη­σης μί­ας ἑλ­λη­νι­κῆς ταυ­τό­τη­τας γιὰ τὸν νε­ώ­τε­ρο Ἑλ­λη­νι­σμό, ἀν­τὶ νὰ ἐ­πι­χει­ρη­θεῖ μί­α ἀ­να­σύν­θε­ση, μί­α νέ­α σύν­θε­ση ἑλ­λη­νι­κό­τη­τας, ἐμ­φα­νί­ζε­ται μί­α δι­χο­τό­μη­ση. Κα­τὰ τὴν διά­ρκεια τοῦ 19ου αἰ. πα­ρα­τη­ρεῖ­ται μί­α πα­ράλ­λη­λη ὕ­παρ­ξη δύ­ο δι­α­φο­ρε­τι­κῶν ἑλ­λη­νι­κο­τή­των, ποὺ βρί­σκον­ται σὲ σκλη­ρὴ ἀν­τι­πα­ρά­θε­ση με­τα­ξύ τους. Ἀ­πὸ τὴν μία­ πλευ­ρὰ ἔ­χου­με τὴν πα­ρά­τα­ξη τῶν ΄΄Ἑλ­λή­νων΄΄, ποὺ ἐ­πι­ζη­τοῦν πνευ­μα­τι­κὴ καὶ πο­λι­τι­σμι­κὴ στρο­φὴ στὴν ἀρ­χαί­α Ἑλ­λά­δα καὶ ἐ­ξευ­ρω­πα­ϊ­σμό, καὶ ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη πλευ­ρὰ ἔ­χου­με τὴν πα­ρά­τα­ξη τῶν ΄΄Γραι­κο­Ρω­μι­ῶν΄΄, ποὺ βλέ­πουν κα­χύ­πο­πτα κά­θε τί δυ­τι­κὸ καὶ στη­ρί­ζον­ται στὶς πα­ρα­δο­σια­κὲς ἀ­ξί­ες τῆς Ὀρ­θο­δο­ξί­ας καὶ τῆς βυ­ζαν­τι­νῆς κλη­ρο­νο­μιᾶς. Ἡ ἀν­τι­πα­ρά­θε­ση αὐ­τὴ θὰ πε­ρά­σει ἀ­πὸ ὀ­ξύ­τη­τες, ἔν­το­νες δι­α­μά­χες, θὰ προ­κα­λέ­σει ἐ­θνι­κὸ δι­χα­σμὸ καὶ σύγ­χι­ση ὡς πρὸς τὴν ἑλ­λη­νι­κό­τη­τα καὶ τὰ στοι­χεῖ­α ποὺ τὴν συ­να­πο­τε­λοῦν (μί­α ἰ­δε­ο­λο­γι­κὴ ἀν­τι­πα­ρά­θε­ση ποὺ συ­σκο­τί­ζει τὴν ἐ­θνι­κή μας αὐ­το­γνω­σί­α καὶ φθά­νει ὡς τὶς μέ­ρες μας).

Ἐκ­φρα­στὲς τῆς πρώ­της με­ρί­δος ἀ­πο­τε­λοῦν οἱ ἐ­λὶτ τοῦ νε­ο­ελ­λη­νι­κοῦ κρά­τους, ὁ βα­σι­λιὰς Ὄ­θω­νας καὶ ἡ Βαυ­α­ρο­κρα­τί­α ποὺ προ­έρ­χε­ται ἀ­πὸ τὸν νε­ο­κλασ­σι­κι­σμὸ καὶ τὸν προ­τε­σταν­τι­σμὸ τῆς Γερ­μα­νί­ας, ἡ ἐγ­χώ­ρια πνευ­μα­τι­κὴ δι­α­νό­η­ση, οἱ ἀ­νώ­τε­ρες οἰ­κο­νο­μι­κές, ἀ­στι­κὲς καὶ ἐμ­πο­ρι­κὲς δυ­νά­μεις τοῦ τό­που. Κα­τα­βάλ­λε­ται ἔν­το­νη προ­σπά­θεια κα­θάρ­σε­ως τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς ταυ­τό­τη­τος καὶ τῆς Ἑλ­λα­δι­κῆς κοι­νω­νί­ας ἀ­πὸ στοι­χεῖ­α ποὺ θε­ω­ροῦν­ται κα­τώ­τε­ρα, ὀ­πι­σθο­δρο­μι­κά, λα­ϊ­κά. Ἡ γλῶσ­σα πρέ­πει νὰ κα­θαρ­θεῖ ἀ­πὸ βαρ­βα­ρι­σμοὺς καὶ νὰ ἐ­πα­νέλ­θει στὸ κλέ­ος τῆς κλασ­σι­κῆς ἀτ­τι­κῆς δι­α­λέ­κτου, καὶ ὡς ἐκ τού­του προ­τεί­νε­ται ἡ ΄΄κα­θα­ρεύ­ου­σα΄΄ καὶ ἀρ­χα­ΐ­ζου­σα γλῶσ­σα ὡς ἐ­πί­ση­μη τοῦ κρά­τους, ἀλ­λὰ καὶ ὡς γλωσ­σι­κὸ ὄρ­γα­νο τῶν δι­α­νο­ου­μέ­νων, τῶν κα­θη­γη­τῶν, τῶν λο­γο­τε­χνῶν καὶ συγ­γρα­φέ­ων.

Ἐ­πί­σης, καὶ ἡ νέ­α πρω­τεύ­ου­σα τοῦ κρά­τους, ἡ Ἀ­θή­να, πρέ­πει νὰ ἀ­πο­κα­θαρ­θεῖ καὶ νὰ θυ­μί­ζει ἐμ­φα­νι­σια­κὰ καὶ ἀρ­χι­τε­κτο­νι­κὰ τὴν κλασ­σι­κὴ ἀρ­χαι­ό­τη­τα. Στὸ πλαί­σιο αὐ­τὸ πολ­λὲς βυ­ζαν­τι­νὲς Ἐκ­κλη­σί­ες καὶ ἐκ­κλη­σά­κια τῶν Ἀ­θη­νῶν γκρε­μί­ζον­ται ἀ­πὸ τοὺς Βαυα­ρούς, κα­θὼς θε­ω­ροῦν­ται ὅ­τι ἀ­πέ­χουν ἀ­πὸ τὸ κλασ­σι­κὸ ἰ­δε­ῶ­δες τοῦ κάλ­λους (πάν­τως οἱ βυ­ζαν­τι­νοὶ να­οὶ τῆς Κα­πνι­κα­ρέ­ας καὶ τῶν Ἁ­γί­ων Θε­ο­δώ­ρων στὴν Κλαυθ­μῶ­νος ἦ­σαν ἀ­πὸ τοὺς λί­γους ποὺ εὐ­τυ­χῶς γλύ­τω­σαν ἀ­πὸ τὴν ἀ­να­μορ­φω­τι­κὴ μα­νί­α τῶν Βαυα­ρῶν), τὰ νέ­α δη­μό­σια κτί­ρια (Ἐ­θνι­κὴ Βι­βλι­ο­θή­κη, Πα­νε­πι­στή­μιο, Τρά­πε­ζα τῆς Ἑλ­λά­δος) καὶ νέ­οι να­οὶ (Ἁγ. Εἰ­ρή­νη Αἰ­ό­λου) ὅ­πως καὶ τὰ μέ­γα­ρα τῶν πλου­σί­ων ἀ­κο­λου­θοῦν τὸν νε­ο­κλασ­σι­κὸ ρυθ­μὸ ποὺ συν­δυά­ζει στοι­χεῖ­α δι­α­κο­σμη­τι­κά, ἀρ­χαι­ο­ελ­λη­νι­κοὺς κί­ο­νες, ἀ­ε­τώ­μα­τα, προ­σό­ψεις, ποὺ πα­ρα­πέμ­πουν εὐ­θέ­ως στὴν ἀρ­χαί­α Ἑλ­λά­δα. Ἐ­πί­σης, στὰ πλαί­σια τοῦ ἐκ­συγ­χρο­νι­σμοῦ θύ­μα πέ­φτει καὶ ἡ Ἐκ­κλη­σί­α, κα­θὼς πολ­λὰ Μο­να­στή­ρια κλεί­νουν βια­ίως, μο­να­χοὶ καὶ μο­να­χὲς ἀ­ναγ­κά­ζον­ται νὰ τὰ ἐγ­κα­τα­λεί­ψουν, καὶ τὰ ἱ­ε­ρὰ σκεύ­η κα­τα­λή­γουν νά πω­λοῦν­ται στοὺς δρό­μους. Ὅ­λα αὐ­τὰ φυ­σι­κὰ προ­κα­λοῦν ἔν­το­νες λα­ϊ­κὲς ἀν­τι­δρά­σεις.

Τὴν δεύ­τε­ρη πα­ρά­τα­ξη τῶν ΄΄Γραι­κο­ρω­μι­ῶν΄΄, ἐκ­φρά­ζουν ἡ πλει­ο­ψη­φί­α τῶν λα­ϊ­κῶν στρω­μά­των, οἱ ἀ­γω­νι­στὲς τοῦ 1821 ὅ­πως ὁ Θε­όδ. Κο­λο­κο­τρώ­νης καὶ ὁ Μα­κρυ­γιά­ννης, ἢ ὁ πε­ρί­φη­μος Πα­που­λά­κος. Ὅ­λοι αὐ­τοὶ πα­ρα­μέ­νουν πι­στοὶ στὴν ἑλ­λη­νι­κό­τη­τά τους ποὺ πη­γά­ζει ἀ­πὸ τὸ Βυ­ζάν­τιο, τὴν Ὀρ­θο­δο­ξί­α, τὶς λα­ϊ­κὲς πα­ρα­δό­σεις καὶ τὸ λα­ϊ­κὸ πο­λι­τι­σμό, τὰ Δη­μο­τι­κὰ τρα­γού­δια καὶ τὴν γλῶσ­σα, πο­λι­τι­κὰ στρέ­φον­ται πρὸς τὴν ὁ­μό­δο­ξο Ρω­σί­α (φι­λο­ρω­σι­κὴ πα­ρά­τα­ξη), καὶ ἀν­τι­δροῦν στὸν βί­αι­ο ἐκ­συγ­χρο­νι­σμὸ καὶ τὸν ἐ­πι­χει­ρού­με­νο ἀ­πο­γα­λα­κτι­σμὸ ἀ­πὸ τὶς ρί­ζες τους. Ἀ­ξί­ζει νὰ ση­μει­ώ­σου­με πὼς καὶ ὁ πρῶ­τος Κυ­βερ­νή­της Ἰ­ω. Κα­πο­δί­στριας προ­σπά­θη­σε νὰ ἰ­σορ­ρο­πή­σει καὶ νὰ συν­θέ­σει τὶς δύ­ο αὐ­τὲς ταυ­τό­τη­τες οἰ­κο­δο­μών­τας ἕ­να κρά­τος μὲ σύγ­χρο­νες εὐ­ρω­πα­ϊ­κὲς δο­μὲς καὶ θε­σμούς, τὸ ὁ­ποῖ­ον πα­ράλ­λη­λα θὰ βα­σί­ζε­ται στὶς πα­ρα­δό­σεις καὶ τὴν πί­στη του (ἄλ­λω­στε ὁ ἴ­διος ὁ Κα­πο­δί­στριας ἦ­ταν βα­θειὰ θρη­σκευ­ό­με­νος, ἐκ­κλη­σι­α­ζό­ταν τὶς Κυ­ρια­κὲς ἀ­πὸ πο­λὺ πρω­ΐ, ΄΄ὄρ­θρου βα­θέ­ος΄΄) καὶ μά­λι­στα εἶ­χε ζη­τή­σει μὲ ἐγ­κύ­κλιό τους πρὸς τοὺς δη­μο­σί­ους κρα­τι­κοὺς λει­τουρ­γοὺς νὰ βε­βαι­ώ­σουν ἐγ­γρά­φως ὅ­τι δὲν ἀ­νή­κουν στὴν μα­σο­νί­α ἢ ἄλ­λη κρυ­φὴ ὀρ­γά­νω­ση.

Ἀ­πὸ τὰ μέ­σα τοῦ 19ου αἰ. καὶ με­τὰ γί­νε­ται κα­τα­νο­η­τὸ πὼς αὐ­τὴ ἡ δι­χα­σμέ­νη ἑλ­λη­νι­κό­τη­τα μό­νον ζη­μιὰ προ­κα­λεῖ στὸ Ἔθνος, καὶ κα­τα­βάλ­λε­ται προ­σπά­θεια νὰ ἀ­να­συν­τε­θεῖ ἡ Ἐ­θνι­κὴ ταυ­τό­τη­τα πε­ρι­λαμ­βά­νον­τας ὅ­λα τὰ στοι­χεῖ­α στὴν ἱ­στο­ρι­κὴ δι­α­χρο­νί­α τοῦ ἑλ­λη­νι­σμοῦ. Προ­βάλ­λε­ται ἕ­να ἑ­νο­ποι­η­τι­κὸ Ἐ­θνι­κὸ ὅ­ρα­μα, αὐ­τὸ τῆς Με­γά­λης Ἰ­δέ­ας (πρω­θυ­πουρ­γὸς Ἰ­ω. Κω­λέτ­της, 1843 στὴν Βου­λή), ποὺ θέ­λει νὰ ἀ­πε­λευ­θε­ρώ­σει τοὺς ὑ­πό­δου­λους Ἕλ­λη­νες καὶ τὰ ὑ­πὸ ὀ­θω­μα­νι­κὴ κυ­ρι­αρ­χί­α ἐ­δά­φη, καὶ νὰ τὰ ἐν­σω­μα­τώ­σει σὲ ἕ­να ἑ­νια­ῖο Ἐ­θνι­κὸ κρά­τος.

Σὲ ἐ­πί­πε­δο ἐ­πι­στη­μο­νι­κὸ καὶ θε­ω­ρη­τι­κὸ ἡ πο­λυ­σύν­θε­τη αὐ­τὴ ἑλ­λη­νι­κό­τη­τα ἐκ­φρά­ζε­ται μέ­σα ἀ­πὸ τοὺς ἐ­θνι­κούς μας ἱ­στο­ρι­ο­γρά­φους Σπ. Ζαμ­πέ­λιο καὶ Κων/νο Πα­παρ­ρη­γό­που­λο, πού ἀ­να­σύ­ρουν τὸ ὑ­πο­τι­μη­μέ­νο Βυ­ζάν­τιο καὶ τὸ ἐν­τάσ­σουν στὸ τρι­με­ρὲς ἱ­στο­ρι­κὸ δι­ά­γραμ­μα τοῦ ἑλ­λη­νι­σμοῦ ἀρ­χαι­ό­τη­τα-Βυ­ζάν­τιο-νέ­ος ἑλ­λη­νι­σμός. Στὸ σχῆ­μα αὐ­τὸ τὸ Βυ­ζάν­τιο κα­τα­λαμ­βά­νει τὴν ἁρ­μό­ζου­σα θέ­ση του στὴν ἱ­στο­ρι­κὴ δι­α­χρο­νί­α τοῦ Ἑλ­λη­νι­σμοῦ, κα­θὼς ἀ­να­γνω­ρί­ζε­ται ἡ ἀ­ξί­α του καὶ ἡ συ­νει­σφο­ρά του ὡς ἐν­δι­ά­με­σος συν­δε­τι­κὸς κρί­κος με­τα­ξὺ κλασ­σι­κῆς ἀρ­χαι­ό­τη­τος καὶ νε­ω­τέ­ρου Ἑλ­λη­νι­σμοῦ. Τὸ Βυ­ζάν­τιο παύ­ει νὰ θε­ω­ρεῖ­ται ὡς σκο­τα­δι­στι­κὸ καὶ νὰ ἀ­πα­ξι­ώ­νε­ται. Ἀν­τι­θέ­τως, μέ­σα ἀ­πὸ τὴν ΄΄Ἱ­στο­ρί­α τοῦ Ἑλ­λη­νι­κοῦ Ἔ­θνους΄΄ τοῦ Πα­παρ­ρη­γό­που­λου ἀ­να­δει­κνύ­ε­ται ὡς ἡ πε­ρή­φα­νη ἑλ­λη­νο­χρι­στι­α­νι­κὴ αὐ­το­κρα­το­ρί­α τοῦ με­σαι­ω­νι­κοῦ ἑλ­λη­νι­σμοῦ. Ἐ­πί­σης, ὁ Ν. Πο­λί­της μέ­σα ἀ­πὸ τὴν ἐ­πι­στή­μη τῆς λα­ο­γρα­φί­ας ἀ­πο­δει­κνύ­ει τὴν ἀ­δι­ά­σπα­στη συ­νέ­χεια τοῦ Ἑλ­λη­νι­σμοῦ, κα­θὼς κα­τα­γρά­φει καὶ με­λε­τᾶ τὸν λα­ϊ­κὸ πο­λι­τι­σμὸ καὶ μέ­σα ἀ­πὸ τὰ ἔ­θι­μα καὶ τὶς πα­ρα­δό­σεις τοῦ λα­οῦ ἀ­νι­χνεύ­ον­ται ἐ­πι­βι­ώ­σεις ἀρ­χαι­ο­ελ­λη­νι­κῶν ἐ­θί­μων καὶ συ­νη­θει­ῶν (ὅ­λα αὐ­τὰ ἔρ­χον­ται πρω­τί­στως ὡς ἀ­πάν­τη­ση νὰ ἀν­τι­κρού­σουν τὶς ἀν­θελ­λη­νι­κὲς θε­ω­ρί­ες τοῦ Φαλ­με­ρά­γι­ερ, σὲ τε­λι­κὴ ἀ­νά­λυ­ση κα­τορ­θώ­νουν νὰ συλ­λά­βουν τὸν πο­λυ­σύν­θε­το χα­ρα­κτή­ρα τῆς Ἑλ­λη­νι­κό­τη­τάς μας ).

Τὸ ἑλ­λα­δι­κὸ κρα­τί­διο, πα­ρ᾿ ὅ­λες τὶς  ἀ­δυ­να­μί­ες τοῦ πο­λι­τι­κοῦ του συ­στή­μα­τος (τῆς κομ­μα­το­κρα­τί­ας), τὶς οἰ­κο­νο­μι­κὲς δυ­σχέ­ρει­ες καὶ τὶς μι­κρές του δυ­νά­μεις, πα­ρα­μέ­νει προ­ση­λω­μέ­νο στὸ ὅ­ρα­μα τῆς Με­γά­λης Ἰ­δέ­ας. Με­τὰ ὅ­μως τὸν ἀ­τυ­χῆ ἑλ­λη­νο­τουρ­κι­κὸ πό­λε­μο τοῦ 1897, τὴν πτώ­χευ­ση τοῦ κρά­τους καὶ τὸν δι­ε­θνῆ οἰ­κο­νο­μι­κὸ ἔ­λεγ­χο, μοιά­ζει κά­πως νὰ ἀ­πο­δυ­να­μώ­νε­ται ἡ ἐμ­πι­στο­σύ­νη τῶν Ἑλ­λή­νων στὴν δυ­να­τό­τη­τα πραγ­μα­το­ποί­η­σης τῆς Με­γά­λης Ἰ­δέ­ας. Μέ­σα ἀ­πὸ αὐ­τὸ τὸ βα­ρὺ κλί­μα θὰ ξε­πη­δή­σουν ρω­μα­λέ­οι πνευ­μα­τι­κοὶ ἄν­δρες, ἐκ­φρα­στὲς τῆς ἐ­θνι­κῆς αὐ­το­γνω­σί­ας, ποὺ θὰ δώ­σουν νέ­α ὤ­θη­ση καὶ δυ­να­μι­σμὸ στὸν ἑλ­λη­νι­σμό. Κυ­ρί­αρ­χες ἀ­σφα­λῶς μορ­φὲς ἀ­πο­τε­λοῦν ὁ Πε­ρι­κλῆς Γι­αν­νό­που­λος, ποὺ μὲ τὸ ἔρ­γο του ΄΄Ἔκ­κλη­σις πρὸς τὸ Πα­νελ­λή­νιον Κοι­νὸν΄΄ (1907) θὰ ἐκ­φρά­σει ἕ­να ρο­μαν­τι­κὸ ἰ­δε­ο­λο­γι­κὸ λό­γο προ­τεί­νον­τας ἀ­πόρ­ρι­ψη τῶν ξε­νο­μί­μη­των προ­τύ­πων καὶ ἐ­πι­στρο­φὴ στὶς ἀ­ξί­ες τῆς κλασ­σι­κῆς ἀρ­χαι­ό­τη­τος ποὺ ἔ­χουν τὴν δύ­να­μη νὰ ἐκ­πο­λι­τί­σουν ξα­νὰ τὴν οἰ­κου­μέ­νη (ὁ Γι­αν­νό­που­λος πι­στεύ­ει στὴν ἐκ­πο­λι­τι­στι­κὴ οἰ­κου­με­νι­κὴ ἀ­κτι­νο­βο­λί­α τοῦ ἑλ­λη­νι­σμοῦ), ὁ Ἴ­ων Δρα­γού­μης (1878-1920), ὁ φλο­γε­ρὸς αὐ­τὸς δι­πλω­μά­της, πο­λι­τι­κός, μα­χη­τὴς καὶ δι­α­νο­ού­με­νος πα­τρι­ώ­της, μὲ τὴν με­γά­λη ἀ­γά­πη του γιὰ τὴν Ἑλ­λά­δα, καὶ ἰ­δί­ως γιὰ τὴν Μα­κε­δο­νί­α, ὅ­που συ­νέ­βα­λε τὰ μέ­γι­στα ὡς πρό­ξε­νος στὸ Μο­να­στή­ρι στὴν ὀρ­γά­νω­ση τοῦ Μα­κε­δο­νι­κοῦ Ἀ­γῶνα γιὰ τὴν ἀ­πε­λευ­θέ­ρω­ση τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Μα­κε­δο­νί­ας ἀ­πὸ Τούρ­κους καὶ Βουλ­γά­ρους, καὶ ποὺ τε­λι­κὰ εἶ­χε ἄ­δο­ξο τέ­λος, δο­λο­φο­νη­μέ­νος ἀ­πὸ βε­νι­ζε­λι­κούς.

Ὁ Ἴ­ων Δρα­γού­μης μέ­σα ἀ­πὸ τὰ ἔρ­γα του ΄΄Μαρ­τύ­ρων καὶ Ἡ­ρώ­ων Αἷ­μα΄΄ (1907), ΄΄Σα­μο­θρά­κη΄΄ (1908), ΄΄Ὅ­σοι ζων­τα­νοὶ΄΄ (1911), ΄΄Ἑλ­λη­νι­κὸς Πο­λι­τι­σμὸς΄΄ (1914), γιὰ νὰ ἀ­να­φερ­θοῦ­με στὰ κυ­ρι­ό­τε­ρα ἔρ­γα του, ἐκ­φρά­ζει μί­α δυ­να­μι­κή, ἡ­ρω­ϊ­κή, γε­μά­τη αὐ­το­πε­ποί­θη­ση ἑλ­λη­νι­κό­τη­τα. Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ γιὰ τὸν ἀ­γῶ­να ὑ­πὲρ τῆς Μα­κε­δο­νί­ας γρά­φει: ΄΄ἡ πα­νώ­ρια τού­τη χώ­ρα αἷ­μα δι­ψᾶ καὶ ἀ­πο­ζη­τά­ει ἀ­μέ­τρη­τα πα­λλη­κά­ρια. Ἀ­πὸ τὸν βορ­ριὰ πάν­τα γε­νε­ὲς βαρ­βά­ρων θὰ πλα­κώ­νουν γιὰ νὰ πνί­ξουν τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ τὴ φύ­τρα. Ἕλ­λη­νες, ἡ φύ­τρα σας σὲ γῆς ἑλ­λη­νι­κὴ γεν­νι­έ­ται, ξε­φυ­τρώ­νει. Θε­ρι­εύ­ει καὶ φυ­τρώ­νει. Γε­νε­ὲς κλε­φτῶν ἂς στέ­κων­ται παν­το­τει­νά, σκο­ποὶ ἀ­κού­ρα­στοι, στὰ σύ­νο­ρα τὰ βο­ρει­νά, γιὰ νὰ φυ­λά­γουν τὰ Ἑλ­λη­νι­κά, τὰ ἅ­για χώ­μα­τα. Εἶ­ναι ἀ­νοιγ­μέ­νος τώ­ρα, μπρο­στὰ στὰ θο­λω­μέ­να μά­τια σας καὶ στὰ μυα­λὰ σας τὰ σκο­τι­σμέ­να, ἕ­νας δρό­μος ἀ­λη­θι­νός, δρό­μος ζω­ῆς καὶ πο­λέ­μου. Ἂν θέ­λε­τε, πά­ρε­τέ τον. Ἂν δὲν σᾶς ἀ­ρέ­ση πά­λι τοῦ­τος βρί­σκον­ται καὶ ἄλ­λοι, ἀ­λη­θι­νοὶ καὶ αὐ­τοί, δρό­μοι ζω­ῆς καὶ πο­λέ­μου. Δι­α­λέ­ξε­τε καὶ πά­ρε­τε. Εἰ­δε­μή, σα­πί­στε ἐ­κεῖ ποὺ εἶ­σθε!΄΄. (΄΄Μαρ­τύ­ρων καὶ Ἡ­ρώ­ων Αἷ­μα΄΄). Καὶ στὸ βι­βλί­ο του ΄΄Ὁ Ἑλ­λη­νι­σμός μου καὶ οἱ Ἕλ­λη­νες΄΄ ση­μει­ώ­νει χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά: ΄΄πε­ρή­φα­νος γιὰ τὴ γε­νιά μου τὴν ἑλ­λη­νι­κή, χα­ρού­με­νος, για­τί ἔ­βλε­πα ξά­στε­ρα τὸ Ἔθνος μου τυ­ραν­νι­σμέ­νο καὶ δυ­να­τὸ καὶ λε­πτὸ καὶ ἑ­φτά­ψυ­χο, ἔ­μορ­φο στὴ μο­να­ξιά του καὶ στὴν ἐγ­κα­τά­λει­ψη. Μ᾿ ἀ­ρέ­σει νὰ χά­νο­μαι στὶς λε­πτο­μέ­ρει­ες τῆς ζω­ῆς του. Βλέ­πω ἀ­πὸ τί πέ­ρα­σε κι ὅ­μως ζεῖ καὶ θέ­λει ἀ­κό­μη νὰ ζή­σει. Εὐ­γε­νι­κὴ ἡ γε­νιά μου, εὐ­γε­νι­κὴ ὅ­σο καὶ τῶν ἄλ­λων Εὐ­ρω­παί­ων καὶ εὐ­γε­νι­κώ­τε­ρη μά­λι­στα. Τί μι­μοῦν­ται οἱ Ἕλ­λη­νες τὶς εὐ­ρω­πα­ϊ­κὲς συ­νή­θει­ες καὶ ἰ­δέ­ες; μεῖς ἔ­χο­με στὸ αἷ­μα μας ἕ­ναν πο­λι­τι­σμὸ καλ­ύτε­ρο ἀ­πὸ κά­θε ἄλ­λον. Ἔ­πρε­πε νὰ εἴ­μα­στε πιὸ δι­α­γνω­στι­κοὶ καὶ νὰ γι­νώ­μα­στε πιὸ πε­ρή­φα­νοι γιὰ τὸν πο­λι­τι­σμό μας΄΄. ”Ὁ κα­θέ­νας πρέ­πει νὰ φαν­τά­ζε­ται πὼς αὐ­τὸς πρέ­πει νὰ σώ­σει τὸ Ἔ­θνος του. Πρέ­πει νὰ φαν­τά­ζο­μαι πὼς ἀ­πὸ μέ­να μό­νον ἐ­ξαρ­τᾶ­ται ἡ σω­τη­ρί­α τοῦ  Ἔθνους. Νὰ μὴν κοι­τά­ζω τί κά­νουν οἱ ἄλ­λοι καὶ νὰ φαν­τά­ζο­μαι πὼς ἐ­γὼ ἔ­χω τὸ με­γά­λο χρέ­ος τῆς σω­τη­ρί­ας΄΄.

Ἐκ­φρα­στὴς ση­μαν­τι­κὸς ἐ­πί­σης τῆς πο­λυ­σύν­θε­της, δυ­να­μι­κῆς καὶ δι­α­χρο­νι­κῆς ἑλ­λη­νι­κό­τη­τας εἶ­ναι καὶ ὁ με­γά­λος Ἐθνι­κός μας ποι­η­τὴς Κω­στῆς Πα­λα­μᾶς (1859-1943). Μέ­σα ἀ­πὸ τὶς δύ­ο με­γά­λες του ἐ­πι­κὲς συν­θέ­σεις, ΄΄ὁ δω­δε­κά­λο­γος τοῦ γύ­φτου΄΄ (1907) καὶ ΄΄ἡ φλο­γέ­ρα τοῦ βα­σι­λιᾶ΄΄ (1910), ὁ ποι­η­τὴς ἐ­πη­ρε­α­σμέ­νος ἀ­πὸ τὸν ἱ­στο­ρι­κό του πε­ρί­γυ­ρο καὶ τὶς ἐ­θνι­κὲς πε­ρι­πέ­τει­ες (ἀ­τυ­χὴς πό­λε­μος τοῦ 1897 καὶ ἥτ­τα ἀ­πὸ τοὺς Τούρ­κους, προ­σπά­θει­ες ἐ­θνι­κῆς ἀ­νά­τα­σης καὶ ἀ­να­δι­ορ­γά­νω­σης, ὁ Μα­κε­δο­νι­κὸς Ἀ­γώ­νας, με­ταρ­ρυθ­μι­στι­κὲς προ­σπά­θει­ες τῶν ἀρ­χῶν τοῦ 20ου αἰ., τὸ κί­νη­μα στὸ Γου­δὶ ποὺ σά­ρω­σε τὸ πα­λαι­ο­κομ­μα­τι­κὸ σύ­στη­μα καὶ ἔ­φε­ρε στὸ προ­σκή­νιο τὸν Ἐ­λευθ. Βε­νι­ζέ­λο καὶ νέ­ες πο­λι­τι­κὲς δυ­νά­μεις) πε­ρι­γρά­φει μὲ τό­νο ἐ­πι­κό, ἱ­στο­ρι­κὸ καὶ ἡ­ρω­ο­λα­τρι­κὸ τὴν πο­ρεί­α τοῦ ἑλ­λη­νι­κοῦ Ἔ­θνους στὸ ἔν­δο­ξο πα­ρελ­θὸν, ἀλ­λὰ καὶ τὶς ἐ­θνι­κὲς ἐ­πι­δι­ώ­ξεις καὶ ἀ­γω­νί­ες ἑ­νὸς σύγ­χρο­νου, γε­μά­του δυ­να­μι­σμοῦ καὶ ἡ­ρω­ϊσμοῦ Ἔ­θνους πού, ἔ­χον­τας συ­ναί­σθη­ση τῆς ἱ­στο­ρι­κῆς του κλη­ρο­νο­μιᾶς, δι­εκ­δι­κεῖ καὶ τὴν ἀ­νά­λο­γη θέ­ση στὶς ἀρ­χὲς τοῦ 20ου αἰ.

Ὁ Πα­λα­μᾶς στὰ δύ­ο αὐ­τὰ με­γα­λό­πνο­α ἔρ­γα του ἀ­να­μει­γνύ­ει στοι­χεῖ­α τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς ἱ­στο­ρί­ας ἀ­πὸ τὴν ἀρ­χαι­ό­τη­τα, τὸ Βυ­ζάν­τιο καὶ τὴν Νε­ώ­τε­ρη Ἑλ­λά­δα, τὰ πα­ρου­σιά­ζει ὡς ἕ­να σύ­νο­λο, ὡς ἔ­θνος ποὺ βι­ώ­νει τὴν ἱ­στο­ρι­κή του δι­α­χρο­νί­α ὡς ζων­τα­νὸ πα­ρόν. Τὰ πάν­τα συγ­κι­νοῦν τὴν ψυ­χὴ τοῦ ποι­η­τῆ, τὸ κάλ­λος τοῦ ἀρ­χαί­ου κό­σμου, ὁ χρι­στι­α­νι­σμὸς καὶ ἡ λάμ­ψη τοῦ Βυ­ζαν­τί­ου, ἡ ἱ­στο­ρί­α, ἡ φύ­ση, ἡ χα­ρὰ τῆς τέ­χνης, ὁ ἀν­θρώ­πι­νος ψυ­χι­σμὸς μὲ τὶς συ­νε­χεῖς του δι­α­κυ­μάν­σεις. Ὁ ποι­η­τὴς με­τα­τρέ­πει τὴν ἱ­στο­ρί­α σὲ μύ­θο, τὸ λυ­ρι­κὸ στοι­χεῖ­ο ἀ­να­μει­γνύ­ε­ται μὲ τὸ ἐ­πι­κὸ καὶ τὸ δρα­μα­τι­κό, ἡ γλῶσ­σα φα­νε­ρώ­νει νέ­ους γλωσ­σι­κοὺς θη­σαυ­ρούς. Ὁ ποι­η­τὴς ξε­κι­νών­τας ἀ­πὸ τὴν ἱ­στο­ρί­α τοῦ Ἑλ­λη­νι­σμοῦ ἀγ­κα­λιά­ζει τὸν σύγ­χρο­νό του κό­σμο καὶ ὅ­λην τὴν ἀν­θρω­πό­τη­τα.

Τὰ συγ­κε­κρι­μέ­να ἔρ­γα ἀ­πο­γει­ώ­νουν τὴν φή­μη τοῦ Πα­λα­μᾶ, τὸν ὁ­δη­γοῦν στὶς κο­ρυ­φὲς τῆς λο­γο­τε­χνι­κῆς μας ζω­ῆς καὶ τὸν κα­θι­στοῦν ρω­μα­λέο­ ἐκ­φρα­στὴ τῶν ἐ­θνι­κῶν ὁ­ρα­μα­τι­σμῶν. Δι­καί­ως τοῦ ἀ­πο­δό­θη­κε ὁ τί­τλος τοῦ ΄΄Ἐ­θνι­κοῦ μας ποι­η­τῆ΄΄, δευ­τέ­ρου με­τὰ τὸν Σο­λω­μό. Με­ρι­κοὶ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κοὶ στί­χοι: ΄΄ἡ με­γα­λο­σύ­νη τῶν Ἐθνῶν δὲν με­τρι­έ­ται μὲ τὸ στρέμ­μα// μό­νο μὲ τῆς καρ­διᾶς τὸ πύ­ρω­μα με­τρι­έ­ται καὶ τὸ αἷ­μα΄΄, ἐ­νῶ σὲ ἄλ­λο ση­μεῖ­ο ἐ­ξυ­μνεῖ τὴν ἀ­θά­να­τη ἑλ­λη­νι­κὴ ψυ­χή: ΄΄Ὁ Ἀ­κρί­τας εἶ­μαι, χά­ρον­τα// δὲν περ­νῶ μὲ τὰ χρό­νια, //μ᾿ ἄγ­γι­ξες καὶ Δὲ μ᾿ ἔνοιω­σες// στὰ μαρ­μα­ρέ­νια ἁ­λώ­νια,// ἐ­γὼ εἶ­μαι ἡ ἀ­κα­τά­λυ­τη// ψυ­χὴ τῶν Σα­λα­μί­νων, // στὴν Ἑ­φτά­λο­φην ἔ­φε­ρα// τὸ σπα­θὶ τῶν Ἑλ­λή­νων.// Δὲν χά­νο­μαι στὰ Τάρ­τα­ρα// μο­νά­χα ξα­πο­σταί­νω, //στὴν ζω­ὴ ξα­να­φαί­νο­μαι// καὶ λα­οὺς ἀ­να­σταί­νω΄΄. Δι­καί­ως λοι­πόν, ὅ­ταν πέ­θα­νε ὁ Πα­λα­μᾶς στοὺς χρό­νους τῆς κα­το­χῆς (1943), ἡ κη­δεί­α του στὴν Ἀ­θή­να με­τα­βλή­θη­κε σὲ με­γά­λο ἐ­θνι­κὸ γε­γο­νός. Πλή­θη λο­γο­τε­χνῶν καὶ χι­λιά­δες κό­σμου συ­νέρ­ρευ­σαν στὴν κη­δεί­α του ψάλ­λον­τας τὸν Ἐθνι­κὸ ὕ­μνο γιὰ νὰ τι­μή­σουν τὸν Ἐ­θνι­κὸ ποι­η­τή, γιὰ τὸν ὁ­ποῖ­ον ὁ Ἄγ­γε­λος Σι­κε­λια­νὸς στὸ ἐ­πι­κή­δει­ο ποί­η­μα ποὺ ἐ­ξε­φώ­νη­σε ΄΄Ἠ­χῆ­στε σάλ­πιγ­γες!΄΄, εἶ­πε χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά: ΄΄σὲ αὐ­τὸ τὸ φέ­ρε­τρο ἀ­κουμ­πᾶ ἡ Ἑλ­λά­δα΄΄, στὸν Ἐ­θνι­κὸ ποι­η­τὴ ποὺ μὲ τοὺς στί­χους του λά­τρευ­σε τὴν Ἑλ­λά­δα καὶ ὕ­μνη­σε τὸν Ἑλ­λη­νι­σμό.

Με­τὰ τὴν Μι­κρα­σι­α­τι­κὴ κα­τα­στρο­φὴ τοῦ 1922 ὁ Ἑλ­λη­νι­σμὸς ἔ­χον­τας ὑ­πο­στεῖ με­γά­λη ἐ­θνι­κὴ καὶ γε­ω­στρα­τη­γι­κὴ ἥτ­τα, προ­σπα­θεῖ τὴν διά­ρκεια τοῦ Με­σο­πο­λέ­μου νὰ ἀ­να­συν­τα­χθεῖ καὶ νὰ βρεῖ νέ­ο ἐ­θνι­κὸ βη­μα­τι­σμό.  Μέ­σα ἀ­πὸ τὴν λο­γο­τε­χνι­κὴ γε­νιὰ τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ 1930 ξε­χω­ρί­ζει ἡ μορ­φὴ τοῦ ποι­η­τῆ Ἄγ­γε­λου Σι­κε­λια­νοῦ, ὁ ὁ­ποῖ­ος στὴν δι­κὴ του σύλ­λη­ψη πε­ρὶ ἑλ­λη­νι­κό­τη­τος δί­νει προ­τε­ραι­ό­τη­τα στὴν ἀρ­χαί­α Ἑλ­λά­δα καὶ στὶς οἰ­κου­με­νι­κὲς πνευ­μα­τι­κὲς ἀ­ξί­ες τοῦ ἀρ­χαί­ου Ἑλ­λη­νι­σμοῦ. Ἐ­πι­χει­ρεῖ μὲ ἐ­πι­τυ­χία­ νὰ ἀ­να­συ­στή­σει τὶς ἀρ­χαῖ­ες Δελ­φι­κὲς ἑ­ορ­τὲς καὶ δί­νει πα­ρα­στά­σεις ἀρ­χαί­ου δρά­μα­τος. Ἄλ­λω­στε, καὶ ὅ­λη ΄΄ἡ γε­νιὰ τοῦ ᾿30΄΄, με­τὰ τὴν τραυ­μα­τι­κὴ ἐμ­πει­ρί­α τοῦ Ἑλ­λη­νι­σμοῦ τὸ 1922 καὶ τὸν ξερ­ρι­ζω­μό του ἀ­πὸ τὶς προ­γο­νι­κές του πα­τρί­δες τῆς ΄΄καθ᾿ ἡ­μᾶς Ἀ­να­το­λῆς΄΄, στρέ­φε­ται καὶ ἡ ἴ­δια πε­ρισ­σό­τε­ρο πρὸς τὴν Δύ­ση καὶ ἀ­να­δει­κνύ­ον­τας τὴν σχέ­ση τῆς ἀρ­χαί­ας Ἑλ­λά­δας μὲ τὸν δυ­τι­κο­ευ­ρω­πα­ϊ­κὸ πο­λι­τι­σμό. Ἀ­ξι­ο­μνη­μό­νευ­τη ἐ­ξαί­ρε­ση ἀ­πο­τε­λεῖ ὁ λο­γο­τέ­χνης καὶ ἁ­γι­ο­γρά­φος Φώ­της Κόν­το­γλου, κα­τα­γό­με­νος ἀ­πὸ τὸ Ἀ­ϊ­βα­λὶ τῆς Μι­κρᾶς Ἀ­σί­ας, ὁ ὁ­ποῖ­ος μέ­σα ἀ­πὸ τὰ κεί­με­νά του καὶ τὴν ἁ­γι­ο­γρα­φί­α πα­ρα­μέ­νει βα­θύ­τα­τα Ρω­μιός, ἐκ­φρα­στὴς ὅ­λης τῆς ἀ­να­το­λι­κῆς Ὀρ­θό­δο­ξης πνευ­μα­τι­κῆς πα­ρα­δό­σε­ως, αὐ­τῆς τῆς ΄΄πο­νε­μέ­νης Ρω­μι­ο­σύ­νης΄΄, ὅ­πως ὁ ἴ­διος τὴν ἀ­πο­κα­λεῖ, ἐ­νῶ καὶ μὲ τὴν ἁ­γι­ο­γρα­φί­α του στρέ­φει τὴν τέ­χνη νὰ ἀ­να­κα­λύ­ψει τὶς βυ­ζαν­τι­νὲς ρί­ζες καὶ νὰ ἀ­πο­μα­κρυν­θεῖ ἀ­πὸ τὶς δυ­τι­κὲς τε­χνο­τρο­πί­ες.

Μὲ τὸ στρα­τι­ω­τι­κὸ κα­θε­στώς τῆς 4ης Αὐ­γού­στου τοῦ Ἰ­ω. Με­τα­ξᾶ ἐ­πι­χει­ρεῖ­ται νὰ προ­βλη­θεῖ μί­α ἐ­θνι­κὴ ἰ­δε­ο­λο­γί­α ποὺ ὀ­νο­μά­ζε­ται τρί­τος Ἑλ­λη­νι­κὸς πο­λι­τι­σμὸς καὶ βα­σί­ζε­ται σὲ μί­α Ἑλ­λη­νο­χρι­στι­α­νι­κὴ προ­σέγ­γι­ση τῆς Ἑλ­λη­νι­κό­τη­τας.

 

 

 

Σχετικά