ΣΤΟΝ ΑΕΡΑΕΡΩ — ΡαδιοΣυχνότητα
Ενωμένη ΡωμηοσύνηΕνωμένη ΡωμηοσύνηΚΕΝΤΡΟΝ ΕΝΟΤΗΤΟΣ ΚΑΙ ΜΕΛΕΤΗΣ
ΠΡΟΒΟΛΗΣ ΤΩΝ ΑΞΙΩΝ ΜΑΣ
ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ
Πανελλήνια Σύναξη στην ΙερισσόΣημαντική Ανακοίνωση προς τα Μέλη και Φίλους της «ΕΝΩΜΕΝΗΣ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗΣ» (Ε.ΡΩ.)Πρόγραμμα των Εκδηλώσεων Ετήσιας Σύναξης της Ε.Ρω στην Ιερισσό – 29/9/22 – 2/10/22Ανάγκες σε συνεργάτεςΠανελλήνια Σύναξη στην ΙερισσόΣημαντική Ανακοίνωση προς τα Μέλη και Φίλους της «ΕΝΩΜΕΝΗΣ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗΣ» (Ε.ΡΩ.)Πρόγραμμα των Εκδηλώσεων Ετήσιας Σύναξης της Ε.Ρω στην Ιερισσό – 29/9/22 – 2/10/22Ανάγκες σε συνεργάτες

Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ

15 Μαρτίου 2012 · 11 λεπτά

π. Γε­ωρ­γί­ου Φλω­ρόφ­σκυ 

Δὲν θὰ ἦ­ταν σω­στὸ νὰ ποῦ­με ὅ­τι ἡ ρωσ­σι­κὴ θε­ο­λο­γί­α, στὴ δη­μι­ουρ­γι­κή της ἀ­νά­πτυ­ξη, εἶ­χε κα­τα­λά­βει καὶ ἀ­φο­μοι­ώ­σει πλή­ρως ἢ ἀρ­κε­τὰ σὲ βά­θος τοὺς Πα­τέ­ρες καὶ τὸ Βυ­ζάν­τιο. Αὐ­τό, πρέ­πει ἀ­κό­μα νὰ τὸ κά­νη. Πρέ­πει νὰ πε­ρά­ση μέ­σα ἀ­πὸ τὸ αὐ­στη­ρὸ σχο­λεῖ­ο τοῦ χρι­στι­α­νι­κοῦ Ἑλ­λη­νι­σμοῦ. Ὁ Ἑλ­λη­νι­σμός, οὕ­τως εἰ­πεῖν, προ­σέ­λα­βε αἰ­ώ­νιο χα­ρα­κτή­ρα στὴν Ἐκ­κλη­σί­α- ἔ­χει ἐν­σω­μα­τω­θῆ σ᾿ αὐ­τὴν τὴ δο­μὴ τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας ὡς ἡ αἰ­ώ­νια κα­τη­γο­ρί­α τῆς χρι­στι­α­νι­κῆς ὑ­πάρ­ξε­ως. Φυ­σι­κὰ ἐ­δῶ δὲν ἐν­νο­εῖ­ται ὁ ἐ­θνι­κὸς Ἑλ­λη­νι­σμὸς τῆς συγ­χρό­νου Ἑλ­λά­δος ἢ τῆς Ἀ­να­το­λῆς οὔ­τε ὁ ἑλ­λη­νι­κὸς φυ­λε­τι­σμός, πού εἶ­ναι ἀ­πηρ­χαι­ω­μέ­νος καὶ χω­ρὶς δι­καί­ω­ση. Ἀ­σχο­λού­με­θα μὲ τὴ χρι­στι­α­νι­κὴ ἀρ­χαι­ό­τη­τα, μὲ τὸν Ἑλ­λη­νι­σμὸ τοῦ δόγ­μα­τος, τῆς λει­τουρ­γί­ας, τῆς εἰ­κό­νος. Στὴ λει­τουρ­γί­α, τὸ ἑλ­λη­νι­κὸ style τῆς «εὐ­σέ­βειας τῶν μυ­στη­ρί­ων» μπῆ­κε μέ­σα στὸν ρυθ­μὸ τῆς λει­τουρ­γι­κῆς μυ­στα­γω­γί­ας, χω­ρὶς νὰ ὑ­πο­στῆ κά­ποι­ο εἶ­δος μυ­στι­κοῦ «ἐ­πα­νε­ξελ­λη­νι­σμοῦ». Θὰ μπο­ροῦ­σε κα­νείς, πού εἶ­ναι μέ­σα στὴν Ἐκ­κλη­σί­α, νὰ εἶ­ναι τό­σο ἀ­νό­η­τος, ὥ­στε αὐ­θαί­ρε­τα νὰ «ἀ­φελ­λη­νί­ση» τὶς λει­τουρ­γί­ες καὶ νὰ τὶς με­τα­φέ­ρη σ᾿ ἕ­να πιὸ «μον­τέρ­νο» style; Ἐ­πὶ πλέ­ον, ὁ Ἑλ­λη­νι­σμὸς εἶ­ναι κά­τι πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ ἕ­να προ­σω­ρι­νὸ σταθ­μὸ στὴν Ἐκ­κλη­σί­α. Ὅ­ταν ὁ θε­ο­λό­γος ἀρ­χί­ση νὰ σκέ­πτε­ται ὅ­τι οἱ «ἑλ­λη­νι­κὲς κα­τη­γο­ρί­ες» εἶ­ναι ἀ­πηρ­χαι­ω­μέ­νες, αὐ­τὸ ἁ­πλῶς ση­μαί­νει ὅ­τι αὐ­τὸς ἔ­χει βγῆ ἔ­ξω ἀπ᾿ τὸν ρυθ­μὸ τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Ἡ θε­ο­λο­γί­α δὲν μπο­ρεῖ ἴ­σως νὰ εἶ­ναι κα­θο­λι­κὴ πα­ρὰ μό­νο μέ­σα στὸν Ἑλ­λη­νι­σμό. Βέ­βαι­α, ὁ Ἑλ­λη­νι­σμὸς ἔ­χει δι­πλὴ ση­μα­σί­α. Ἕ­να ἀν­τι­χρι­στι­α­νι­κὸ στοι­χεῖ­ο κυ­ρι­αρ­χοῦ­σε στὸ ἀρ­χαῖ­ο πνεῦ­μα. Μέ­χρι τώ­ρα ὑ­πῆρ­ξαν πολ­λοὶ πού κα­τέ­φυ­γαν στὸν Ἑλ­λη­νι­σμὸ μὲ ὁ­λο­φά­νε­ρο σκο­πὸ νὰ ση­κω­θοῦν καὶ νὰ πο­λε­μή­σουν τὸν Χρι­στι­α­νι­σμὸ (ἁ­πλῶς θυ­μη­θῆ­τε τὸν Νί­τσε!).

Ἀλ­λὰ ὁ Ἑλ­λη­νι­σμὸς ὁ­λο­κλη­ρώ­θη­κε μέ­σα στὴν Ἐκ­κλη­σί­α· τέ­τοι­α εἶ­ναι ἡ ἱ­στο­ρι­κὴ ση­μα­σί­α τῆς πα­τε­ρι­κῆς θε­ο­λο­γί­ας. Αὐ­τὴ ἡ «ὁ­λο­κλή­ρω­ση τοῦ Ἑλ­λη­νι­σμοῦ» συ­νε­πή­γε­το μί­α ἀ­νε­λέ­η­τη δι­ά­σπα­ση, τὸ κρι­τή­ριο τῆς ὁ­ποί­ας ὑ­πῆρ­ξε τὸ κή­ρυγ­μα τοῦ Εὐ­αγ­γε­λί­ου, ἡ ἱ­στο­ρι­κὴ φα­νέ­ρω­ση τοῦ σαρ­κω­θέν­τος Λό­γου. Ὁ χρι­στι­α­νι­κὸς Ἑλ­λη­νι­σμός, με­τα­μορ­φω­μέ­νος κα­θὼς ἦ­ταν, εἶ­ναι τε­λεί­ως ἱ­στο­ρι­κός. Ἡ πα­τε­ρι­κὴ θε­ο­λο­γί­α εἶ­ναι πάν­τα «θε­ο­λο­γί­α γε­γο­νό­των», μᾶς φέρ­νει ἀν­τι­μέ­τω­πους μὲ γε­γο­νό­τα, τὰ γε­γο­νό­τα τῆς ἱ­ε­ρᾶς ἱ­στο­ρί­ας. Ὅ­λα τὰ σφάλ­μα­τα καὶ οἱ πει­ρα­σμοὶ ἑ­νὸς ἐ­ξελ­λη­νι­σμοῦ πού ἐ­πι­δι­ώ­χθη­κε ἀ­πε­ρί­σκε­πτα -συ­νέ­βη­σαν ἐ­πα­νει­λημ­μέ­να στὸν ροῦ τῆς ἱ­στο­ρί­ας- δὲν μπο­ροῦν ἴ­σως νὰ μει­ώ­σουν τή σπου­δαι­ό­τη­τα αὐ­τοῦ τοῦ θε­με­λι­ώ­δους γε­γο­νό­τος: τὸ «Εὐ­αγ­γέ­λιο» καὶ ἡ χρι­στι­α­νι­κὴ θε­ο­λο­γί­α, ἅ­παξ διὰ παν­τός, δι­α­τυ­πώ­θη­καν ἐξ ἀρ­χῆς μὲ ἑλ­λη­νι­κὲς κα­τη­γο­ρί­ες. Πα­τε­ρι­κό­τη­τα καὶ κα­θο­λι­κό­τη­τα, ἱ­στο­ρι­κό­τη­τα καὶ Ἑλ­λη­νι­σμὸς εἶ­ναι δι­ά­φο­ρες ἀ­πό­ψεις ἑ­νὸς μο­να­δι­κοῦ καὶ ἀ­δι­αι­ρέ­του δε­δο­μέ­νου.
Ἕ­νας πα­λαι­ό­τε­ρος Ἀγ­γλι­κα­νὸς Ἐ­πί­σκο­πος ἔ­δω­σε στοὺς κλη­ρι­κούς του, σὲ μί­α πε­ρί­πτω­ση τού­τη τὴν ἀ­ξι­ο­θαύ­μα­στη συμ­βου­λή:

“Σεῖς οἱ ὁ­ποῖ­οι ἀ­φι­ε­ρώ­νε­στε στὴ θεί­α σπου­δὴ τῆς θε­ο­λο­γί­ας σεῖς οἱ ὁ­ποῖ­οι γί­νε­στε ὠ­χροὶ πά­νω ἀ­π᾿ τὶς ἅ­γι­ες Γρα­φὲς πά­νω ἀ­π᾿ ὅ­λα σεῖς οἱ ὁ­ποῖ­οι εἴ­τε ἔ­χε­τε τὸ σε­βα­στὸ λει­τούρ­γη­μα τοῦ ἱ­ε­ρέ­ως, εἴ­τε τὸ πο­θεῖ­τε· Σεῖς οἱ ὁ­ποῖ­οι εἶ­στε ἕ­τοι­μοι ν᾿ ἀ­να­λά­βε­τε τὴ φο­βε­ρὴ φρον­τί­δα ψυ­χῶν· ἐγ­κα­τα­λεῖψ­τε τὴ σπου­δὴ τῶν ἐ­πο­χῶν, μὴν ἔ­χε­τε κα­μμί­α σχέ­ση μὲ τοὺς νε­ω­τε­ρι­σμοὺς ποὺ εἶ­ναι τῆς μό­δας· ἀ­να­ζη­τῆ­στε πῶς ἦ­ταν στὴν ἀρ­χή· πη­γαί­νε­τε στὸ κε­φα­λά­ρι, κοι­τάξ­τε στὴν ἀρ­χαι­ό­τη­τα· ἐ­πι­στρέψ­τε στοὺς ἁ­γί­ους πα­τέ­ρες, ἔ­χε­τε σε­βα­σμὸ στὴν Ἐκ­κλη­σί­α τῶν πρώ­των χρό­νων, τοὐτέ­στιν, γιὰ νὰ χρη­σι­μο­ποι­ή­σω τὸ λό­γο τοῦ προ­φή­του, «ἐ­ρω­τή­σα­τε τρί­βους Κυ­ρί­ου αἰ­ω­νί­ους».

Ἦ­ταν ἕ­να ὀρ­θὸ πρό­γραμ­μα σπου­δῶν πραγ­μα­τι­κά… Ἐν­τού­τοις, αὐ­τὴ ἡ ὑ­πό­δει­ξη, ὅ­τι ἕ­νας σύγ­χρο­νος θε­ο­λό­γος θὰ ᾿πρε­πε γιὰ νὰ ἐμ­πνευ­σθεῖ νά γυ­ρί­σει πί­σω, πί­σω στίς πε­ρα­σμέ­νες ἐ­πο­χές, δὲν εἶ­ναι ἀ­κό­μη κα­θό­λου δη­μο­φι­λὴς ἀ­νά­με­σα στοὺς σπου­δα­στές μας τῆς Θε­ο­λο­γί­ας. Ἡ ἀ­νάγ­κη ν᾿  ἀν­τι­με­τω­πί­σου­με καὶ ν᾿ ἀν­τι­κρού­σου­με σὲ μί­α νέ­α θε­ο­λο­γι­κὴ σύν­θε­ση τὶς δυ­σκο­λί­ες τῆς δι­κῆς μας ἐ­πο­χῆς ὑ­περ­το­νί­ζε­ται ἐ­πι­κίν­δυ­να ἀ­πὸ τοὺς πε­ρισ­σο­τέ­ρους ἀ­π᾿ αὐ­τούς. Καί, συ­νή­θως, γί­νε­ται μί­α ἐ­πι­βε­βλη­μέ­νη δι­ά­κρι­ση ἀ­νά­με­σα στὸ δόγ­μα καὶ στὴ δογ­μα­τι­κή δι­δα­σκα­λί­α. Ὅ­λα τὰ “δόγ­μα­τα” πρέ­πει νὰ λη­φθοῦν καὶ νὰ δι­α­τη­ρη­θοῦν ἀ­νέγ­γι­χτα κι ἀ­ναλ­λοί­ω­τα. Αὐ­τὸ ἐν­δε­χο­μέ­νως θε­ω­ρεῖ­ται ὡς δε­δο­μέ­νο ἀ­π᾿ ὅ­λους τούς κα­θο­λι­κῶς σκε­πτό­με­νους με­λε­τη­τές, ἀλ­λὰ πο­λὺ λί­γες μό­νο δι­α­τυ­πώ­σεις ἀ­να­γνω­ρί­ζον­ται πὼς εἶ­ναι πραγ­μα­τι­κὰ “δογ­μα­τι­κές”, μὲ μί­α αὐ­στη­ρὴ ἔν­νοι­α τοῦ ὅ­ρου, ὑ­πο­στη­ριγ­μέ­νες ἀ­πὸ μί­α ξε­κά­θα­ρη, κα­τη­γο­ρη­μα­τι­κὴ καὶ δε­σμευ­τι­κὴ αὐ­θεν­τί­α μί­ας Οἰ­κου­με­νι­κῆς Συ­νό­δου ἢ τῆς ὁ­μο­φώ­νου συμ­φω­νί­ας ὁ­λο­κλή­ρου της Ἐκ­κλη­σί­ας (Ecclesia Sparsa). Ἐν πά­σῃ πε­ρι­πτώ­σει, αὐ­τὲς οἱ δογ­μα­τι­κὲς προ­τά­σεις ἢ ὁ­ρι­σμοὶ ἀ­παι­τοῦν μί­αν ἐ­ξή­γη­ση, πρέ­πει νὰ ἐ­πε­κτα­θοῦν ἢ ν᾿ ἀ­να­πτυ­χθοῦν σ᾿ ἕ­να κα­τα­νο­η­τὸ σύ­στη­μα ἰ­δε­ῶν.

Κι ὁ κύ­ριος σκο­πὸς τῆς δογ­μα­τι­κῆς δι­δα­σκα­λί­ας ὑ­πο­τί­θε­ται ὅ­τι εἶ­ναι ἁ­πλῶς ὁ ἀ­κό­λου­θος: νὰ κά­μει τὴν ἀ­με­τά­βλη­τη ἀ­λή­θεια τῶν δογ­μά­των πλή­ρως προ­σι­τὴ καὶ τὴν ἀ­πο­κε­κα­λυμ­μέ­νη ἀ­λή­θεια κά­τω ἀ­πὸ ὁ­ρι­σμέ­νους εἰ­δι­κοὺς ὅ­ρους γιὰ μί­α ὁ­ρι­σμέ­νη ἐ­πο­χὴ ἢ γιὰ ὁ­ρι­σμέ­νη γε­νιά.

Κι ἔ­τσι ἡ δογ­μα­τι­κὴ δι­δα­σκα­λί­α ἀ­να­πό­φευ­κτα ἔ­χει μί­α ἀ­να­φο­ρι­κὴ καὶ σχε­τι­κὴ μὲ μί­α συγ­κε­κρι­μέ­νη ἐ­πο­χὴ κι ἕ­να πε­ρι­βάλ­λον ἀ­ξί­α, καὶ πρέ­πει ξα­νὰ καὶ ξα­νὰ νὰ ἐ­πα­να­προ­σαρ­μο­στεῖ στὴ νο­η­μο­σύ­νη τῶν ἀν­θρώ­πων ποὺ ἀλ­λά­ζει, πρέ­πει νὰ ἐ­πα­να­δι­α­τυ­πω­θεῖ ἢ νὰ ἐ­πα­νοι­κο­δο­μη­θεῖ ἀ­πὸ και­ροῦ εἰς και­ρόν. Κα­μμιὰ ἐ­ξή­γη­ση δὲν μπο­ρεῖ νὰ ἔ­χει τὴν ἴ­δια ση­μα­σί­α σ᾿ ὅ­λες τὶς ἐ­πο­χές! Καὶ ἡ χρι­στι­α­νι­κὴ δογ­μα­τι­κὴ δι­δα­σκα­λί­α θε­ω­ρεῖ­ται πο­λὺ συ­χνὰ πὼς εἶ­ναι ἁ­πλῶς μί­α ἐ­ξή­γη­ση τῆς πί­στε­ως, βο­η­θη­τι­κὴ καὶ δι­δα­κτι­κή, ἴ­σως, ἀλ­λὰ σχε­δὸν ἀ­πα­ραί­τη­τη ἢ ὑ­πο­χρε­ω­τι­κή. Ὅ­λως πε­ρι­έρ­γως αὐ­τὴν τὴ στά­ση συμ­με­ρί­ζον­ται ὁ­ρι­σμέ­νες φο­ρὲς συγ­κε­κρι­μέ­να συν­τη­ρη­τι­κὰ πνεύ­μα­τα καὶ στὴν Ἐκ­κλη­σί­α. Ἡ πί­στη δὲν μπο­ρεῖ νὰ ἐ­ξαρ­τη­θεῖ ἀ­π᾿ ὁ­ποι­εσ­δή­πο­τε εἰ­δι­κὲς φι­λο­σο­φι­κὲς προ­ϋ­πο­θέ­σεις, τοῦ­το εἶ­ναι τὸ κύ­ριο ἐ­πι­χεί­ρη­μα. Στὴν προ­γε­νέ­στε­ρη γε­νιὰ Ρώ­σσων κλη­ρι­κῶν ὑ­πῆρ­χε μί­α ἰ­σχυ­ρὴ προ­κα­τά­λη­ψη ἐ­νάν­τια σὲ κά­θε “με­τα­φυ­σι­κή”, κά­θε φι­λο­σο­φί­α ἢ σκέ­ψη, εἴ­τε ἦ­ταν γερ­μα­νι­κὴ εἴ­τε ἑλ­λη­νι­κή.

Ἀ­κό­μη ζοῦ­με κά­τω ἀ­πὸ τὴ σκιὰ αὐ­τοῦ τοῦ ἰ­δι­ό­μορ­φου ἐκ­κλη­σι­α­στι­κοῦ ἀ­γνω­στι­κι­σμοῦ. Ἡ κα­θα­ρό­τη­τα τῶν Γρα­φῶν καὶ ἡ ἁ­πλό­τη­τα τῆς πί­στε­ως ἀν­τι­δι­α­στέλ­λον­ται μὲ τὴ μα­ται­ο­δο­ξί­α ὅ­λων τῶν θε­ο­λο­γι­κῶν σκέ­ψε­ων… Καὶ ὑ­πάρ­χει μί­α ἀ­πρό­σμε­νη συμ­φω­νί­α ἀ­νά­με­σα σ᾿ ἐ­κεί­νους ποὺ δυ­σπι­στοῦν σὲ κά­θε θε­ο­λο­γι­κὴ σκέ­ψη καὶ σ᾿ ἐ­κεί­νους ποὺ ἀ­να­ζη­τοῦν μί­α νέ­α ἢ σύγ­χρο­νη θε­ο­λο­γι­κὴ σύν­θε­ση. Καὶ οἱ δύ­ο πε­ρι­φρο­νοῦν τὴν πα­ρα­δο­σια­κὴ σύν­θε­ση, τὴν πα­τε­ρι­κὴ δογ­μα­τι­κὴ δι­δα­σκα­λί­α. Γιὰ με­ρι­κοὺς εἶ­ναι ἀ­κό­μη μί­α σκέ­ψη, γιὰ ἄλ­λους εἶ­ναι μί­α σκέ­ψη τῶν πα­λαι­ῶν ἐ­πο­χῶν κι ἑ­πο­μέ­νως ἀ­πηρ­χαι­ω­μέ­νη. Τὰ πα­τε­ρι­κὰ κεί­με­να γί­νον­ται πράγ­μα­τι σε­βα­στά, ἀλ­λὰ πε­ρισ­σό­τε­ρο ὡς ἱ­στο­ρι­κὰ ντο­κου­μέν­τα πα­ρὰ ὡ­ς βι­βλί­α αὐ­θεν­τί­ας… Ἀ­να­ρίθ­μη­τες πα­τε­ρι­κὲς πα­ρα­πομ­πὲς ἢ ἀ­κό­μη καὶ πε­ρι­κο­πὲς εἶ­ναι καὶ τώ­ρα συ­νή­θεις στὰ θε­ο­λο­γι­κά μας δο­κί­μια καὶ ἐγ­χει­ρί­δια. Ἀλ­λὰ πο­λὺ συ­χνὰ τοῦ­τα τὰ πα­λαι­ὰ κεί­με­να ἢ πε­ρι­κο­πὲς ἀ­πο­τε­λοῦν, ἁ­πλῶς, πα­ρεμ­βο­λὲς σ᾿  ἕ­να δι­ά­γραμ­μα δα­νει­σμέ­νο ἀ­π᾿ ἀλ­λοῦ. Στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα τὰ κλασ­σι­κὰ δι­α­γράμ­μα­τα τῶν θε­ο­λο­γι­κῶν μας ἐγ­χει­ρι­δί­ων προ­ῆλ­θαν ἀ­πὸ τὴ Δύ­ση, ἐν μέ­ρει ἀ­πὸ Ρω­μα­ϊ­κὲς πη­γὲς κι ἐν μέ­ρει ἀ­πὸ πη­γὲς τῆς Με­ταρ­ρυθ­μί­σε­ως… Τὰ πα­τε­ρι­κὰ κεί­με­να δι­α­τη­ροῦν­ται καὶ ἐ­πα­να­λαμ­βά­νον­ται. Τὸ πα­τε­ρι­κὸ πνεῦ­μα πο­λὺ συ­χνὰ χά­νε­ται ἢ λη­σμο­νεῖ­ται τε­λεί­ως… Ἡ Πα­λα­μι­κὴ δι­δα­σκα­λί­α γιὰ τὶς θεῖ­ες ἐ­νέρ­γει­ες δὲν ἀ­να­φέ­ρε­ται σχε­δὸν κα­θό­λου στὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα ἀ­π᾿ τὰ ἐγ­χει­ρί­διά μας. Ἡ ἰ­δι­ο­μορ­φί­α τῆς Ἀ­να­το­λι­κῆς μας πα­ρα­δό­σε­ως στὴ δογ­μα­τι­κὴ δι­δα­σκα­λί­α πε­ρὶ τοῦ Θε­οῦ καὶ τῶν ἰ­δι­ο­τή­των Του ἔ­χει λη­σμο­νη­θεῖ καὶ πλή­ρως πα­ρα­νο­η­θεῖ…

Ἡ κοι­νὴ πα­τε­ρι­κὴ δογ­μα­τι­κὴ δι­δα­σκα­λί­α τῆς θε­ώ­σε­ως πά­λι μᾶλ­λον ἀ­γνο­εῖ­ται στὰ σύγ­χρο­να συ­στή­μα­τα… Ἡ θε­ω­ρί­α τῆς ἱ­κα­νο­ποι­ή­σε­ως τῆς θεί­ας δι­και­ο­σύ­νης πα­ρου­σι­ά­ζε­ται στὰ ἐ­κλα­ϊ­κευ­μέ­να μας ἐγ­χει­ρί­δια εἴ­τε σύμ­φω­να μὲ τὸν Ἀν­σελ­μο Καν­ταρ­βου­ρί­ας, εἴ­τε σύμ­φω­να μὲ κά­ποι­α με­τα­γε­νέ­στε­ρη Με­τὰ-Τρι­δεν­δι­κὴ αὐ­θεν­τί­α. Καὶ ἡ κοι­νὴ πα­τε­ρι­κὴ ἰ­δέ­α, ἡ τό­σο δυ­να­μι­κὰ το­νι­σμέ­νη στὰ λει­τουρ­γι­κὰ κεί­με­να, ὅ­τι ἡ Ἀ­νά­στα­ση τοῦ Χρι­στοῦ ἦ­ταν τὸ πε­ρι­βάλ­λον καὶ ἡ πραγ­μα­τι­κὴ πη­γὴ τῆς νί­κης ἐ­πὶ τοῦ θα­νά­του ἔ­χει ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κῶς πα­ρα­βλε­φθεῖ ἀ­πὸ τοὺς θε­ο­λό­γους μας… Ἡ  ἰ­δέ­α τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, ὡς Μυ­στι­κοῦ Σώ­μα­τος τοῦ Χρι­στοῦ, ἔ­χει ἐ­πί­σης λη­σμο­νη­θεῖ καὶ μί­α σύγ­χρο­νη ἀ­πό­πει­ρα νὰ τὸ ξα­να­θυ­μή­σου­με τοῦ­το, σὲ μί­α θε­ο­λο­γι­κὴ δι­α­τρι­βή, ἐ­πι­κρί­θη­κε αὐ­στη­ρὰ ἀ­πὸ τὴ Ρωσ­σι­κὴ Σύ­νο­δο πε­ρί­που σα­ράν­τα χρό­νια ἐ­νω­ρί­τε­ρα, (ἡ ὑ­πό­θε­ση τοῦ Αἰδ. Ε. Ἀκ­βι­τό­νοφ)… Οἱ θαυ­μά­σι­ες πραγ­μα­τεῖ­ες τοῦ Νι­κο­λά­ου Κα­βά­σι­λα ἢ τοῦ Συ­με­ὼν Θεσ­σα­λο­νί­κης ἔ­χουν με­λε­τη­θεῖ ἐ­λά­χι­στα ἀ­πὸ τοὺς θε­ο­λό­γους πα­νε­πι­στη­μια­κοὺς κα­θη­γη­τές μας ὡς μί­α αὐ­θεν­τί­α στὴν Ὀρ­θό­δο­ξη δι­δα­σκα­λί­α πε­ρὶ τῆς Θεί­ας Εὐ­χα­ρι­στί­ας… Ἡ ζω­τι­κὴ καὶ ἐ­πεί­γου­σα ἀ­νάγ­κη νὰ βελ­τι­ώ­σου­με τὴ θε­ο­λο­γι­κή μας σχο­λι­κὴ ρου­τί­να καὶ νὰ ἐ­πα­να­φέ­ρου­με τὴν πα­τε­ρι­κὴ νο­ο­τρο­πί­α στὴ θε­ο­λο­γι­κὴ δι­δα­σκα­λί­α ἔ­γι­νε αἰ­σθη­τὴ καὶ ἐ­ξε­φρά­σθη πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ μί­α φο­ρὰ στὰ τε­λευ­ταῖ­α πε­νήν­τα χρό­νια ἀ­πὸ πολ­λὰ δι­α­κε­κρι­μέ­να ἡ­γε­τι­κὰ στε­λέ­χη στὴ Ρωσ­σι­κὴ Ἐκ­κλη­σί­α. Ἦ­ταν ἕ­να σπου­δαῖ­ο καὶ ἱ­στο­ρι­κὸ ἐ­πί­τευγ­μα τοῦ τε­λευ­ταί­ου Μη­τρο­πο­λί­του Ἀν­τω­νί­ου (Χρα­πο­βί­τσκυ) τὸ ὅ­τι ἔ­χει κη­ρύ­ξει τό­σο δυ­να­μι­κὰ τὴ στα­θε­ρὴ ἀ­ξί­α τῶν Πα­τε­ρι­κῶν ἔρ­γων καὶ τοῦ Πα­τε­ρι­κοῦ πνεύ­μα­τος. Ἀ­τυ­χῶς, ἡ δι­κή του ἑρ­μη­νεί­α τῆς Πα­τε­ρι­κῆς δι­δα­σκα­λί­ας ἦ­ταν σὲ πολ­λὰ ση­μεῖ­α πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ ἀ­νε­παρ­κής. Ἀλ­λ᾿ ἡ ὀρ­θὴ ἀρ­χὴ δι­α­κη­ρύ­χθη­κε μὲ με­γά­λη ἐ­πι­μο­νὴ καὶ πραγ­μα­τι­κὴ αὐ­θεν­τί­α… Αὐ­τὴ ἡ πρό­σκλη­ση νὰ “ἐ­πι­στρέ­ψου­με” στούς Πα­τέ­ρες μπο­ρεῖ εὔ­κο­λα νά πα­ρα­νο­η­θεῖ. Δέν ση­μαί­νει νά ἐπι­στρέ­ψου­με στό γράμ­μα πα­λαι­ῶν πα­τε­ρι­κῶν κει­μέ­νων. Τὸ ν᾿ ἀ­κο­λου­θοῦ­με τὰ βή­μα­τα τῶν πα­τέ­ρων δὲν ση­μαί­νει “νὰ ὁρ­κι­ζό­μα­στε στὰ λό­για τῶν δι­δα­σκά­λων” (Jurare in Verba Magistri). Αὐ­τὸ ποὺ πραγ­μα­τι­κὰ ἐν­νο­εῖ­ται καὶ ζη­τεῖ­ται δὲν εἶ­ναι μί­α τυ­φλὴ καὶ δου­λι­κὴ μί­μη­ση καὶ ἐ­πα­να­λή­ψεις, ἀλ­λὰ μᾶλ­λον μί­α πε­ραι­τέ­ρω ἀ­νά­πτυ­ξη αὐ­τῆς τῆς πα­τε­ρι­κῆς δι­δα­σκα­λί­ας, ὁ­μοι­ο­γε­νὴς καὶ ὁ­μοί­ου ἐ­πι­πέ­δου πνεύ­μα­τος. Πρέ­πει ν᾿ ἀ­νά­ψου­με ξα­νὰ τὴ δη­μι­ουρ­γι­κὴ φω­τιὰ τῶν Πα­τέ­ρων, νὰ ξα­να­ζων­τα­νέ­ψου­με μέ­σα μας τὸ πα­τε­ρι­κὸ πνεῦ­μα. Ὅ­πως εἶ­πε ὁ Καρ­δι­νά­λιος Νι­ού­μαν μί­α φο­ρά: “Οἱ Πα­τέ­ρες εἶ­ναι οἱ δι­δά­σκα­λοί μας, ἀλ­λ᾿ ὄ­χι οἱ ἐ­ξο­μο­λό­γοι ἢ οἱ κα­ζου­ϊ­στές μας· εἶ­ναι οἱ Προ­φῆ­τες σπου­δαί­ων πραγ­μά­των, ὄ­χι οἱ πνευ­μα­τι­κοὶ κα­θο­δη­γη­τὲς ἀ­τό­μων” (Δο­κί­μια II, 371)… Αὐ­τὸ ποὺ ἔ­χει πραγ­μα­τι­κὴ ση­μα­σί­α δὲν εἶ­ναι τό­σο ἡ ὁ­μοι­ό­τη­τα λε­χθέν­των λό­γων ὅ­σο ἡ πραγ­μα­τι­κὴ συ­νέ­χεια τοῦ τρό­που ζω­ῆς, τοῦ πνεύ­μα­τος καὶ τῆς ἐμ­πνεύ­σε­ως… Πρέ­πει κα­νεὶς νὰ με­γα­λώ­σει ἢ νὰ προ­χω­ρή­σει μα­κρύ­τε­ρα, ἀλ­λὰ στὴν ἴ­δια κα­τεύ­θυν­ση, ἤ, γιά νά τό ποῦ­με κα­λύ­τε­ρα, στόν ἴδιο τύ­πο καί πνεῦ­μα… Δύ­ο ση­μεῖ­α πρέ­πει ἐ­δῶ εἰ­δι­κῶς ν᾿ ἀ­να­φερ­θοῦν:

1. Ἀ­κό­μη καὶ ἱ­στο­ρι­κὰ εἶ­ναι ἐ­λά­χι­στα δυ­να­τὸ ν᾿ ἀ­πο­μο­νώ­σει κα­νεὶς τὸ ἐ­πί­ση­μο ἢ κα­θο­ρι­σμέ­νο δόγ­μα ἀ­π᾿ ἐ­κεῖ­νο τὸ πε­ρι­ε­κτι­κὸ θε­ω­ρη­τι­κὸ κεί­με­νο, στὸ ὁ­ποῖ­ο μό­νον ὁ ἴ­διος ὁ ὁ­ρι­σμὸς κα­τέ­χει τὴν πλή­ρη ἀ­ξί­α καὶ τὸ νό­η­μά του. Ἡ σχέ­ση τοῦ “δόγ­μα­τος” καὶ τῆς (πα­τε­ρι­κῆς) “δογ­μα­τι­κῆς δι­δα­σκα­λί­ας” εἶ­ναι πο­λὺ βα­θύ­τε­ρη καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρο ὀρ­γα­νι­κὴ ἀ­π᾿ ὅ­τι οἱ θι­α­σῶ­τες μί­ας νέ­ας θε­ω­ρη­τι­κῆς συν­θέ­σε­ως θὰ ᾿θε­λαν νὰ πα­ρα­δε­χθοῦν. Σὲ κά­θε πε­ρί­πτω­ση ἡ πα­τε­ρι­κὴ δι­δα­σκα­λί­α γιὰ ἕ­ναν ἱ­στο­ρι­κὸ εἶ­ναι τὸ κα­λύ­τε­ρο καὶ τὸ πιὸ φυ­σι­κὸ κλει­δὶ γιὰ τὸ δόγ­μα. Αὐ­τὴ ἡ ἑρ­μη­νεί­α εἶ­ναι ἴ­σως ἀ­τε­λής, ἐν­τού­τοις, πρέ­πει κα­νεὶς νὰ συ­νε­χί­σει τήν ἴδια γραμ­μή. Οἱ ἅ­γιοι Πα­τέ­ρες πη­γαί­νουν ἀ­κό­μη πρῶ­τοι, πρέ­πει κα­νεὶς νὰ προ­χω­ρή­σει πα­ρα­πέ­ρα, καὶ πολ­λὲς ἀ­πό­ψεις ἀρ­κε­τὰ ἀ­προσ­δό­κη­τες ἐμ­φα­νί­ζον­ται, ἀλ­λ᾿ ὁ δρό­μος συ­νε­χί­ζει νὰ εἶ­ναι ὁ ἴ­διος, ὁ βα­σι­λι­κὸς δρό­μος τῆς κα­θο­λι­κῆς συμ­φω­νί­ας…

2. Καὶ τοῦ­το ἴ­σως εἶ­ναι τὸ κύ­ριο ση­μεῖ­ο. Οἱ ἅ­γιοι Πα­τέ­ρες εἶ­ναι κά­τι πα­ρα­πά­νω ἀ­πὸ ἁ­πλοὶ θε­ο­λό­γοι. Εἶ­ναι δι­δά­σκα­λοι, “δι­δά­σκα­λοι τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας” Doctores Ecclesiae, οἱ δι­δά­σκα­λοι τῆς οἰ­κου­μέ­νης… “Στὴν κα­θο­λι­κὴ με­τα­μόρ­φω­ση. Ἡ προ­σω­πι­κό­τη­τα λαμ­βά­νει δύ­να­μη καὶ ἰ­σχὺ γιὰ νὰ ἐκ­φρά­σει τὴ ζω­ὴ καὶ τὴ συ­νεί­δη­ση τοῦ συ­νό­λου. Κι αὐ­τὸ ὄ­χι ὡς ἕ­να ἀ­πρό­σω­πο μέ­σο, ἀλ­λὰ σὲ δη­μι­ουρ­γι­κὴ καὶ ἡ­ρω­ϊκὴ δρά­ση. Δὲν πρέ­πει νὰ λέ­με: “Κα­θέ­νας στὴν Ἐκ­κλη­σί­α πραγ­μα­το­ποι­εῖ τὸ ἐ­πί­πε­δό τῆς κα­θο­λι­κό­τη­τος”, ἀλ­λὰ, “κα­θέ­νας μπο­ρεῖ καὶ πρέ­πει καὶ κα­λεῖ­ται νὰ τὸ πραγ­μα­τώ­σει”. Δὲν κα­τορ­θώ­νε­ται πάν­το­τε κι ἀ­π᾿ ὅ­λους αὐ­τό. Στὴν Ἐκ­κλη­σί­α ὀ­νο­μά­ζου­με αὐ­τοὺς ποὺ τὸ ἔ­χουν κα­τορ­θώ­σει Δι­δα­σκά­λους καὶ Πα­τέ­ρες, ἐ­πει­δὴ ἀ­πὸ ἐ­κεί­νους ἀ­κοῦ­με ὄ­χι μό­νο τὴν προ­σω­πι­κή τους ὁ­μο­λο­γί­α, ἀλ­λ᾿ ἐ­πί­σης τὴ μαρ­τυ­ρί­α τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας· ὁ­μι­λοῦν σὲ μᾶς ἀ­πὸ τὴν κα­θο­λι­κή της πλη­ρό­τη­τα, ἀ­πὸ τὴν πλη­ρό­τη­τα μί­ας ζω­ῆς πλή­ρους χά­ρι­τος…”.

Αὐ­τὴ ἡ “κα­θο­λι­κὴ νο­ο­τρο­πί­α” συ­νι­στᾶ τὴν ἀ­σύγ­κρι­τη με­θο­δο­λο­γι­κὴ ἀ­ξί­α ἡ αὐ­θεν­τί­α τῶν Πα­τε­ρι­κῶν γρα­πτῶν. Καὶ πά­λι τοῦ­το δὲν ση­μαί­νει ὅ­τι ὅ­λες οἱ προ­σω­πι­κὲς γνῶ­μες τῶν Πα­τέ­ρων πρέ­πει ἐ­πί­σης νὰ δι­α­τη­ρη­θοῦν ἢ ὅ­τι πρέ­πει κα­νεὶς ν᾿ ἀ­κο­λου­θή­σει ὁ­ποι­ο­δή­πο­τε συγ­κε­κρι­μέ­νο δι­δά­σκα­λο ἀ­νά­με­σα ἀ­π᾿ τοὺς Πα­τέ­ρες. Τὸ πρῶ­το κα­θῆ­κον γιὰ τὴν τω­ρι­νὴ γε­νιὰ τῶν Ὀρ­θο­δό­ξων θε­ο­λό­γων θὰ ἦ­ταν νὰ ξα­να­ζων­τα­νέ­ψουν μέ­σα τους αὐ­τὴ τὴν ἱ­κα­νό­τη­τα ποὺ ἀ­παι­τεῖ αὐ­θυ­πέρ­βα­ση, ὄ­χι τό­σο πο­λὺ ν᾿ ἀ­να­πτύ­ξουν τὶς δι­κές τους ἰ­δέ­ες κι ἀ­πό­ψεις, ἀλ­λὰ νὰ μαρ­τυ­ροῦν ἀ­πο­κλει­στι­κῶς τὴν ἀ­μι­γή πί­στη τῆς Μη­τρὸς Ἐκ­κλη­σί­ας. Ἡ καρ­διὰ δι­κή μας, ἀλ­λὰ πάν­το­τε στὴν Ἐκ­κλη­σί­α! (Cor Nostrum sit Semper in Ecclesia!)…

Θὰ ἦ­ταν ἄ­δι­κο, ἀ­κό­μη κι ἀ­πὸ κα­θα­ρῶς ἱ­στο­ρι­κὴ σκο­πιά, νὰ ὑ­πο­κρι­θοῦ­με ὅ­τι οἱ ἀρ­χαῖ­οι Πα­τέ­ρες ἔ­χουν ἐκ­φρά­σει τὴν πί­στη τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας σὲ μί­α γλῶσ­σα προσ­δι­ο­ρι­σμέ­νη ἀ­πὸ τὴν τρέ­χου­σα φι­λο­σο­φί­α τῆς ἐ­πο­χῆς τους, ἡ ὁ­ποί­α προ­φα­νῶς δὲν ἔ­χει κα­νέ­να δι­καί­ω­μα νὰ κα­θι­ε­ρω­θεῖ ἔμ­με­σα. Ὁ­λό­κλη­ρη ἡ ἀ­λή­θεια γιὰ τοὺς ἁ­γί­ους Πα­τέ­ρες εἶ­ναι πὼς ἔ­χουν δη­μι­ουρ­γή­σει μί­α νέ­α φι­λο­σο­φί­α πο­λὺ δι­α­φο­ρε­τι­κὴ ἀ­π᾿ τὸν Πλα­τω­νι­σμὸ κι ἀ­π᾿ τὸν Ἀ­ρι­στο­τε­λι­σμὸ ἢ ὁ,τι­δή­πο­τε ἄλ­λο… Αὐ­τὸ κά­νει γε­λοί­α κά­θε προ­σπά­θεια νὰ ἐ­πα­νερ­μη­νευ­θεῖ ἡ πα­ρα­δο­σια­κὴ δι­δα­σκα­λί­α μὲ ὅ­ρους ἢ κα­τη­γο­ρί­ες μί­ας νέ­ας φι­λο­σο­φί­ας, ὁ­ποι­α­δή­πο­τε κι ἂν εἶ­ναι αὐ­τὴ ἡ φι­λο­σο­φί­α. Ἡ ἀ­νά­πτυ­ξη τῆς συγ­χρό­νου φι­λο­σο­φί­ας σὲ κά­θε πε­ρί­πτω­ση δὲν μπο­ρεῖ ν᾿ ἀν­τι­με­τω­πί­ζε­ται ὡς ἕ­να ἀ­νε­ξάρ­τη­το πε­ρι­στα­τι­κό. Καὶ ἡ “σύγ­χρο­νη φι­λο­σο­φί­α” πρέ­πει νὰ ἐ­ξε­τα­σθεῖ πρώ­τι­στα μέ­σα ἀ­πὸ τὴν κα­θο­λι­κὴ αὐ­το­συ­νει­δη­σί­α τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Θὰ ἦ­ταν ἀ­κρι­βῶς γε­λοῖ­ο νὰ ἐ­λέγ­ξει κα­νεὶς τὴ χρι­στι­α­νι­κὴ δογ­μα­τι­κὴ δι­δα­σκα­λί­α μ᾿ ὁ­ρι­σμέ­να Καν­τια­νὰ ἢ Ἐ­γε­λια­νὰ κρι­τή­ρια ἢ μ᾿ ἐ­κεῖ­να τοῦ Λό­τζε, τοῦ Μπερ­γκσὸν καὶ ὁ­ρι­σμέ­νων ἄλ­λων. Αὐ­τὸ ποὺ πραγ­μα­τι­κὰ ἀ­παι­τεῖ­ται δὲν εἶ­ναι μί­α νέ­α γλῶσ­σα ἢ τί­πο­τε και­νού­ργι­ες λαμ­πρὲς ἐ­νο­ρά­σεις, ἀλ­λὰ μό­νο μί­α κα­λύ­τε­ρη πνευ­μα­τι­κὴ σκο­πιὰ, ἡ ὁ­ποί­α θὰ μᾶς ξα­να­έ­δι­δε τὴ δυ­να­τό­τη­τα νὰ δι­α­κρί­νου­με στὴν πλη­ρό­τη­τα τῆς κα­θο­λι­κῆς ἐμ­πει­ρί­ας τό­σα, ὅ­σα ὁ πνευ­μα­τι­κὸς Πα­τέ­ρας μας καὶ οἱ προ­γο­νοὶ μας δι­έ­κρι­ναν… Αὐ­τὴ ἡ ἐ­πα­να­να­κά­λυ­ψη τῆς Πα­τε­ρι­κῆς σκο­πιᾶς θὰ ἦ­ταν τὸ μο­να­δι­κὸ πραγ­μα­τι­κὸ βῆ­μα πρὸς τὰ ἐμ­πρός… ἕ­να ση­μεῖ­ο πρέ­πει νὰ το­νι­σθεῖ ἐ­δῶ. Καμ­μιὰ συγ­κε­κρι­μέ­νη φι­λο­σο­φί­α δὲν ἔ­χει πο­τὲ κα­θι­ε­ρω­θεῖ σ᾿  ὁ­ποι­εσ­δή­πο­τε θε­ω­ρη­τι­κὲς ἢ δογ­μα­τι­κὲς δι­α­τυ­πώ­σεις.

Κι ἐ­πι­πλέ­ον ὅ­λα αὐ­τὰ τὰ πα­ρα­δο­σια­κὰ σχή­μα­τα καὶ δι­α­τυ­πώ­σεις εἶ­ναι πέ­ρα ὡς πέ­ρα Ἑλ­λη­νι­στι­κὰ ἢ Ἑλ­λη­νι­κὰ. Αὐ­τὸς ὁ “ἑλ­λη­νι­σμὸς” εἶ­ναι πραγ­μα­τι­κά, ὄν­τως εἰ­πεῖν, κα­θι­ε­ρω­μέ­νος. Εἶ­ναι ἕ­νας νέ­ος Χρι­στι­α­νι­κός Ἑλ­λη­νι­σμὸς. Εἶ­ναι μί­α κοι­νὴ ἀ­τμό­σφαι­ρα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, ποὺ δη­μι­ουρ­γή­θη­κε ἀ­πὸ μί­α σει­ρὰ χρι­στι­α­νι­κῶν γε­νε­ῶν. Ἡ Χρι­στι­α­νι­κή μας λα­τρεί­α εἶ­ναι στὴν οὐ­σί­α της ἑλ­λη­νι­κή, ὅ­πως δεί­χθη­κε ἀρ­κε­τὰ πρό­σφα­τα σὲ πά­ρα πολ­λὲς δι­α­φω­τι­στι­κὲς ἐκ­δό­σεις τοῦ με­γά­λου Βε­νε­δι­κτί­νου με­λε­τη­τοῦ – ἐ­πι­στή­μο­νος Fr. Od Casel, τοῦ ἀβ­βα­εί­ου τῆς Maria Laach. Τὸ ἴ­διο πρέ­πει νὰ πεῖ κα­νεὶς γιὰ τὶς εἰ­κό­νες μας. Τὸ ἴ­διο εἶ­ναι ἀ­λη­θι­νὸ καὶ γιὰ τὶς θε­ω­ρη­τι­κές μας δι­α­τυ­πώ­σεις. Ὑ­πὸ μί­α ἔν­νοι­α ἡ ἴ­δια ἡ Ἐκ­κλη­σί­α εἶ­ναι ἑλ­λη­νι­κὴ, εἶ­ναι ἕ­νας ἑλ­λη­νι­κὸς σχη­μα­τι­σμός, ἤ, μ᾿ ἄλ­λα λό­για, ὁ Ἑλ­λη­νι­σμὸς εἶ­ναι μί­α στα­θε­ρὴ κα­τη­γο­ρί­α τῆς Χρι­στι­α­νι­κῆς ὑ­πάρ­ξε­ως… Κι ἔ­τσι κά­θε θε­ο­λό­γος πρέ­πει νὰ πε­ρά­σει ἀ­π᾿ τὴν ἐμ­πει­ρί­α ἑ­νὸς πνευ­μα­τι­κοῦ ἐ­ξελ­λη­νι­σμοῦ (ἤ, ἐ­πα­νε­ξελ­λη­νι­σμοῦ…). Πολ­λὲς ἐλ­λεί­ψεις στὶς σύγ­χρο­νες ἐ­ξε­λί­ξεις στὶς Ὀρ­θό­δο­ξες Ἐκ­κλη­σί­ες ἐ­ξαρ­τῶν­ται κα­τὰ με­γά­λο μέ­ρος ἀ­πὸ τὴν ἀ­πώ­λεια αὐ­τοῦ τοῦ ἑλ­λη­νι­κοῦ πνεύ­μα­τος. Καὶ τὸ δη­μι­ουρ­γι­κὸ αἴ­τη­μα γιὰ τὸ προ­σε­χὲς μέλ­λον θὰ ἦ­ταν κά­πως ἔ­τσι: Ἂς γί­νου­με πε­ρισ­σό­τε­ρο Ἕλ­λη­νες γιὰ νὰ ᾿μα­στε πραγ­μα­τι­κὰ κα­θο­λι­κοί, πραγ­μα­τι­κὰ Ὀρ­θό­δο­ξοι.  

 

Σχετικά

Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ · Ε.Ρω.