ΣΤΟΝ ΑΕΡΑΕΡΩ — ΡαδιοΣυχνότητα
Ενωμένη ΡωμηοσύνηΕνωμένη ΡωμηοσύνηΚΕΝΤΡΟΝ ΕΝΟΤΗΤΟΣ ΚΑΙ ΜΕΛΕΤΗΣ
ΠΡΟΒΟΛΗΣ ΤΩΝ ΑΞΙΩΝ ΜΑΣ
ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ
Πανελλήνια Σύναξη στην ΙερισσόΣημαντική Ανακοίνωση προς τα Μέλη και Φίλους της «ΕΝΩΜΕΝΗΣ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗΣ» (Ε.ΡΩ.)Πρόγραμμα των Εκδηλώσεων Ετήσιας Σύναξης της Ε.Ρω στην Ιερισσό – 29/9/22 – 2/10/22Ανάγκες σε συνεργάτεςΠανελλήνια Σύναξη στην ΙερισσόΣημαντική Ανακοίνωση προς τα Μέλη και Φίλους της «ΕΝΩΜΕΝΗΣ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗΣ» (Ε.ΡΩ.)Πρόγραμμα των Εκδηλώσεων Ετήσιας Σύναξης της Ε.Ρω στην Ιερισσό – 29/9/22 – 2/10/22Ανάγκες σε συνεργάτες

Η ΜΕΣΣΗΝΙΑ ΣΤΙΣ ΑΡΧΕΣ ΤΗΣ ΦΡΑΓΚΟΚΡΑΤΙΑΣ

31 Ιανουαρίου 2013 · 13 λεπτά

(ἀ­πό τήν κα­τά­κτη­ση τό 1204 ὡς τό 1262)    

 

ΜΕΡΟΣ Γ’

ΕΔΡΑΙΩΣΗ ΤΗΣ ΦΡΑΓΚΟΚΡΑΤΙΑΣ ΣΤΗΝ ΜΕΣΣΗΝΙΑ

Η ΠΡΩΤΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΩΣ ΤΟ 1262 (ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΠΕΛΑΓΟΝΙΑΣ)

 

Ἀρ­χιμ. Κύ­ριλ­λος

 

Μό­νο δύ­ο μέ­ρες με­τά τήν πα­ρά­δο­ση τοῦ φρου­ρί­ου τῆς Ἀρ­κα­δί­ας (Κυ­πα­ρισ­σί­ας), μαν­τα­το­φό­ροι ἔ­φθα­σαν στόν Γου­λι­έλ­μο Σαμ­πλίτ­τη φέρ­νον­τάς του τήν εἴ­δη­ση πώς ὁ ἀ­δελ­φός του στά μέ­ρη τῆς Γαλ­λί­ας πέ­θα­νε ἄ­κλη­ρος καί ἑ­πο­μέ­νως ὁ ἴ­διος ἔ­πρε­πε νά τόν δι­α­δε­χθεῖ. Ἔ­τσι, ὁ Σαμ­πλίτ­της ἀ­νε­χώ­ρη­σε γιά τήν Γαλ­λί­α ἀ­φή­νον­τας τόν στρα­τό του καί τήν κα­τα­κτη­μέ­νη πε­ρι­ο­χή στόν Γο­δε­φρί­δο Βιλ­λε­αρ­δου­ΐνο. Εἰ­δι­κό­τε­ρα στόν Βιλ­λε­αρ­δου­ΐνο πα­ρα­χώ­ρη­σε τήν Κα­λα­μά­τα καί τήν Ἀρ­κα­δί­α μέ τήν πε­ρι­ο­χή της (11).

Ὁ Βιλ­λε­αρ­δου­ΐνος εἶ­χε ἄ­με­σα ζη­τή­μα­τα νά ἀν­τι­με­τω­πί­σει, τίς σχέ­σεις μέ τούς Βε­νε­τούς καί τήν δι­οι­κη­τι­κή ὀρ­γά­νω­ση τῆς κα­τα­κτη­μέ­νης πε­ρι­ο­χῆς. Ἐ­κεί­νη τήν πε­ρί­ο­δο οἱ σχέ­σεις του μέ τούς Βε­νε­τούς ἦ­σαν ἐ­χθρι­κές, δι­ό­τι οἱ τε­λευ­ταῖ­οι εἶ­χαν ἀ­πο­σπά­σει μέ ἐ­χθρο­πρα­ξί­ες ἀ­πό τούς Φράγ­κους τήν Με­θώ­νη καί τήν Κο­ρώ­νη τά ἔ­τη 1206-1207. Τά δύ­ο μέ­ρη τε­λι­κά κα­τέ­λη­ξαν σέ συμ­φω­νί­α, πού ἐ­πι­κυ­ρώ­θη­κε μέ τήν συν­θή­κη τῆς Σα­πι­έν­τζας (1209), πού συν­τά­χθη­κε στήν ὁ­μώ­νυ­μη νη­σί­δα ἀ­πέ­ναν­τι ἀ­πό τήν Με­θώ­νη. Μέ τήν συν­θή­κη αὐ­τή ὁ Βιλ­λε­αρ­δου­ΐνος ἀ­να­γνώ­ρι­ζε τήν βε­νε­τι­κή κυ­ρι­αρ­χί­α στήν Με­θώ­νη καί τήν Κο­ρώ­νη (μέ τίς πε­ρι­ο­χές τους), πα­ραι­τοῦν­ταν τῶν δι­εκ­δι­κή­σε­ών του ἐ­π᾿ αὐ­τῶν, καί ἐ­πί­σης πα­ρα­χω­ροῦ­σε ἐ­λευ­θε­ρί­α στίς ἐμ­πο­ρι­κές δρα­στη­ρι­ό­τη­τες τῶν Βε­νε­τῶν, καί τό δι­καί­ω­μα τῶν τε­λευ­ταί­ων νά ἔ­χουν τίς δι­κές τους Ἐκ­κλη­σί­ες καί ἀ­πο­θῆ­κες σέ κά­θε πό­λη.

Ἐ­νῶ τό Χρο­νι­κό τοῦ Μο­ρέ­ως ἀ­να­φέ­ρει τήν πα­ρα­χώ­ρη­ση τῶν δύ­ο πό­λε­ων στούς Βε­νε­τούς (12), τήν συν­δέ­ει μέ τήν βο­ή­θεια πού προ­σέ­φε­ραν οἱ Βε­νε­τοί μέ τά πλοῖ­α τους στόν Γου­λι­έλ­μο Βιλ­λε­αρ­δου­ΐνο, τόν γυιό τοῦ Γο­δε­φρί­δου, γιά τήν κα­τά­κτη­ση τῆς Κο­ρίν­θου, τοῦ Ναυ­πλί­ου, τοῦ Ἄρ­γους καί τῆς Μο­νεμ­βα­σιᾶς, γε­γο­νό­τα ὅ­μως πού συ­νέ­βη­σαν ἀρ­γό­τε­ρα (1246-1250). Κά­που τό Χρο­νι­κό συγ­χέ­ει τά δύ­ο γε­γο­νό­τα καί ἐμ­φα­νί­ζε­ται νά ἔ­χει ἀ­να­χρο­νι­σμούς.

Τό ἄλ­λο με­γά­λο ζή­τη­μα πού ἐ­πεῖ­γε καί εἶ­χε νά ἀν­τι­με­τω­πί­σει ὁ Βιλ­λε­αρ­δου­ΐνος ἦ­ταν ἡ δι­οί­κη­ση τοῦ φραγ­κι­κοῦ Μο­ρέ­ως. Ὁ Γο­δε­φρί­δος Βιλ­λε­αρ­δου­ΐνος κά­λε­σε συ­νέ­λευ­ση τῶν Φράγ­κων στήν Ἀν­δρα­βί­δα, ὥ­στε νά ὀρ­γα­νω­θεῖ δι­οι­κη­τι­κά ἡ κα­τα­κτη­μέ­νη πε­ρι­ο­χή. Δύ­ο κυ­ρί­ως πα­ρα­μέ­τρους ἔ­λα­βαν ὑ­π᾿ ὄ­ψιν τους, τό ἀν­τί­στοι­χο φε­ου­δαρ­χι­κό σύ­στη­μα ποῦ ἐ­πι­κρα­τοῦ­σε στήν χώ­ρα τους (Γαλ­λί­α), τό ὁ­ποῖ­ο χρη­σί­μευ­σε ὡς πρό­τυ­πο γιά τήν δι­οι­κη­τι­κή δι­αί­ρε­ση τοῦ Μο­ρέ­ως, καί τήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα πού δέν ἦ­ταν δυ­να­τόν νά ἀ­γνο­η­θεῖ, πώς βρί­σκον­ταν αὐ­τοί οἱ ὀ­λι­γά­ριθ­μοι Φράγ­κοι κυ­ρί­αρ­χοι μί­ας ξέ­νης πε­ρι­ο­χῆς, πάν­το­τε ἀ­ναγ­κα­σμέ­νοι νά εἶ­ναι σέ στρα­τι­ω­τι­κή ἑ­τοι­μό­τη­τα.

Ἡ Πε­λο­πόν­νη­σος δι­αι­ρέ­θη­κε σέ δώ­δε­κα βα­ρω­νί­ες, καί κά­θε βα­ρω­νί­α σέ μι­κρό­τε­ρα φέ­ου­δα (”φέη” ἀ­να­φέ­ρον­ται στό Χρο­νι­κό τοῦ Μο­ρέ­ως), τά ὁ­ποῖα­ δι­α­νε­μή­θη­καν στούς Ἱπ­πό­τες, τήν Κα­θο­λι­κή Ἐκ­κλη­σί­α καί τούς ὑ­πο­τε­λεῖς (λί­ζιους) στούς βα­ρώ­νους. Ἱ­δρύ­θη­καν ἐ­πί­σης ἀρ­χι­ε­πι­σκο­πή στήν Πά­τρα μέ Λα­τί­νο Ἀρ­χι­ε­πί­σκο­πο καί Ἔ­ξαρ­χο Ἀ­χα­ΐ­ας, ἐπι­σκο­πές, ἑ­πτά βα­ρω­νί­ες ἐκ­κλη­σι­α­στι­κές μέ κλη­ρι­κούς βα­ρώ­νους. Κά­θε ἐκ­κλη­σι­α­στι­κή βα­ρω­νί­α ἔ­λα­βε ἀ­πό τέσ­σε­ρα τι­μά­ρια. Δό­θη­καν ἐ­πί­σης τι­μά­ρια στά ἱπ­πο­τι­κά τάγ­μα­τα τῶν Τευ­τό­νων καί τῶν Ἰ­ω­αν­νι­τῶν.

Εἰ­δι­κό­τε­ρα, ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ τήν Μεσ­ση­νί­α, αὐ­τή χω­ρί­σθη­κε σέ δύ­ο βα­ρω­νί­ες [Κα­λα­μῶν καί Ἀρ­κα­δί­ας (Κυ­πα­ρισ­σί­ας)] καί σέ δύ­ο ἐπι­σκο­πές μέ ἕ­δρες τήν Με­θώ­νη καί τήν Κο­ρώ­νη. Καί οἱ ἕ­δρες τῶν ἱπ­πο­τι­κῶν ταγ­μά­των βρί­σκον­ταν στήν πε­ρι­ο­χή τῆς Μεσ­ση­νί­ας, τῶν μέν Τευ­τό­νων στήν Μο­στε­νί­τσα (κον­τά στήν Κα­λα­μά­τα), τῶν δέ Ἰ­ω­αν­νι­τῶν στήν Με­θώ­νη (Χρο­νι­κό Μο­ρέ­ως στ. 1903-1988). Οἱ βα­ρω­νί­ες Κα­λα­μῶν καί Ἀρ­κα­δί­ας ἐ­πι­κυ­ρώ­θη­καν στόν Βιλ­λε­αρ­δου­ΐνο, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἀ­να­γνω­ρί­σθη­κε καί βά­ϊ­λος τοῦ Μο­ρέ­ως (ἔ­τος 1209), ἀρ­γό­τε­ρα ἔ­γι­νε καί ἡ­γε­μό­νας. Τόν ἡ­γε­μό­να πλαι­σί­ω­ναν οἱ βα­ρῶ­νοι, οἱ ἐπί­σκο­ποι καί οἱ λί­ζιοι, πού ἀ­πο­τε­λοῦ­σαν κούρ­τη (αὐ­λή) γύ­ρω ἀ­πό αὐ­τόν (Χρο­νι­κό Μο­ρέ­ως στ. 2013-2016). Ἡ κούρ­τη λει­τουρ­γοῦ­σε ὡς συμ­βου­λευ­τι­κό ὄρ­γα­νο τοῦ ἡ­γε­μό­να καί εἶ­χε ἐ­πί­σης δι­κα­στι­κές ἁρ­μο­δι­ό­τη­τες (13).

Ἐν­δι­α­φέ­ρου­σες πλη­ρο­φο­ρί­ες γιά τό πῶς λει­τουρ­γοῦ­σε ἡ κούρ­τη μᾶς δί­δει τό Χρο­νι­κό τοῦ Μο­ρέ­ως σέ δι­ά­φο­ρα χω­ρί­α. Ὁ πρίγ­κη­πας (ἡ­γε­μό­νας), γιά πα­ρά­δειγ­μα, δέν μπο­ρεῖ νά λά­βει μό­νος του τήν ἀ­πό­φα­ση νά πα­ρα­χω­ρή­σει κά­στρα ἤ τι­μά­ρια πού ἀ­νή­κουν σέ ἕ­ναν ὑ­πο­τε­λῆ σέ κά­ποι­ον ἄλ­λον, χω­ρίς τήν συγ­κα­τά­θε­ση τῶν βα­ρώ­νων (στ. 4280-4290), εἴ­τε ἡ ἀ­πάν­τη­ση τοῦ αἰχ­μά­λω­του Γου­λι­έλ­μου, γυιοῦ τοῦ Βιλ­λε­αρ­δου­ΐνου, στόν Ἕλ­λη­να αὐ­το­κρά­το­ρα τῆς Νι­καί­ας με­τά τήν μά­χη τῆς Πε­λα­γο­νί­ας (θά ἀ­να­φερ­θοῦ­με στήν συ­νέ­χεια).

Στήν συ­νέ­λευ­ση τῆς κούρ­της (στόν ”παρλαμά”, parlament, Χρο­νι­κό Μο­ρέ­ως στ. 4402) προ­ΐ­στα­το ὁ λο­γο­θέ­της ὡς ἀν­τι­πρό­σω­πος τοῦ ἡ­γε­μό­να καί ἐ­νερ­γοῦ­σε ὡς πλη­ρε­ξού­σιός του ἔ­χον­τας τό δι­καί­ω­μα νά ὑ­πο­γρά­φει συν­θῆ­κες ἐν ὀ­νό­μα­τι αὐ­τοῦ. Ὁ ἡ­γε­μό­νας, ἄν πα­ρί­στα­το ὁ ἴ­διος, ἤ ὁ λο­γο­θέ­της ὡς πλη­ρε­ξού­σιός του, κρα­τοῦ­σε κα­τά τήν συ­νέ­λευ­ση σκῆ­πτρο ὡς ἔμ­βλη­μα τῆς ἀρ­χῆς του (Χρο­νι­κό Μο­ρέ­ως στ. 7533-7552). Οἱ ὑ­πο­τε­λεῖς (λί­ζιοι) ὁρ­κί­ζον­ταν πί­στη σέ αὐ­τόν, ἀ­να­γνώ­ρι­ζαν καί τι­μοῦ­σαν τήν ἀρ­χή του (ὅ.π., στ. 7880-7905). Εἶ­χαν ἐ­πί­σης τήν ὑ­πο­χρέ­ω­ση νά προ­σπα­θή­σουν νά ἀ­πε­λευ­θε­ρώ­σουν τόν αἰχ­μα­λω­τι­σμέ­νο τους ἡ­γε­μό­να εἴ­τε πλη­ρώ­νον­τας τά λύ­τρα εἴ­τε παίρ­νον­τας οἱ ἴ­διοι τήν θέ­ση του ἕ­ως ὅ­του νά συγ­κεν­τρω­θεῖ τό πο­σό (ὅ.π. στ. 7570-7580).

Οἱ στρα­τι­ω­τι­κές ὑ­πο­χρε­ώ­σεις ὁ­ρί­σθη­καν ὡς ἑ­ξῆς: ὅ­λοι οἱ ὑ­πο­τε­λεῖς θά στρα­τεύ­ον­ταν γιά τέσ­σε­ρις μῆ­νες, τέσ­σε­ρις μῆ­νες θά ἔ­με­ναν σέ φρού­ρια καί τούς ὑ­πο­λοί­πους τέσ­σε­ρις μῆ­νες στά σπί­τια τους, πάν­το­τε ὅ­μως ἑ­τοι­μο­πό­λε­μοι νά προ­στρέ­ξουν στό κά­λε­σμα τοῦ ἡ­γε­μό­να. Ἀ­πό τίς στρα­τι­ω­τι­κές ὑ­πο­χρε­ώ­σεις ἀ­παλ­λάσ­σον­ταν οἱ ἱ­ε­ρω­μέ­νοι καί οἱ ἀ­νή­κον­τες σέ μο­να­χι­κά τάγ­μα­τα (ὅ.π., στ. 1995-2000).

Στήν κα­τώ­τε­ρη κοι­νω­νι­κή βαθ­μί­δα βρί­σκον­ταν οἱ δου­λο­πά­ροι­κοι, οἱ ὁ­ποῖ­οι ἀ­νῆ­καν στόν ἀ­φέν­τη τους, πού ἦ­ταν ὁ μό­νος πού μπο­ροῦ­σε νά τούς ἐ­λευ­θε­ρώ­σει. Πολ­λές φο­ρές οἱ δου­λο­πά­ροι­κοι ἦ­σαν ὑ­πο­χρε­ω­μέ­νοι νά δου­λεύ­ουν γιά τήν Κα­θο­λι­κή ἐκ­κλη­σί­α δί­χως πλη­ρω­μη (14). Κα­τ᾿ αὐ­τόν τόν τρό­πο δι­αρ­θρώ­θη­κε κοι­νω­νι­κά καί στρα­τι­ω­τι­κά τό φραγ­κι­κό πριγ­κη­πάτο τοῦ Μο­ρέ­ως (καί ἡ Μεσ­ση­νί­α φυ­σι­κά πού μᾶς ἐν­δι­α­φέ­ρει εἰ­δι­κό­τε­ρα).

Ὁ Βιλ­λε­αρ­δου­ΐνος, γιά νά δι­α­σφα­λί­σει πε­ρισ­σό­τε­ρο τήν μεσ­ση­νια­κή του ἐ­πι­κρά­τεια, ἐ­ξε­στρά­τευ­σε ἐ­ναν­τί­ον τῆς Ἀρ­κα­δί­ας καί τῆς Λα­κω­νί­ας πο­λι­ορ­κών­τας τά φρού­ρια τῶν Ἑλ­λή­νων, Βε­λι­γο­στῆ, Νι­κλί καί τήν πε­ρι­ο­χή τῆς Λα­κε­δαί­μο­νας. Οἱ Ἕλ­λη­νες ἄρ­χον­τες συν­θη­κο­λό­γη­σαν γιά νά δι­α­τη­ρή­σουν τίς γαι­ο­κτη­σί­ες τους (Χρο­νι­κό Μο­ρέ­ως, στ. 2017-2074). Ὁ Βιλ­λε­αρ­δου­ΐνος ἐ­πί­σης ἀν­τι­με­τώ­πι­σε ἐ­πι­τυ­χῶς καί τίς ἐ­δα­φι­κές δικ­δι­κή­σεις τοῦ Ρο­βέρ­του ἐ­ξα­δέλ­φου τοῦ Γου­λι­έλ­μου Σαμ­πλίτ­τη, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἀ­ξί­ω­νε τήν κλη­ρο­νο­μί­α του ὡς δι­ά­δο­χος τοῦ Σαμ­πλίτ­τη. Πό­τε ἐρ­χό­με­νος σέ συ­νεν­νό­η­ση μέ τούς Βε­νε­τούς, ὥ­στε οἱ τε­λευ­ταῖ­οι νά μήν προ­σφέ­ρουν πλοῖ­ο στόν Ρο­βέρ­το καί πό­τε ἀ­πο­φεύ­γον­τας νά τόν συ­ναν­τή­σει με­τα­κι­νού­με­νος συ­νε­χῶς, πέ­τυ­χε νά κερ­δί­σει χρό­νο. Ὅ­ταν τε­λι­κά οἱ δύ­ο ἄν­δρες συ­ναν­τή­θη­καν στήν Λα­κε­δαί­μο­να, σέ συ­νέ­λευ­ση οἱ Ἀρ­χι­ε­ρεῖς καί οἱ ”φλαουριαραῖοι” (ὅ­σοι δηλ. εἶ­χαν δι­καί­ω­μα νά φέ­ρουν φλάμ­που­ρο, ση­μαί­α βά­σει τῶν τι­μα­ρί­ων τους, βλ. Χρο­νι­κό Μο­ρέ­ως στ. 1980-1988) ἐ­ξέ­τα­σαν τά ἔγ­γρα­φα τοῦ κα­θε­νός καί ἔ­κρι­ναν πώς ὁ Βιλ­λε­αρ­δου­ΐνος ἦ­ταν ὁ νό­μι­μος δι­ά­δο­χος τοῦ Σαμ­πλίτ­τη, βά­ϊ­λος τοῦ Μο­ρέ­ως καί ἡ­γε­μό­νας (15). Στήν ἀ­πό­φα­σή τους βά­ρυ­νε τό γε­γο­νός ὅ­τι ὁ Βιλ­λε­αρ­δου­ΐνος ἦ­ταν ”κα­λο­ϋ­πό­λη­πτος εἰς ὅ­λους δι­και­ο­κρί­τη­ς”, ”καλός καί φρό­νι­μο­ς” (ὅ.π. στ. 2100-2105) καί οἱ Φράγ­κοι δέν ἤ­θε­λαν γιά ἡ­γε­μό­να τους ἕ­ναν ἄ­πει­ρο νε­α­ρό, τήν στιγ­μή πού δι­έ­θε­ταν ἕ­ναν ἔμ­πει­ρο ἡ­γέ­τη,  ἀ­γα­πη­τό σέ ὅ­λους.

Τό 1210 ὁ Βιλ­λε­αρ­δου­ΐνος ἐμ­φα­νί­ζε­ται ὡς ἡ­γε­μό­νας (πρίγ­κη­πας) τοῦ Μο­ρέ­ως, ἔ­χει στήν ἰ­δι­ο­κτη­σί­α του τίς δύ­ο μεσ­ση­νια­κές βα­ρω­νί­ες Κα­λα­μῶν καί Ἀρ­κα­δί­ας (Κυ­πα­ρισ­σί­ας), μέ ἑ­δραι­ω­μέ­νη καί ἀ­δι­αμ­φι­σβή­τη­τη τήν κυ­ρι­αρ­χί­α του στήν Μεσ­ση­νί­α, χω­ρίς νά ὑ­πάρ­χει ἐ­λεύ­θε­ρο φρού­ριο ἀ­πει­λη­τι­κό τῆς ἐ­πι­κρα­τεί­ας του σέ ἑλ­λη­νι­κή κυ­ρι­αρ­χί­α (πλήν τῆς Μο­νεμ­βα­σιᾶς) καί μέ συμ­μά­χους τούς Βε­νε­τούς πού κα­τέ­χουν Με­θώ­νη καί Κο­ρώ­νη. Ἡ ἱ­στο­ρί­α τῆς Μεσ­ση­νί­ας στά ἀ­μέ­σως ἑ­πό­με­να χρό­νια θά εἶ­ναι στε­νά συν­δε­δε­μέ­νη μέ τήν οἰ­κο­γέ­νεια τῶν Βιλ­λε­αρ­δου­ΐνων καί τήν  γε­νι­κό­τε­ρη πο­ρεί­α τοῦ πριγ­κη­πά­του τοῦ Μο­ρέ­ως, τήν ὁ­ποί­α συ­να­κο­λου­θεῖ.

Ὁ Γο­δε­φρί­δος Βιλ­λε­αρ­δου­ΐνος ἄ­φη­σε δύ­ο γυιούς, τόν Γο­δε­φρί­δο Β’ καί τόν Γου­λι­έλ­μο, ὁ ὁ­ποῖ­ος μά­λι­στα ἐ­πει­δή γεν­νή­θη­κε στό φρού­ριο τῆς Κα­λα­μά­τας γι᾿ αὐ­τό τόν ἀ­πο­κα­λοῦ­σαν Γου­λι­έλ­μο ντέ Κα­λα­μά­τα (ὅ.π. στ. 2445-2451). Ὅ­ταν πέ­θα­νε ὁ Βιλ­λε­αρ­δου­ΐνος (ἔ­τος 1218) ”θρῆνος ἐ­γέ­νε­το πο­λύς εἰς ὅ­λον τόν Μο­ρέ­α,/ δια­τί τόν εἶ­χαν ἀ­κρι­βόν, πολ­λά τόν ἀ­γα­ποῦ­σαν/ διά τήν κα­λήν του ἀ­φεν­τί­αν τήν φρό­νε­σιν ὅ­που εἶ­χε­ν” (ὅ.π. στ. 2462-2465). Τήν θέ­ση τοῦ θα­νόν­τος ἡ­γε­μό­να δι­α­δέ­χθη­κε ὁ γυιός του Γο­δε­φρί­δος ὁ Β’, γιά τόν ὁ­ποῖ­ο τό Χρο­νι­κό τοῦ Μο­ρέ­ως ἐκ­φρά­ζε­ται θε­τι­κά. Τόν χα­ρα­κτη­ρί­ζει ἄ­ξιο καί ἱ­κα­νό ἡ­γέ­τη, ὅ­πως καί ὁ πα­τέ­ρας του (στ. 2468-2472).

Καί πραγ­μα­τι­κά ἦ­ταν ἄ­ξιος δι­ά­δο­χος τοῦ πα­τέ­ρα του. Ἐ­πί τῶν ἡ­με­ρῶν τοῦ Γο­δε­φρί­δου Β’ οἱ βα­ρω­νί­ες τῆς Μεσ­ση­νί­ας καί ὅ­λο τό πριγ­κη­πά­το τοῦ Μο­ρέ­ως γνω­ρί­ζουν τήν ἄν­θη­ση. Συγ­κεν­τρώ­θη­κε πλοῦ­τος καί δύ­να­μη ἀ­ξι­ό­λο­γη. Αὐ­τό φαί­νε­ται ἀ­πό τό γε­γο­νός ὅ­τι στήν αὐ­λή του δι­α­τη­ροῦ­σε με­γά­λο ἀ­ριθ­μό ἱπ­πο­τῶν (ὀ­γδόν­τα), στούς ὁ­ποί­ους συ­χνά προ­σέ­φε­ρε πλού­σια δῶ­ρα (16).

Ὁ Γο­δε­φρί­δος ὁ Β’ ἦλ­θε σέ σύγ­κρου­ση μέ τούς Λα­τί­νους ἐ­πι­σκό­πους καί τόν Κα­θο­λι­κό κλῆ­ρο κα­τη­γο­ρών­τας τους ὅ­τι δέν συ­νέ­βα­λαν ἀρ­κε­τά στήν ἀν­τι­με­τώ­πι­ση τῶν Ἑλ­λή­νων. Συγ­κέν­τρω­σε μά­λι­στα τά ἔ­σο­δα τῶν ἐκ­κλη­σι­α­στι­κῶν φέ­ου­δων καί ἔ­χτι­σε ἰ­σχυ­ρό φρού­ριο στό Χλο­μού­τσι, δυ­τι­κά τῆς Γλα­ρέν­τζας (στήν πε­ρι­ο­χή τῆς Ἠ­λεί­ας). Ἔ­κο­ψε ἐ­πί­σης καί δι­κό του νό­μι­σμα (Χρο­νι­κό Μο­ρέ­ως στ. 2631-2657). Ἀρ­γό­τε­ρα ὅ­μως, ἦλ­θε σέ συμ­φω­νί­α μέ τήν Κα­θο­λι­κή ἐκ­κλη­σί­α καί τῆς ἔ­δω­σε προ­νό­μια. Συμ­φω­νή­θη­κε οἱ ἐ­πι­σκο­πές (καί τοῦ­το μᾶς ἐν­δι­α­φέ­ρει εἰ­δι­κό­τε­ρα γιά τίς δύ­ο μεσ­ση­νια­κές ἐ­πι­σκο­πές τῆς Με­θώ­νης καί τῆς Κο­ρώ­νης) νά ἀ­παλ­λα­γοῦν ἀ­πό τίς εἰ­σφο­ρές καί ἀ­πό κά­θε δι­κα­στι­κή ὑ­πο­χρέω­ση, καί νά λά­βουν ὅ­λα τά κτή­μα­τα πού ἀ­νῆ­καν προ­η­γου­μέ­νως στήν Ὀρ­θό­δο­ξη ἐκ­κλη­σί­α. Ὁ ἴ­διος ὁ ἡ­γε­μό­νας τοῦ Μο­ρέ­ως κρά­τη­σε τήν κι­νη­τή ἐκ­κλη­σι­α­στι­κή πε­ρι­ου­σί­α, μέ τόν ὅ­ρο νά κα­τα­βάλ­λει ἐ­τη­σί­ως ἕ­να πο­σό ὡς πλη­ρω­μή (ὅ.π. στ. 2658 κ.ἑ.) (17).

Χά­ρη στήν οἰ­κο­νο­μι­κή του ἰ­σχύ ὁ Γο­δε­φρί­δος Β’ μπό­ρε­σε νά προ­σφέ­ρει στρα­τι­ω­τι­κή καί οἰ­κο­νο­μι­κή στή­ρι­ξη στόν Λα­τί­νο αὐ­το­κρά­το­ρα τῆς Κων/πο­λης, Βαλ­δου­ΐνο Β’, ὅ­ταν ὁ τε­λευ­ταῖ­ος ἀ­πει­λοῦν­ταν ἀ­πό τήν ἑλ­λη­νι­κή αὐ­το­κρα­το­ρί­α τῆς Νι­καί­ας. Σέ ἀν­τάλ­λαγ­μα, ὁ Βαλ­δου­ΐ­νος Β’ τοῦ πα­ρα­χώ­ρη­σε τό Δου­κά­το τοῦ Αἰ­γαί­ου (1236). Ὅ­λες οἱ πα­ρα­πά­νω πλη­ρο­φο­ρί­ες τοῦ Χρο­νι­κοῦ ἀ­πο­τε­λοῦν στοι­χεῖ­α εὔ­γλωτ­τα τῆς ἀκ­μῆς τοῦ πριγ­κη­πά­του τοῦ Μο­ρέ­ως. Ἀ­νά­λο­γη ἀκ­μή γνω­ρί­ζει καί ἡ Μεσ­ση­νί­α ὡς ἀ­πο­τε­λοῦ­σα προ­σω­πι­κή ἰ­δι­ο­κτη­σί­α τοῦ Γο­δε­φρί­δου Β’ Βιλ­λε­αρ­δου­ΐνου.

Με­τά τόν θά­να­το τοῦ Γο­δε­φρί­δου Β’, οἱ βα­ρω­νί­ες Κα­λα­μῶν καί Ἀρ­κα­δί­ας (Κυ­πα­ρισ­σί­ας) καί τό πριγ­κη­πάτο τοῦ Μο­ρέ­ως (στό ὁ­ποῖ­ο πε­ρι­λαμ­βά­νον­ταν οἱ μεσ­ση­νια­κές βα­ρω­νί­ες), πε­ρι­ῆλ­θαν στόν Γου­λι­έλ­μο Βιλ­λε­αρ­δου­ΐνο, δι­ά­δο­χο καί ἀ­δελ­φό τοῦ Γο­δε­φρί­δου Β’ (1246). Ἡ πε­ρί­ο­δος τῆς ἡ­γε­μο­νί­ας του συμ­πί­πτει μέ τήν με­γα­λύ­τε­ρη ἀκ­μή τῆς Φραγ­κο­κρα­τί­ας στήν Πε­λο­πόν­νη­σο, ἀλ­λά καί μέ τήν ἀρ­χή τῆς πα­ρακ­μῆς της. Στά χρό­νια τοῦ Γου­λι­έλ­μου ὁ­λο­κλη­ρώ­θη­κε ἡ φραγ­κι­κή κα­τά­κτη­ση ὁ­λό­κλη­ρης τῆς Πε­λο­πον­νή­σου. Ἐ­πί Γου­λι­έλ­μου ὅ­μως οἱ Βυ­ζαν­τι­νοί, με­τά τήν μά­χη τῆς Πε­λα­γο­νί­ας, ἀ­πέ­κτη­σαν ἕ­να τμῆ­μα τῆς νο­τί­ου Πε­λο­πον­νή­σου καί στα­δια­κά κα­τόρ­θω­σαν οἱ Πα­λαι­ο­λό­γοι νά δι­α­λύ­σουν τό πριγ­κη­πάτο τοῦ Μο­ρέ­ως. Ἡ ἐ­ξέ­λι­ξη τῶν γε­γο­νό­των ἀ­κο­λού­θη­σε μί­α πο­ρεί­α πού πε­ρι­γρά­φε­ται στήν συ­νέ­χεια.

Με­τά τόν θά­να­το τοῦ Γο­δε­φρί­δου Β’, ὁ Γου­λι­έλ­μος Βιλ­λε­αρ­δου­ΐνος ἔ­γι­νε ἡ­γε­μό­νας τοῦ πριγ­κη­πά­του τοῦ Μο­ρέ­ως, ὁ τρί­τος κα­τά σει­ράν ἀ­πό τήν οἰ­κο­γέ­νεια τῶν Βιλ­λε­αρ­δου­ΐνων. Ἦ­ταν ἄν­θρω­πος ἐ­πι­δέ­ξιος, φρό­νι­μος, φι­λάν­θρω­πος καί ὅ­λοι τόν ἀ­γα­ποῦ­σαν (Χρο­νι­κό Μο­ρέ­ως στ. 2756-2762). Εἶ­χε γεν­νη­θεῖ στήν Κα­λα­μά­τα καί μι­λοῦ­σε τήν ἑλ­λη­νι­κή γλῶσ­σα ὡς μη­τρι­κή (ὅ.π. στ. 4130). Ὁ Γου­λι­έλ­μος ἐ­κτέ­λε­σε τήν ἐ­πι­θυ­μί­α τοῦ ἀ­δελ­φοῦ καί ἔ­κτι­σε μί­α Ἐκ­κλη­σί­α γιά νά ἀ­να­παυ­θοῦν τά σώ­μα­τα τῶν δύ­ο Γο­δε­φρί­δων Βιλ­λε­αρ­δου­ΐνων, πα­τέ­ρα καί γυιοῦ (ὅ.π. στ. 2735-2747). Πρό­κει­ται γιά τήν ἐκ­κλη­σί­α τοῦ Ἁ­γί­ου Ἰ­α­κώ­βου στήν Ἀν­δρα­βί­δα, ὅ­πως μᾶς πλη­ρο­φο­ρεῖ ἡ γαλ­λι­κή πα­ραλ­λα­γή τοῦ Χρο­νι­κοῦ.

Τήν πε­ρί­ο­δο ἐ­κεί­νη οἱ Ἕλ­λη­νες σέ ὅ­λη τήν Πε­λο­πόν­νη­σο εἶ­χαν ὑ­πό τήν κυ­ρι­αρ­χί­α τους τέσ­σε­ρα φρού­ρια: τήν Μο­νεμ­βα­σιά, τήν Κό­ριν­θο, τό Ναύ­πλιο καί τό Ἄρ­γος, τά ὁ­ποί­α ἔ­χο­ντας λι­μά­νια, ἀ­νε­φο­δι­ά­ζον­ταν ἀ­πό τόν αὐ­το­κρά­το­ρα τῆς Νι­καί­ας (ὅ.π. στ. 2763-2769). Ὁ Γου­λι­έλ­μος ἦλ­θε σέ συμ­φω­νί­α μέ τούς Βε­νε­τούς πα­ρα­χω­ρών­τας τους ἐμ­πο­ρι­κά δι­και­ώ­μα­τα (18), τόν Μέ­γα Δού­κα τῶν Ἀ­θη­νῶν Δε­λα­ρός, τόν Δού­κα τῆς Νά­ξου καί ἄλ­λους Φράγ­κους ἄρ­χον­τες τῶν νη­σι­ῶν (ὅ.π. στ. 2770-2800). Οἱ Βε­νε­τοί ἀ­πό θα­λάσ­σης καί οἱ Φράγ­κοι ἀ­πό ξη­ρᾶς πο­λι­ορ­κοῦν καί ἐ­ξα­ναγ­κά­ζουν σέ πα­ρά­δο­ση κα­τά σειράν τήν Κό­ριν­θο, τό Ναύ­πλιο, τό Ἄρ­γος καί τήν Μο­νεμ­βα­σιά (τρί­α χρό­νια κρά­τη­σε ἡ πο­λι­ορ­κί­α της).

Αὐ­τό πού εἰ­δι­κό­τε­ρα ἀ­φο­ρᾶ τόν μεσ­ση­νια­κό χῶ­ρο εἶ­ναι ὅ­τι ὁ Γου­λι­έλ­μος ὑ­πο­τάσ­σον­τας τήν Μο­νεμ­βα­σιά στήν ἀρ­χή καί χτί­ζον­τας στήν συ­νέ­χεια τά φρού­ρια τοῦ Μυ­στρᾶ, τῆς Μά­ϊνας (Μά­νης) καί τοῦ Λεύ­τρου (Beaufort στά γαλ­λι­κά) γιά νά ἐ­λέγ­χει τούς ἀ­νυ­πό­τα­κτους Σλά­βους Μη­λιγ­κούς τοῦ Τα­ϋ­γέ­του, πέ­τυ­χε νά ἐ­ξα­λεί­ψει τήν ἀ­πει­λή τῶν Ἑλ­λή­νων καί κά­θε πη­γή πα­ρε­νο­χλή­σε­ων (ἀ­πό Ἕλ­λη­νες, Σλά­βους) πού μπο­ροῦ­σαν νά τοῦ προ­ξε­νή­σουν προ­βλή­μα­τα στήν Λα­κω­νί­α καί τήν ἀ­να­το­λι­κή πλευ­ρά τῆς Μεσ­ση­νί­ας (19).

Μέ­σα στήν τε­τρα­ε­τί­α 1246-1250 ὁ Γου­λι­έλ­μος κα­θυ­πέ­τα­ξε καί τά τε­λευ­ταῖ­α ἑλ­λη­νι­κά φρού­ρια. Τό πριγ­κη­πά­το τοῦ Μο­ρέ­ως γνω­ρί­ζει πε­ρί­ο­δο ἀκ­μῆς. Ὁ Γου­λι­έλ­μος κό­βει καί κυ­κλο­φο­ρεῖ δι­κό του νό­μι­σμα. Ἐ­πί­σης πολ­λά κά­στρα φραγ­κι­κά χτί­ζον­ται ἤ ἐ­πι­σκευ­ά­ζον­ται καί ἐ­νι­σχύ­ον­ται τά προ­ϋ­πάρ­χον­τα. Κά­θε ἄρ­χον­τας βα­ρῶ­νος ἤ ἱπ­πό­της χτί­ζει τό δι­κό του φρού­ριο μέ ἀ­πο­τέ­λε­σμα νά γε­μί­σει ὁ Μο­ριᾶς φράγ­κι­κα κά­στρα. Πολ­λοί ἐ­πί­σης Φράγ­κοι ἐγ­κα­τα­λεί­πουν τό γαλ­λι­κό τους προ­σω­νύ­μιο καί λαμ­βά­νουν τό ἑλ­λη­νι­κό τῆς πε­ρι­ο­χῆς πού τούς ἀ­νή­κει (π.χ. ὁ Γου­λι­έλ­μος κα­λεῖ­ται ντέ Κα­λα­μά­τα, ὅ.π. στ. 3145-3170).

Στήν Μεσ­ση­νί­α τό φρού­ριο τῆς Ἀρ­κα­δί­ας (Κυ­πα­ρισ­σί­ας) ἐ­πι­σκευ­ά­ζε­ται καί στό ἀρ­χαῖ­ο ἑλ­λη­νι­κό κτί­σμα προ­στί­θεν­ται φράγ­κι­κοι πύρ­γοι (σημ=τό φρού­ριο αὐ­τό θά δο­θεῖ τό 1262 ἀ­πό τόν Γου­λι­έλ­μο στόν Βι­λαίν ντ᾿ Ὠ­νο­νά, πρω­το­στρά­το­ρα τῆς Ρω­μα­νί­ας, δηλ. τῆς Λα­τι­νι­κῆς Αὐ­το­κρα­το­ρί­ας τῆς Κων/πο­λης, ὁ ὁ­ποῖ­ος με­τά τήν κα­τά­λη­ψη τῆς Κων/πο­λης ἀ­πό τούς Ἕλ­λη­νες θά πά­ει στήν Πε­λο­πόν­νη­σο, ὅ.π. στ. 8462). Ἐ­πί­σης ἐ­πι­σκευ­ά­ζον­ται καί τό Σι­δη­ρο­κά­στρο πού χτί­σθη­κε ἀ­πό τόν Γο­δε­φρί­δο Βιλ­λε­αρ­δου­ΐνο τό 1210, καί τό φρού­ριο τῆς Ἀν­δρού­σας, πού τό ἔ­χτι­σε ὁ Γου­λι­έλ­μος Βιλ­λε­αρ­δου­ΐ­νος τό 1250 (ὅ­πως ἀ­να­φέ­ρε­ται στό Ἀ­ρα­γω­νι­κό Χρο­νι­κό τοῦ Μο­ρέ­ως ὅ­τι ἀ­νή­κουν στήν Κα­στε­λα­νί­α τῆς Κα­λα­μά­τας). Γιά τό φρού­ριο τῆς Ἀν­δρούσας πού βρι­σκό­ταν στά δυ­τι­κά τῆς πε­διά­δας τῆς Μεσ­ση­νί­ας, ἀ­πέ­ναν­τι ἀ­πό τήν Ἰ­θώ­μη, ἀ­ξί­ζει νά ἀ­να­φερ­θεῖ ὅ­τι ἀ­πο­τε­λοῦ­σε τήν ἕ­δρα ἑ­νός ἀ­πό τά δύ­ο δι­κα­στή­ρια τῆς Βα­ρω­νί­ας τῶν Κα­λα­μῶν (20).

Οἱ Βε­νε­τοί ἐ­πί­σης ἐ­πι­σκευά­ζουν καί ἐ­νι­σχύ­ουν τά ἤ­δη ὑ­πάρ­χον­τα μι­σο­ε­ρει­πω­μέ­να καί ἀ­δύ­να­μα φρού­ρια τῆς Με­θώ­νης καί τῆς Κο­ρώ­νης. Οἱ δύ­ο αὐ­τές πό­λεις τε­λι­κά θά ἐ­ξε­λι­χθοῦν σέ με­γά­λα κέν­τρα καί λι­μά­νια ἐμ­πο­ρι­κά, κα­θώς βρί­σκον­ται στό πέ­ρα­σμα πρός τήν Ἀ­να­το­λι­κή Με­σό­γει­ο καί τό ἐ­λέγ­χουν. Κα­νέ­να πλοῖ­ο δέν μπο­ρεῖ νά πε­ρά­σει ἀ­πα­ρα­τή­ρη­το ἀ­πό τούς Βε­νε­τούς. Ἀ­κό­μη, ἡ Με­θώ­νη καί ἡ Κο­ρώ­νη θά ἀ­πο­τε­λέ­σουν πό­λεις σταθ­μούς τα­ξι­δί­ου γιά τούς πι­στούς προ­σκυ­νη­τές τῶν Ἁ­γί­ων Τό­πων.

Ἀλ­λά καί με­τά τούς Βιλ­λε­αρ­δου­ΐνους καί κα­θ᾿ ὅ­λην τήν Φραγ­κο­κρα­τί­α καί Βε­νε­το­κρα­τί­α χτί­ζον­ται φρού­ρια. Γιά πα­ρά­δειγ­μα τό φρού­ριο τοῦ Γαρ­δι­κί­ου, πού χτί­σθη­κε με­τα­ξύ τοῦ 1264 καί 1292 πά­νω στά ἐ­ρεί­πια τῆς ἀρ­χαί­ας Ἀμ­φεί­ας, στά ὅ­ρια Μεσ­ση­νί­ας-Ἀρ­κα­δί­ας καί ἄλ­λα πολ­λά, τά ὁ­ποῖ­α δέν ἀ­πο­τε­λοῦν ἀν­τι­κεί­με­νο τῆς πα­ρού­σης ἐρ­γα­σί­ας (21).

Ὁ Γου­λι­έλ­μος, γιά νά ἐ­πα­νέλ­θου­με στό πρό­σω­πό του, δέν ἀρ­κεῖ­ται στήν κα­το­χή τοῦ Μο­ριᾶ. Οἱ βλέ­ψεις καί οἱ φι­λο­δο­ξί­ες του ἐ­κτεί­νον­ται πο­λύ μα­κρύ­τε­ρα καί φθά­νουν, εἰ­δι­κά με­τά τόν γά­μο του τό 1259 μέ τήν κό­ρη τοῦ Μι­χα­ήλ Β’, Δε­σπό­τη τῆς Ἠ­πεί­ρου, Ἄν­να, ὡς τίς βό­ρει­ες ἑλ­λα­δι­κές πε­ρι­ο­χές (Ἤ­πει­ρος, Μα­κε­δο­νί­α). Ἔ­τσι, τόν βλέ­που­με νά ἀ­να­μει­γνύ­ε­ται στήν δι­α­μά­χη τοῦ Μι­χα­ήλ Β’, Δε­σπό­τη τῆς Ἠ­πεί­ρου μέ τήν αὐ­το­κρα­το­ρί­α τῆς Νι­καί­ας, δι­α­μά­χη πού θά κα­τα­λή­ξει σέ πο­λε­μι­κή ἀ­να­μέ­τρη­ση στήν μά­χη τῆς Πε­λα­γο­νί­ας, πε­ρι­ο­χῆς στήν Κα­στο­ριά (1259). Στήν μά­χη αὐ­τή ὁ Γου­λι­έλ­μος θά λά­βει ὁ ἴ­διος μέ­ρος στό πλευ­ρό τοῦ Μι­χα­ήλ Β’. Στό κρί­σι­μο ὅ­μως ση­μεῖ­ο τῆς μά­χης, τό πε­ρί­φη­μο φράγ­κι­κο ἱπ­πι­κό θά δι­α­σπα­σθεῖ, θά χά­σει τήν συ­νο­χή του. Πολ­λοί Φράγ­κοι εὐ­γε­νεῖς ἀλ­λά καί ὁ ἴ­διος ὁ Γου­λι­έλ­μος θά αἰχ­μα­λω­τι­σθοῦν καί θά ὁ­δη­γη­θοῦν σι­δη­ρο­δέ­σμιοι στόν ἀν­τι­βα­σι­λέ­α τῆς Νι­καί­ας, Μι­χα­ήλ Η’ Πα­λαι­ο­λό­γο, ἐ­πί­τρο­πο τοῦ ἀ­νή­λι­κου δι­α­δό­χου, ἀλ­λά οὐ­σι­α­στι­κό κυ­ρί­αρ­χο τῆς αὐ­το­κρα­το­ρι­κῆς ἀρ­χῆς.

Ὁ Μι­χα­ήλ Η’ γιά νά τούς ἀ­φή­σει ἐ­λεύ­θε­ρους ζη­τά­ει ἀ­πό τόν Γου­λι­έλ­μο νά τοῦ δώ­σει τόν Μο­ριᾶ. Ἐ­κεῖ­νος ἰ­σχυ­ρί­ζε­ται ὅ­τι δέν μπο­ρεῖ χω­ρίς τήν σύμ­φω­νη γνώ­μη τῶν ἄλ­λων Φράγ­κων καί ἀν­τι­προ­τεί­νει νά πλη­ρώ­σει λύ­τρα (22). Ὁ Γου­λι­έλ­μος θά κρα­τεῖ­ται ἐ­πί τρί­α ἔ­τη αἰχ­μά­λω­τος, ὥ­σπου νά συμ­φω­νή­σει νά πα­ρα­δώ­σει τά φρού­ρια τοῦ Μυ­στρᾶ, τῆς Μά­νης, τῆς Μο­νεμ­βα­σιᾶς καί τοῦ Λεύ­τρου. Τε­λι­κά, καί ἀ­φοῦ προ­η­γεῖ­ται σύγ­κλι­ση τῆς κούρ­της στήν Πε­λο­πόν­νη­σο ὅ­που συμ­με­τέ­χουν πολ­λές γυ­ναῖ­κες τῶν αἰχ­μα­λώ­των Φράγ­κων, ὁ Γου­λι­έλ­μος ἀν­ταλ­λάσ­σει τά φρού­ρια μέ τήν ἐ­λευ­θε­ρί­α του (Χρο­νι­κό Μο­ρέ­ως στ. 4402 κ.ἑ.).

Τό ἔ­τος 1262 ἀ­πο­τε­λεῖ κομ­βι­κό ση­μεῖ­ο γιά τήν πο­ρεί­α τῆς Φραγ­κο­κρα­τί­ας σέ ὁ­λό­κλη­ρη τήν Πε­λο­πόν­νη­σο, εἰ­δι­κό­τε­ρα γιά τήν πε­ρι­ο­χή τῆς Μεσ­ση­νί­ας, τήν ὁ­ποί­α ἐ­ξε­τά­ζου­με. Ἐ­νῶ ἀ­πό τό 1250 δέν ὑ­πῆρ­χε οὔ­τε ἕ­να φρού­ριο τοῦ Μο­ριᾶ, οὔ­τε μί­α πε­ρι­ο­χή στήν ἑλ­λη­νι­κή κυ­ρι­αρ­χί­α (ὅ­λος ὁ Μο­ριάς ἦ­ταν φραγ­κο­κρα­τού­με­νος ἐ­κτός τῆς Με­θώ­νης καί τῆς Κο­ρώ­νης πού ἦσαν βε­νε­το­κρα­τού­με­νες, δηλ. πά­λι σέ χέ­ρια Δυ­τι­κῶν), ἀ­πό τό 1262 οἱ Ἕλ­λη­νες βρί­σκον­ται νά κα­τέ­χουν ἕ­να τμῆ­μα τῆς νο­τί­ου Πε­λο­πον­νή­σου, πού θά ἀ­πο­τε­λέ­σει τό προ­γε­φύ­ρω­μα τῶν Πα­λαι­ο­λό­γων στήν προ­σπά­θειά τους νά κα­τα­λύ­σουν τό πριγ­κη­πά­το τοῦ Μο­ρέ­ως, προ­σπά­θεια πού θά ἔ­χει ἐ­πι­τυ­χῆ κα­τά­λη­ξη. Ἤ­δη ἀ­πό τό 1262 οἱ Ἕλ­λη­νες θά εἰ­σβάλ­λουν στήν Μεσ­ση­νί­α καί θά δώ­σουν μά­χες μέ τούς Φράγ­κους. Τό ἔ­τος 1262 ἀ­πο­τε­λεῖ τήν ἀρ­χή, θά μπο­ροῦ­σε νά πεῖ κα­νείς, τῆς πτω­τι­κῆς πο­ρεί­ας τῆς Φραγ­κι­κῆς κυ­ρι­αρ­χί­ας.

Γιά ὅ­λους τούς προ­α­να­φερ­θέν­τες λό­γους θά ἦ­ταν δυ­να­τόν νά δι­α­κρί­νου­με ὡς τό 1262 μί­α πρώ­τη πε­ρί­ο­δο τῆς Φραγ­κο­κρα­τί­ας, πα­ρ᾿ ὅ­λο πού ὁ Γου­λι­έλ­μος ἐ­ξα­κο­λου­θεῖ νά ἡ­γε­μο­νεύ­ει ὡς τό 1277, ἔ­τος τοῦ θα­νά­του του, ἤ ὅ­πως ἀ­να­φέ­ρει χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά τό Χρο­νι­κό τοῦ Μο­ρέ­ως, τό ἔ­τος ΣΨΠΕ ἀ­πό κτί­σε­ως κό­σμου (στ. 7810) (24).

Συ­νε­χί­ζε­ται…

 

Σχετικά