Ἅγιος Πορφύριος: Οἱ μητέρες ξέρουν νὰ ἀγχώνονται, νὰ συμβουλεύουν, νὰ λένε πολλά, ἀλλὰ δὲν ἔμαθαν νὰ προσεύχονται…

– Τίποτα, μιλιὰ ἐσύ, μόνο προσευχή.
– Γιῶργο μου, ἐγὼ δὲν σοὺ μιλάω;
– Μάνα, κάτι ἔχεις μαζί μοῦ. Δὲν μοῦ μιλάς.
– Περίεργο πράγμα εἶναι αὐτὸ πού μοῦ λές, Γιῶργο μου. Πῶς δὲν σοὺ μιλάω; Νά, τώρα δὲν σοὺ μιλάω; Τί θέλεις νὰ σοὺ πῶ;
Κι ὁ Γιῶργος δὲν τῆς ἀπάντησε.
– Γέροντα, τί ἦταν αὐτὸ ποῦ μου εἶπε τὸ παιδί;
– Ἐπέτυχε ἡ μέθοδός μας!
– Ποιὰ μέθοδος;
– Ποὺ σᾶς εἶπα νὰ μὴν τοῦ μιλᾶτε, νὰ κάνετε μόνο προσευχὴ μυστικὰ καὶ τὸ παιδὶ θὰ συνέλθει.
– Λέεις νὰ εἶναι αὐτό;
– Αὐτὸ εἶναι, τῆς λέω. Θέλει νὰ τοῦ κάνεις τὴν παρατήρηση, «ποῦ ἤσουνα, τί ἔκανες;». Καὶ αὐτὸς νὰ φωνάζει, ν’ ἀντιδρᾶ καὶ νὰ ἔρχεται ἀκόμη πιὸ ἀργά.
– Πῶ, πῶ! λέει. Τί μυστήρια κρύβονται!
– Τὸ κατάλαβες; Ἐφόσον σού μιλάει ἡ κατάστασις. Αὐτὸς σὲ βασάνιζε, γιατί ἤθελε νὰ τὸν μαλώνεις, γιὰ νὰ κάνει τὰ σκέρτσα του. Δὲν τὸν μαλώνεις, στενοχωριέται. Ἀντὶ νὰ στενοχωριέσαι ἐσύ, ὅταν κάνει αὐτὸς τὰ δικά του, τώρα, ποὺ δὲν στενοχωριέσαι ἐσὺ καὶ δείχνεις ἀπάθεια, στενοχωριέται αὐτός.
Μία μέρα ὁ Γιῶργος τοὺς ἀνακοίνωσε στὸ σπίτι ὅτι φεύγει, ἀφήνει τὴ δουλειά του καὶ πάει γιὰ τὸν Καναδά. Εἶχε πεῖ καὶ στ’ ἀφεντικό του: «Φεύγω, βρὲς ἄλλον νὰ μ’ ἀντικαταστήσει στὴ δουλειά». Ἐγώ, ἐν τῷ μεταξύ, εἶπα στοὺς γονεῖς:
– Ἐμεῖς θὰ κάνομε προσευχή.
– Μὰ εἶναι ἕτοιμος…. Θὰ τὸν βουτήξω! λέει ὁ πατέρας του.
– Ὄχι, μὴν τόνε πειράξεις, τοῦ λέω.
– Μὰ φεύγει τὸ παιδί, Γέροντα!
– Ἂς φεύγει. Ἐσεῖς νὰ ἐπιδοθεῖτε στὴν προσευχὴ κι ἐγὼ μαζί σᾶς.
– Ἐγὼ φεύγω, θὰ πάω μὲ τοὺς φίλους μου.
– Καλά, ὅπως θέλεις, τοῦ λένε.
Ἔφθασε πρωὶ πρωί, νύκτα, στὸ σπίτι. Δὲν τοῦ εἶπαν τίποτα οἱ γονεῖς. Αὐτὸς ἔπεσε καὶ κοιμήθηκε. Μετὰ τὸν ὕπνο ἐσηκώθηκε καὶ λέει:
– Πατέρα, αὐτὸ κι αὐτό… Τώρα πρέπει νὰ φτιάξομε τ’ αὐτοκίνητο κι ἔχει πολλὰ λεφτά.
Τοῦ λέει:
– Παιδί μου, ἐσὺ ξέρεις. Ἐγὼ ἔχω χρέη, ἔχω τὶς ἀδελφές σου… Τί θὰ γίνομε;
– Τί νὰ κάνω, πατέρα;
– Ὅ,τι θέλεις, κᾶνε. Μεγάλος εἶσαι, μυαλὸ ἔχεις. Σύρε στὸν Καναδὰ νὰ κάνεις λεφτά, νά…
– Δὲν μπορῶ, τοῦ λέει. Πρέπει νὰ τὸ φτιάξομε τώρα.
– Δὲν ξέρω, τοῦ λέει. Κανόνισε.
– Ἀφεντικό, αὐτὸ κι αὐτὸ ἔπαθα. Δὲν θὰ φύγω. Μὴν παίρνεις ἄλλονε.
Τοῦ λέει ἐκεῖνος:
– Καλά, καλά, παιδί μου.
– Ναί, ἀλλὰ θέλω λεφτά.
– Ναί, ἀλλὰ ἐσὺ θέλεις νὰ φύγεις. Πρέπει νὰ μοῦ ὑπογράψει ὁ πατέρας σου.
– Ἐγὼ θὰ σοὺ ὑπογράψω. Ὁ πατέρας μου δὲν ἀνακατεύεται. Μοῦ τὸ εἶπε. Ἐγὼ θὰ δουλέψω καὶ θὰ στὰ δώσω.
– Ἐπέτυχε ὁ τρόπος ποὺ μεταχειρισθήκαμε καὶ ἡ προσευχὴ μας εἰσακούσθηκε στὸν Θεό. Καὶ τὸ δυστύχημα ἦταν ἀπ’ τὸν Θεὸ καὶ τώρα τὸ παιδὶ θὰ μείνει στὸ σπίτι καὶ θὰ σωφρονισθεῖ.




