ΣΤΟΝ ΑΕΡΑΕΡΩ — ΡαδιοΣυχνότητα
Ενωμένη ΡωμηοσύνηΕνωμένη ΡωμηοσύνηΚΕΝΤΡΟΝ ΕΝΟΤΗΤΟΣ ΚΑΙ ΜΕΛΕΤΗΣ
ΠΡΟΒΟΛΗΣ ΤΩΝ ΑΞΙΩΝ ΜΑΣ
ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ
Πανελλήνια Σύναξη στην ΙερισσόΣημαντική Ανακοίνωση προς τα Μέλη και Φίλους της «ΕΝΩΜΕΝΗΣ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗΣ» (Ε.ΡΩ.)Πρόγραμμα των Εκδηλώσεων Ετήσιας Σύναξης της Ε.Ρω στην Ιερισσό – 29/9/22 – 2/10/22Ανάγκες σε συνεργάτεςΠανελλήνια Σύναξη στην ΙερισσόΣημαντική Ανακοίνωση προς τα Μέλη και Φίλους της «ΕΝΩΜΕΝΗΣ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗΣ» (Ε.ΡΩ.)Πρόγραμμα των Εκδηλώσεων Ετήσιας Σύναξης της Ε.Ρω στην Ιερισσό – 29/9/22 – 2/10/22Ανάγκες σε συνεργάτες

ΕΛΛΗΝΕΣ Ή ΡΩΜΗΟΙ; ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΕΣ ΤΗΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΜΑΣ ΟΝΟΜΑΣΙΑΣ

11 Ιανουαρίου 2013 · 21 λεπτά

Ἀρχιμ. Κύριλλος Κεφαλόπουλος

 

Κά­θε Ἔθνος προσ­δι­ο­ρί­ζε­ται ἐ­θνι­κὰ ἀ­πὸ πολ­λὰ στοι­χεῖ­α, τὴν ἱ­στο­ρί­α του, τὸν πο­λι­τι­σμό, τὴν γλῶσ­σα, τὴν θρη­σκεί­α, μὰ κα­τ᾿ ἐ­ξο­χὴν ἀ­πὸ τὸ ὄ­νο­μά του, ποὺ δη­λώ­νει τὴν ταυ­τό­τη­τα ὅ­σων ἀ­νή­κουν σὲ αὐ­τό. Ἔ­τσι, ἡ ὀ­νο­μα­σί­α Ἕλ­λην δη­λώ­νει τὸν ἀ­νή­κον­τα στὸ ἑλ­λη­νι­κὸ Ἔ­θνος. Οἱ ὀ­νο­μα­σί­ες τῶν Ἐ­θνῶν ἔ­χουν τὴν ἐτυ­μο­λο­γι­κή τους προ­έ­λευ­ση, ποὺ συν­δέ­ε­ται μὲ τὸν χῶ­ρο καὶ τὴν ἱ­στο­ρί­α. Ἔ­τσι λ.χ. ὑ­πάρ­χουν Ἔ­θνη ποὺ τὸ ὄ­νο­μά τους δη­λώ­νει κά­ποι­ον γε­ω­γρα­φι­κὸ ὅρο, ὅ­πως Νό­τιος Ἀ­φρι­κή, Ἰ­ση­με­ρι­νός, Νορ­μαν­δία­ (=χώ­ρα τοῦ Βορ­ρᾶ), Ἰσ­λαν­δί­α (=χώ­ρα τῶν πά­γων, Iceland),  ἢ ἰ­δι­ό­τη­τες τῆς χώ­ρας, Ἀρ­γεν­τι­νὴ (=χώ­ρα τοῦ ἀ­ση­μιοῦ, argent), Venezuela (=μι­κρὴ Βε­νε­τί­α, τὴν ὀ­νό­μα­σαν ἔ­τσι οἱ Ἱσπα­νοὶ δι­ό­τι τοὺς θύ­μι­ζε τὴν Βε­νε­τί­α), Puerto Rico (=πλού­σιο λι­μά­νι), Τα­ϋ­λάν­δη (=χώ­ρα τῶν Τά­ϊ, τῶν ἐ­λευ­θέ­ρων ἀν­θρώ­πων), εἴ­τε ἀ­κό­μη μὲ κά­ποι­α ἱ­στο­ρι­κή προ­σω­πι­κό­τη­τα, κά­ποι­ον ἐ­θνι­κὸ ἥ­ρω­α ἢ ἱ­δρυ­τή, π.χ. Κο­λομ­βί­α, ἀ­πὸ τὸν ἐ­ξε­ρευ­νη­τὴ Χρι­στοφ. Κο­λόμ­βο, Βο­λι­βί­α, ἀ­πὸ τὸν ἀ­πε­λευ­θε­ρω­τὴ στρα­τη­γὸ Simon Bolivar.

Σὲ πολ­λὰ Ἔθνη πα­ρα­τη­ρεῖ­ται τὸ φαι­νό­με­νο κα­τὰ ἱ­στο­ρι­κὲς πε­ρι­ό­δους νὰ ἀλ­λά­ζουν ἐ­θνι­κὲς ὀ­νο­μα­σί­ες ἢ νὰ συ­νυ­πάρ­χουν δύ­ο ἢ καὶ πε­ρισ­σό­τε­ροι ἐ­θνι­κοὶ προσ­δι­ο­ρι­σμοὶ π.χ. Βρε­ταν­νοὶ-Ἐγ­γλέ­ζοι, Γάλ­λοι-Φράγ­κοι, Γερ­μα­νοὶ-Ἀ­λα­μα­νοί, Οὖγ­γροι-Μα­γυά­ροι, Φιν­λαν­δοὶ-Σου­ό­μι, Πέρ­σες-Ἰ­ρα­νοί, Ὀ­θω­μα­νοὶ-Τοῦρ­κοι κ.ἄ.

Τὸ ἑλ­λη­νι­κὸ Ἔθνος, ἀ­πὸ τὰ ἀρ­χαι­ό­τε­ρα καὶ τὰ ἱ­στο­ρι­κό­τε­ρα ἐ­πὶ τῆς γῆς, ἐμ­φα­νί­ζει πολ­λὲς πα­ραλ­λα­γὲς ὡς πρὸς τὴν ἐ­θνι­κή του ὀ­νο­μα­σί­α, κα­τὰ πε­ρι­ό­δους λι­γό­τε­ρο ἢ πε­ρισ­σό­τε­ρο ἐ­πι­κρα­τοῦ­σες, τὶς ἀ­κό­λου­θες Ἕλ­λη­νες, Ρω­μηοί, Γραι­κοί. Ἀ­κό­μη καὶ σή­με­ρα ποὺ τὸ ἐ­πί­ση­μο ἐ­θνι­κὸ ὄ­νο­μα τῆς κρα­τι­κῆς μας ὑ­πο­στά­σε­ως εἶ­ναι Ἑλ­λάς, Ἑλ­λη­νι­κὴ Δη­μο­κρα­τί­α, οἱ ξέ­νοι ἐ­ξα­κο­λου­θοῦν νὰ μᾶς ἀ­πο­κα­λοῦν Greece, Greeks (στὰ ἀγ­γλι­κά), Grece, Grecs (στὰ γαλ­λι­κά), Grecia, Greci (στὰ ἰ­τα­λι­κά), Grecia, Griegos (στὰ ἱ­σπα­νι­κά),  Griechenland, Griechen (στὰ γερ­μα­νι­κὰ) Rum, Yunani οἱ Ἄ­ρα­βες καὶ οἱ Τοῦρ­κοι.

Ἔ­χει ἐ­ξαι­ρε­τι­κὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον νὰ ἐν­τρυ­φή­σου­με στὶς ἱ­στο­ρι­κὲς δι­α­δρο­μὲς τῶν ἐ­θνι­κῶν μας ὀ­νο­μα­σι­ῶν, ποὺ χά­νον­ται στὰ βά­θη τῆς προ­ϊ­στο­ρί­ας καὶ τῆς ἱ­στο­ρί­ας, νὰ ἐ­πι­χει­ρή­σου­με μί­α ἑρ­μη­νευ­τι­κή τους προ­σέγ­γι­ση καὶ νὰ δοῦ­με τὴν πο­ρεί­α τους μέ­σα στὸν χρό­νο καὶ τὶς ἱ­στο­ρι­κὲς πε­ρι­πέ­τει­ες τοῦ ἑλ­λη­νι­σμοῦ.

Θὰ δι­αι­ρέ­σου­με τὴν προ­σπά­θειά μας σὲ τέσ­σε­ρεις χρο­νι­κὲς ἱ­στο­ρι­κὲς πε­ρι­ό­δους γιὰ κα­θα­ρὰ λό­γους με­θο­δο­λο­γί­ας, ἀ­φοῦ ἡ πο­ρεί­α τοῦ ἑλ­λη­νι­σμοῦ εἶ­ναι ἀ­δι­αί­ρε­τη, ἀ­δι­ά­σπα­στη καὶ δι­α­χρο­νι­κή, (α) τὴν ἀρ­χαί­α Ἑλ­λά­δα, (β) τὴν Ρω­μαι­ο­κρα­τί­α, (γ) τὴν χρι­στι­α­νι­κὴ βυ­ζαν­τι­νὴ πε­ρί­ο­δο, (δ) Τουρ­κο­κρα­τί­α καὶ νε­ώ­τε­ροι χρό­νοι.

 

(α) Ἀρ­χαί­α Ἑλ­λὰς

Στὸν ἑλ­λα­δι­κὸ χῶ­ρο κα­τοι­κοῦ­σαν δι­ά­φο­ρα φύ­λα αὐ­τό­χθο­να καὶ συγ­γε­νι­κὰ με­τα­ξύ τους. Γιὰ τοὺς πρω­το­έλ­λη­νες αὐ­τούς, τοὺς ὀ­νο­μα­ζο­μέ­νους Πε­λα­σγούς, οἱ ὁ­ποῖ­οι στὴν πε­ρι­ο­χὴ τῆς Δω­δώ­νης τῆς Ἠ­πεί­ρου ὀ­νο­μά­ζον­ταν Σελ­λοί, καὶ σύμ­φω­να μὲ τὴν μαρ­τυ­ρί­α τοῦ Ὁ­μή­ρου, ἦσαν ἱ­ε­ρεῖς τοῦ μαν­τεί­ου τοῦ Διὸς (Ἰ­λιὰς Π 233-235). Σύμ­φω­να τώ­ρα μὲ τὸν Ἀ­ρι­στο­τέ­λη ΄΄πε­ρὶ τὴν Ἑλ­λά­δαν τὴν ἀρ­χαί­αν. Αὕτη δ᾿ ἔ­στιν ἡ πε­ρὶ τὴν Δω­δώ­νην καὶ τὸν Ἀ­χε­λῶ­ον… ὤ­κουν γὰρ οἱ Σελ­λοὶ ἐν­ταῦθα καὶ οἱ κα­λού­με­νοι τό­τε μὲν Γραι­κοί, νῦν δ᾿  Ἕλ­λη­νες΄΄. (Με­τω­ρο­λο­γι­κά 1, 352 Α). 

Σύμ­φω­να μὲ τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ μυ­θο­λο­γί­α, ὁ Ἕλ­λην, ὁ γε­νάρ­χης τῶν Ἑλ­λή­νων, ἦ­ταν γυιὸς τοῦ Δευ­κα­λί­ω­νος καὶ τῆς Πύρ­ρας, τὴν πε­ρί­ο­δο τοῦ κα­τα­κλυ­σμοῦ, ὅ­ταν ὁ Δευ­κα­λί­ων βα­σί­λευ­ε στὴν Θεσ­σα­λί­α. Ἀ­πὸ τὸν Ἡ­σί­ο­δο (8ος αἰ. π.Χ.) πλη­ρο­φο­ρού­μα­στε ὅ­τι ὁ Γραι­κὸς ὑ­πῆρ­ξε γυιὸς τοῦ Διὸς καὶ τῆς Παν­δώ­ρας, κό­ρης τοῦ Δευ­κα­λί­ω­νος. Ἀ­πὸ τὸ Πά­ριο Χρο­νι­κὸ (κεί­με­νο ἐ­πι­γρα­φι­κὸ σὲ μάρ­μα­ρο ποὺ κα­τα­γρά­φει ἐν εἴ­δει χρο­νι­κοῦ χρο­νο­λο­γι­κὰ καὶ ἱ­στο­ρι­κὰ γε­γο­νό­τα μέ­χρι τὸ 253 π.Χ.) μα­θαί­νου­με ὅ­τι ΄΄Ἕλ­λη­νες ὠ­νο­μά­σθη­σαν, τὸ πρό­τε­ρον Γραι­κοὶ κα­λού­με­νοι΄΄.

Πά­λι κα­τὰ τὴν μυ­θο­λο­γί­α ὁ Ἕλ­λην εἶ­χε τρεῖς γυιούς, τὸν Αἴ­ο­λο, τὸν Δῶ­ρο, τὸν Ξοῦ­θο. Ὁ τε­λευ­ταῖ­ος ἀ­πέ­κτη­σε δύ­ο γυιούς, τὸν Ἴ­ω­να καὶ τὸν Ἀ­χαι­ό, γε­νάρ­χες τῶν ἀν­τι­στοί­χων ἑλ­λη­νι­κῶν φύ­λων (Αἰ­ο­λέ­ων, Δω­ρι­έ­ων, Ἰ­ώ­νων, Ἀ­χαι­ῶν, Ἡ­ρο­δό­του Ἱ­στο­ρί­ῃ Α’ 56).

Γιὰ τὰ βά­θη τῆς προ­ϊ­στο­ρί­ας καὶ τῆς ἀ­πώ­τε­ρης ἱ­στο­ρί­ας, οἱ μαρ­τυ­ρί­ες ποὺ ἔ­χου­με, ἂν καὶ προ­ερ­χό­με­νες ἀ­πὸ μυ­θο­λο­γι­κὲς πη­γὲς καὶ ἀ­πὸ γρα­πτὰ κεί­με­να ποὺ ἀ­πη­χοῦν αὐ­τὲς τὶς πα­ρα­δό­σεις, εἶ­ναι πο­λὺ ση­μαν­τι­κές. Δὲν μπο­ροῦ­με νὰ τὶς ἀ­γνο­ή­σου­με ἢ νὰ τὶς ἀ­πορ­ρί­ψου­με ἀ­βα­σά­νι­στα ὡς μυ­θο­πλα­σί­ες. Εἶ­ναι ἄλ­λω­στε γνω­στὸ ὅ­τι μέ­σα στὸν μύ­θο πε­ρι­κλεί­ον­ται ἱ­στο­ρι­κὲς μνῆ­μες ποὺ χά­νον­ται στὰ βά­θη τῶν ἀρ­χῶν τῆς ἱ­στο­ρί­ας κά­θε λα­οῦ καὶ τό­που καὶ δι­α­σώ­ζουν πο­λύ­τι­μες μαρ­τυ­ρί­ες.

Ἀ­πὸ τὰ πα­ρα­πά­νω προ­κύ­πτουν τὰ ἑ­ξῆς συμ­πε­ρά­σμα­τα, ὅ­τι οἱ ὀ­νο­μα­σί­ες Ἕλ­λην καὶ Γραι­κὸς εἶ­ναι ἀρ­χαι­ό­τα­τες, ἀ­πο­δί­δον­ται σὲ πρό­σω­πα τῆς ἴ­διας ἐ­πο­χῆς (συν­δέ­ον­ται μὲ τὸν Δευ­κα­λί­ω­να καὶ τὴν με­τὰ τὸν κα­τα­κλυ­σμὸν πε­ρί­ο­δο), ἐμ­φα­νί­ζον­ται νὰ εἶ­ναι τῆς ἴ­διας πε­ρί­που πε­ρι­ό­δου, καὶ ἀ­πο­δί­δον­ται σὲ πλη­θυ­σμια­κὲς ὁ­μά­δες, πε­λα­σγι­κὰ φύ­λα αὐ­τό­χθο­να ποὺ ἔ­χουν ἀρ­χι­κή τους κοι­τί­δα τὴν πε­ρι­ο­χὴ τῆς Ἠ­πεί­ρου καὶ τῆς Θεσ­σα­λί­ας, καὶ στα­δια­κὰ με­τα­να­στεύ­ουν στὸν εὐ­ρύ­τε­ρο γε­ω­γρα­φι­κὸ χῶ­ρο ποὺ εἶ­ναι γνω­στὸς ὡς ἑλ­λα­δι­κὸς (Θεσ­σα­λί­α, Μα­κε­δο­νί­α, Στε­ρε­ά, Πε­λο­πόν­νη­σος, νη­σιὰ Αἰ­γαί­ου, Μι­κρὰ Ἀ­σί­α). Οἱ μαρ­τυ­ρί­ες αὐ­τὲς ποὺ ἀ­πο­τε­λοῦν τὶς ἱ­στο­ρι­κὲς μνῆ­μες τῆς φυ­λε­τι­κῆς προ­ε­λεύ­σε­ως τῶν προ­γό­νων μας, συ­νη­γο­ροῦν ἰ­σχυ­ρὰ ὑ­πὲρ τῆς αὐ­το­χθο­νί­ας τῶν Ἑλ­λή­νων καὶ κα­ταρ­ρί­πτουν τὴν ἐ­πι­στη­μο­νι­κή, ἂν καὶ ἀ­να­πό­δει­κτη, θε­ω­ρί­α τοῦ 19ου αἰ. πε­ρὶ Ἰν­δο­ευ­ρω­παί­ων.

Ἀλ­λὰ καὶ ἡ ἐ­τυ­μο­λο­γι­κὴ ἑρ­μη­νεί­α τῶν ὀ­νο­μά­των συ­νη­γο­ρεῖ ὑ­πὲρ τῆς αὐ­το­χθο­νί­ας καὶ τῆς ἀρ­χαι­ό­τη­τας τοῦ ἑλ­λη­νι­κοῦ Ἔ­θνους. Ἡ λέ­ξη Σελ­λοὶ προ­έρ­χε­ται ἀ­πὸ τὴν ρί­ζα σὲλ- σὸλ- ποὺ ση­μαί­νει φω­τει­νός, πρβλ. σε­λή­νη, σέ­λας=τὸ φω­τει­νὸ βό­ρει­ο ἄ­στρο, sol(= ἥ­λιος) στὰ λα­τι­νι­κά, ἐξ οὗ καὶ τὰ σύγ­χρο­να ἰ­τα­λι­κὸ sole καὶ γαλ­λι­κὸ soleil γιὰ τὸν ἥ­λιο. Τὸ ἀρ­χι­κὸ σίγ­μα με­τα­τρέ­πε­ται σὲ δα­σεί­α καὶ ἔ­τσι ἔ­χου­με τὴν λέ­ξη Σελ­λάς-Ἑλλὰς (=χώ­ρα τοῦ φω­τός), πρβλ. σέ­λιος-ἥ­λιος.

Πα­ράλ­λη­λα μὲ τὴν ὀ­νο­μα­σί­α Ἕλ­λην συ­νυ­πῆρ­χε καὶ τὸ Γραι­κός, ἀ­πὸ τὴν ρί­ζα γραὶ- ποὺ ση­μαί­νει τὸν γη­ραι­ό, τὸν πα­λιό, τὸν ἀρ­χαῖ­ο. Ἀμ­φό­τε­ρες οἱ ὀ­νο­μα­σί­ες θὰ λέ­γα­με πὼς εἶ­ναι πο­λὺ ται­ρια­στές, κα­τάλ­λη­λες καὶ ἀρ­κε­τὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὲς γιὰ τὸ ἑλ­λη­νι­κὸ Ἔ­θνος καὶ τὸν ἑλ­λα­δι­κὸ χῶ­ρο. Οἱ Ἕλ­λη­νες εἶ­ναι ἀ­πὸ τοὺς ἀρ­χαι­ό­τε­ρους καὶ γη­ραι­ό­τε­ρους λα­οὺς τοῦ κό­σμου μὲ πο­λυ­χι­λι­ε­τῆ ἱ­στο­ρί­α. Καὶ ὅ­σο γιὰ τὴν χώ­ρα μας, τί κα­ταλ­λη­λό­τε­ρο ὄ­νο­μα ἀ­πὸ τὸ Ἑλ­λάς, τὴν χώ­ρα τοῦ φω­τός;

Ἀ­φή­νον­τας τοὺς μυ­θι­κοὺς χρό­νους καὶ ἐρ­χό­με­νοι στὸ πιὸ στέ­ρε­ο ἔ­δα­φος τῶν ἱ­στο­ρι­κῶν χρό­νων, βλέ­που­με πὼς ἐ­νῶ ἡ ὀ­νο­μα­σί­α Ἑλ­λὰς ἀρ­χι­κὰ προσ­δι­ό­ρι­ζε μί­α στε­νὰ πε­ρι­ο­ρι­σμέ­νη γε­ω­γρα­φι­κὴ πε­ρι­ο­χή, καὶ συγ­κε­κρι­μέ­να, σύμ­φω­να μὲ τὴν μαρ­τυ­ρί­α τοῦ Ὁ­μή­ρου τὸ βα­σί­λει­ο τῆς Φθί­ας, στὴν πε­ρι­ο­χὴ τῆς Θεσ­σα­λί­ας, πα­τρί­δα τοῦ Ἀ­χιλ­λέ­ως, ποὺ οἱ κά­τοι­κοί της ὀ­νο­μά­ζον­ται Μυρ­μι­δό­νες καὶ Ἕλ­λη­νες καὶ Ἀ­χαι­οὶ (Ὁ­μή­ρου Ἰ­λιὰς Β’ 681-685, Ι 395, Π 595), στα­δια­κὰ ἡ ὀ­νο­μα­σί­α Ἕλ­λην ἐ­πι­κρα­τεῖ ἔ­ναν­τι τῶν ὑ­πο­λοί­πων ποὺ ὑ­πο­χω­ροῦν (π.χ. Γραι­κὸς) ἢ τῶν ὀ­νο­μά­των ποὺ χα­ρα­κτη­ρί­ζουν τὰ ἐ­πὶ μέ­ρους ἑλ­λη­νι­κὰ φύ­λα (Ἀ­χαι­οί, Δω­ρι­εῖς, Ἴ­ω­νες, Αἰ­ο­λοί), καὶ φθά­νει νὰ προσ­δι­ο­ρί­ζει τὸ σύ­νο­λο τῶν πλη­θυ­σμῶν τοῦ ἑλ­λα­δι­κοῦ χώ­ρου.

Ἤ­δη ὁ Ἡ­σί­ο­δος, ποὺ γρά­φει τὸν 8ο αἰ. π.Χ. χρη­σι­μο­ποι­εῖ τὸν ὅρο Πα­νέλ­λη­νες (Ἔρ­γα καὶ Ἡ­μέ­ραι, 528), ποὺ θὰ τὸν ἐ­πα­να­λά­βει τὸν 4ο αἰ. ὁ Ἰ­σο­κρά­της σὲ λό­γους του ποὺ ἐ­γρά­φη­σαν μὲ σκο­πὸ νὰ προ­ω­θή­σει τὴν ἐ­θνι­κὴ καὶ πο­λι­τι­κὴ ἑνο­ποί­η­ση τῶν ἑλ­λη­νί­δων πό­λε­ων κρα­τῶν ὑ­πὸ τὸν Φί­λιπ­πο Β’ τῆς Μα­κε­δο­νί­ας ἐ­ναν­τί­ον τῶν Περ­σῶν. Ἤ­δη ἀ­πὸ τὴν ἐ­πο­χὴ τῶν Μη­δι­κῶν πο­λέ­μων εἶ­χε ἐ­πι­κρα­τή­σει ἀ­δι­αμ­φι­σβή­τη­τα ὁ ὅ­ρος Ἕλ­λην ὡς ὄ­νο­μα ἐ­θνι­κό. Ἔ­τσι ἡ συμ­μα­χί­α τῶν ἑλ­λη­νι­κῶν πό­λε­ων ὑ­πὸ τὸν Παυ­σα­νί­α με­τὰ τὴν νί­κη στὴν μά­χη τῶν Πλα­ται­ῶν (479 π.Χ.) ἀ­φι­έ­ρω­σε στοὺς Δελ­φοὺς τρί­πο­δα μὲ τὸ ἑ­ξῆς ἐ­πί­γραμ­μα ΄΄Ἑλ­λή­νων ἀρ­χη­γὸς ἐ­πεῖ στρα­τὸν ὤ­λε­σεν Μή­δων, Παυ­σα­νί­ας Φοί­βω μνη­μ᾿ ἀ­νέ­θη­κε τό­δε΄΄. (Θου­κυ­δί­δου Ἱ­στο­ρί­α Α’ 132). Ἕν­δε­κα χρό­νια πρίν, οἱ Ἀ­θη­ναῖ­οι ἐ­καυ­χῶν­το γιὰ τὴν νί­κη τους στὸν Μα­ρα­θῶ­να (490 π.Χ.) σύμ­φω­να μὲ τὸ ἐ­πί­γραμ­μα τοῦ Σι­μω­νί­δη ΄΄Ἑλ­λή­νων προ­μα­χοῦν­τες Ἀ­θη­ναῖ­οι Μα­ρα­θῶνι χρυ­σο­φό­ρων Μή­δων ἐ­στό­ρε­σαν δύ­να­μιν΄΄.

Ὁ Ἑλ­λη­νι­σμὸς ἐ­ξα­πλώ­θη­κε πέ­ρα ἀ­πὸ τὰ στε­νὰ ἑλ­λα­δι­κὰ ὅ­ρια μὲ τὶς ἀ­ποι­κί­ες ποὺ ἱ­δρύ­θη­καν κα­τὰ τὰ με­γά­λα κύ­μα­τα ἀ­ποι­κι­σμοῦ (11ος αἰ. Ἀ­χαι­οὶ σὲ Μι­κρὰ Ἀ­σί­α καὶ ἀ­να­το­λι­κὴ Με­σό­γει­ο, 7ος καί 6ος αἰ. Ἴ­ω­νες καὶ Δω­ρι­εῖς σὲ Εὔ­ξει­νο Πόν­το, Θρά­κη, Δυ­τι­κὴ Με­σό­γει­ο). Ἦ­ταν σὲ τέ­τοι­α ἔ­κτα­ση ὁ ἀ­ποι­κι­σμὸς ὥ­στε νὰ δη­μι­ουρ­γη­θοῦν νέ­α κέν­τρα ἑλ­λη­νι­σμοῦ, πολ­λὲς φο­ρὲς ἰ­σχυ­ρό­τε­ρα καὶ πλου­σι­ό­τε­ρα ἀ­πὸ τὴν μη­τέ­ρα Ἑλ­λά­δα, ὅ­πως στὴν Σι­κε­λί­α ποὺ ἐ­πο­νο­μά­σθη­κε Με­γά­λη Ἑλ­λά­δα, Magna Grecia).

Ἀρ­γό­τε­ρα μὲ τὶς κα­τα­κτή­σεις τοῦ Μεγ. Ἀ­λε­ξάν­δρου ὁ Ἑλ­λη­νι­σμὸς ἐ­ξα­πλώ­θη­κε τό­σο πο­λύ, φθά­νον­τας μέ­χρι τὰ βά­θη τῆς Ἀ­σί­ας καὶ τὴν Ἰν­δί­α. Εἶ­ναι ἡ ἑλ­λη­νι­στι­κὴ πε­ρί­ο­δος τῶν ἐ­πι­γό­νων καὶ δι­α­δό­χων τοῦ Μεγ. Ἀ­λε­ξάν­δρου ποὺ κα­τέ­στη­σαν τὸν ἑλ­λη­νι­κὸ πο­λι­τι­σμὸ οἰ­κου­με­νι­κὸ κτῆ­μα ὅ­λης τῆς ἀν­θρω­πό­τη­τος, γιὰ νὰ γρά­ψει ἀρ­γό­τε­ρα ὁ με­γά­λος Ἀ­λε­ξαν­δρι­νὸς ποι­η­τὴς Κων. Κα­βά­φης ΄΄τὴν γλῶσ­σαν μοῦ ἔ­δω­σαν ἑλ­λη­νι­κὴ΄΄ καὶ τὴν ἔ­φε­ραν μέ­χρι τὸν Πόν­το, τὴν Σκυ­θί­α, τὴν Ἰν­δί­α, μὲ ἀ­πο­τέ­λε­σμα νὰ κα­τα­στεῖ τὸ ὄ­νο­μα Ἕλ­λην δη­λω­τι­κὸ ὄ­χι μό­νον τῆς ἐ­θνο­φυ­λε­τι­κῆς κα­τα­γω­γῆς, ἀλ­λὰ ποι­ο­τι­κὸ στοι­χεῖ­ο τῆς συμ­με­το­χῆς στὸν ἑλ­λη­νι­κὸ πο­λι­τι­σμὸ ΄΄οἱ τῆς ἡ­με­τέ­ρας παι­δεί­ας με­τέ­χον­τες΄΄.

Πά­νω σὲ αὐ­τὸν τὸν παγ­κο­σμι­ο­ποι­η­μέ­νο οἰ­κου­με­νι­κὸ ἑλ­λη­νι­στι­κὸ κό­σμον θὰ ἀν­θή­σει ἀρ­γό­τε­ρα τὸ οἰ­κου­με­νι­κὸ μή­νυ­μα τοῦ χρι­στι­α­νι­κοῦ Εὐ­αγ­γε­λί­ου.

 

(β) Ρω­μαι­ο­κρα­τί­α

Ἀν­τί­θε­τα μὲ τὴν ἐ­πι­κρά­τη­ση τοῦ ὅ­ρου Ἕλ­λην, στὴν Ρώ­μη καὶ γε­νι­κό­τε­ρα στὴν Ἰ­τα­λί­α καὶ τὴν Δύ­ση ἐ­ξα­κο­λου­θοῦ­σε νὰ χρη­σι­μο­ποι­εῖ­ται τὸ ὄ­νο­μα Γραι­κός. Στὴν Ἰ­τα­λί­α εἶ­χε ἱ­δρυ­θεῖ ἀ­πὸ πο­λὺ πα­λιὰ ἑλ­λη­νι­κὴ ἀ­ποι­κί­α ἀ­πὸ τοὺς Γραι­εῖς (=Γραι­κοὺς) ἡ πό­λις Γραί­α καὶ ἐξ αἰ­τί­ας αὐ­τῆς τῆς ἀ­ποι­κί­ας οἱ Ρω­μαῖ­οι εἶ­χαν τὴν ἀρ­χι­κή τους ἐ­πα­φὴ μὲ τοὺς Ἕλ­λη­νες, τοὺς γνώ­ρι­ζαν καὶ εἶ­χαν ἐ­πι­κοι­νω­νί­α μὲ αὐ­τοὺς τοὺς Ἕλ­λη­νες ἀ­ποί­κους ποὺ ὀ­νο­μά­ζον­ταν Γραι­εῖς ἢ Γραι­κοί. Ἔ­τσι ἐ­πε­κρά­τη­σε ἡ ὀ­νο­μα­σί­α αὐ­τή, Graecia, Graeci, καὶ ἕ­ως σή­με­ρα οἱ Δυ­τι­κο­ευ­ρω­παῖ­οι ἐ­ξα­κο­λου­θοῦν νὰ μᾶς ἀ­πο­κα­λοῦν Γραι­κούς.

Μὲ τὴν ἀ­νά­μει­ξη τῶν Ρω­μαί­ων στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ζη­τή­μα­τα καὶ τὴν ρω­μα­ϊ­κὴ κα­τά­κτη­ση τὸ 146 π.Χ., μὲ τὴν ἔν­το­νη πο­λι­τι­στι­κὴ ἐ­πιρ­ρο­ὴ τῶν Ἑλ­λή­νων στοὺς Ρω­μαί­ους, οἱ πο­λι­τι­σμέ­νοι Ἕλ­λη­νες κα­τέ­κτη­σαν τοὺς ἀ­γροί­κους Λα­τί­νους. Οἱ ἐ­κλε­πτυ­σμέ­νοι τρό­ποι τῶν Ἑλ­λή­νων ἀλ­λὰ καὶ ἡ ἐκ μέ­ρους πολ­λῶν ἐξ αὐ­τῶν ἐκ­δη­λώ­σε­ων ὑ­πο­τε­λεί­ας καὶ κο­λα­κεί­ας πρὸς τὸν Ρω­μαῖ­ο κα­τα­κτη­τή, ὁ­δή­γη­σαν στὴν ἐμ­φά­νι­ση ἑ­νὸς νέ­ου ὅρου μὲ ὑ­πο­τι­μη­τι­κὴ ἔν­νοι­α, τοῦ Γραι­κύ­λου (Graeculus), ποὺ τὸν χρη­σι­μο­ποί­η­σε ὁ Κι­κέ­ρων, ὅ­πως μᾶς πλη­ρο­φο­ρεῖ ὁ ἱ­στο­ρι­κὸς Δί­ων ὁ Κάσ­σιος (48, 18, 1). Ἀ­κό­μη καὶ σή­με­ρα ἡ λέ­ξη Γραι­κύ­λος ἐ­ξα­κο­λου­θεῖ νὰ ἔ­χει τὴν ἴ­δια ὑ­πο­τι­μη­τι­κὴ ἔν­νοια­.

Ἡ ρω­μα­ϊ­κὴ ἐ­ξου­σί­α προ­ώ­θη­σε στοι­χεῖ­α ἑνο­ποί­η­σης τῶν λα­ῶν καὶ στα­θε­ρό­τη­τας τῆς αὐ­το­κρα­το­ρί­ας μέ­σῳ τῆς λα­τρεί­ας τοῦ αὐ­το­κρά­το­ρος, τῆς ἀ­φο­σι­ώ­σε­ως στὴν Ρώ­μη καὶ τὸν αὐ­το­κρά­το­ρα, τῆς δι­α­δό­σε­ως τῆς λα­τι­νι­κῆς γλώσ­σας καὶ πο­λι­τι­σμοῦ, ὅ­πως καὶ τῆς καλ­λι­έρ­γειας τοῦ αἰ­σθή­μα­τος τῶν δι­α­φο­ρε­τι­κῶν λα­ῶν ὅ­τι συ­να­νή­κουν στὴν ἴ­δια κρα­τι­κὴ ὀν­τό­τη­τα. Στα­δια­κὰ οἱ Ρω­μαῖ­οι ἐ­πε­ξέ­τει­ναν τὴν ἰ­δι­ό­τη­τα τοῦ Ρω­μαί­ου πο­λί­τη χο­ρη­γών­τας την σὲ ὁ­λο­έ­να πε­ρισ­σο­τέ­ρους, σὲ ἀ­να­γνώ­ρι­ση προ­σφο­ρᾶς ὑ­πη­ρε­σι­ῶν πρὸς τὴν Ρώ­μη, μὲ τὰ ἀν­τί­στοι­χα δι­και­ώ­μα­τα καὶ προ­νό­μια ποὺ συ­νε­πα­γό­ταν αὐ­τή. Ἔ­τσι λ.χ. ὁ Ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος ἐ­πι­κα­λεῖ­ται τὴν ἰ­δι­ό­τη­τα τοῦ ρω­μαί­ου πο­λί­τη γιὰ νὰ τύ­χη τῆς προ­στα­σί­ας τῶν ἀρ­χῶν (Πρά­ξεις τῶν Ἀ­πο­στό­λων 22, 26-29 καὶ 15, 8-12). Τὸ 212 μ.Χ. μὲ τὸ αὐ­το­κρα­το­ρι­κὸ δι­ά­ταγ­μα (edictum) τοῦ Κα­ρα­κάλ­λα, ἡ ρω­μα­ϊ­κὴ ὑ­πη­κο­ό­τη­τα ἀ­πο­νε­μό­ταν σὲ ὅ­λους τούς κα­τοί­κους τῆς αὐ­το­κρα­το­ρί­ας. Ὅ­λοι πλέ­ον δι­και­οῦν­ται νὰ ὀ­νο­μά­ζον­ται Ρω­μαῖ­οι. Ἑ­πο­μέ­νως καὶ οἱ Ἕλ­λη­νες λαμ­βά­νουν τὸ ἐ­πί­ση­μο κρα­τι­κὸ ὄ­νο­μα τοῦ Ρω­μαί­ου πο­λί­τη.

 

(γ) Χρι­στι­α­νι­κοί καί βυ­ζαν­τι­νοί χρό­νοι

Μὲ τὴν ἐμ­φά­νι­ση τοῦ Χρι­στι­α­νι­σμοῦ, γιὰ τὴν Ἐκ­κλη­σί­α ἡ χρι­στι­α­νι­κὴ ἰ­δι­ό­τη­τα ὑ­περ­τε­ρεῖ ὑ­περ­βαί­νου­σα τὶς ἐ­πὶ μέ­ρους ἐ­θνι­κὲς κα­τα­γω­γὲς, ΄΄οὐκ ἔ­νι Ἰ­ου­δαῖ­ος οὐ­δὲ Ἕλ­λην ἐν Χρι­στῷ Ἰ­η­σοῦ΄΄, γρά­φει ὁ Ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος (Γα­λά­τας 3, 28). Στὴν Και­νὴ Δι­α­θή­κη, ὅ­που χρη­σι­μο­ποι­εῖ­ται ὁ ὅ­ρος Ἕλ­λην, δὲν ση­μαί­νει κα­τ᾿ ἀ­νάγ­κην τὸν ἔ­χον­τα ἑλ­λη­νι­κὴ κα­τα­γω­γή. Ὁ ὅ­ρος Ἕλ­λην δὲν ἔ­χει τό­σο τὴν ἔν­νοι­α τῆς ἐ­θνι­κῆς κα­τα­γω­γῆς ὅ­σο τῆς θρη­σκευ­τι­κῆς ἢ πο­λι­τι­στι­κῆς ταυ­τό­τη­τας. Ἔ­τσι γί­νε­ται λό­γος γιὰ ΄΄τὴν δι­α­σπο­ρὰ τῶν Ἑλ­λή­νων΄΄, δηλ. τῶν ἑλ­λη­νι­ζόν­των Ἑ­βραί­ων ποὺ εἶ­χαν υἱ­ο­θε­τή­σει τὸν ἑλ­λη­νι­κὸ πο­λι­τι­σμὸ (Ἰ­ω­άν­νης 7, 35), ἐ­νῶ ἀλ­λοῦ ὡς Ἕλ­λη­νες ἢ ἑλ­λη­νι­στὲς ἀ­πο­κα­λοῦν­ται οἱ ἐκ τῶν ἐ­θνι­κῶν εἰ­δω­λο­λα­τρῶν προ­ερ­χό­με­νοι προ­σή­λυ­τοι. ΄΄Ἦ­σαν δὲ Ἕλ­λη­νες τι­νὲς ἐκ τῶν ἀ­να­βαι­νόν­των ἵνα προ­σκυ­νή­σω­σιν ἐν τῇ ἑ­ορ­τῇ… ὁ δὲ Ἰ­η­σοῦς ἀ­πο­κρί­νε­ται αὐ­τοῖς λέ­γων, ἐ­λή­λυ­θεν ἡ ὥ­ρα ἵνα δο­ξα­σθῇ ὁ υἱ­ὸς τοῦ ἀν­θρώ­που΄΄ (Ἰ­ω­άν­νης 12, 20-23). Ἡ ἔν­νοι­α τοῦ χω­ρί­ου εἶ­ναι ὅ­τι ὁ Χρι­στι­α­νι­σμὸς ἀ­νοι­γό­με­νος στὸν ἑλ­λη­νι­κὸ κό­σμο μέ­σῳ ἑλ­λη­νι­ζόν­των προ­ση­λύ­των θὰ γνώ­ρι­ζε οἰ­κου­με­νι­κὴ ἐ­ξά­πλω­ση. Καὶ αὐ­τὸ θὰ γι­νό­ταν ἀ­φοῦ ΄΄δο­ξα­σθῆ ὁ υἱ­ὸς τοῦ ἀν­θρώ­που΄΄, με­τὰ δηλ. τὴν Σταύ­ρω­ση καὶ τὴν ἔν­δο­ξη Ἀ­νά­στα­ση τοῦ Κυ­ρί­ου.

Στὴν πρώ­τη Ἐκ­κλη­σί­α ὑ­πῆρ­χε ΄΄γογ­γυ­σμός Ἑλ­λη­νι­στῶν πρός Ἰου­δαί­ους΄΄ (Πρά­ξεις 6, 1) ποὺ ὁ­δή­γη­σε στὴν ἐ­κλο­γὴ τῶν ἑ­πτὰ δι­α­κό­νων γιὰ νὰ ἐ­ξο­μα­λυν­θοῦν οἱ προ­στρι­βὲς ἑλ­λη­νι­ζόν­των καὶ ἰ­ου­δαί­ων χρι­στια­νῶν.

Στοὺς πρώ­τους Χρι­στι­α­νι­κοὺς αἰ­ῶ­νες ἡ Ἐκ­κλη­σί­α κι­νεῖ­ται στὰ γε­ω­γρα­φι­κὰ πλαί­σια τῆς ρω­μα­ϊ­κῆς αὐ­το­κρα­το­ρί­ας καὶ πά­νω στὸ κυ­ρί­αρ­χο θρη­σκευ­τι­κό, φι­λο­σο­φι­κό, πο­λι­τι­στι­κὸ ὑ­πό­βα­θρο, ποὺ συν­θέ­τει τὸν ἑλ­λη­νι­στι­κὸ κό­σμο τῆς Ἀ­να­το­λῆς. Ὅ­ταν ὁ Παῦ­λος ἀ­νοί­γει τὸ κή­ρυγ­μά του στοὺς Ἕλ­λη­νες (Πρά­ξεις 11, 20) καὶ ἀ­να­φέ­ρει ὅ­τι ὁ ἐ­σταυ­ρω­μέ­νος Χρι­στὸς εἶ­ναι μω­ρί­α γιὰ τοὺς Ἕλ­λη­νες, σκάν­δα­λο γιὰ τοὺς Ἰ­ου­δαί­ους (Α’ Κο­ριν­θί­ους 1,23), δὲν ἀ­να­φέ­ρε­ται κα­τ᾿ ἀ­νάγ­κην σὲ Ἕλ­λη­νες ἐξ ἀ­πό­ψε­ως ἐ­θνο­φυ­λε­τι­κῆς κα­τα­γω­γῆς, ἀλ­λὰ κυ­ρί­ως σὲ ὅ­σους ἔ­χουν ἑλ­λη­νι­κὴ παι­δεί­α, τρό­πο σκέ­ψης, ἑλ­λη­νι­κὴ εἰ­δω­λο­λα­τρι­κὴ θρη­σκεί­α. Μὲ τὸ ἴ­διο πνεῦ­μα θὰ γρά­ψει ὁ Μέ­γας Ἀ­θα­νά­σιος λό­γους ΄΄Κα­τά  Ἑλ­λή­νων΄΄ καί ΄΄Κα­τά Ἑ­βραί­ων΄΄ στρε­φό­με­νος κα­τὰ τῆς ἐ­θνι­κῆς εἰ­δω­λο­λα­τρεί­ας καὶ τῆς ἑ­βρα­ϊ­κῆς θρη­σκεί­ας καὶ ὄ­χι κα­τὰ τῶν συγ­κε­κρι­μέ­νων ἐ­θνο­τή­των.

 Ἔ­τσι, σι­γὰ-σι­γὰ τὸ ὄ­νο­μα Ἕλ­λην ὑ­πο­χω­ρεῖ ταυ­τι­ζό­με­νο μὲ τὴν εἰ­δω­λο­λα­τρεί­α καὶ χρη­σι­μο­ποι­εῖ­ται μὲ τρό­πο ἀ­πα­ξι­ω­τι­κό. Ἀν­τι­θέ­τως, ἐ­κεῖ­νο ποὺ κυ­ρια­ρχεῖ ὡς ἐ­πί­ση­μο ἐ­θνι­κὸ καὶ κρα­τι­κὸ ὄ­νο­μα εἶ­ναι αὐ­τὸ τοῦ Ρω­μαί­ου. Οἱ χρι­στι­α­νι­κοὶ πλη­θυ­σμοὶ τῆς αὐ­το­κρα­το­ρί­ας αὐ­το­προσ­δι­ο­ρί­ζον­ται ὡς Ρω­μαῖ­οι, δηλ. ὑ­πή­κο­οι τοῦ αὐ­το­κρά­το­ρος, πο­λί­τες τῆς χρι­στι­α­νι­κῆς αὐ­το­κρα­το­ρί­ας καὶ χρι­στια­νοὶ στὴν πί­στη.

Ἡ με­τα­φο­ρὰ τῆς πρω­τεύ­ου­σας τοῦ κρά­τους ἀ­πὸ τὴν πα­λαι­ὰ Ρώ­μη στὴν Νέ­α Ρώ­μη, τὴν Κων/πολη (330 μ.Χ.) σή­μαι­νε καὶ με­τα­φο­ρὰ τῶν κέν­τρων ἐ­ξου­σί­ας στὴν Ἀ­να­το­λή. Ἀρ­γό­τε­ρα ἡ Ρω­μα­ϊ­κὴ αὐ­το­κρα­το­ρί­α δι­αι­ρέ­θη­κε ἀ­πὸ τὸν Θε­ο­δό­σιο Α’ (379-395) σὲ δύ­ο τμή­μα­τα, τὸ δυ­τι­κὸ καὶ τὸ ἀ­να­το­λι­κό, καὶ δό­θη­καν ἀν­τι­στοί­χως στοὺς δύ­ο γυιούς του, Ἀρ­κά­διο καὶ Ὀ­νώ­ριο. Ὅ­ταν ἡ δυ­τι­κὴ ρω­μα­ϊ­κὴ αὐ­το­κρα­το­ρί­α κα­τέρ­ρευ­σε ἀ­πὸ τίς ἐ­πι­δρο­μὲς τῶν βαρ­βά­ρων τὸ 476 μ.Χ., τὸ ἀ­να­το­λι­κὸ κρά­τος ταυ­τί­σθη­κε ἐξ ὁ­λο­κλή­ρου μὲ τὴν ρω­μα­ϊ­κὴ αὐ­το­κρα­το­ρί­α. Ὁ αὐ­το­κρά­τωρ ποὺ εἶ­χε τὴν ἕ­δρα του στὴν Κων/πο­λη, ἐξ ἀρ­χῆς ἤ­δη ἀ­πὸ τὸν Μέ­γα Κων/νο, εἶ­χε τὸν τί­τλο ΄΄βα­σι­λεὺς καὶ αὐ­το­κρά­τωρ τῶν Ρω­μαί­ων΄΄.

Ὁ ἐ­πι­σκο­πι­κὸς θρό­νος τῆς Κων/πό­λε­ως, ποὺ ἀ­πὸ τὴν Β’ Οἰ­κου­με­νι­κὴ Σύ­νο­δο ἀ­νε­βι­βά­σθη σὲ Πα­τρι­αρ­χεῖ­ο καὶ ὁ Πα­τριά­ρχης πῆ­ρε τὸν τί­τλο ΄΄Ἀρ­χι­ε­πί­σκο­πος Κων/πό­λε­ως καὶ Νέ­ας Ρώ­μης΄΄. Ὁ ἐ­πί­σκο­πος τῆς πα­λαι­ᾶς Ρώ­μης ἔ­χων ὡς ἕ­δρα του τὴν πα­λαι­ὰ πρω­τεύ­ου­σα τῆς αὐ­το­κρα­το­ρί­ας καὶ τό­πο μαρ­τυ­ρί­ου τῶν ἀ­πο­στό­λων Πέ­τρου καὶ Παύ­λου, δι­α­τή­ρη­σε ἁ­πλῶς τὰ πρε­σβεί­α τι­μῆς, ὡς πρῶ­τος με­τα­ξὺ ἴ­σων (primus inter pares) στὸ ἐκ­κλη­σι­α­στι­κὸ σύ­στη­μα τῆς Πεν­ταρ­χί­ας τῶν Πα­τρι­αρ­χεί­ων.

Μὲ τὴν κα­τά­λυ­ση τοῦ δυ­τι­κοῦ ρω­μα­ϊ­κοῦ κρά­τους, τὰ γε­ω­γρα­φι­κὰ ὅ­ρια τοῦ ἀ­να­το­λι­κοῦ ρω­μα­ϊ­κοῦ κρά­τους ταυ­τί­σθη­καν μὲ τὴν Ρω­μα­ϊ­κή Οἰκου­μέ­νη, δηλ. τὸ πο­λι­τι­σμέ­νο τμῆ­μα τοῦ κό­σμου ποὺ τὸ κα­τοι­κοῦ­σαν ἄν­θρω­ποι μὲ ἐ­πί­γνω­ση τῆς ταυ­τό­τη­τάς τους ὡς Ρω­μαῖοι ὑπή­κο­οι τοῦ αὐ­το­κρά­το­ρος τῶν Ρω­μαί­ων, χρι­στια­νοί πού δι­α­τή­ρη­σαν τὴν πί­στη τους ἀ­νό­θευ­τη ἀ­πὸ τὶς αἱ­ρέ­σεις πά­νω στὴν ὀρ­θὴ δι­δα­σκα­λί­α τῶν Πα­τέ­ρων, δηλ. Ὀρ­θό­δο­ξοι, καί πο­λι­τι­σμι­κά ἀ­πό­γο­νοι καὶ συ­νε­χι­στὲς τῆς ἀρ­χαί­ας ἑλ­λη­νι­κῆς σκέ­ψης καὶ ἐ­πι­στή­μης. Ὁ Πα­τριά­ρχης Κων/πό­λε­ως, ὡς ἑ­δρεύ­ων στὴν πρω­τεύ­ου­σα τῆς αὐ­το­κρα­το­ρί­ας, τὴν βα­σι­λί­δα πό­λη τῶν Πό­λε­ων, τὸ κέν­τρο τῆς Οἰ­κου­μέ­νης, πῆ­ρε τὸν τί­τλο τοῦ Οἰ­κου­με­νι­κοῦ Πα­τριά­ρχου, ἐ­πὶ πα­τρι­αρ­χεί­ας Ἰ­ω­άν­νου Δ’ τοῦ Νη­στευ­τοῦ (585-595 μ.Χ.), προ­κα­λών­τας τὴν ἀν­τί­δρα­ση τοῦ ἐ­πι­σκό­που Ρώ­μης.

Ἔ­ξω ἀ­πὸ τὰ ὅ­ρια τῆς Ρω­μα­ϊ­κῆς αὐ­το­κρα­το­ρί­ας, τῆς Ρω­μα­ϊ­κῆς δηλ. χρι­στι­α­νι­κῆς Οἰ­κου­μέ­νης, κα­τοι­κοῦ­σαν λα­οὶ βάρ­βα­ροι, ἀ­πο­λί­τι­στοι, εἰ­δω­λο­λά­τρες. Ἡ αἴ­σθη­ση τῆς δι­α­φο­ρο­ποί­η­σης αὐ­τῆς ἦ­ταν ἔν­το­νη γιὰ τοὺς ὑ­πη­κό­ους τοῦ αὐ­το­κρά­το­ρος, ποὺ αὐ­το­προσ­δι­ο­ρί­ζον­ται ἐ­θνι­κὰ ὡς Ρω­μαῖ­οι, καὶ θρη­σκευ­τι­κὰ ὡς χρι­στια­νοὶ Ὀρ­θό­δο­ξοι.

Τὸ ὅ­ρα­μα νὰ ἀ­πο­κα­τα­στα­θεῖ ἡ Ρω­μα­ϊ­κὴ αὐ­το­κρα­το­ρί­α στὰ ἀρ­χι­κά της ὅ­ρια καὶ νὰ συμ­πε­ρι­λά­βει ἐκ νέ­ου στοὺς κόλ­πους της τὸ πρώ­ην δυ­τι­κὸ τμῆ­μα, τὸ βαρ­βα­ρο­κρα­τού­με­νο, δὲν εἶ­χε λη­σμο­νη­θεῖ. Αὐ­τὸ φαί­νε­ται καὶ ἀ­πὸ τὶς πο­λε­μι­κὲς ἐ­πι­χει­ρή­σεις ποὺ ἀ­νέ­λα­βε ὁ αὐ­το­κρά­τωρ Ἰ­ου­στι­νια­νὸς Α’ (527-565) στὴν Βό­ρει­ο Ἀ­φρι­κή, τὴν Ἰ­τα­λί­α καὶ τὴν Ἱ­σπα­νί­α. Ἡ ἀ­πο­τυ­χί­α τῆς φι­λό­δο­ξης αὐ­τῆς προ­σπά­θειας, ποὺ ἐ­ξα­σθέ­νη­σε οἰ­κο­νο­μι­κὰ καὶ στρα­τι­ω­τι­κὰ τὴν αὐ­το­κρα­το­ρί­α, ὁ­δή­γη­σε στὴν ἐγ­κα­τά­λει­ψη πα­ρό­μοι­ων προ­σπα­θει­ῶν στὸ μέλ­λον.

Στὸ ἀ­να­το­λι­κὸ τμῆ­μα τῆς αὐ­το­κρα­το­ρί­ας ποὺ συ­νέ­χι­ζε νὰ ὑ­πάρ­χει, τὸ ἑλ­λη­νι­κὸ καὶ ἑλ­λη­νό­φω­νο στοι­χεῖ­ο ἀ­πο­τε­λοῦ­σε τὴν πλει­ο­ψη­φί­α καὶ σι­γὰ- σι­γὰ ἡ χρή­ση τῆς λα­τι­νι­κῆς γλώσ­σας ὑ­πο­χω­ρεῖ πρὸς ὄ­φε­λος τῆς ἑλ­λη­νι­κῆς. Ἡ δι­οί­κη­ση, ἡ νο­μο­θε­σί­α ἐ­ξελ­λη­νί­ζον­ται (πρβλ. Νό­μοι, Νε­α­ρές τοῦ Ἰ­ου­στι­νια­νοῦ Α’), ἡ ἑλ­λη­νι­κὴ σκέ­ψη καὶ φι­λο­σο­φί­α δι­δά­σκον­ται καὶ οἱ ἀρ­χαῖ­οι συγ­γρα­φεῖς με­λε­τῶν­ται, καὶ μό­νον λί­γες λέ­ξεις, τί­τλοι σὲ στρα­τι­ω­τι­κοὺς καὶ πο­λι­τι­κοὺς ἀ­ξι­ω­μα­τού­χους, θυ­μί­ζουν τὴν λα­τι­νι­κή. Ὡ­στό­σο, ὁ ὅ­ρος Ἕλ­λην δὲν χρη­σι­μο­ποι­εῖ­ται, ἐ­ξα­κο­λου­θεῖ νὰ ἔ­χει μει­ω­τι­κὴ ἀ­ξί­α καὶ νὰ ταυ­τί­ζε­ται μὲ τὴν εἰ­δω­λο­λα­τρεί­α. Σὲ χρή­ση ὅ­μως εἶ­ναι ἡ λέ­ξη Ἑλ­λα­δι­κός, ὡς γε­ω­γρα­φι­κὸς προσ­δι­ο­ρι­σμὸς τῶν κα­τοί­κων τῆς κυ­ρί­ως νο­τί­ου Ἑλ­λά­δος. Ὁ ὅ­ρος ἀ­παν­τᾶ στὸν χρο­νο­γρά­φο Θε­ο­φά­νη (9ος αἰ).

Οἱ αὐ­το­κρά­το­ρες τῆς Κων/πό­λε­ως δι­α­τη­ροῦ­σαν μὲ ὑ­πε­ρη­φά­νεια τὸν τί­τλο τοῦ Ρω­μαί­ου αὐ­το­κρά­το­ρος στὰ ἐ­πί­ση­μα ἔγ­γρα­φα, τὰ χρυ­σό­βου­λα, τὶς αὐ­το­κρα­το­ρι­κὲς ἀ­να­φο­ρές, τὰ νο­μί­σμα­τα, τὶς ἐ­πι­γρα­φές, καὶ θε­ω­ροῦ­σαν ἑ­αυ­τοὺς ὡς τοὺς μο­να­δι­κοὺς συ­νε­χι­στὲς τῆς ρω­μα­ϊ­κῆς αὐ­το­κρα­το­ρί­ας μὲ τὸ ἀ­πο­κλει­στι­κὸ δι­καί­ω­μα καὶ προ­νό­μιο νὰ αὐ­το­α­πο­κα­λοῦν­ται Ρω­μαῖ­οι (μί­α ἀ­πο­λύ­τως ἱ­στο­ρι­κὰ κα­το­χυ­ρω­μέ­νη ἀν­τί­λη­ψη), καὶ κά­θε προ­σπά­θεια ἄλ­λων νὰ ἐμ­φα­νι­σθοῦν ὡς Ρω­μαῖ­οι ἐ­θε­ω­ρεῖ­το προ­σβο­λὴ καὶ σφε­τε­ρι­σμὸς τοῦ ὀ­νό­μα­τος ποὺ ἐ­στρέ­φε­το εὐ­θέ­ως κα­τὰ τοῦ αὐ­το­κρά­το­ρος.

Ὑ­πῆρ­ξαν προ­σπά­θει­ες κυ­ρί­ως Δυ­τι­κῶν γιὰ λό­γους πο­λι­τι­κοῦ γο­ή­τρου τῆς ἐ­ξου­σί­ας τους νὰ ἐμ­φα­νι­σθοῦν ὡς συ­νε­χι­στὲς τῆς Ρω­μα­ϊ­κῆς αὐ­το­κρα­το­ρί­ας. Ἡ αἴ­γλη τῆς ἀρ­χαί­ας Ρώ­μης ὡς προ­τύ­που κρα­τι­κῆς ὀρ­γά­νω­σης ἐ­ξα­κο­λου­θοῦ­σε νὰ εἶ­ναι ζων­τα­νὴ στὴν Δύ­ση. Καὶ οἱ Πά­πες τῆς Ρώ­μης, θέ­λον­τας νὰ κι­νη­θοῦν ἀ­νε­ξάρ­τη­τα ἀ­πὸ τὸν αὐ­το­κρά­το­ρα τῆς Κων/πό­λε­ως καὶ ἀ­πὸ προ­σω­πι­κὲς φι­λο­δο­ξί­ες γιὰ ἀ­νύ­ψω­ση τοῦ γο­ή­τρου τοῦ πα­πι­κοῦ θρό­νου, ἐ­νί­σχυ­αν τέ­τοι­ες τά­σεις σφε­τε­ρι­σμοῦ τοῦ τί­τλου τοῦ Ρω­μαί­ου αὐ­το­κρά­το­ρος. Ἔ­τσι, ὁ Πά­πας Λέ­ων Γ’ τὸ 800 μ.Χ. στέ­φει στὴν Ρώ­μη τὸν Καρ­λο­μά­γνο (768-814) αὐ­το­κρά­το­ρα τῆς Ἁ­γί­ας Ρω­μα­ϊ­κῆς Αὐ­το­κρα­το­ρί­ας, προ­κα­λών­τας τὴν ἀν­τί­δρα­ση τῶν ἀ­να­το­λι­κῶν. Τε­λι­κά, ἐ­πῆλ­θε συμ­βι­βα­σμὸς δι­πλω­μα­τι­κὸς καὶ ἀ­να­γνω­ρί­σθη­κε ὁ τί­τλος τοῦ Καρ­λο­μά­γνου μὲ τὴν συν­θή­κη τοῦ Ἀ­κυϊσ­γκρά­νου (812), καὶ ἀ­πο­κα­τα­στά­θη­καν εἰ­ρη­νι­κὲς σχέ­σεις. Ἡ Ρω­μα­ϊ­κὴ αὐ­το­κρα­το­ρί­α ποὺ ἵ­δρυ­σε ὁ Καρ­λο­μά­γνος δι­α­λύ­θη­κε τὸ 924. Ἡ ἰ­δέ­α ὅ­μως δὲν ἐγ­κα­τα­λεί­φθη­κε. Τὸ 962 ὁ Πά­πας Ἰ­ω­άν­νης ΙΒ’ στέ­φει στὴν Ρώ­μη τὸν Γερ­μα­νὸ βα­σι­λέ­α Ὄ­θω­να Α’ αὐ­το­κρά­το­ρα τῆς Ἁ­γί­ας Ρω­μα­ϊ­κῆς Αὐ­το­κρα­το­ρί­ας τοῦ Γερ­μα­νι­κοῦ Ἔ­θνους, κά­τι ποὺ ὁ ἀ­να­το­λι­κὸς Ρω­μαῖ­ος αὐ­το­κρά­τωρ Νι­κη­φό­ρος Φω­κᾶς θε­ώ­ρη­σε προ­σβλη­τι­κὴ κί­νη­ση σφε­τε­ρι­σμοῦ καὶ δὲν τὴν ἀ­να­γνώ­ρι­σε.

Στὴν Δύ­ση, ἐ­νῶ ἕ­ως τό­τε ἡ ὀ­νο­μα­σί­α τῶν ἀ­να­το­λι­κῶν ὡς ρω­μαί­ων ἦ­ταν ἀ­πο­δε­κτή, μὲ τὶς κι­νή­σεις αὐ­τές τοῦ 9ου καί 10ου αἰ., ὅ­που γί­νε­ται προ­σπά­θεια νὰ ἐμ­φα­νι­σθοῦν οἱ Δυ­τι­κοὶ ὡς γνή­σιοι συ­νε­χι­στὲς τῆς Ρω­μα­ϊ­κό­τη­τας, καὶ ἰ­δί­ως οἱ Πά­πες ὡς γνή­σιοι ἐκ­φρα­στὲς τῆς Λα­τι­νι­κῆς Ρω­μα­ϊ­κό­τη­τας (Latinitas Romanitas), γιὰ νὰ στη­ρί­ξουν πά­νω της τὶς κο­σμι­κὲς καὶ πο­λι­τι­κὲς φι­λο­δο­ξί­ες τῶν Πα­πῶν, ἐ­πα­να­φέ­ρε­ται στὴν Δύ­ση ἐν χρή­σει ὁ ὅ­ρος Graeci. Οἱ δυ­τι­κοὶ ἀ­πο­κα­λοῦν στὰ ἔγ­γρα­φα τούς ἀ­να­το­λι­κοὺς ὡς Graeci καὶ ὄ­χι Ρω­μαῖ­οι, καὶ τὸν αὐ­το­κρά­το­ρα ὡς Imperator Graecorum καὶ ὄ­χι Imperator Romanorum (Στε­φα­νί­δου, Ἐκ­κλη­σι­α­στι­κὴ Ἱ­στο­ρί­α, σελ. 323). Πα­ράλ­λη­λα, ἀ­πὸ δυ­τι­κοὺς θε­ο­λό­γους τὸ ὄ­νο­μα Graeci ταυ­τί­ζε­ται ἐν­νοι­ο­λο­γι­κὰ μὲ τοὺς αἱ­ρε­τι­κούς. Γρά­φον­ται θε­ο­λο­γι­κὲς πραγ­μα­τεῖ­ες ΄΄κα­τὰ αἱ­ρε­τι­κῶν Γραι­κῶν΄΄ (βλ. Θω­μᾶ Ἀ­κι­νά­τη Contra errores Graecorum).

Ὅ­μως, στὴν Ἀ­να­το­λὴ ἡ συ­νεί­δη­ση τῆς Ρω­μα­ϊ­κό­τη­τας συ­νε­χί­ζει νὰ εἶ­ναι ἰ­σχυ­ρὴ καὶ κυ­ρί­αρ­χη. Ὁ Μι­χα­ὴλ Χω­νιά­της, μη­τρο­πο­λί­της Ἀ­θηνῶν, λί­γο τὴν Φραγ­κο­κρα­τί­α τοῦ 1204, σχο­λι­ά­ζον­τας τὶς κα­τα­στρο­φὲς τῆς φραγ­κι­κῆς κα­τά­κτη­σης, καὶ εἰ­δι­κῶς τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης (1185), γρά­φει: ΄΄Οἴ­α πό­λις ἐά­λω, πρώ­τη με­τὰ τὴν πρώ­τη καὶ τοῖς ἀ­γα­θοῖς πα­σῶν Βα­σι­λεύ­ου­σαν! Οἴ­αν Ρω­μαί­ων συμ­φο­ρὰν εἶ­δεν ὁ ἥ­λιος!΄΄. (Σω­ζό­με­να).

Κα­θ᾿ ὅ­λη τὴν ὑ­περ­χι­λι­ε­τῆ ἱ­στο­ρί­α τῆς αὐ­το­κρα­το­ρί­ας ὁ θαυ­μα­σμὸς γιὰ τὸ κλασ­σι­κὸ ἑλ­λη­νι­κὸ πα­ρελ­θὸν καὶ ἡ με­λέ­τη τῶν Ἑλ­λή­νων συγ­γρα­φέ­ων πο­τὲ δὲν στα­μά­τη­σε. Οἱ ἀ­νώ­τε­ρες τά­ξεις εἶ­χαν σὲ με­γά­λη ἐ­κτί­μη­ση ποι­η­τὲς ὅ­πως ὁ Ὅ­μη­ρος, ἡ φι­λο­σο­φί­α τοῦ Πλά­τω­νος καὶ τοῦ Ἀ­ρι­στο­τέ­λους ἐ­ξα­κο­λου­θοῦ­σε νὰ ἀ­σκεῖ γο­η­τεί­α στοὺς δι­α­νο­ου­μέ­νους καὶ τοὺς φι­λο­σό­φους, οἱ ἱ­στο­ρι­κοὶ μι­μοῦν­ταν τὸ ὕ­φος τοῦ Θου­κυ­δί­δου, ἄν­δρες λό­γιοι καὶ μορ­φω­μέ­νοι τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, ὅ­πως ὁ Πα­τριά­ρχης Μέ­γας Φώ­τιος, συλ­λέ­κτης κει­μέ­νων ἀρ­χαί­ων συγ­γρα­φέ­ων στὴν ΄΄Μυ­ρι­ό­βι­βλό΄΄ του, ὁ ἐ­πί­σκο­πος Ἀ­ρέ­θας, φι­λό­λο­γος καὶ κρι­τι­κὸς ἐκ­δό­της ἀρ­χαί­ων συγ­γρα­φέ­ων, ὁ ἀρ­χι­ε­πί­σκο­πος Εὐ­στά­θιος Θεσ­σα­λο­νί­κης, σχο­λια­στὴς καὶ ἑρ­μη­νευ­τὴς τοῦ Ὁ­μή­ρου, ἀ­πο­δει­κνύ­ουν τὴν γο­η­τεί­α καὶ τὴν ἰ­σχὺ τοῦ ἑλ­λη­νι­κοῦ πνεύ­μα­τος. Κα­νεὶς ὡ­στό­σο δὲν δι­α­νο­ή­θη­κε νὰ ὀ­νο­μα­σθεῖ Ἕλ­λην. Τὸ Ἕλ­λην σή­μαι­νε ἀ­σέ­βεια καὶ ὑ­πο­ψί­α εἰ­δω­λο­λα­τρεί­ας. Ἔ­τσι, ὁ φι­λό­σο­φος Μι­χα­ὴλ Ψελ­λός (11ος αἰ.) κα­τη­γο­ρή­θη­κε ΄΄ἐ­πὶ ἑλ­λη­νι­σμῷ΄΄, δηλ. ἀ­θε­ΐ­α καὶ νε­ο­πλα­τω­νι­σμό. Τὸ Ρω­μαῖ­οι εἶ­ναι τὸ κυ­ρί­αρ­χο ἐ­θνι­κὸ ὄ­νο­μα, καὶ ἡ αὐ­το­κρα­το­ρί­α ἐ­πι­σή­μως ὀ­νο­μά­ζε­ται Ρω­μα­νί­α.

Ὁ Νι­κη­φό­ρος Γρη­γο­ράς (14ος αἰ.) γρά­φει ΄΄Ρω­μα­ϊ­κὴ Ἱ­στο­ρί­α΄΄ ποὺ κα­λύ­πτει τὰ γε­γο­νό­τα με­τα­ξὺ 1204-1359. Ἀ­κό­μη δηλ. καὶ στοὺς ὕ­στε­ρους χρό­νους τῆς αὐ­το­κρα­το­ρί­ας τὸ ἐ­πί­ση­μο ὄ­νο­μα εἶ­ναι Ρω­μαῖ­οι, καὶ ἐ­ξα­κο­λου­θοῦν νὰ ὑ­πάρ­χουν ἀ­πό­πει­ρες σφε­τε­ρι­σμοῦ τοῦ ὀ­νό­μα­τος, π.χ. ὁ Βούλ­γα­ρος Συ­με­ὼν αὐ­το­α­να­γο­ρεύ­ε­ται ΄΄αὐτο­κρά­τωρ Βουλ­γά­ρων καί Ρω­μαί­ων΄΄ (ἀρ­χές 10ου αἰ.), ὁ Σέρ­βος Στέ­φα­νος Ντου­σάν (1331-1355) αὐ­το­α­να­γο­ρεύ­ε­ται ΄΄Αὐ­το­κρά­τωρ Σερ­βί­ας καί Ρω­μα­νί­ας΄΄, καὶ ἱ­δρύ­ει ἑλ­λη­νο­σερ­βι­κὸ βα­σί­λει­ο.

Κα­θὼς ἡ αὐ­το­κρα­το­ρί­α περ­νά­ει τὶς τε­λευ­ταῖ­ες δύ­σκο­λες στιγ­μές της, οἱ ἄν­θρω­ποι ποὺ ἀ­γω­νιοῦν γιὰ τὸ μέλ­λον της καὶ ἀν­τι­λαμ­βά­νον­ται τὴν κρι­σι­μό­τη­τα τῶν πε­ρι­στά­σε­ων, στρέ­φον­ται στὸ ἔν­δο­ξο πα­ρελ­θὸν ἀ­να­ζη­τών­τας ἐ­κεῖ τὶς λύ­σεις γιὰ τὰ ἱ­στο­ρι­κὰ ἀ­δι­έ­ξο­δα τοῦ πα­ρόν­τος, ψά­χνον­τας τὶς δυ­νά­μεις ποὺ θὰ ἀ­να­ζω­ο­γο­νοῦ­σαν τὴν πα­ρα­παί­ου­σα αὐ­το­κρα­το­ρί­α. Οὐ­μα­νι­στὲς καὶ ἀρ­χαι­ο­λά­τρες τῆς ὕ­στε­ρης Πα­λαι­ο­λό­γειας ἀ­να­γέν­νη­σης, λί­γα χρό­νια πρὶν τὴν Ἅ­λω­ση τοῦ 1453, ὁ­ρα­μα­τί­ζον­ται ἀ­να­βί­ω­ση τοῦ ἀρ­χαί­ου ἑλ­λη­νι­κοῦ πνεύ­μα­τος εἴ­τε στὴν κρα­τι­κὴ ὀρ­γά­νω­ση τοῦ Δε­σπο­τά­του τοῦ Μυ­στρᾶ, μὲ βά­ση τὴν ΄΄Πο­λι­τεί­α΄΄ καὶ τοὺς ΄΄Νό­μους΄΄ τοῦ Πλά­τω­νος, ὅ­πως ὁ Βησ­σα­ρί­ων, μη­τρο­πο­λί­της Νι­καί­ας καὶ με­τέ­πει­τα καρ­δι­νά­λιος, εἴ­τε μὲ τὴν ἐ­πι­στρο­φὴ στὴν ἀρ­χαί­α θρη­σκεί­α τοῦ Δω­δε­κα­θέ­ου, ὅ­πως ὁ φι­λό­σο­φος Γε­ώρ­γιος Πλή­θων Γε­μι­στός.

Αὐ­τοὶ ἐ­πα­νέ­φε­ραν στὸ προ­σκή­νιο τὸ ὄ­νο­μα Ἕλ­λην ὑ­πε­ρη­φα­νευ­ό­με­νοι γιὰ τὴν κα­τα­γω­γή τους καὶ αὐ­το­προσ­δι­ο­ρί­­ζον­ται ὡς Ἕλ­λη­νες. Ἔ­τσι, ὁ Πλή­θων Γε­μι­στὸς στὸν ΄΄Συμ­βου­λευ­τι­κὸ πε­ρὶ τῆς Πε­λο­πον­νή­σου΄΄, ὑ­πό­μνη­μα πρὸς τὸν αὐ­το­κρά­το­ρα Μα­νου­ὴλ Β’ Πα­λαι­ο­λό­γο (1391-1425), γρά­φει: ΄΄ἐ­σμὲν γὰρ οὖν ὧν ἡ­γεῖ­σθε τε καὶ βα­σι­λεύ­ε­τε Ἕλ­λη­νες τὸ γέ­νος, ὡς ἡ τε φω­νὴ καὶ ἡ πά­τριος παι­δεί­α μαρ­τυ­ρεῖ΄΄ (βλ. Ἱ­στο­ρί­α τοῦ Ἑλ­λη­νι­κοῦ Ἔ­θνους, Ἐκ­δο­τι­κὴ Ἀ­θη­νῶν, τόμ. Θ’, σελ. 287). Ὁ Βησ­σα­ρί­ων σὲ ὑ­πό­μνη­μά του πρὸς τὸν Κων/νο ΙΑ’ Πα­λαι­ο­λό­γο, γρά­φει γιὰ ΄΄Ἕλ­λη­νες, τὸ ἡ­μέ­τε­ρον ἤκ­μα­σε γέ­νος καὶ ὧν πᾶσα ἐ­πι­στή­μη καὶ γνῶ­σις καὶ τέ­χνη ἐ­βλά­στη­σέ τε καὶ ἤν­θη­σεν΄΄ (τὸ ἀ­να­φέ­ρει ὁ Σπ. Λάμ­προς, Νέ­ος Ἑλ­λη­νο­μνή­μων, τόμ. Γ’, Ἀ­θή­να, 1906). Ὅ­πως τὸ γέ­νος τῶν Ἑλ­λή­νων στὸ πα­ρελ­θόν, ἔ­τσι καὶ τώ­ρα μπο­ρεῖ νὰ ἀκ­μά­σει καὶ πά­λι στὶς ἐ­πι­στῆ­μες καὶ τὴν γνώ­ση, ἰ­σχυ­ρί­ζε­ται ὁ Βησ­σα­ρί­ων.

Λί­γο πρὶν τὴν Ἅ­λω­ση, οἱ ὅ­ροι Ἕλ­λην καὶ Ρω­μαῖ­ος συ­νυ­πάρ­χουν. Γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, ὁ ἱ­στο­ρι­κὸς Λα­ό­νι­κος Χαλ­κο­κον­δύ­λης (1430-1490) προ­τι­μᾶ τὸ Ἕλ­λη­νες στὴν ἐ­ξι­στό­ρη­σή του, ἐ­νῶ ὁ ἱ­στο­ρι­κός τῆς Ἁ­λώ­σε­ως Δού­κας ἀ­να­φέ­ρει τοὺς ὑ­πε­ρα­σπι­στὲς τῆς Πό­λε­ως ὡς Ρω­μαί­ους, ἐ­νῶ ὁ Γεν­νά­διος Σχο­λά­ριος ἀ­πορ­ρί­πτει τὸν προσ­δι­ο­ρι­σμὸ Ἕλ­λην τοῦ Πλή­θω­νος (ὅ­που Ἕλ­λην= εἰ­δω­λο­λά­τρης, ἐ­θνι­κὸς γιὰ τὸν Γεν­νά­διο), καὶ ὑ­περ­θε­μα­τί­ζει τοῦ ὀ­νό­μα­τος Ρω­μαῖ­ος καὶ Χρι­στια­νός. Μά­λι­στα μυ­κτη­ρί­ζει τοὺς συμ­πα­τρι­ῶ­τες του Ρω­μαί­ους ποὺ ἐμ­πι­στεύ­θη­καν στὴν Δύ­ση τὴν σω­τη­ρί­α τους ξε­που­λών­τας τὴν ὀρ­θο­δο­ξί­α τους.

Ἡ Ἅ­λω­ση τῆς Πό­λε­ως σφρα­γί­ζε­ται μὲ τὸν δη­μώ­δη θρῆ­νο ποὺ χρη­σι­μο­ποι­εῖ τὸν ὅ­ρο Ρω­μα­νί­α. ΄΄Ἡ Ρω­μα­νί­α πέρα­σεν, ἡ Ρω­μα­νί­α πάρ­θεν! Ἡ Ρω­μα­νί­α κι ἂν ἐ­πέ­ρα­σεν, ἀν­θεῖ καὶ φέ­ρει κι ἄλ­λο΄΄.

 

(δ) Ὀ­θω­μα­νο­κρα­τί­α καὶ Νε­ώ­τε­ροι Χρό­νοι.   

Με­τὰ τὴν Ἅ­λω­ση (1453), κα­τε­λύ­θη ἡ αὐ­το­κρα­το­ρί­α ἀλ­λὰ τὰ ὀ­νό­μα­τα Ρω­μαῖ­ος, Ρω­μα­νί­α ἐ­ξα­κο­λου­θοῦν νὰ ἐ­πι­βι­ώ­νουν καὶ στὸν ὑ­πό­δου­λο ἑλ­λη­νι­σμό, ἂν καὶ με­ταλ­λαγ­μέ­να. Οἱ Ὀ­θω­μα­νοὶ ὀ­νό­μα­σαν τὸ σύ­νο­λο τῶν εὐ­ρω­πα­ϊ­κῶν τους κτή­σε­ων Ρού­με­λη (=χώ­ρα τῶν Ρω­μαί­ων), καὶ τὸ σύ­νο­λο τῶν χρι­στια­νῶν ὑ­πη­κό­ων τους Ροὺμ (=Ρω­μαῖ­οι). Ἐ­πι­κε­φα­λῆς τοῦ Ροὺμ-μι­λὲτ (=τοῦ ἔ­θνους τῶν Ρω­μαί­ων) ἦ­ταν ὁ Πα­τριά­ρχης. Τὸ κά­στρο ποὺ ἔ­χτι­σαν στὴν εὐ­ρω­πα­ϊ­κὴ ἀ­κτὴ τοῦ Βο­σπό­ρου τὸ ὀ­νό­μα­σαν Ρού­με­λη Χι­σάρ. Μὲ τὸν γε­νι­κὸ ὅ­ρο Ροὺμ οἱ Ὀ­θω­μα­νοὶ συμ­πε­ρι­λάμ­βα­ναν τὸ σύ­νο­λο τῶν χρι­στια­νῶν Ὀρ­θο­δό­ξων ὑ­πη­κό­ων. Στὴν λα­ϊ­κὴ γλῶσ­σα τὸ Ροὺμ ἔ­γι­νε Ρω­μιὸς (=Ρω­μαῖ­ος) ὡς δη­λω­τι­κὸ ταυ­τό­ση­μο τῆς ἐ­θνι­κῆς καὶ θρη­σκευ­τι­κῆς ταυ­τό­τη­τας τῶν Ἑλ­λή­νων. Ἀρ­γό­τε­ρα, στὴν ὀ­θω­μα­νι­κὴ δι­οί­κη­ση ὁ ὅ­ρος Ρού­με­λη πε­ρι­ο­ρί­σθη­κε γε­ω­γρα­φι­κὰ δη­λώ­νον­τας τὴν Στε­ρε­ὰ Ἑλ­λά­δα.

Ἀλ­λὰ καὶ στὶς βε­νε­το­κρα­τού­με­νες πε­ρι­ο­χὲς ἐ­πε­βί­ω­νε ὁ ὅ­ρος Ρω­μα­νί­α. Γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, οἱ Βε­νε­τσιά­νοι ὀ­νό­μα­ζαν Napoli di Romania (= Νε­ά­πο­λη τῆς Ρω­μα­νί­ας) τὸ Ναύ­πλιο.

Καὶ οἱ ὑ­πό­δου­λοι Ἕλ­λη­νες ἔ­κα­ναν χρή­ση τοῦ ὀ­νό­μα­τος Ρω­μαῖ­οι, Ρω­μιοὶ ποὺ τοὺς συ­νέ­δε­ε μὲ τὴν θύ­μη­ση τῆς ἔν­δο­ξης αὐ­το­κρα­το­ρί­ας. Συγ­γρα­φεῖς καὶ λό­γιοι, ἐκ­κλη­σι­α­στι­κοὶ καὶ λα­ϊ­κοὶ (17ος, 18ος αἰ.) ὁ­μι­λοῦν γιὰ τὸ γέ­νος τῶν Ρω­μαί­ων (Ἠ­λί­ας Μη­νιά­της, 1669-1714, Εὐ­γέ­νιος Βούλ­γα­ρης, 1716-1806, Δα­νι­ὴλ Φι­λιπ­πί­δης, Ρή­γας Βε­λε­στιν­λής, 1757-1798, στὸν ΄΄Θού­ριο΄΄, Ἰ­ω­άν­νης Βη­λα­ρᾶς, 1771-1823, ὅ­που μὲ τὸ ἔρ­γο του ΄΄Ἡ ρο­μέ­η­κη γλό­σα΄΄ εἰ­ση­γεῖ­ται κα­τάρ­γη­ση τῆς ὀρ­θο­γρα­φί­ας καὶ κα­θι­έ­ρω­ση φω­νη­τι­κῆς γρα­φῆς, πρό­δρο­μος τῶν ἀ­κραί­ων δη­μο­τι­κι­στῶν καὶ ψυ­χα­ρι­στῶν).

Ἄλ­λοι λό­γιοι, ἐξ ἐ­πι­δρά­σε­ων δυ­τι­κο­ευ­ρω­πα­ϊ­κῶν χω­ρῶν ποὺ ζοῦ­σαν, προ­τι­μοῦν τὸν ὅρο Γραι­κὸς ποὺ χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σαν οἱ Εὐ­ρω­παῖ­οι (Greci, Greeks, Grecs). Αὐ­τὴ ἦ­ταν ἡ γραμ­μὴ τοῦ Ἀ­δα­μαν­τί­ου Κο­ρα­ῆ (1748-1833). Ὑ­πὸ τὴν ἐ­πί­δρα­ση τῶν ρευ­μά­των τοῦ Δι­α­φω­τι­σμοῦ, τοῦ ρο­μαν­τι­σμοῦ καὶ τοῦ κλασ­σι­κι­σμοῦ ποὺ κυ­ρι­αρ­χοῦ­σαν στὴν Εὐ­ρώ­πη τέ­λη 18ου καί ἀρ­χές 19ου αἰ., οἱ Ἕλ­λη­νες ἀ­να­κα­λύ­πτουν ἐκ νέ­ου τὴν ἔν­δο­ξη ἀρ­χαί­α κλη­ρο­νο­μιά τους, δί­νουν ἀρ­χαι­ο­ελ­λη­νι­κὰ ὀ­νό­μα­τα στὰ παι­διά τους, ἐ­πα­να­συγ­κρο­τοῦν τὴν ἑλ­λη­νι­κή τους ταυ­τό­τη­τα.

Μὲ τὴν Ἐ­πα­νά­στα­ση τοῦ 1821 καὶ τὴν ἵ­δρυ­ση τοῦ ἀ­νε­ξαρ­τή­του ἑλ­λη­νι­κοῦ κρά­τους, ὡς ἐ­πί­ση­μο ἐ­θνι­κὸ ὄ­νο­μα ἐ­πε­λέ­γη τὸ Ἕλ­λην. Τὰ ἐ­πα­να­στα­τι­κὰ συν­τάγ­μα­τα μι­λοῦ­σαν γιὰ τὸ ΄΄Προ­σω­ρι­νὸ Πο­λί­τευ­μα τῆς Ἑλ­λά­δος΄΄, τὸ ἀ­νε­ξάρ­τη­το κρά­τος ἀ­να­γνω­ρί­σθη­κε ὡς ΄΄Βα­σί­λει­ον τῆς Ἑλ­λά­δος΄΄, ἐ­νῶ οἱ ὀ­νο­μα­σί­ες Γραι­κὸς καὶ Ρω­μιὸς πε­ρι­ο­ρί­σθη­καν στὴν λα­ϊ­κὴ χρή­ση χω­ρὶς νὰ ἐ­ξα­λει­φθοῦν ἐν­τε­λῶς μέ­χρι καὶ σή­με­ρα. Ἔ­τσι, στὸ δη­μο­τι­κὸ τρα­γού­δι τοῦ Ἀ­θαν. Διά­κου λέ­ει ΄΄ἐ­γὼ Γραι­κὸς γεν­νή­θη­κα, Γραι­κὸς θὲ νὰ πε­θά­νω΄΄. Ὁ Μα­κρυ­γιά­ννης γρά­φει γιὰ τὸ Ρω­μέ­ϊ­κο, ὁ Γ. Σου­ρῆς ἐ­ξέ­δι­δε τὸ  σα­τι­ρι­κὸ ἔν­τυ­πο ΄΄Ὁ Ρω­μη­ός΄΄, ὁ ποι­η­τὴς Γ. Ρί­τσος ἔ­γρα­ψε τὴν Ρω­μι­ο­σύ­νη ποὺ με­λο­ποί­η­σε ὁ Μ. Θε­ο­δω­ρά­κης, ὑ­πάρ­χει τὸ Ρου­με­λι­ώ­της ὡς ἐ­πί­θε­το καὶ ὡς ὄ­νο­μα κα­τα­γω­γῆς (Στε­ρε­ὰ Ἑλ­λά­δα, Ρού­με­λη), ἐ­νῶ ἀ­κό­μη καὶ ὁ λα­ός μας μέ­χρι σή­με­ρα ἔ­χει τὴν φρά­ση ΄΄κα­τα­λα­βαί­νεις ρω­μέ­ϊκα;΄΄.

Οἱ Τοῦρ­κοι σή­με­ρα ἀ­πο­κα­λοῦν τοὺς Ἕλ­λη­νες Χρι­στια­νοὺς τῆς Κων/πό­λε­ως Ρούμ, Ρω­μιούς, γιὰ νὰ τοὺς δι­α­κρί­νουν ἀ­πὸ τοὺς Ἕλ­λη­νες,  τοὺς Ἑλ­λα­δί­τες ποὺ τοὺς ἀ­πο­κα­λοῦν Yunani (=Ἴ­ω­νες) καὶ τὸ ἑλ­λη­νι­κὸ κρά­τος Yunanistan (=Ἰ­ω­νί­α).

Καὶ θὰ κλεί­σου­με τὴν ἱ­στο­ρι­κή μας δι­α­δρο­μὴ μὲ ὡρι­σμέ­να πα­ρά­δο­ξα τῆς ἱ­στο­ρί­ας. Ἐ­νῶ οἱ πρό­γο­νοί μας αὐ­το­προσ­δι­ο­ρί­ζον­ταν ὡς Ρω­μαῖ­οι καὶ ἡ αὐ­το­κρα­το­ρί­α τους Ρω­μα­ϊ­κή, Ρω­μα­νί­α, ἔ­χει ἐ­πι­κρα­τή­σει δι­ε­θνῶς ὁ ὅ­ρος Βυ­ζάν­τιο, Βυ­ζαν­τι­νὴ αὐ­το­κρα­το­ρί­α, κα­τὰ τρό­πον αὐ­θαί­ρε­τον καὶ ἀν­τι­ε­πι­στη­μο­νι­κόν. Βυ­ζαν­τι­νοὶ ἦ­σαν οἱ κά­τοι­κοι τῆς ἀρ­χαί­ας πό­λης τοῦ Βυ­ζαν­τί­ου, ἐ­νῶ οἱ κά­τοι­κοι τῆς Κων/πό­λε­ως καὶ οἱ ὑ­πή­κο­οι τοῦ αὐ­το­κρά­το­ρος οὐ­δέ­πο­τε αὐ­το­χα­ρα­κτη­ρί­στη­καν ὡς ΄΄βυ­ζαν­τι­νοί΄΄. Ἂν καὶ γνω­στοὶ ἱ­στο­ρι­κοὶ ὅ­πως ὁ Edward Gibbon (1737-1794) στὸ ἔρ­γο του ΄΄Decline and Fall of the Roman Empire΄΄ (Πα­ρακ­μὴ καὶ Πτώ­ση τῆς Ρω­μα­ϊ­κῆς Αὐ­το­κρα­το­ρί­ας) κα­λύ­πτει τὰ γε­γο­νό­τα ὡς τὸ 1453, καὶ ὁ J. B .Bury (1861-1927), κα­θη­γη­τὴς τοῦ  Cambridge, γρά­φει ΄΄Ἱ­στο­ρί­α τῆς Νε­ώ­τε­ρης Ρω­μα­ϊ­κῆς Αὐ­το­κρα­το­ρί­ας΄΄ καὶ κα­λύ­πτει τὰ γε­ο­νό­τα ὡς τὸ 800 μ.Χ., πα­ρ᾿ ὅ­λο λο­πὸν ποὺ με­γά­λα ὀ­νό­μα­τα στὴν ἱ­στο­ρι­ο­γρα­φί­α συ­νέ­λα­βαν τὸν ἑ­νια­ῖο χα­ρα­κτή­ρα τῆς Ρω­μα­ϊ­κῆς αὐ­το­κρα­το­ρί­ας (Δυ­τι­κῆς καὶ Ἀ­να­το­λι­κῆς), ἔ­χει δυ­στυ­χῶς ἐ­πι­κρα­τή­σει ὁ ὅ­ρος ΄΄Βυ­ζάν­τιο΄΄ ποὺ τὸν πρω­το­χρη­σι­μο­ποί­η­σε ὁ Γερ­μα­νὸς Ἱ­ε­ρώ­νυ­μος Βὸλφ (1562), φι­λόλο­γος καὶ κρι­τι­κὸς ἐκ­δό­της ἑλ­λη­νι­κῶν χει­ρο­γρά­φων.

Στοὺς νε­ώ­τε­ρους χρό­νους ἔ­χου­με καὶ τὸ ἑ­ξῆς πα­ρά­δο­ξο τῆς γλωσ­σο­πλα­σί­ας ὅ­ρων γιὰ νὰ χα­ρα­κτη­ρί­σουν κρα­τι­κὲς ὀν­τό­τη­τες, ὅ­πως ἡ Ἀ­να­το­λι­κὴ Ρω­μυ­λί­α (1880-1885) γιὰ τὴν αὐ­τό­νο­μη πε­ρι­ο­χὴ τῆς Βο­ρεί­ου Θρά­κης μὲ πρω­τεύ­ου­σα τὴν Φι­λιπ­πού­πο­λη, ποὺ ἱ­δρύ­θη­κε μὲ τὴν συν­θή­κη τοῦ Βε­ρο­λί­νου (1880), καὶ τε­λι­κῶς προ­σαρ­τή­θη­κε πα­ρα­νό­μως στὴν Βουλ­γα­ρί­α, καὶ τὴν Ρου­μα­νί­α (Romania, Ρω­μα­νί­α), γιὰ τὴν ὀ­νο­μα­σί­α τοῦ νέ­ου κρά­τους ποὺ προ­έ­κυ­ψε με­τὰ τὸν Κρι­μα­ϊ­κὸ Πό­λε­μο (1854-1857) ἀ­πὸ τὴν ἑ­νο­ποί­η­ση τῶν πα­ρα­δου­νά­βι­ων ἡ­γε­μο­νι­ῶν Μολ­δα­βί­ας καὶ Βλα­χί­ας, κα­τό­πιν προ­τά­σε­ως τοῦ Γάλ­λου αὐ­το­κρά­το­ρος Να­πο­λέ­ον­τος Γ’ (Οἱ Ρου­μά­νοι ἀ­πο­τε­λοῦν ὡς ἔ­θνος ἀ­πο­γό­νους τῶν Ρω­μαί­ων ποὺ ἀ­να­μεί­χθη­καν μὲ τοὺς Γε­το­δά­κες αὐ­τό­χθο­νες καὶ μι­λοῦν μί­α νε­ο­λα­τι­νι­κὴ γλῶσ­σα, καὶ μὲ τὸ ὄ­νο­μα Ρου­μα­νί­α ἤ­θε­λαν νὰ δη­λώ­σουν τὴν λα­τι­νο­ρω­μα­ϊ­κὴ τους κα­τα­γω­γή). Καὶ γιὰ νὰ μὴν ξε­χά­σου­με τὸ σχέ­διο γιὰ τὴν πό­λη ποὺ ἱ­δρύ­θη­κε στὴν Θρά­κη τὴν δε­κα­ε­τί­α τοῦ 1990 γιὰ νὰ φι­λο­ξε­νή­σει τοὺς παλ­λι­νο­στοῦν­τες Πον­τί­ους τῆς Σο­βε­τι­κῆς Ἑ­νώ­σε­ως, μὲ τὸ ὄ­νο­μα Ρω­μα­νί­α.

Στὸ ση­μεῖ­ο αὐ­τὸ ὁ­λο­κλη­ρώ­νου­με τὴν ἱ­στο­ρι­κή μας πε­ρι­δι­ά­βα­ση στὴν πο­λυ­χι­λι­ε­τῆ πο­ρεί­α τοῦ Ἑλ­λη­νι­σμοῦ καὶ τὶς κα­τὰ και­ροὺς ἐ­θνι­κὲς ὀ­νο­μα­σί­ες ποὺ πε­ρι­ε­βλή­θη, κα­τα­θέ­του­με τα­πει­νὰ τὶς ἐ­πι­στη­μο­νι­κές μας θέ­σεις ὡς προ­σφο­ρὰ ἐ­θνι­κῆς αὐ­το­γνω­σί­ας καὶ ἀ­φορ­μὴ πε­ραι­τέ­ρω προ­βλη­μα­τι­σμοῦ καὶ ἐ­να­σχο­λή­σε­ως μὲ τὴν ἐ­θνι­κὴ ἱ­στο­ρί­α.

 

Σχετικά