ΣΤΟΝ ΑΕΡΑΕΡΩ — ΡαδιοΣυχνότητα
Ενωμένη ΡωμηοσύνηΕνωμένη ΡωμηοσύνηΚΕΝΤΡΟΝ ΕΝΟΤΗΤΟΣ ΚΑΙ ΜΕΛΕΤΗΣ
ΠΡΟΒΟΛΗΣ ΤΩΝ ΑΞΙΩΝ ΜΑΣ
ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ
Πανελλήνια Σύναξη στην ΙερισσόΣημαντική Ανακοίνωση προς τα Μέλη και Φίλους της «ΕΝΩΜΕΝΗΣ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗΣ» (Ε.ΡΩ.)Πρόγραμμα των Εκδηλώσεων Ετήσιας Σύναξης της Ε.Ρω στην Ιερισσό – 29/9/22 – 2/10/22Ανάγκες σε συνεργάτεςΠανελλήνια Σύναξη στην ΙερισσόΣημαντική Ανακοίνωση προς τα Μέλη και Φίλους της «ΕΝΩΜΕΝΗΣ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗΣ» (Ε.ΡΩ.)Πρόγραμμα των Εκδηλώσεων Ετήσιας Σύναξης της Ε.Ρω στην Ιερισσό – 29/9/22 – 2/10/22Ανάγκες σε συνεργάτες

ΑΡΧΑΙΟΤΕΡΗ ΓΛΩΣΣΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ

28 Ιανουαρίου 2013 · 17 λεπτά

Ἡ Ἑλ­λη­νι­κὴ μὲ τή­ν μα­θη­μα­τι­κὴ δο­μὴ τη­ς εἶναι ἡ γλῶσ­σα τῆς… πλη­ρο­φο­ρι­κῆς καί τῆς νέ­ας γε­νιᾶς τῶν ἐξε­λιγ­μέ­νω­ν  ὑ­πο­λο­γι­στῶν, δι­ό­τι μό­νο σὲ αὐ­τή­ν δέν ὑπάρ­χουν ὅ­ρια. (Μπὶλ Γκέ­ϊτς). Ἡ  Ἑλ­λη­νι­κὴ καί ἡ Κι­νέ­ζι­κη… εἶναι οἱ μό­νε­ς γλῶσ­σε­ς μέ συ­νε­χῆ ζῶ­σα πα­ρου­σί­α ἀπό τούς ἴ­διους λα­ού­ς καί  στὸν ἴ­διο χῶ­ρο ἐ­δῶ καὶ 4.000 ἔ­τη. Ὅ­λες οἱ γλῶσ­σε­ς θε­ω­ροῦν­ται κρυ­φο­ελ­λη­νι­κές, μὲ πλού­σια δά­νεια ἀ­πὸ τὴν μη­τέ­ρα τῶν γλωσ­σῶν, τὴν Ἑλ­λη­νι­κή. (Francisco Adrados, γλωσ­σο­λό­γος).
    Τὸ πρῶ­το με­γά­λο πλῆγ­μα ποὺ δέ­χθη­κε ἡ Ἑλ­λη­νι­κὴ γλῶσ­σα ἦ­ταν ἡ με­ταρ­ρύθ­μι­ση τοῦ 1976 μὲ τὴν κα­τάρ­γη­ση τῶν ἀρ­χαί­ων Ἑλ­λη­νι­κῶν καὶ ἡ διὰ νό­μου κα­θι­έ­ρω­ση τῆς Δη­μο­τι­κῆς καὶ τοῦ μο­νο­το­νι­κοῦ, ποὺ σή­με­ρα κα­τάν­τη­σε ἀ­το­νι­κό. 

Ἕ­τε­ρο με­γά­λο πλῆγ­μα εἶ­ναι ὅ­τι ἡ …οἰ­κο­γέ­νεια, ὁ δά­σκα­λος καὶ ὁ ἱ­ε­ρέ­ας ἀν­τι­κα­τα­στά­θη­καν ἀ­πὸ τὴν τη­λε­ό­ρα­ση, ποὺ ἀ­σκεῖ ὀ­λέ­θρια ἐ­πί­δρα­ση ὄ­χι μό­νο στὴν γλῶσ­σα, ἀλ­λὰ καὶ στὸν χα­ρα­κτῆ­ρα καὶ στὸ ἦ­θος.

(Ἀν­τώ­νης Κου­νά­δης, ἀ­κα­δη­μα­ϊ­κὸς). 

Τὸ CNN σὲ συ­νερ­γα­σί­α μὲ τὴν ἑ­ται­ρεί­α ὑ­πο­λο­γι­στῶν apple ἑ­τοί­μα­σαν ἕ­να εὔ­κο­λο πρό­γραμ­μα ἐκ­μά­θη­σης ἑλ­λη­νι­κῶν πρὸς τοὺς ἀγ­γλό­φω­νους καὶ ἱ­σπα­νό­φω­νους τῶν ΗΠΑ. Τὸ σκε­πτι­κὸ αὐ­τῆς τῆς πρω­το­βου­λί­ας ἦ­ταν ὅ­τι ἡ ἑλ­λη­νι­κὴ ἐν­τεί­νει τὸ ὀρ­θο­λο­γι­κὸ πνεῦ­μα, ξύ­νει τὸ ἐ­πι­χει­ρη­μα­τι­κὸ πνεῦ­μα καὶ προ­τρέ­πει τοὺς πο­λί­τες πρὸς τὴν δη­μι­ουρ­γι­κό­τη­τα. 

Με­τρών­τας τὶς δι­α­φο­ρε­τι­κὲς λέ­ξεις ποὺ ἔ­χει ἡ κά­θε γλῶσ­σα βλέ­που­με ὅ­τι ὅ­λες ἔ­χουν ἀ­πὸ ἀρ­κε­τὲς χι­λιά­δες, ἄ­ρα εἶ­ναι ἀ­δύ­να­το νὰ ὑ­πάρ­ξει γρα­φὴ ποὺ νὰ ἔ­χει τό­σα γράμ­μα­τα ὅ­σες καὶ οἱ λέ­ξεις μί­ας γλώσ­σας, για­τί κα­νέ­νας δὲ θὰ θυ­μό­ταν τό­σα πολ­λὰ σύμ­βο­λα. 

Τὸ ἴ­διο ἰ­σχύ­ει καὶ μὲ τὶς δι­α­φο­ρε­τι­κὲς συλ­λα­βὲς τῶν λέ­ξε­ων (π.χ. τίς: α, αβ, βα, βρα, βε, ου) πού ἔ­χει ἡ κά­θε γλῶσ­σα.

Με­τρών­τας ἐ­πί­σης τοὺς δι­α­φο­ρε­τι­κοὺς φθόγ­γους τῶν λέ­ξε­ων (τούς: α, β, γ) πού ἔ­χει ἡ κά­θε γλῶσ­σα βλέ­που­με ὅ­τι αὐ­τοὶ εἶ­ναι σχε­τι­κὰ λί­γοι, εἶ­ναι μό­λις 20, δη­λα­δὴ οἱ ἑ­ξῆς: α, ε, ο, ου, ι, κ, γ, χ, τ, δ, θ, π, β, φ, μ, ν, λ, ρ, σ, ζ, ὅ­μως, ἂν κα­τα­γρά­φου­με τὶς λέ­ξεις μό­νο ὡς ἔ­χουν φθογ­γι­κά, δὲ δι­α­κρί­νον­ται οἱ ὁ­μό­η­χες, π.χ.: «τί­χι» = τεί­χη, τοῖ­χοι, τύ­χη, τύ­χει, «κα­λὶ» = κα­λοὶ & κα­λὴ & κα­λεῖ.

Ἑ­πο­μέ­νως, δὲν εἶ­ναι δυ­να­τὸ νὰ ὑ­πάρ­ξει γρα­φὴ ποὺ νὰ ἔ­χει τό­σα γράμ­μα­τα ὅ­σοι καὶ οἱ δι­α­φο­ρε­τι­κοὶ φθόγ­γοι τῶν λέ­ξε­ων. 

Πρὸ αὐ­τοῦ τοῦ προ­βλή­μα­τος οἱ ἄν­θρω­ποι κα­τά­φυ­γαν σὲ δι­ά­φο­ρα τε­χνά­σμα­τα, γιὰ νὰ ἐ­πι­τύ­χουν τὴν κα­τα­γρα­φὴ τοῦ προ­φο­ρι­κοῦ λό­γου, κυ­ρι­ό­τε­ρα τῶν ὁ­ποί­ων εἶ­ναι τὸ αἰ­γυ­πτια­κὸ καὶ τὸ ἑλληνικό. 

Τὸ τέ­χνα­σμα ποὺ ἐ­πι­νό­η­σαν οἱ ἀρ­χαῖ­οι Ἕλ­λη­νες προ­κει­μέ­νου νὰ κα­τα­φέ­ρουν νὰ κα­τα­γρά­φουν φω­νη­τι­κὰ τὶς λέ­ξεις, ἦ­ταν ἡ χρη­σι­μο­ποί­η­ση ἀ­πὸ τὴ μί­α τό­σων γραμ­μά­των ὅ­σοι καὶ οἱ φθόγ­γοι τῶν λέ­ξε­ων, φω­νη­έν­των καὶ συμ­φώ­νων, δη­λα­δὴ τῶν γραμ­μά­των: Α(α), Β(β), Γ(γ) καὶ ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη κά­ποι­ων ὁ­μό­φω­νων γραμ­μά­των, δη­λα­δὴ τῶν: Ω(ο) & Ο(ο), Η(η) & Υ(υ) & Ι(ι) μὲ τὰ ὁ­ποῖα, βά­σει κα­νό­νων, ἀ­φε­νὸς ὑ­πο­δεί­χνε­ται ἡ ἐ­τυ­μο­λο­γί­α (= τὸ μέ­ρος λό­γου ἢ ὁ τύ­πος κ.τ.λ.), ἄ­ρα τὸ ἀ­κρι­βὲς νό­η­μα τῶν λέ­ξε­ων καὶ ἀ­φε­τέ­ρου δι­α­κρί­νον­ται οἱ ὁ­μό­η­χες λέ­ξεις, πρβ π.χ.: τύ­χη & τεί­χη & τύ­χει & τοῖ­χοι, λί­πη & λεί­πει & λύ­πη. 

Πα­ρά­βα­λε π.χ. ὅ­τι στὴν ἑλ­λη­νι­κὴ γρα­φὴ ἔ­χει κα­νο­νι­στεῖ νὰ γρά­φου­με τὸ τε­λευ­ταῖ­ο φω­νῆ­εν τῶν ρη­μά­των μὲ τὰ γράμ­μα­τα – ω, ει καὶ τῶν πτω­τι­κῶν μὲ τὰ – ο,ι,η, ὥ­στε νὰ δι­α­κρί­νον­ται οἱ ὁ­μό­η­χοι τύ­ποι: κα­λῶ & κα­λό, κα­λεῖ & κα­λή, σῦκο & σή­κω, φι­λὶ & φυ­λή, φι­λῶ & φύ­λο. 

Πα­ρά­βα­λε ὁ­μοί­ως ὅ­τι στὴν ἑλ­λη­νι­κὴ γρα­φὴ ἔ­χει κα­νο­νι­στεῖ νὰ γρά­φου­με τὰ κύ­ρια ὀ­νό­μα­τα μὲ κε­φα­λαῖ­ο γράμ­μα καὶ τὰ κοι­νὰ μὲ μι­κρό, γιὰ δι­ά­κρι­ση τῶν ὁ­μό­φω­νων λέ­ξε­ων: νί­κη & Νί­κη, ἀ­γα­θὴ & Ἀ­γα­θή.
    ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΣΥΝΕΧΕΙΑ

Τὰ Ἑλ­λη­νι­κὰ εἶ­ναι ἡ μό­νη γλῶσ­σα στὸν κό­σμο ποὺ ὁ­μι­λεῖ­ται καὶ γρά­φε­ται συ­νε­χῶς ἐ­πὶ 4.000 τοὐλά­χι­στον συ­να­πτὰ ἔ­τη, κα­θὼς ὁ Arthur Evans δι­έ­κρι­νε τρεῖς φά­σεις στὴν ἱ­στο­ρί­α τῆς Μι­νω­ϊ­κῆς γρα­φῆς, ἐκ τῶν ὁ­ποί­ων ἡ πρώ­τη ἀ­πὸ τὸ 2.000 π.Χ. ὡς τὸ 1.650 π.Χ. 

Μπο­ρεῖ κά­ποι­ος νὰ δι­α­φω­νή­σει καὶ νὰ πεῖ ὅ­τι τὰ Ἀρ­χαῖα καὶ τὰ Νέ­α Ἑλ­λη­νι­κὰ εἶ­ναι δι­α­φο­ρε­τι­κὲς γλῶσ­σες, ἀλ­λὰ κά­τι τέ­τοι­ο φυ­σι­κὰ καὶ εἶ­ναι τε­λεί­ως ἀ­να­λη­θές. 

Ὁ ἴ­διος ὁ Ὀ­δυσ­σέ­ας Ἐ­λύ­της εἶ­πε: «Ἐ­γὼ δὲν ξέ­ρω νὰ ὑ­πάρ­χει πα­ρὰ μί­α γλῶσ­σα, ἡ ἑ­νια­ία Ἑλ­λη­νι­κὴ γλῶσ­σα. Τὸ νὰ λέ­ει ὁ Ἕλ­λη­νας ποι­η­τής, ἀ­κό­μα καὶ σή­με­ρα, ὁ οὐ­ρα­νός, ἡ θά­λασ­σα, ὁ ἥ­λιος, ἡ σε­λή­νη, ὁ ἄ­νε­μος, ὅ­πως τὸ ἔ­λε­γαν ἡ Σαπ­φὼ καὶ ὁ Ἀρ­χι­λό­χος, δὲν εἶ­ναι μι­κρὸ πρᾶγ­μα. Εἶ­ναι πο­λὺ σπου­δαῖ­ο. Ἐ­πι­κοι­νω­νοῦ­με κά­θε στιγ­μὴ μι­λών­τας μὲ τὶς ρί­ζες ποὺ βρί­σκον­ται ἐ­κεῖ. Στὰ Ἀρ­χαῖ­α».

Ὁ με­γά­λος δι­δά­σκα­λος τοῦ γέ­νους Ἀ­δα­μάν­τιος Κο­ρα­ὴς εἶ­χε πεῖ: «Ὅ­ποι­ος χω­ρὶς τὴν γνώ­ση τῆς Ἀρ­χαί­ας ἐ­πι­χει­ρεῖ νὰ με­λε­τή­σει καὶ νὰ ἑρ­μη­νεύ­σει τὴν Νέ­αν, ἢ ἀ­πα­τᾶ­ται ἢ ἀ­πα­τᾶ». 

Πα­ρ᾿ ὅ­τι πέ­ρα­σαν χι­λιά­δες χρό­νια, ὅ­λες οἱ Ὁ­μη­ρι­κὲς λέ­ξεις ἔ­χουν δι­α­σω­θεῖ μέ­χρι σή­με­ρα. Μπο­ρεῖ νὰ μὴν δι­α­τη­ρή­θη­καν ἀ­τό­φι­ες, ἄλ­λα ἔ­χουν μεί­νει στὴν γλῶσ­σα μας μέ­σῳ τῶν πα­ρα­γώ­γων τους. 

 

Μπο­ρεῖ νὰ λέ­με νε­ρὸ ἀν­τὶ γιὰ ὕ­δωρ, ἀλ­λὰ λέ­με ὑ­δρο­φό­ρα, ὑ­δρα­γω­γεῖ­ο καὶ ἀ­φυ­δά­τω­ση. Μπο­ρεῖ νὰ μὴν χρη­σι­μο­ποι­οῦ­με τὸ ρῆ­μα δέρ­κο­μαι (βλέ­πω), ἀλ­λὰ χρη­σι­μο­ποι­οῦ­με τὴν λέ­ξη ὀ­ξυ­δερ­κής. Μπο­ρεῖ νὰ μὴν χρη­σι­μο­ποι­οῦ­με τὴν λέ­ξη αὐ­δὴ (φω­νὴ), ἀλ­λὰ πα­ρ᾿ ὅ­λα αὐ­τὰ λέ­με ἄ­ναυ­δος καὶ ἀ­πηύ­δη­σα.

Ἐ­πί­σης, σή­με­ρα δὲν λέ­με λω­ποὺς τὰ ροῦ­χα, ἀλ­λὰ λέ­με τὴν λέ­ξη «λω­πο­δύ­της» ποὺ ση­μαί­νει «αὐ­τὸς ποὺ βυ­θί­ζει (δύ­ει) τὸ χέ­ρι του μέ­σα στὸ ροῦ­χο σου (λω­πὴ) γιὰ νὰ σὲ κλέ­ψει». 

Ἡ Γραμ­μι­κὴ Β’ εἶ­ναι καὶ αὐ­τὴ κα­θα­ρὰ Ἑλ­λη­νι­κή, γνή­σιος πρό­γο­νος τῆς Ἀρ­χαί­ας Ἑλ­λη­νι­κῆς. Ἄγ­γλος ἀρ­χι­τέ­κτο­νας Μά­ϊ­κλ Βέν­τρις, ἀ­πο­κρυ­πτο­γρά­φη­σε βά­ση κά­ποι­ων εὑρη­μά­των τὴν γρα­φὴ αὐ­τὴ καὶ ἀ­πέ­δει­ξε τὴν Ἑλ­λη­νι­κό­τη­τά της. Μέ­χρι τό­τε φυ­σι­κὰ ὅ­λοι ἀ­γνο­οῦ­σαν πει­σμα­τι­κὰ ἔ­στω καὶ τὸ ἐν­δε­χό­με­νο νὰ ἦ­ταν Ἑλ­λη­νι­κή… 

Τὸ γε­γο­νὸς αὐ­τὸ ἔ­χει τε­ρά­στια ση­μα­σί­α κα­θὼς πά­ει τὰ Ἑλ­λη­νι­κὰ ἀρ­κε­τοὺς αἰ­ῶ­νες ἀ­κό­μα πιὸ πί­σω στὰ βά­θη τῆς ἱ­στο­ρί­ας. Αὐ­τὴ ἡ γρα­φὴ σί­γου­ρα ξε­νί­ζει, κα­θὼς τὰ σύμ­βο­λα ποὺ χρη­σι­μο­ποι­εῖ εἶ­ναι πο­λὺ δι­α­φο­ρε­τι­κὰ ἀ­πὸ τὸ ση­με­ρι­νὸ Ἀλ­φά­βη­το.

Πα­ρ᾿ ὅ­λα αὐ­τά, ἡ προ­φο­ρὰ εἶ­ναι πα­ρα­πλή­σια, ἀ­κό­μα καὶ μὲ τὰ Νέ­α Ἑλ­λη­νι­κά. Γιὰ πα­ρά­δειγ­μα ἡ λέ­ξη «TOKOSOTA» ση­μαί­νει «Το­ξό­τα» (κλη­τι­κή). Εἶ­ναι γνω­στὸ ὅ­τι «κ» καὶ «σ» στὰ Ἑλ­λη­νι­κά μᾶς κά­νει «ξ» καὶ μὲ μί­α ἁ­πλὴ ἐ­πι­με­ρι­στι­κὴ ἰ­δι­ό­τη­τα ὅ­πως κά­νου­με καὶ στὰ μα­θη­μα­τι­κὰ βλέ­που­με ὅ­τι ἡ λέ­ξη αὐ­τὴ ἐ­δῶ καὶ τό­σες χι­λι­ε­τί­ες δὲν ἄλ­λα­ξε κα­θό­λου.

Ἀ­κό­μα πιὸ κον­τὰ στὴν Νε­ο­ελ­λη­νι­κή, ὁ «ἄ­νε­μος», ποὺ στὴν Γραμ­μι­κὴ Β’ γρά­φε­ται «ANEMO», κα­θὼς καὶ «ρά­πτης», «ἔ­ρη­μος» καὶ «τέ­με­νος» ποὺ εἶ­ναι ἀν­τί­στοι­χα στὴν Γραμ­μι­κὴ Β’ «RAPTE», «EREMO», «TEMENO», καὶ πολ­λὰ ἄλ­λα πα­ρα­δείγ­μα­τα.

Ὑ­πο­λο­γί­ζον­τας ὅ­μως ἔ­στω καὶ μὲ τὶς συμ­βα­τι­κὲς χρο­νο­λο­γί­ες, οἱ ὁ­ποῖ­ες το­πο­θε­τοῦν τὸν Ὅ­μη­ρο γύ­ρω στὸ 1.000 π.Χ., ἔ­χου­με τὸ δι­καί­ω­μα νὰ ρω­τή­σου­με: Πό­σες χι­λι­ε­τί­ες χρει­ά­στη­κε ἡ γλῶσ­σα μας ἀ­πὸ τὴν ἐ­πο­χὴ πού οἱ ἄν­θρω­ποι τῶν σπη­λαί­ων τοῦ Ἑλ­λη­νι­κοῦ χώ­ρου τὴν πρω­το­άρ­θρω­σαν μὲ μο­νο­σύλ­λα­βους φθόγ­γους μέ­χρι νὰ φτά­σει στὴν ἐκ­πλη­κτι­κὴ τε­λει­ό­τη­τα τῆς Ὁ­μη­ρι­κῆς ἐ­πι­κῆς δι­α­λέ­κτου, μὲ λέ­ξεις ὅ­πως «ρο­δο­δά­κτυ­λος», λευ­κώ­λε­νος», «ὠ­κύ­μο­ρος», κ.τ.λ.; 

Ὁ Πλού­ταρ­χος στὸ «Πε­ρὶ Σω­κρά­τους δαι­μο­νί­ου» μᾶς πλη­ρο­φο­ρεῖ ὅ­τι ὁ Ἀ­γη­σί­λα­ος ἀ­να­κά­λυ­ψε στὴν Ἀλί­αρ­το τὸν τά­φο τῆς Ἀλ­κμή­νης, τῆς μη­τέ­ρας τοῦ Ἡ­ρα­κλέ­ους, ὁ ὁ­ποῖ­ος τά­φος εἶ­χε ὡς ἀ­φι­έ­ρω­μα «πί­να­κα χαλ­κοῦν ἔ­χον­τα γράμ­μα­τα πολ­λὰ θαυ­μα­στά, παμ­πά­λαι­α…». Φαν­τα­στεῖ­τε πε­ρὶ πό­σο πα­λαι­ᾶς γρα­φῆς πρό­κει­ται, ἀ­φοῦ οἱ ἴ­διοι οἱ ἀρ­χαῖ­οι Ἕλ­λη­νες τὴν χα­ρα­κτη­ρί­ζουν «ἀρ­χαῖα»…

Φυ­σι­κά, δὲν γί­νε­ται ξαφ­νι­κά, «ἀ­πὸ τὸ που­θε­νὰ» νὰ ἐμ­φα­νι­στεῖ ἕ­νας Ὅ­μη­ρος καὶ νὰ γρά­ψει δύ­ο λο­γο­τε­χνι­κὰ ἀ­ρι­στουρ­γή­μα­τα, εἶ­ναι προ­φα­νὲς ὅ­τι ἀ­πὸ πο­λὺ πιὸ πρὶν πρέ­πει νὰ ὑ­πῆρ­χε γλῶσ­σα (καὶ γρα­φὴ) ὑ­ψη­λοῦ ἐ­πι­πέ­δου. Πράγ­μα­τι, ἀ­πὸ τὴν ἀρ­χαί­α Ἑλ­λη­νι­κὴ Γραμ­μα­τεί­α γνω­ρί­ζου­με ὅ­τι ὁ Ὅ­μη­ρος δὲν ὑ­πῆρ­ξε ὁ πρῶ­τος, ἀλ­λὰ ὁ τε­λευ­ταῖ­ος καὶ δι­α­ση­μό­τε­ρος μί­ας με­γά­λης σει­ρᾶς ἐ­πι­κῶν ποι­η­τῶν, τῶν ὁ­ποί­ων τὰ ὀ­νό­μα­τα ἔ­χουν δι­α­σω­θεῖ (Κρε­ώ­φυ­λος, Προ­δι­κός, Ἀρ­κτίνος, Ἀν­τί­μα­χος, Κι­ναί­θων, Καλ­λί­μα­χος) κα­θὼς καὶ τὰ ὀ­νό­μα­τα τῶν ἔρ­γων τους (Φο­ρω­νίς, Φω­κα­ΐς, Δα­να­ΐς, Αἰ­θι­ο­πίς, Ἐ­πί­γο­νοι, Οἰ­δι­πό­δεια, Θή­βαις…) δὲν ἔ­χουν ὅ­μως δι­α­σω­θεῖ τὰ ἴ­δια τὰ ἔρ­γα τους.

 

ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ ΝΕΩΝ ΛΕΞΕΩΝ 

Ἡ δύ­να­μη τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς γλώσ­σας βρί­σκε­ται στὴν ἱ­κα­νό­τη­τά της νὰ πλά­θε­ται ὄ­χι μό­νο προ­θε­μα­τι­κὰ ἢ κα­τα­λη­κτι­κά, ἀλ­λὰ δι­α­φο­ρο­ποι­ών­τας σὲ με­ρι­κὲς πε­ρι­πτώ­σεις μέ­χρι καὶ τὴν ρί­ζα τῆς λέ­ξης (π.χ. «τρέ­χω» καὶ «τρο­χὸς» πα­ρ᾿ ὅ­τι εἶ­ναι ἀ­πὸ τὴν ἴ­δια οἰ­κο­γέ­νεια ἀ­πο­κλί­νουν ἐ­λα­φρῶς στὴν ρί­ζα).

Ἡ Ἑλ­λη­νι­κὴ γλῶσ­σα εἶ­ναι εἰ­δι­κὴ στὸ νὰ δη­μι­ουρ­γεῖ σύν­θε­τες λέ­ξεις μὲ ἀ­πί­στευ­των δυ­να­το­τή­των χρή­σεις, πολ­λα­πλα­σι­ά­ζον­τας τὸ λε­ξι­λό­γιο. 

Τὸ δι­ε­θνὲς λε­ξι­κὸ Webster’s (Webster’s New International Dictionary) ἀ­να­φέ­ρει: «Ἡ Λα­τι­νι­κὴ καὶ ἡ Ἑλ­λη­νι­κή, ἰ­δί­ως ἡ Ἑλ­λη­νι­κή, ἀ­πο­τε­λοῦν ἀ­νε­ξάν­τλη­τη πη­γὴ ὑ­λι­κῶν γιὰ τὴν δη­μι­ουρ­γί­α ἐ­πι­στη­μο­νι­κῶν ὅ­ρων», ἐ­νῶ οἱ Γάλ­λοι λε­ξι­κο­γρά­φοι Jean Bouffartigue καὶ Anne-Marie Delrieu το­νί­ζουν: «Ἡ ἐ­πι­στή­μη βρί­σκει ἀ­στα­μά­τη­τα νέ­α ἀν­τι­κεί­με­να ἢ ἔν­νοι­ες. Πρέ­πει νὰ τὰ ὀ­νο­μά­σει. Ὁ θη­σαυ­ρὸς τῶν Ἑλ­λη­νι­κῶν ρι­ζῶν βρί­σκε­ται μπρο­στά της, ἀρ­κεῖ νὰ ἀν­τλή­σει ἀ­πὸ ἐ­κεῖ. Θὰ ἦ­ταν πο­λὺ πε­ρί­ερ­γο νὰ μὴν βρεῖ αὐ­τὲς ποὺ χρει­ά­ζε­ται». 

Ὁ Γάλ­λος συγ­γρα­φέ­ας Ζὰκ Λα­καρ­ρι­έρ, ἔκ­θαμ­βος μπρο­στὰ στὸ με­γα­λεῖ­ο της Ἑλ­λη­νι­κῆς, εἶ­χε δη­λώ­σει σχε­τι­κῶς: «Ἡ Ἑλ­λη­νι­κὴ γλῶσ­σα ἔ­χει τὸ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὸ νὰ προ­σφέ­ρε­ται θαυ­μά­σια γιὰ τὴν ἔκ­φρα­ση ὅ­λων τῶν ἱ­ε­ραρ­χι­ῶν μὲ μί­α ἁ­πλὴ ἐ­ναλ­λα­γὴ τοῦ πρώ­του συν­θε­τι­κοῦ. Ἀρ­κεῖ κα­νεὶς νὰ βά­λει ἕ­να πᾶν – πρῶ­το – ἀρ­χὶ – ὑ­πὲρ – ἢ μί­α ὁ­ποι­α­δή­πο­τε ἄλ­λη πρό­θε­ση μπρο­στὰ σὲ ἕ­να θέ­μα. Κι ἂν συν­δυά­σει κα­νεὶς με­τα­ξύ τους αὐ­τὰ τὰ προ­θέ­μα­τα, παίρ­νει μί­α ἀ­τε­λεί­ω­τη ποι­κι­λί­α δι­α­βαθ­μί­σε­ων. Τὰ προ­θέ­μα­τα ἐγ­κλεί­ον­ται τὰ μὲν στὰ δὲ σὰν μί­α ση­μα­σι­ο­λο­γι­κὴ κλί­μα­κα, ἡ ὁ­ποί­α ὀρ­θώ­νε­ται πρὸς τὸν οὐ­ρα­νὸ τῶν λέ­ξε­ων».

Στὴν Ἰ­λιά­δα τοῦ Ὁ­μή­ρου ἡ Θέ­τις θρη­νεῖ γιὰ ὅ­τι θὰ πά­θει ὁ υἱ­ὸς της σκο­τώ­νον­τας τὸν Ἕ­κτω­ρα «διὸ καὶ δυ­σα­ρι­στο­το­κεί­αν αὐ­τὴν ὀ­νο­μά­ζει». Ἡ λέ­ξη αὐ­τὴ ἀ­πὸ μό­νη της εἶ­ναι ἕ­να μοι­ρο­λό­ϊ, δὺς + ἄ­ρι­στος + τί­κτω (=γεν­νῶ) καὶ ση­μαί­νει ὅ­πως ἀ­να­λύ­ει τὸ Ἐ­τυ­μο­λο­γι­κὸν τὸ Μέ­γα «ποὺ γιὰ κα­κὸ γέν­νη­σα τὸν ἄ­ρι­στο».

Πρὸ ὀ­λί­γων ἐ­τῶν κυ­κλο­φό­ρη­σε στὴν Ἑλ­βε­τί­α τὸ λε­ξι­κὸ ἀ­νύ­παρ­κτων λέ­ξε­ων (Dictionnaire Des Mots Inexistants) ὅ­που προ­τεί­νε­ται νὰ ἀν­τι­κα­τα­στα­θοῦν Γαλ­λι­κὲς πε­ρι­φρά­σεις μὲ μο­νο­λε­κτι­κοὺς ὅ­ρους ἀ­πὸ τὰ Ἑλ­λη­νι­κά. Π.χ. androprere, biopaleste, dysparegorete, ecogeniarche, elpidophore, glossoctonie, philomatheem tachymathie, theopempte κ.λπ. πε­ρί­που 2.000 λήμ­μα­τα μὲ προ­ο­πτι­κὴ πε­ραι­τέ­ρω ἐμ­πλου­τι­σμοῦ.

 

Η ΑΚΡΙΒΟΛΟΓΙΑ

Εἶ­ναι προ­φα­νὲς ὅ­τι τοὐ­λά­χι­στον ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ τὴν ἀ­κρι­βο­λο­γί­α, γλῶσ­σες ὅ­πως τὰ Ἑλ­λη­νι­κὰ ὑ­περ­τε­ροῦν σα­φῶς σὲ σχέ­ση μὲ γλῶσ­σες σὰν τὰ Ἀγ­γλι­κά.  
    Εἶ­ναι λο­γι­κὸ ἄλ­λω­στε ἂν κά­τσει νὰ τὸ σκε­φτεῖ κα­νείς, ὅ­τι μπο­ρεῖ πο­λὺ πιὸ εὔ­κο­λα νὰ κα­θι­ε­ρω­θεῖ μί­α γλῶσ­σα Δι­ε­θνὴς ὅ­ταν εἶ­ναι πιὸ εὔ­κο­λη στὴν ἐκ­μά­θη­ση, ἀ­πὸ τὴ ἄλ­λη ὅ­μως μί­α τέ­τοι­α γλῶσ­σα ἐκ τῶν πραγ­μά­των δὲν μπο­ρεῖ νὰ εἶ­ναι τό­σο ποι­ο­τι­κή. 

Συ­νέ­πεια τῶν πα­ρα­πά­νω εἶ­ναι ὅ­τι ἡ Ἀγ­γλι­κὴ γλῶσ­σα δὲν μπο­ρεῖ νὰ εἶ­ναι λα­κω­νι­κὴ ὅ­πως εἶ­ναι ἡ Ἑλ­λη­νι­κή, κα­θὼς γιὰ νὰ μὴν εἶ­ναι δι­φο­ρού­με­νο τὸ νό­η­μα τῆς ἑ­κά­στο­τε φρά­σης, πρέ­πει νὰ χρη­σι­μο­ποι­η­θοῦν ἐ­πι­πλέ­ον λέ­ξεις. Γιὰ πα­ρά­δειγ­μα ἡ λέ­ξη «drink» ὡς αὐ­το­τε­λὴς φρά­ση δὲν ὑ­φί­στα­ται στὰ Ἀγ­γλι­κά, κα­θὼς μπο­ρεῖ νὰ ση­μαί­νει «πο­τό», «πί­νω», «πι­ὲς» κ.τ.λ. Ἀν­τι­θέ­τως στὰ Ἑλ­λη­νι­κὰ ἡ φρά­ση «πι­ὲς» βγά­ζει νό­η­μα, χω­ρὶς νὰ χρει­ά­ζε­ται νὰ βα­σι­στεῖς στὰ συμ­φρα­ζό­με­να γιὰ νὰ κα­τα­λά­βεις τὸ νό­η­μά της. 

Πα­ρέν­θε­ση: Νὰ θυ­μί­σου­με ἐ­δῶ ὅ­τι στὰ Ἀρ­χαῖ­α Ἑλ­λη­νι­κὰ ἐ­κτὸς ἀ­πὸ Ἑ­νι­κὸς καὶ Πλη­θυν­τι­κὸς ἀ­ριθ­μός, ὑ­πῆρ­χε καὶ Δυ­ϊ­κὸς ἀ­ριθ­μός. Ὑ­πάρ­χει στὰ Ἑλ­λη­νι­κὰ καὶ ἡ Δο­τι­κὴ πτώ­ση ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὶς ὑ­πό­λοι­πες 4 πτώ­σεις ὀ­νο­μα­στι­κή, γε­νι­κή, αἰ­τι­α­τι­κὴ καὶ κλι­τι­κή. 

Ἡ Δο­τι­κὴ χρη­σι­μο­ποι­εῖ­ται συ­νε­χῶς στὸν κα­θη­με­ρι­νό μας λό­γο (π.χ. Βά­σει τῶν με­τρή­σε­ων, κα­τα­λή­γου­με στὸ συμ­πέ­ρα­σμα ὅ­τι…) καὶ εἶ­ναι πραγ­μα­τι­κὰ ἄ­ξιον λό­γου τὸ για­τί ἐκ­δι­ώ­χθη­κε βί­αι­α ἀ­πὸ τὴν νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ γλῶσ­σα.  

Ἀ­κό­μα πα­λαι­ό­τε­ρα, ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὴν ἐ­ξο­ρι­σμέ­νη, ἀλ­λὰ ζων­τα­νὴ Δο­τι­κὴ ὑ­πῆρ­χαν καὶ ἄλ­λες τρεῖς ἐ­πι­πλέ­ον πτώ­σεις οἱ ὁ­ποῖ­ες ὅ­μως χά­θη­καν. 

Τὸ ἴ­διο πρό­βλη­μα, σὲ πο­λὺ πιὸ ἔν­το­νο φυ­σι­κὰ βαθ­μό, ἔ­χει καὶ ἡ Κι­νε­ζι­κὴ γλῶσ­σα. Ὅ­πως μᾶς λέ­ει καὶ ὁ Κρη­τι­κὸς δη­μο­σι­ο­γρά­φος Α. Κρα­σα­νά­κης: «Ἐ­πει­δὴ οἱ ἁ­πλὲς λέ­ξεις εἶ­ναι λί­γες, ἔ­χουν ἀ­πο­κτή­σει πά­ρα πολ­λὲς ἔν­νοι­ες, γιὰ νὰ κα­λύ­ψουν τὶς ἀ­νάγ­κες τῆς ἔκ­φρα­σης, π.χ.: «σι» = γνω­ρί­ζω, εἶ­μαι, ἰ­σχύς, κό­σμος, ὅρ­κος, ἀ­φή­νω, θέ­τω, ἀ­γα­πῶ, βλέ­πω, φρον­τί­ζω, περ­πα­τῶ, σπί­τι κ.τ.λ., «πα» = μπα­λέ­το, ὀ­κτώ, κλέ­φτης, κλέ­βω… «πά­ϊ» = ἄ­σπρο, ἑ­κα­τό, ἑ­κα­το­στό, χά­νω…».

Ἴ­σως νὰ ὑ­πάρ­χει ἐ­λα­φρὰ δι­α­φο­ρὰ στὸν το­νι­σμό, ἀλ­λὰ ἀ­κό­μα καὶ νὰ ὑ­πάρ­χει, πῶς εἶ­ναι δυ­να­τὸν νὰ κα­τα­στή­σεις ἕ­να ση­μαν­τι­κὸ κεί­με­νο (π.χ. συμ­βό­λαι­ο) ξε­κά­θα­ρο;

 

Η ΚΥΡΙΟΛΕΞΙΑ 

Στὴν Ἑλ­λη­νι­κὴ γλῶσ­σα οὐ­σι­α­στι­κὰ δὲν ὑ­πάρ­χουν συ­νώ­νυ­μα, κα­θὼς ὅ­λες οἱ λέ­ξεις ἔ­χουν λε­πτὲς ἐν­νοι­ο­λο­γι­κὲς δι­α­φο­ρὲς με­τα­ξύ τους.

Γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, ἡ λέ­ξη «λω­πο­δύ­της» χρη­σι­μο­ποι­εῖ­ται γι᾿ αὐ­τὸν ποὺ βυ­θί­ζει τὸ χέ­ρι του στὸ ροῦ­χο μας καὶ μᾶς κλέ­βει, κρυ­φὰ δη­λα­δή, ἐ­νῶ ὁ «λη­στὴς» εἶ­ναι αὐ­τὸς ποὺ μᾶς κλέ­βει φα­νε­ρά, μπρο­στὰ στὰ μά­τια μας. Ἐ­πί­σης τὸ «ἄ­γειν» καὶ τὸ «φέ­ρειν» ἔ­χουν τὴν ἴ­δια ἔν­νοι­α. Ὅ­μως τὸ πρῶ­το χρη­σι­μο­ποι­εῖ­ται γιὰ ἔμ­ψυ­χα ὄν­τα, ἐ­νῶ τὸ δεύ­τε­ρο γιὰ τὰ ἄ­ψυ­χα. 
    Στὰ Ἑλ­λη­νι­κὰ ἔ­χου­με τὶς λέ­ξεις «κε­ράν­νυ­μι», «μί­γνυ­μι» καὶ «φύ­ρω» ποὺ ὅ­λες ἔ­χουν τὸ νό­η­μα τοῦ «ἀ­να­κα­τεύ­ω». Ὅ­ταν ἀ­να­κα­τεύ­ου­με δύ­ο στε­ρε­ὰ ἢ δύ­ο ὑ­γρὰ με­τα­ξύ τους, ἀλ­λὰ χω­ρὶς νὰ συ­νε­πά­γε­ται νέ­α ἕ­νω­ση (π.χ. λά­δι μὲ νε­ρό), τό­τε χρη­σι­μο­ποι­οῦ­με τὴν λέ­ξη «μει­γνύ­ω» ἐ­νῶ ὅ­ταν ἀ­να­κα­τεύ­ου­με ὑ­γρὸ μὲ στε­ρε­ὸ τό­τε λέ­με «φύ­ρω». Ἐξ οὗ καὶ ἡ λέ­ξη «αἱ­μό­φυρ­τος» ποὺ ὅ­λοι γνω­ρί­ζου­με, ἀλ­λὰ δὲν συ­νει­δη­το­ποι­οῦ­με τί ση­μαί­νει. 

Ὅ­ταν οἱ Ἀρ­χαῖ­οι Ἕλ­λη­νες πλη­γω­νόν­του­σαν στὴν μά­χη, ἔ­τρε­χε τό­τε τὸ αἷ­μα καὶ ἀ­να­κα­τευ­ό­ταν μὲ τὴν σκό­νη καὶ τὸ χῶ­μα.

Τὸ κε­ράν­νυ­μι ση­μαί­νει ἀ­να­κα­τεύ­ω δύ­ο ὑ­γρὰ καὶ φτειά­χνω ἕ­να νέ­ο, ὅ­πως γιὰ πα­ρά­δειγ­μα ὁ οἶ­νος καὶ τὸ νε­ρό. Ἐ­ξ οὗ καὶ ὁ «ἄ­κρα­τος» (δη­λα­δὴ κα­θα­ρὸς) οἶ­νος ποὺ λέ­γαν οἱ Ἀρ­χαῖ­οι ὅ­ταν δὲν ἦ­ταν ἀ­να­κα­τε­μέ­νος (κε­κραμ­μέ­νος) μὲ νε­ρό.

Τέ­λος ἡ λέ­ξη «παν­τρε­μέ­νος» ἔ­χει δι­α­φο­ρε­τι­κὸ νό­η­μα ἀ­πὸ τὴν λέ­ξη «νυμ­φευ­μέ­νος», δι­α­φο­ρὰ ποὺ πε­ρι­γρά­φουν οἱ ἴ­δι­ες οἱ λέ­ξεις γιὰ ὅ­ποι­ον τοὺς δώ­σει λί­γη ση­μα­σί­α.

Ἡ λέ­ξη παν­τρε­μέ­νος προ­έρ­χε­ται ἀ­πὸ τὸ ρῆ­μα ὑ­παν­δρεύ­ο­μαι καὶ ση­μαί­νει τί­θε­μαι ὑ­πὸ τὴν ἐ­ξου­σί­α τοῦ ἀν­δρὸς ἐ­νῶ ὁ ἄν­δρας νυμ­φεύ­ε­ται, δη­λα­δὴ παίρ­νει νύ­φη. 

Γνω­ρί­ζον­τας τέ­τοι­ου εἴ­δους λε­πτὲς ἐν­νοι­ο­λο­γι­κὲς δι­α­φο­ρές, εἶ­ναι πραγ­μα­τι­κὰ πο­λὺ ἀ­στεῖα με­ρι­κὰ ἀ­πὸ τὰ πράγ­μα­τα ποὺ ἀ­κοῦ­με στὴν κα­θη­με­ρι­νὴ – συ­χνὰ λα­θε­μέ­νη – ὁ­μι­λί­α (π.χ. «ὁ Χ παν­τρεύ­τη­κε»).  

Ἡ Ἑλ­λη­νι­κὴ γλῶσ­σα ἔ­χει λέ­ξεις γιὰ ἔν­νοι­ες οἱ ὁ­ποῖ­ες πα­ρα­μέ­νουν χω­ρὶς ἀ­πό­δο­ση στὶς ὑ­πό­λοι­πες γλῶσ­σες, ὅ­πως ἅ­μιλ­λα, θαλ­πω­ρὴ καὶ φι­λό­τι­μο. Μό­νον ἡ Ἑλ­λη­νι­κὴ γλῶσ­σα ξε­χω­ρί­ζει τὴ ζω­ὴ ἀ­πὸ τὸν βί­ο, τὴν ἀ­γά­πη ἀ­πὸ τὸν ἔ­ρω­τα. Μό­νον αὐ­τὴ δι­α­χω­ρί­ζει, δι­α­τη­ρών­τας τὸ ἴ­διο ρι­ζι­κὸ θέ­μα, τὸ ἀ­τύ­χη­μα ἀ­πὸ τὸ δυ­στύ­χη­μα, τὸ συμ­φέ­ρον ἀ­πὸ τὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον. 

 

ΓΛΩΣΣΑ – ΔΙΔΑΣΚΑΛΟΣ 

Τὸ ἐκ­πλη­κτι­κὸ εἶ­ναι ὅ­τι ἡ ἴ­δια ἡ Ἑλ­λη­νι­κὴ γλῶσ­σα μᾶς δι­δά­σκει συ­νε­χῶς πὼς νὰ γρά­φου­με σω­στά. Μέ­σῳ τῆς ἐ­τυ­μο­λο­γί­ας, μπο­ροῦ­με νὰ κα­τα­λά­βου­με ποι­ὸς εἶ­ναι ὁ σω­στὸς τρό­πος γρα­φῆς ἀ­κό­μα καὶ λέ­ξε­ων ποὺ πο­τὲ δὲν ἔ­χου­με δεῖ ἢ γρά­ψει.

Τὸ «πει­ρού­νι» γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, γιὰ κά­ποι­ον ποὺ ἔ­χει βα­σι­κὲς γνώ­σεις Ἀρ­χαί­ων Ἑλ­λη­νι­κῶν, εἶ­ναι προ­φα­νὲς ὅ­τι γρά­φε­ται μὲ «ει» καὶ ὄ­χι μὲ «ι» ὅ­πως πο­λὺ ἄ­στο­χα τὸ γρά­φου­με σή­με­ρα. Ὁ λό­γος εἶ­ναι πο­λὺ ἁ­πλός, τὸ «πει­ρού­νι» προ­έρ­χε­ται ἀ­πὸ τὸ ρῆ­μα «πεί­ρω» ποὺ ση­μαί­νει τρυ­πῶ-δι­α­περ­νῶ, ἀ­κρι­βῶς ἐ­πει­δὴ τρυ­πᾶ­με μὲ αὐ­τὸ τὸ φα­γη­τὸ γιὰ νὰ τὸ πι­ά­σου­με.  

Ἐ­πί­σης ἡ λέ­ξη «συγ­κε­κρι­μέ­νος» φυ­σι­κὰ καὶ δὲν μπο­ρεῖ νὰ γρα­φτεῖ «συγ­κε­κρυμ­μέ­νος», κα­θὼς προ­έρ­χε­ται ἀ­πὸ τὸ «κρι­μέ­νος» (αὐ­τὸς ποὺ ἔ­χει δη­λα­δὴ κρι­θεῖ) καὶ ὄ­χι βέ­βαι­α ἀ­πὸ τὸ «κρυμ­μέ­νος» (αὐ­τὸς ποὺ ἔ­χει κρυ­φτεῖ).  
    Ἄ­ρα τὸ νὰ ὑ­πάρ­χουν πολ­λὰ γράμ­μα­τα γιὰ τὸν ἴ­διο ἦ­χο (π.χ. η, ι, υ, ει, οι κ.τ.λ.) ὄ­χι μό­νο δὲν θὰ ἔ­πρε­πε νὰ μᾶς δυ­σκο­λεύ­ει, ἀλ­λὰ ἀν­τι­θέ­τως νὰ μᾶς βο­η­θά­ει στὸ νὰ γρά­φου­με πιὸ σω­στά, ἐ­φό­σον βέ­βαι­α ἔ­χου­με μί­α βα­σι­κὴ κα­τα­νό­η­ση τῆς γλώσ­σας μας. 

Ἐ­πι­πλέ­ον ἡ ὀρ­θο­γρα­φί­α μὲ τὴν σει­ρὰ της μᾶς βο­η­θά­ει ἀν­τί­στρο­φα στὴν ἐ­τυ­μο­λο­γί­α, ἀλ­λὰ καὶ στὴν ἀ­νί­χνευ­ση τῆς ἱ­στο­ρι­κὴ πο­ρεί­ας τῆς κά­θε μί­ας λέ­ξης.

Καὶ αὐ­τὸ ποὺ μπο­ρεῖ νὰ μᾶς βο­η­θή­σει νὰ κα­τα­νο­ή­σου­με τὴν κα­θη­με­ρι­νή μας νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ γλῶσ­σα πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ ὁ­τι­δή­πο­τε ἄλ­λο, εἶ­ναι ἡ γνώ­ση τῶν Ἀρ­χαί­ων Ἑλ­λη­νι­κῶν.

Εἶ­ναι πραγ­μα­τι­κὰ συγ­κλο­νι­στι­κὸ συ­ναί­σθη­μα νὰ μι­λᾶς καὶ ταυ­τό­χρο­να νὰ συ­νει­δη­το­ποι­εῖς τί ἀ­κρι­βῶς λές, ἐ­νῶ μι­λᾶς καὶ ἐκ­στο­μί­ζεις τὴν κά­θε λέ­ξη ταυ­τό­χρο­να νὰ σκέ­φτε­σαι τὴν ση­μα­σί­α της.

Εἶ­ναι πραγ­μα­τι­κὰ με­γά­λο κρί­μα νὰ δι­δά­σκον­ται τὰ Ἀρ­χαῖα μὲ τέ­τοι­ον φρι­κτὸ τρό­πο στὸ σχο­λεῖ­ο ὥ­στε νὰ σὲ κά­νουν νὰ ἀν­τι­πα­θεῖς κά­τι τὸ τό­σο ὄ­μορ­φο καὶ συ­ναρ­πα­στι­κό. 

 

Η ΣΟΦΙΑ

Στὴν γλῶσ­σα ἔ­χου­με τὸ ση­μαῖ­νον (τὴν λέ­ξη) καὶ τὸ ση­μαι­νό­με­νο (τὴν ἔν­νοι­α). Στὴν Ἑλ­λη­νι­κὴ γλῶσ­σα αὐ­τὰ τὰ δύ­ο ἔ­χουν πρω­το­γε­νῆ σχέ­ση, κα­θὼς ἀν­τί­θε­τα μὲ τὶς ἄλ­λες γλῶσ­σες τὸ ση­μαῖ­νον δὲν εἶ­ναι μί­α τυ­χαῖ­α σει­ρὰ ἀ­πὸ γράμ­μα­τα. Σὲ μί­α συ­νη­θι­σμέ­νη γλῶσ­σα ὅ­πως τὰ Ἀγ­γλι­κὰ μπο­ροῦ­με νὰ συμ­φω­νή­σου­με ὅ­λοι νὰ λέ­με τὸ σύν­νε­φο car καὶ τὸ αὐ­το­κί­νη­το cloud, καὶ ἀ­πὸ τὴν στιγ­μὴ ποὺ τὸ συμ­φω­νή­σου­με καὶ ἐμ­πρὸς νὰ εἶ­ναι ἔ­τσι. Στὰ Ἑλ­λη­νι­κὰ κά­τι τέ­τοι­ο εἶ­ναι ἀ­δύ­να­τον. Γι᾿ αὐ­τὸν τὸν λό­γο πολ­λοὶ δι­α­χω­ρί­ζουν τὰ Ἑλ­λη­νι­κὰ σὰν «ἐν­νοι­ο­λο­γι­κὴ» γλῶσ­σα ἀ­πὸ τὶς ὑ­πό­λοι­πες «ση­μει­ο­λο­γι­κὲς» γλῶσ­σες.

Μά­λι­στα ὁ με­γά­λος φι­λό­σο­φος καὶ μα­θη­μα­τι­κὸς Βέ­νερ Χά­ϊζεν­μπεργκ εἶ­χε πα­ρα­τη­ρή­σει αὐ­τὴ τὴν ση­μαν­τι­κὴ ἰ­δι­ό­τη­τα γιὰ τὴν ὁ­ποί­α εἶ­χε πεῖ: «Ἡ θη­τεί­α μου στὴν ἀρ­χαί­α Ἑλ­λη­νι­κὴ γλῶσ­σα ὑ­πῆρ­ξε ἡ σπου­δαι­ό­τε­ρη πνευ­μα­τι­κή μου ἄ­σκη­ση. Στὴν γλῶσ­σα αὐ­τὴ ὑ­πάρ­χει ἡ πλη­ρέ­στε­ρη ἀν­τι­στοι­χία­ ἀ­νά­με­σα στὴν λέ­ξη καὶ στὸ ἐν­νοι­ο­λο­γι­κό της πε­ρι­ε­χό­με­νο». 

Ὅ­πως μᾶς ἔ­λε­γε καὶ ὁ Ἀν­τι­σθέ­νης, «Ἀρ­χὴ σο­φί­ας, ἡ τῶν ὀ­νο­μά­των ἐ­πί­σκε­ψις». Γιὰ πα­ρά­δειγ­μα ὁ «ἄρ­χων» εἶ­ναι αὐ­τὸς ποὺ ἔ­χει δι­κή του γῆ (ἄ­ρα=γῆ +ἔ­χων). Καὶ πραγ­μα­τι­κά, ἀ­κό­μα καὶ στὶς μέ­ρες μας εἶ­ναι πο­λὺ ση­μαν­τι­κὸ νὰ ἔ­χει κα­νεὶς δι­κή του γῆ / δι­κό του σπί­τι. 

Ὁ «βο­η­θὸς» ση­μαί­νει αὐ­τὸς ποὺ στὸ κά­λε­σμα τρέ­χει. Βο­ὴ=φω­νὴ + θέ­ω=τρέ­χω. Ὁ Ἀ­στὴρ εἶ­ναι τὸ ἀ­στέ­ρι, ἀλ­λὰ ἡ ἴ­δια ἡ λέ­ξη μᾶς λέ­ει ὅ­τι κι­νεῖ­ται, δὲν μέ­νει ἀ­κί­νη­το στὸν οὐ­ρα­νὸ (α + στὴρ ἀ­πὸ τὸ ἵστη­μι ποὺ ση­μαί­νει στέ­κο­μαι). 

Αὐ­τὸ ποὺ εἶ­ναι πραγ­μα­τι­κὰ ἐν­δι­α­φέ­ρον, εἶ­ναι ὅ­τι πολ­λὲς φο­ρὲς ἡ λέ­ξη πε­ρι­γρά­φει ἰ­δι­ό­τη­τες τῆς ἔν­νοι­ας τὴν ὁ­ποί­αν ἐκ­φρά­ζει, ἀλ­λὰ μὲ τέ­τοι­ο τρό­πο ποὺ ἐν­τυ­πω­σιά­ζει καὶ δί­νει τρο­φὴ γιὰ τὴν σκέ­ψη. 

Γιὰ πα­ρά­δειγ­μα ὁ «φθό­νος» ἐ­τυ­μο­λο­γεῖ­ται ἀ­πὸ τὸ ρῆ­μα «φθί­νω» ποὺ ση­μαί­νει μει­ώ­νο­μαι. Καὶ πραγ­μα­τι­κὰ ὁ φθό­νος σὰν συ­ναί­σθη­μα, σι­γὰ-σι­γὰ μᾶς φθί­νει καὶ μᾶς κα­τα­στρέ­φει. Μᾶς «φθί­νει» – ἐ­λατ­τώ­νει σὰν ἀν­θρώ­πους – καὶ μᾶς φθί­νει μέ­χρι καὶ τὴν ὑ­γεί­α μας.

Καὶ φυ­σι­κὰ ὅ­ταν θέ­λου­με κά­τι πού εἶ­ναι τό­σο πο­λὺ ὥ­στε νὰ μὴν τε­λει­ώ­νει πῶς τὸ λέ­με; Μὰ φυ­σι­κὰ «ἄ­φθο­νο».

Ἔ­χου­με τὴν λέ­ξη «ὡ­ραῖ­ος» ποὺ προ­έρ­χε­ται ἀ­πὸ τὴν «ὥ­ρα». Δι­ό­τι γιὰ νὰ εἶ­ναι κά­τι ὡ­ραῖ­ο, πρέ­πει νὰ ἔρ­θει καὶ στὴν ὥ­ρα του.

Ὡ­ραῖ­ο δὲν εἶ­ναι ἕ­να φροῦ­το οὔ­τε ἄ­γου­ρο οὔ­τε σα­πι­σμέ­νο, καὶ ὡ­ραῖα γυ­ναῖκα δὲν εἶ­ναι κά­ποι­α οὔ­τε στὰ 70 της, ἀλ­λά οὔ­τε φυ­σι­κὰ καὶ στὰ 10 της. Οὔ­τε τὸ κα­λύ­τε­ρο φα­γη­τὸ εἶ­ναι ὡ­ραῖ­ο ὅ­ταν εἴ­μα­στε χορ­τᾶ­τοι, ἐ­πει­δὴ δὲν μπο­ροῦ­με νὰ τὸ ἀ­πο­λαύ­σου­με. 

Ἀ­κό­μα ἔ­χου­με τὴν λέ­ξη «ἐ­λευ­θε­ρί­α» γιὰ τὴν ὁ­ποί­α τὸ «Ἐ­τυ­μο­λο­γι­κὸν Μέ­γα» δι­α­τεί­νε­ται «πα­ρὰ τὸ ἐ­λεύ­θειν ὅ­που ἐ­ρᾶ» = τὸ νὰ πη­γαί­νει κα­νεὶς ὅ­που ἀ­γα­πᾶ.

Ἄ­ρα βά­σει τῆς ἴ­διας τῆς λέ­ξης, ἐ­λεύ­θε­ρος εἶ­σαι ὅ­ταν ἔ­χεις τὴν δυ­να­τό­τη­τα νὰ πᾶς ὅ­που ἀ­γα­πᾶς. Πό­σο ἐν­δι­α­φέ­ρου­σα ἑρ­μη­νεί­α…

Τὸ ἄ­γαλ­μα ἐ­τυ­μο­λο­γεῖ­ται ἀ­πὸ τὸ ἀ­γάλ­λο­μαι (εὐ­χα­ρι­στι­έ­μαι) ἐ­πει­δὴ ὅ­ταν βλέ­που­με ἕ­να ὄ­μορ­φο ἀρ­χαι­ο­ελ­λη­νι­κὸ ἄ­γαλ­μα ἡ ψυ­χὴ μας ἀ­γάλ­λε­ται. Καὶ ἀ­πὸ τὸ θέ­α­μα αὐ­τὸ ἐ­πέρ­χε­ται ἡ ἀ­γαλ­λί­α­ση. Ἂν κά­νου­με ὅ­μως τὴν ἀ­νά­λυ­ση τῆς λέ­ξης αὐ­τῆς θὰ δοῦ­με ὅ­τι εἶ­ναι σύν­θε­τη ἀ­πὸ ἀ­γάλ­λο­μαι + ἴα­ση (=για­τρειά). 

Ἄ­ρα γιὰ νὰ συ­νο­ψί­σου­με, ὅ­ταν βλέ­που­με ἕ­να ὄ­μορ­φο ἄ­γαλ­μα (ἢ ὁ­τι­δή­πο­τε ὄ­μορ­φο), ἡ ψυ­χὴ μας ἀ­γάλ­λε­ται καὶ ἰ­α­τρευ­ό­μα­στε.

Καὶ πραγ­μα­τι­κά, γνω­ρί­ζου­με ὅ­λοι ὅ­τι ἡ ψυ­χι­κή μας κα­τά­στα­ση συν­δέ­ε­ται ἄ­με­σα μὲ τὴν σω­μα­τι­κή μας ὑ­γεί­α.

Πα­ρέν­θε­ση: καὶ μί­α καὶ τὸ ἔ­φε­ρε ἡ «κου­βέν­τα», ἡ Ἑλ­λη­νι­κὴ γλῶσ­σα μᾶς λέ­ει καὶ τί εἶ­ναι ἄ­σχη­μο. Ἀ­πὸ τὸ στε­ρη­τι­κὸ «α» καὶ τὴν λέ­ξη σχῆ­μα μπο­ροῦ­με εὔ­κο­λα νὰ κα­τα­λά­βου­με τί. Γιὰ σκε­φτεῖ­τε το λί­γο… 

 Σέ αὐ­τὸ τὸ ση­μεῖ­ο, δὲν μπο­ροῦ­με πα­ρὰ νὰ στα­θοῦ­με στὴν ἀν­τί­στοι­χη Λα­τι­νι­κὴ λέ­ξη γιὰ τὸ ἄ­γαλ­μα (ποὺ ἄλ­λο ἀ­πὸ Λα­τι­νι­κὴ δὲν εἶ­ναι). Οἱ Λα­τῖ­νοι ὀ­νό­μα­σαν τὸ ἄ­γαλ­μα, statua ἀ­πὸ τὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ «ἵστη­μι» ποὺ ἤ­δη ἀ­να­φέ­ρα­με σὰν λέ­ξη, καὶ τὸ ὀ­νό­μα­σαν ἔ­τσι ἐ­πει­δὴ στέ­κει ἀ­κί­νη­το. 

 Προ­σέξ­τε τὴν τε­ρά­στια δι­α­φο­ρὰ σὲ φι­λο­σο­φί­α με­τα­ξὺ τῶν δύ­ο γλωσ­σῶν, αὐ­τὸ ποὺ ση­μαί­νει στὰ Ἑλ­λη­νι­κὰ κά­τι τό­σο βα­θὺ ἐν­νοι­ο­λο­γι­κά, γιὰ τοὺς Λα­τί­νους εἶ­ναι ἁ­πλὰ ἕ­να ἀ­κί­νη­το πρᾶγ­μα. 

Εἶ­ναι προ­φα­νὴς ἡ σχέ­ση ποὺ ἔ­χει ἡ γλῶσ­σα μὲ τὴν σκέ­ψη τοῦ ἀν­θρώ­που. Ὅ­πως λέ­ει καὶ ὁ George Orwell στὸ ἀ­θά­να­το ἔρ­γο του «1984», ἁ­πλὴ γλῶσ­σα ση­μαί­νει καὶ ἁ­πλὴ σκέ­ψη. Ἐ­κεῖ τὸ κα­θε­στὼς προ­σπα­θοῦ­σε νὰ πε­ρι­ο­ρί­σει τὴν γλῶσ­σα γιὰ νὰ πε­ρι­ο­ρί­σει τὴν σκέ­ψη τῶν ἀν­θρώ­πων, κα­ταρ­γών­τας συ­νε­χῶς λέ­ξεις. 

Ἡ γλῶσ­σα καὶ οἱ κα­νό­νες αὐ­τῆς ἀ­να­πτύσ­σουν τὴν κρί­ση», ἔ­γρα­φε ὁ Μι­χά­ϊ Ἐ­μι­νέ­σκου, ἐ­θνι­κὸς ποι­η­τὴς τῶν Ρου­μά­νων.

Μί­α πο­λύ­πλο­κη γλῶσ­σα ἀ­πο­τε­λεῖ μαρ­τυ­ρί­α ἑ­νὸς προ­ηγ­μέ­νου πνευ­μα­τι­κὰ πο­λι­τι­σμοῦ. Τὸ νὰ μι­λᾶς σω­στὰ ση­μαί­νει νὰ σκέ­φτε­σαι σω­στά, νὰ γεν­νᾶς δια­ρκῶς λό­γο καὶ ὄ­χι νὰ πα­πα­γα­λί­ζεις λέ­ξεις καὶ φρά­σεις.

Η ΜΟΥΣΙΚΟΤΗΤΑ

Ἡ Ἑλ­λη­νι­κὴ φω­νὴ κα­τὰ τὴν ἀρ­χαι­ό­τη­τα ὀ­νο­μα­ζό­ταν «αὐ­δή». Ἡ λέ­ξη αὐ­τὴ δὲν εἶ­ναι τυ­χαῖα, προ­έρ­χε­ται ἀ­πὸ τὸ ρῆ­μα «ἄ­δω» ποὺ ση­μαί­νει τρα­γου­δῶ. 

Ὅ­πως γρά­φει καὶ ὁ με­γά­λος ποι­η­τὴς καὶ ἀ­κα­δη­μα­ϊ­κὸς Νι­κη­φό­ρος Βρετ­τά­κος: 

«Ὅ­ταν κά­πο­τε φύ­γω ἀ­πὸ τοῦ­το τὸ φῶς θὰ ἐ­λι­χθῶ πρὸς τὰ πά­νω, ὅ­πως ἕ­να πο­τα­μά­κι ποὺ μουρ­μου­ρί­ζει. Κι ἂν τυ­χὸν κά­που ἀ­νά­με­σα στοὺς γα­λά­ζιους δι­α­δρό­μους συ­ναν­τή­σω ἀγ­γέ­λους, θὰ τοὺς μι­λή­σω Ἑλ­λη­νι­κά, ἐ­πει­δὴ δὲν ξέ­ρου­νε γλῶσ­σες. Μι­λᾶ­νε με­τα­ξύ τους μὲ μου­σι­κή». 

Ὁ γνω­στὸς Γάλ­λος συγ­γρα­φεὺς Ζὰκ Λα­καρ­ρι­ὲρ ἐ­πί­σης μᾶς πε­ρι­γρά­φει τὴν κά­τω­θι ἐμ­πει­ρί­α ἀ­πὸ τὸ τα­ξί­δι του στὴν Ἑλ­λά­δα: «Ἄ­κου­γα αὐ­τοὺς τοὺς ἀν­θρώ­πους νὰ συ­ζη­τοῦν σὲ μί­α γλῶσ­σα ποὺ ἦ­ταν γιὰ μέ­να ἁρ­μο­νι­κὴ, ἀλ­λὰ καὶ ἀ­κα­τά­λη­πτα μου­σι­κή. Αὐ­τὸ τὸ τα­ξί­δι πρὸς τὴν πα­τρί­δα – μη­τέ­ρα τῶν ἐν­νοι­ῶν μας – μοῦ ἀ­πε­κά­λυ­πτε ἕ­ναν ἄ­γνω­στο πρό­γο­νο, ποὺ μι­λοῦ­σε μί­α γλῶσ­σα τό­σο μα­κρι­νὴ στὸ πα­ρελ­θόν, μὰ οἰ­κεῖα καὶ μό­νο ἀ­πὸ τοὺς ἤ­χους της. Αἰ­σθάν­θη­κα νὰ τὰ ἔ­χω χα­μέ­να, ὅ­πως ἄν μου εἶ­χαν πεῖ ἕ­να βρά­δυ ὅ­τι ὁ ἀ­λη­θι­νός μου πα­τέ­ρας ἢ ἡ ἀ­λη­θι­νή μου μά­ννα δὲν ἦσαν αὐ­τοὶ ποὺ μὲ εἶ­χαν ἀ­να­στή­σει». 

Ὁ δι­ά­ση­μος Ἕλ­λη­νας καὶ δι­ε­θνοῦς φή­μης μου­σι­κὸς Ἰ­ά­νης Ξε­νά­κης, εἶ­χε πολ­λὲς φο­ρὲς το­νί­σει ὅ­τι ἡ μου­σι­κό­τη­τα τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς εἶ­ναι ἐ­φά­μιλ­λη τῆς συμ­παν­τι­κῆς.

Ἀλ­λὰ καὶ ὁ Γίβ­βων μί­λη­σε γιὰ μου­σι­κό­τα­τη καὶ γο­νι­μό­τα­τη γλῶσ­σα, ποὺ δί­νει κορ­μὶ στὶς φι­λο­σο­φι­κὲς ἀ­φαι­ρέ­σεις καὶ ψυ­χὴ στὰ ἀν­τι­κεί­με­να τῶν αἰ­σθή­σε­ων. Ἂς μὴν ξε­χνᾶ­με ὅ­τι οἱ Ἀρ­χαῖ­οι Ἕλ­λη­νες δὲν χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σαν ξε­χω­ρι­στὰ σύμ­βο­λα γιὰ νό­τες, χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σαν τὰ ἴ­δια τὰ γράμ­μα­τα τοῦ ἀλ­φα­βή­του.

«Οἱ τό­νοι τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς γλώσ­σας εἶ­ναι μου­σι­κὰ ση­μεῖ­α ποὺ μα­ζὶ μὲ τοὺς κα­νό­νες προ­φυ­λάτ­τουν ἀ­πὸ τὴν πα­ρα­φω­νί­α μί­α γλῶσ­σα κα­τ᾿ ἐ­ξο­χὴν μου­σι­κή, ὅ­πως κά­νει ἡ ἀν­τί­στι­ξη ποὺ δι­δά­σκε­ται στὰ ὠ­δεῖ­α, ἢ οἱ δι­έ­σεις καὶ ὑ­φέ­σεις ποὺ δι­ορ­θώ­νουν τὶς κα­κό­η­χες συγ­χορ­δί­ες», ὅ­πως ση­μει­ώ­νει ἡ φι­λό­λο­γος καὶ συγ­γρα­φεὺς Α. Τζι­ρο­πού­λου-Εὐ­στα­θί­ου. 

Εἶ­ναι γνω­στὸ ἐ­ξάλ­λου πὼς ὅ­ταν οἱ Ρω­μαῖ­οι πο­λίτες πρω­τά­κου­σαν στὴν Ρώ­μη Ἕλ­λη­νες ρή­το­ρες, συ­νέρ­ρε­αν νὰ ἀ­πο­θαυ­μά­σουν, ἀ­κό­μη καὶ ὅ­σοι δὲν γνώ­ρι­ζαν Ἑλ­λη­νι­κά, τοὺς ἀν­θρώ­πους ποὺ «ἐ­λά­λουν ὡς ἀ­η­δό­νες». 

 

Δυ­στυ­χῶς κά­που στὴν πο­ρεί­α τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς φυ­λῆς, ἡ μου­σι­κό­τη­τα αὐ­τὴ (τὴν ὁ­ποί­α οἱ Ἰ­τα­λοὶ κα­τά­φε­ραν καὶ κρά­τη­σαν) χά­θη­κε, προ­φα­νῶς στὰ μαῦ­ρα χρό­νια τῆς Τουρ­κο­κρα­τί­ας.

Νὰ το­νί­σου­με ἐ­δῶ ὅ­τι οἱ ἄν­θρω­ποι τῆς ἐ­παρ­χί­ας τούς ὁ­ποί­ους συ­χνὰ κο­ρο­ϊ­δεύ­ου­με γιὰ τὴν προ­φο­ρά τους, εἶ­ναι πιὸ κον­τὰ στὴν Ἀρ­χαι­ο­ελ­λη­νι­κὴ προ­φο­ρὰ ἀ­πὸ ὅ­τι ἐ­μεῖς οἱ ἄν­θρω­ποι τῆς πό­λε­ως. 

Ἡ Ἑλ­λη­νι­κὴ γλῶσ­σα ἐ­πε­βλή­θη ἀ­βί­α­στα (στοὺς Λα­τί­νους) καὶ χά­ρη στὴν μου­σι­κό­τη­τά της. 

Ὅ­πως γρά­φει καὶ ὁ Ρω­μαῖ­ος Ὁρά­τιος «Ἡ Ἑλ­λη­νι­κὴ φυ­λὴ γεν­νή­θη­κε εὐ­νο­η­μέ­νη μὲ μί­α γλῶσ­σα εὔ­η­χη, γε­μά­τη μου­σι­κό­τη­τα».

 

http://www.newsbomb.gr

 

 

 

Σχετικά