ΣΤΟΝ ΑΕΡΑΕΡΩ — ΡαδιοΣυχνότητα
Ενωμένη ΡωμηοσύνηΕνωμένη ΡωμηοσύνηΚΕΝΤΡΟΝ ΕΝΟΤΗΤΟΣ ΚΑΙ ΜΕΛΕΤΗΣ
ΠΡΟΒΟΛΗΣ ΤΩΝ ΑΞΙΩΝ ΜΑΣ
ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ
Πανελλήνια Σύναξη στην ΙερισσόΣημαντική Ανακοίνωση προς τα Μέλη και Φίλους της «ΕΝΩΜΕΝΗΣ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗΣ» (Ε.ΡΩ.)Πρόγραμμα των Εκδηλώσεων Ετήσιας Σύναξης της Ε.Ρω στην Ιερισσό – 29/9/22 – 2/10/22Ανάγκες σε συνεργάτεςΠανελλήνια Σύναξη στην ΙερισσόΣημαντική Ανακοίνωση προς τα Μέλη και Φίλους της «ΕΝΩΜΕΝΗΣ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗΣ» (Ε.ΡΩ.)Πρόγραμμα των Εκδηλώσεων Ετήσιας Σύναξης της Ε.Ρω στην Ιερισσό – 29/9/22 – 2/10/22Ανάγκες σε συνεργάτες

ΠΩΣ Η ΓΛΩΣΣΑ ΑΝΑΔΕΙΚΝΥΕΙ ΤΗΝ ΕΝΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΤΗ ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΤΟΥ ΓΕΝΟΥΣ*

18 Ιανουαρίου 2013 · 20 λεπτά

Σηφακάκης Βασίλειος

Φι­λό­λο­γος – Ἀν­τι­πρό­ε­δρος τοῦ Ο.Δ.Ε.Γ.

 

Ὁ ΟΔΕΓ, τὸν ὁ­ποῖ­ο ἐκ­προ­σω­πῶ, ἀ­πο­δέ­χθη­κε μὲ χα­ρὰ τὴν πρό­σκλη­ση ποὺ μᾶς ἀ­πευ­θύ­να­τε, γιὰ τὴ συμ­με­το­χή μας στὴν Ἡ­με­ρί­δα αὐ­τὴ μὲ θέ­μα «Τὸ Γέ­νος σή­με­ρα-Προ­βλή­μα­τα καὶ λύ­σεις». Τὸ κύ­ριο ἀν­τι­κεί­με­νο τῆς δρα­στη­ρι­ό­τη­τος τοῦ Ὀρ­γα­νι­σμοῦ μας, ὅ­πως πα­ρου­σι­ά­στη­κε καὶ ἀ­πὸ τὶς στῆ­λες τοῦ ἐ­ξαι­ρε­τι­κοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ σας στὸ πρῶ­το τεῦ­χος του, εἶ­ναι ἡ γλῶσ­σα. Εἶ­ναι λοι­πὸν φυ­σι­κὸ νὰ μᾶς ἐν­δι­α­φέ­ρη ἡ ση­με­ρι­νὴ Ἡμε­ρί­δα, ἀ­φοῦ καὶ ἡ γλῶσ­σα ἀ­πο­τε­λεῖ βα­σι­κὸ συ­στα­τι­κὸ στοι­χεῖ­ο καὶ ἰ­σχυ­ρὸ συ­νε­κτι­κὸ δε­σμὸ ἑ­νὸς Ἔ­θνους.

Πρῶ­τα-πρῶ­τα θέ­λω νὰ σᾶς συγ­χα­ρῶ γιὰ τὴν πρω­το­βου­λί­α σας, νὰ ἀ­να­δεί­ξε­τε μέ­σα ἀ­πὸ τὴν Ἡμε­ρί­δα αὐ­τὴ τὴν ἱ­στο­ρι­κὴ συ­νέ­χεια τῆς φυ­λῆς μας, μὲ ὅ­λα ἐ­κεῖ­να τὰ συ­στα­τι­κὰ στοι­χεῖ­α πού τὴν ἀ­πο­δει­κνύ­ουν, σὲ και­ροὺς χα­λε­πούς, ὅ­πως τὴ ση­με­ρι­νὴ ἐ­πο­χή. Πο­λὺ τε­τριμ­μέ­νο εἶ­ναι νὰ ἀ­να­φερ­θῶ στὶς τά­σεις πού ἐ­πι­κρα­τοῦν σή­με­ρα, πού μὲ τὴν παγ­κο­σμι­ο­ποί­η­ση τεί­νουν νὰ ἰ­σο­πε­δω­θοῦν καὶ νὰ ἐ­ξα­φα­νι­στοῦν ὅ­λα ὅ­σα συν­θέ­τουν τοὺς ἐ­πὶ μέ­ρους πο­λι­τι­σμοὺς καὶ ἑ­πο­μέ­νως καὶ τὸ δι­κό μας. Ἰ­δι­αί­τε­ρα, ἐ­μᾶς μᾶς πο­λε­μοῦν πε­ρισ­σό­τε­ρο, για­τί φαι­νό­με­να, ὅ­πως τοῦ δι­κοῦ μας πο­λι­τι­σμοῦ, τῆς δι­κῆς μας ἱ­στο­ρι­κῆς πα­ρου­σί­ας στὸν κό­σμο εἶ­ναι μο­να­δι­κά, μὲ ἀ­πο­τέ­λε­σμα νὰ ἀν­τι­με­τω­πί­ζου­με ὄ­χι μό­νο τὸν φθό­νο ἀλ­λὰ τὴν ὀρ­γὴ καὶ τὸ μί­σος πολ­λῶν. Ἀ­να­φέ­ρο­μαι, βέ­βαι­α, σὲ μί­α ἱ­στο­ρι­κὴ συ­νέ­χεια, χω­ρὶς δι­α­κο­πή, χι­λι­ε­τι­ῶν. Δὲν εἴ­μα­στε Ἰν­δο­ευ­ρω­παῖ­οι, δὲν ἤλ­θα­με ἐξ Ἀνα­το­λῶν οὔ­τε ἀ­πὸ τὴν Ἀ­φρι­κή, οὐ­δεὶς Δω­ρι­εὺς κα­τῆλ­θε ἀ­πὸ τὸν Βορ­ρᾶ, ἀ­φοῦ κα­τοι­κοῦ­σαν ἀ­νέ­κα­θεν στὴν Πε­λο­πόν­νη­σο καὶ τὴν Κρή­τη, δὲν γί­να­με Σλά­βοι, δὲν ἐ­κτουρ­κι­στή­κα­με, δὲν γί­να­με Ἀλ­βα­νοί. Κι αὐ­τὰ τὰ λέ­γω για­τί ὑ­πάρ­χουν σχε­τι­κὲς θε­ω­ρί­ες. Ἕλ­λη­νες εἴ­μα­στε ἀ­νέ­κα­θεν δι­ε­κή­ρυ­ξαν οἱ πρό­γο­νοί μας καὶ τὸ ἴ­διο λέ­με καὶ μεῖς σή­με­ρα καὶ μά­λι­στα μὲ πε­ρισ­σό­τε­ρα στοι­χεῖ­α.

Ἡ αὐ­το­χθο­νί­α εἶ­ναι συ­χνὸ θέ­μα στοὺς Ἀρ­χαί­ους Ἕλ­λη­νες συγ­γρα­φεῖς. Σχε­τι­κὲς ἀ­να­φο­ρὲς ὑ­πάρ­χουν στὸν Ἡ­ρό­δο­το, στὸν Θου­κυ­δί­δη, στὸν Πλά­τω­να, στὸν Ἰ­σο­κρά­τη, στὸν Λυ­σί­α, στὸν Ἀ­ρι­στο­φά­νη, στὸν Πλού­ταρ­χο, στὸν Παυ­σα­νί­α, στὸν Δι­ό­δω­ρο Σι­κε­λι­ώ­τη καὶ σὲ ἄλ­λους συγ­γρα­φεῖς καὶ σχο­λια­στὲς Ἀρ­χαί­ων ἑλ­λη­νι­κῶν κει­μέ­νων. (Ἕλ­λη­νες ἀ­εὶ ἐ­σμέν, Ἀν­των. Ἀν­τω­νά­κου, ἐκ­δό­σεις Κάδ­μος 2007, σελ. 87 καὶ ἑ­ξῆς). Καὶ οἱ ἀ­να­φο­ρὲς δὲν ἀ­φο­ροῦν βέ­βαι­α μό­νον τοὺς Ἀρ­χαί­ους Ἀ­θη­ναί­ους, ἀλ­λὰ καὶ τοὺς κα­τοί­κους τῆς Πε­λο­πον­νή­σου –Ἀρ­γεί­ους, Προ­σέ­λη­νους Ἀρ­κά­δες, Κυ­νου­ρί­ους,– τοὺς Ἐ­τε­ό­κρη­τες, τοὺς κα­τοί­κους τῆς Σα­μο­θρά­κης καὶ δὲν ὑ­πο­νο­εῖ­ται ὅ­τι οἱ ὑ­πό­λοι­ποι ἦ­σαν ἔ­ξω­θεν φερ­μέ­νοι. Σή­με­ρα, γιὰ νὰ κλεί­σου­με τὸ θέ­μα αὐ­τό, μπο­ροῦ­με νὰ ἰ­σχυ­ρι­σθοῦ­με, στη­ρι­ζό­με­νοι σὲ πε­ρισ­σό­τε­ρα στοι­χεῖ­α ὅ­τι ὁ Ἑλ­λη­νι­σμὸς ἔ­χει βα­θει­ὲς ρί­ζες. Κι αὐ­τὰ εἶ­ναι τὰ ἀ­δι­ά­σει­στα ἀ­πο­δει­κτι­κὰ πο­ρί­σμα­τα τῶν ση­με­ρι­νῶν ἐ­πι­στη­μῶν, πε­ρισ­σό­τε­ρο τῆς Βι­ο­λο­γί­ας, τῶν ἀ­να­σκα­φι­κῶν εὑρη­μά­των, τῶν ἀν­θρω­πο­λο­γι­κῶν ἐ­ρευ­νῶν, ἀ­κό­μη καὶ τῆς λα­λέ­ου­σας τὰ ἀ­λη­θῆ Μυ­θο­λο­γί­ας μας. Ἡ ἴ­δια ἡ λέ­ξη μῦ­θος ση­μαί­νει λό­γος καὶ Μυ­θο­λο­γί­α εἶ­ναι ἡ ἀ­φή­γη­ση λό­γων καὶ ὄ­χι πα­ρα­μυ­θι­ῶν. Νὰ μοῦ συγ­χω­ρή­σε­τε τὶς γε­νι­κὲς αὐ­τὲς ἀ­να­φο­ρές, ἀλ­λὰ ἂν ἀ­να­φερ­θεῖ κά­ποι­ος δι­ε­ξο­δι­κὰ στὰ ζη­τή­μα­τα αὐ­τὰ θὰ ἔ­πρε­πε νὰ εἶ­ναι ὁ μό­νος ὁ­μι­λη­τής σ᾿ ὅ­λη τὴν Ἡ­με­ρί­δα καὶ πά­λι ὁ χρό­νος δὲν θὰ ἀρ­κοῦ­σε.

Ἀ­πο­τε­λοῦ­με, λοι­πόν, ὅ­λοι οἱ Ἕλ­λη­νες ἕ­να πα­νάρ­χαι­ο Ἔ­θνος μὲ κοι­νοὺς δε­σμούς. Τὴν ἔν­νοι­α τοῦ Ἑλ­λη­νι­κοῦ Ἔ­θνους προσ­δι­ο­ρί­ζει μὲ κα­τα­πλη­κτι­κὴ ἀ­κρί­βεια ὁ Ἡ­ρό­δο­τος στὸ ἔρ­γο του (Οὐ­ρα­νί­α ἐ­δά­φιο 44) στὴν ἀ­πάν­τη­ση τῶν Ἀ­θη­ναί­ων πρὸς τοὺς Σπαρ­τιᾶ­τες. Στοὺς τε­λευ­ταί­ους, ποὺ φο­βή­θη­καν μή­πως οἱ Ἀ­θη­ναῖ­οι συν­θη­κο­λο­γή­σουν μὲ τὸν Ξέρ­ξη, οἱ Ἀ­θη­ναῖ­οι ἀ­πάν­τη­σαν: «Τὸ ἑλ­λη­νι­κόν, ἐ­ὸν ὅ­μαι­μόν τε καὶ ὁ­μό­γλωσ­σον, καὶ θε­ῶν ἱ­δρύ­μα­τά τε κοι­νὰ καὶ θυ­σί­αι, ἤ­θε­ά τε τὰ ὁ­μό­τρο­πα, τῶν προ­δό­τας γε­νέ­σθαι Ἀ­θη­ναί­ους οὐκ ἂν ἔ­χοι», ποὺ ση­μαί­νει ὅ­τι τὸ Ἑλ­λη­νι­κὸν Ἔθνος εἶ­ναι ὅ­μαι­μον (ἔ­χει δηλ. κοι­νὴ φυ­λε­τι­κὴ κα­τα­γω­γή), ὁ­μό­γλωσ­σον, ἔ­χει να­ούς, ἀ­γάλ­μα­τα θε­ῶν καὶ θυ­σί­ες, ὅ­λα κοι­νά, ἤ­θη ὁ­μό­τρο­πα καὶ αὐ­τῶν δὲν εἶ­ναι δυ­να­τὸν νὰ γί­νουν προ­δό­τες οἱ Ἀ­θη­ναῖ­οι. Ὁ προσ­δι­ο­ρι­σμὸς αὐ­τὸς τοῦ Ἡ­ρο­δό­του δὲν ἔ­χει ἀ­να­τρα­πεῖ μέ­χρι σή­με­ρα. Ἀ­νε­ξάρ­τη­τα ἀ­πὸ τὸ ποι­ὸς πα­ρά­γων εἶ­ναι πε­ρισ­σό­τε­ρο κα­θο­ρι­στι­κός, –στὸν Ἡ­ρό­δο­το, φαί­νε­ται νὰ το­νί­ζε­ται ὁ ρό­λος τῆς Θρη­σκεί­ας,– δὲν ἀμ­φι­σβη­τεῖ­ται ὅ­τι καὶ ἡ γλῶσ­σα εἶ­ναι πο­λὺ ση­μαν­τι­κὸς πα­ρά­γων γιὰ τὴν συ­νο­χὴ ἑ­νὸς Ἔθνους.

Δὲν ὑ­πάρ­χει σή­με­ρα ἀμ­φι­βο­λί­α ὅ­τι ἡ Ἑλ­λη­νι­κὴ γλῶσ­σα εἶ­ναι ἡ ἀρ­χαι­ό­τε­ρη τῶν Εὐ­ρω­πα­ϊ­κῶν γλωσ­σῶν καὶ μί­α ἀ­πὸ τὶς ἐ­λά­χι­στες γλῶσ­σες παγ­κο­σμί­ως ποὺ ὁ­μι­λεῖ­ται ἀ­δι­α­λεί­πτως ἐ­δῶ καὶ χι­λιά­δες χρό­νια. Ἴ­σως ἀν­τί­στοι­χο πα­ρά­δειγ­μα μπο­ροῦ­με νὰ δοῦ­με μό­νο στὴν Κι­νε­ζι­κή. Πρέ­πει νὰ κα­τα­λά­βου­με ὅ­τι ἕ­νας ση­με­ρι­νὸς Ἕλ­λη­νας, μὲ μέ­τρι­ες γραμ­μα­τι­κὲς γνώ­σεις, θὰ μπο­ροῦ­σε κάλ­λι­στα νὰ συν­δι­αλ­λε­χθῆ μὲ ἕ­ναν Ἕλ­λη­να τῆς κλασ­σι­κῆς ἐ­πο­χῆς, στὴν Ἀ­γο­ρὰ τῶν Ἀ­θη­νῶν, πα­ρὰ τὴ δυ­σκο­λί­α τῆς προ­σω­δια­κῆς ἀ­παγ­γε­λί­ας τῶν Ἀρ­χαί­ων Ἑλ­λή­νων. Μπο­ρεῖ νὰ ὑ­πάρ­χουν σή­με­ρα καὶ κά­ποι­ες ἀ­πό­ψεις ποὺ δι­α­κη­ρύσ­σουν ὅ­τι εἶ­ναι δι­α­φο­ρε­τι­κὴ ἡ ἀρ­χαί­α ἀ­πὸ τὴν νέ­α ἑλ­λη­νι­κὴ γλώσ­σα. Αὐ­τοὶ ποὺ τὶς ἐκ­φρά­ζουν ἢ γνω­ρί­ζουν κα­λὰ τί κά­νουν καὶ ποι­ὰ συμ­φέ­ρον­τα ἐ­ξυ­πη­ρε­τοῦν ἢ δὲν ξέ­ρουν τί τοὺς γί­νε­ται.  

Ἡ γλῶσ­σα αὐ­τή, μὲ ἐ­πι­στη­μο­νι­κὰ πλέ­ον δε­δο­μέ­να καὶ ὄ­χι μὲ ὑ­πο­θέ­σεις, ὁ­μι­λεῖ­ται ἐ­δῶ καὶ 4.000 χρό­νια. Αὐ­τὸ στη­ρί­ζε­ται στὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι ἡ γραμ­μι­κὴ γρα­φὴ Β΄, ἡ ὁ­ποί­α ἀ­πο­κρυ­πτο­γρα­φή­θη­κε, ἀ­πο­δεί­χθη­κε ἑλ­λη­νι­κὴ καὶ δὲν εἶ­ναι βέ­βαι­α δυ­να­τὸν ἡ γραμ­μι­κὴ γρα­φὴ Α΄, ἡ ὁ­ποῖα δὲν ἀ­πο­κρυ­πτο­γρα­φή­θη­κε πλή­ρως ἀ­κό­μη, καὶ στὴν ὁ­ποί­α στη­ρί­ζε­ται ἡ γραμ­μι­κὴ γρα­φὴ Β΄, νὰ εἶ­ναι σαν­σκρι­τι­κά. Εἶ­ναι ἀ­πο­δε­δειγ­μέ­νο ἐ­πι­στη­μο­νι­κὰ ὅ­τι ἐ­χρη­σι­μο­ποι­εῖ­το ἡ γραμ. Γρα­φὴ Β΄ τὸ 1450 π.Χ. ἐ­νῶ σὲ κά­ποι­ες πε­ρι­ο­χὲς χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σαν ἀ­κό­μη τὴ γραμ­μι­κὴ γρα­φὴ Α΄. Καὶ κά­νω λό­γο γιὰ μί­α πραγ­μα­τι­κὰ σύν­το­μη πα­ρου­σί­α τῆς ἑλ­λη­νι­κῆς γλώσ­σας 4.000 χρό­νων, για­τί δὲν μπο­ροῦ­με νὰ ἀ­πο­δεί­ξου­με ἐ­πι­στη­μο­νι­κὰ ὅ­τι ἡ ἐ­πι­γρα­φὴ τοῦ Δι­σπη­λιοῦ τοῦ 5.260 π.Χ. ὁ­μι­λεῖ ἑλ­λη­νι­κά, πα­ρὰ τὸ ὅ­τι ὁ Γ. Χουρ­μου­ζιά­δης, Ἀρ­χαι­ο­λό­γος καὶ ἀ­να­σκα­φέ­ας θε­ω­ρεῖ πρό­γο­νο τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς, τὴ γρα­φὴ τοῦ Δι­σπη­λιοῦ. Ἀ­νά­λο­γα τέ­τοι­α δείγ­μα­τα γρα­φῆς ὑ­πάρ­χουν καὶ σὲ ἕ­να ἐ­νε­πί­γρα­φο σφον­δύ­λι τῆς συλ­λο­γῆς Στα­θά­του, τοῦ 5.000 π.Χ., σὲ μί­α προ­ϊ­στο­ρι­κὴ σφρα­γί­δα ἀ­πὸ τὰ Γι­αν­νι­τσὰ τοῦ 5.000 ἐ­πί­σης π.Χ. καὶ σὲ ὄ­στρα­κο ἀ­πὸ τὰ Γι­ού­ρα τῆς Ἀ­λον­νή­σου τοῦ 4.000 π.Χ. Καὶ ἐ­πει­δὴ δὲν ἀμ­φι­σβη­τεῖ­ται ἀ­πὸ κα­νέ­να ὅ­τι ὁ προ­φο­ρι­κὸς λό­γος προ­η­γεῖ­ται τοῦ γρα­πτοῦ, μπο­ροῦ­με νὰ κά­νου­με λό­γο γιὰ ἑλ­λη­νι­κὴ γλῶσ­σα του­λά­χι­στον 7.000 ἐ­τῶν καὶ ἑ­πο­μέ­νως καὶ γιὰ Ἕλ­λη­νες ἀ­να­λό­γου, ἐ­πί­σης ἡ­λι­κί­ας. Καὶ αὐ­τὰ εἶ­ναι δε­δο­μέ­να, χω­ρὶς νὰ λά­βου­με ὑ­π᾿ ὄ­ψιν τὶς με­λέ­τες τοῦ Ἄ­ρη Που­λια­νοῦ καὶ ὁ­μά­δος Δι­ε­θνῶν ἐ­πι­στη­μό­νων, ποὺ ἀ­πέ­δει­ξαν ὅ­τι οἱ Σα­ρα­κα­τσά­νοι, ἀρ­χαι­ό­τα­το ἑλ­λη­νι­κὸ φῦλο, ὁ­μι­λεῖ τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ γλώσ­σα, πολ­λὲς χι­λι­ε­τί­ες πρίν.

Ὅ­λα αὐ­τά, βέ­βαι­α, ἀ­πο­δει­κνύ­ουν ὅ­τι οὔ­τε ἐ­μεῖς εἴ­μα­στε Ἰν­δο­ευ­ρω­παῖ­οι, οὔ­τε ἡ γλῶσ­σα μας εἶ­ναι Ἰν­δο­ευ­ρω­πα­ϊ­κὴ οὔ­τε καὶ τὸ ἀλ­φά­βη­τό μας Φοι­νι­κι­κό. Ἡ  θε­ω­ρί­α τοῦ Ἰν­δο­ευ­ρω­πα­ϊ­σμοῦ ἔ­χει τὶς ρί­ζες της στὶς ἀρ­χὲς τοῦ 19ου αἰ. Εἶ­ναι ἐ­φεύ­ρη­μα κυ­ρί­ως τῶν Γερ­μα­νῶν ποὺ πρω­το­στά­τη­σαν, οἱ ὁ­ποῖ­οι με­τὰ τὴ νι­κη­φό­ρο γι᾿  αὐ­τοὺς ἐ­ξέ­λι­ξη τῶν Να­πο­λε­ον­τεί­ων Πο­λέ­μων, συ­νέ­βα­λε καὶ αὐ­τὴ στὴν ἔ­ξαρ­ση τοῦ γερ­μα­νι­κοῦ ἐ­θνι­κι­σμοῦ. Ἔ­πρε­πε νὰ βρε­θῆ ἕ­να Ἔ­θνος Ἀ­ρί­ων, ποὺ μὲ τὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά του, ἀ­νά­με­σα σ᾿ αὐ­τὰ καὶ ἡ γλῶσ­σα νὰ ὑ­πε­ρέ­χη τῶν ἄλ­λων. Σὲ σχέ­ση μὲ τὴ γλώσ­σα, ἡ θε­ω­ρί­α στη­ρί­χθη­κε στὴ συγ­γέ­νεια τῶν λέ­ξε­ων ποὺ δη­λώ­νουν πρό­σω­πα ἢ πράγ­μα­τα. Ἡ ρί­ζα τῶν λέ­ξε­ων π.χ. μη­τέ­ρα-μά­ννα-μα­μά, πα­τέ­ρα καὶ πλή­θους ἄλ­λων, εἶ­ναι κοι­νὴ σ᾿ αὐ­τὲς τὶς θε­ω­ρού­με­νες Ἰν­δο­ευ­ρω­πα­ϊ­κὲς γλῶσ­σες. Δὲν δι­α­φω­νοῦ­με γι᾿ αὐ­τό. Ἀν­τὶ ὅ­μως νὰ ἀ­πο­δο­θῆ αὐ­τὴ ἡ συγ­γέ­νεια στὴν πιὸ ἀρ­χαί­α ἀ­πὸ τὶς σω­ζό­με­νες σή­με­ρα γλῶσ­σες, στὴν Ἑλ­λη­νι­κή, ἐ­φευ­ρέ­θη­κε ἡ θε­ω­ρί­α αὐ­τὴ γιὰ νὰ λύ­ση τὸ πρό­βλη­μα. Δὲν ἦ­ταν δυ­να­τὸν οἱ Γερ­μα­νοὶ νὰ ἀ­πο­δώ­σουν πρω­τεῖ­α στοὺς Ἕλ­λη­νες καὶ τὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ πνεῦ­μα, σὲ μία ἐ­πο­χὴ μά­λι­στα ποὺ ἡ Ἑλ­λά­δα δὲν εἶ­χε κρα­τι­κὴ ὀν­τό­τη­τα. Θυ­μη­θεῖ­τε αὐ­τὸ ποὺ εἶ­πα προ­η­γου­μέ­νως ὅ­τι μὲ τὸν πο­λι­τι­σμὸ μας προ­κα­λοῦ­με τὸ φθό­νο. Καὶ αὐ­τὸ τὸ λέ­γω μὲ ἐ­πί­γνω­ση ὅ­τι Γερ­μα­νοὶ ἐ­πι­στή­μο­νες εἶ­ναι οἱ ἐγ­κυ­ρό­τε­ροι με­λε­τη­τὲς καὶ σχο­λια­στὲς τῆς Ἀρ­χαί­ας ἑλ­λη­νι­κῆς γραμ­μα­τεί­ας. Ἀ­πὸ τό­τε βέ­βαι­α ἔ­χουν πε­ρά­σει πολ­λὰ χρό­νια καὶ ἡ ἀρ­χαι­ο­λο­γι­κὴ σκα­πά­νη καὶ ἔ­ρευ­να ἔ­φε­ρε στὸ φῶς πολ­λὰ νέ­α στοι­χεῖ­α τὰ ὁ­ποῖ­α στὴν πιὸ κα­λὴ πε­ρί­πτω­ση γιὰ τοὺς Ἰν­δο­ευ­ρω­πα­ϊ­στές, θέ­τουν ἐν ἀμ­φι­βό­λῳ τὴ θε­ω­ρί­α τους. Ὡ­στό­σο δὲν εἶ­ναι εὔ­κο­λο γιὰ τοὺς Ἕλ­λη­νες Ἀκα­δη­μα­ϊ­κοὺς νὰ ξε­χά­σουν ἢ νὰ ἀ­να­θε­ω­ρή­σουν ὅ­σα ἔ­μα­θαν ὅ­ταν μα­θή­τευ­σαν στὰ Πα­νε­πι­στή­μια ἐν­τὸς καὶ ἐ­κτός τῆς Ἑλ­λά­δος. Θὰ ἦ­ταν ἐξ ἄλ­λου πο­λὺ δύ­σκο­λο νὰ ἐν­τρυ­φή­σουν σ᾿ αὐ­τὰ τὰ νέ­α δε­δο­μέ­να καὶ νὰ ξε­κι­νή­σουν μί­α νέ­α δι­δα­σκα­λί­α, δι­α­φο­ρε­τι­κὴ ἀ­πὸ ἐ­κεί­νη ποὺ μέ­χρι τώ­ρα ἐ­δί­δα­σκαν. Γι᾿ αὐ­τὸ καὶ ἡ θε­ω­ρί­α αὐ­τὴ καὶ στὰ Ἑλ­λη­νι­κὰ Πα­νε­πι­στή­μια κα­λὰ κρα­τεῖ.     

Ἡ ἀρ­χαι­ό­τη­τα τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς γλώσ­σας καὶ ἑ­πο­μέ­νως καὶ τοῦ Ἑλ­λη­νι­σμοῦ εἶ­ναι δε­δο­μέ­νη. Νὰ ση­μει­ώ­σου­με ἐ­δῶ ὅ­τι οἱ πα­λαι­ό­τε­ρες ἐ­πι­γρα­φὲς τῆς Κι­νε­ζι­κῆς ἀ­νά­γον­ται στὸ 1.450 π.Χ., τῆς Ἑ­βρα­ϊ­κῆς στὸν 7ον αἰ. καὶ ἀ­πὸ τὶς σύγ­χρο­νες γλῶσ­σες τὰ πρῶ­τα Γερ­μα­νι­κὰ κεί­με­να ἀ­νά­γον­ται στὸν 4ον αἰ. μ.Χ., τὰ Ἀγ­γλι­κὰ στὸν 8ο, τὰ Γαλ­λι­κὰ στὸν 9ο, τὰ Ἱ­σπα­νι­κὰ στὸν 10ο, τὰ Ἰ­τα­λι­κὰ καὶ Πορ­το­γαλ­λι­κὰ στὸν 12ο αἰ. μ.Χ. Πέ­ραν τῶν ὅ­σων ἀ­νε­φέρ­θη­σαν προ­η­γου­μέ­νως γιὰ τὶς ἀρ­χαι­ό­τα­τες μαρ­τυ­ρί­ες ὑ­πάρ­ξε­ως ἑλ­λη­νι­κῆς γρα­φῆς (Δι­σπη­λιό, Γι­ού­ρα κ.λ.π.) καὶ ἑ­πο­μέ­νως καὶ γλώσ­σας, ὑ­πάρ­χει καὶ πλῆ­θος ἄλ­λων στοὺς Ἀρ­χαί­ους Ἕλ­λη­νες συγ­γρα­φεῖς, ποὺ ἐ­πι­βε­βαι­ώ­νουν τὸ γε­γο­νὸς αὐ­τό. Ὁ ἴ­διος ὁ Ὅ­μη­ρος ἀ­να­φέ­ρον­τας στὸ Ζ’ 169 τῆς Ἰ­λιά­δος ὅ­τι ὁ Προῖ­τος «γρά­ψας ἐν πί­να­κι πτυ­κτῶ… σή­μα­τα λυ­γρά», ὑ­πο­νο­εῖ ὅ­τι χρη­σι­μο­ποί­η­σε ὄ­χι μό­νο γρα­φὴ ἀλ­λὰ καὶ σχε­τι­κὸ τε­τρά­διο. Τὴν ὕ­παρ­ξη αὐ­τοῦ του πτυ­κτοῦ πί­να­κος τε­τρα­δί­ου-βι­βλί­ου ἔρ­χε­ται νὰ ἐ­πι­βε­βαι­ώ­ση καὶ ἡ ἀ­να­κά­λυ­ψη ἑ­νὸς Μυ­κη­να­ϊ­κοῦ ναυ­α­γί­ου στὴν Ἀρ­χαί­α Ἀν­τίφελ­λο, ἀ­πέ­ναν­τι ἀ­πὸ τὸ Κα­στελ­λό­ρι­ζο. Ἀ­νά­με­σα στὰ ἄλ­λα πο­λύ­τι­μα εὑ­ρή­μα­τα ἦ­ταν καὶ τὸ ἀρ­χαι­ό­τε­ρο βι­βλί­ο τοῦ κό­σμου, ὅ­πως χα­ρα­κτη­ρί­στη­κε τό­τε. Τὸ βι­βλί­ο ἢ τε­τρά­διο ἀ­πε­τε­λεῖ­το ἀ­πὸ δύ­ο ξύ­λι­να πτυσ­σό­με­να φύλ­λα ἑ­νω­μέ­να μὲ ἐ­λε­φαν­το­στέ­ϊ­νους ἁρ­μούς. Οἱ ἐ­σω­τε­ρι­κὲς ἐ­πι­φά­νει­ες τῶν φύλ­λων δη­μι­ουρ­γοῦν κοι­λό­τη­τες μὲ ὀρ­θο­γώ­νιο πε­ρι­χεί­λω­μα, γε­γο­νὸς ποὺ ὑ­πο­νο­εῖ ὅ­τι ἐ­γε­μί­ζον­το μὲ κά­ποι­ο ὑ­λι­κό, ἴ­σως κε­ρί, πά­νω στὸ ὁ­ποῖ­ο ἐ­χα­ράσ­σον­το τὰ γράμ­μα­τα. Τὸ ναυά­γιο εἶ­ναι τοῦ 14ου ἢ 13ου π.Χ. αἰ. καὶ ἀ­νά­με­σα στὰ ἄλ­λα ἀ­πο­δει­κνύ­ει τὴν ὕ­παρ­ξη τῆς γρα­φῆς πο­λὺ πρὶν τὰ Τρω­ϊ­κά. Ὁ Πλού­ταρ­χος ἀ­να­φέ­ρει ὅ­τι ὁ Ἀ­γη­σί­λα­ος ἀ­νε­κά­λυ­ψε στὴν Ἀλί­αρ­το τὸν τά­φο τῆς Ἀλ­κμή­νης, μη­τέ­ρας τοῦ Ἡ­ρα­κλέ­ους ὁ ὁ­ποῖ­ος εἶ­χε ἀ­φι­έ­ρω­μα «πί­να­κα χαλ­κοῦν ἔ­χον­τα γράμ­μα­τα πολ­λά, θαυ­μα­στά, παμ­πά­λαι­α».

Στὴν Ὑ­πά­τη εὑ­ρέ­θη πα­λαι­ὰ τὶς στή­λη, ἔ­χου­σα ἐ­πι­γρα­φὴν «ἀρ­χαί­οις γράμ­μα­σιν», κα­τὰ τὸν Ἀ­ρι­στο­τέ­λη. Ὁ Θυ­μοί­της συ­νέ­τα­ξε τὰς πρά­ξεις τοῦ Δι­ο­νύ­σου <ἀρ­χα­ϊ­κοῖς γράμ­μα­σιν χρη­σά­με­νος> κα­τὰ τὸν Δι­ό­δω­ρο τὸν Σι­κε­λι­ώ­τη. Ἡ Φαί­δρα στέλ­νει ἐ­πι­στο­λὴ στὸν Θη­σέ­α, πρὶν νὰ ἀ­παγ­χο­νι­στῆ, ὁ Ἀ­γα­μέ­μνο­νας γρά­φει ἐ­πι­στο­λὴ γιὰ νὰ κα­λέ­ση τὴν Ἰ­φι­γέ­νεια στὴν Αὐ­λί­δα, ἡ Ἰ­φι­γέ­νεια γρά­φει καὶ αὐ­τὴ ἐ­πι­στο­λὴ γιὰ νὰ τὴν με­τα­φέ­ρουν οἱ «ξέ­νοι» στὶς Μυ­κῆ­νες, ὁ Εὐ­ρι­πί­δης ἀ­να­φέ­ρει στὴν Ἄλ­κη­στη ὅ­τι ὁ Ὀρ­φέ­ας εἶ­χε ἤ­δη κα­τα­γρά­ψει τὴ δι­δα­σκα­λί­α του σὲ Θρα­κι­ώ­τι­κες πι­να­κί­δες. Εἶ­ναι λοι­πὸν τό­σο πα­λαι­ὰ ἡ γρα­φὴ καὶ ἡ γλῶσ­σα μας, ὥ­στε νὰ μὴν εἶ­ναι Ἰν­δο­ευ­ρω­πα­ϊ­κὴ οὔ­τε ἡ γρα­φὴ μας Φοι­νι­κι­κή.

Ἡ γρα­φὴ αὐ­τὴ εἶ­ναι ἀ­πο­δε­δειγ­μέ­νο ἐ­πι­στη­μο­νι­κά, ὅ­τι χρη­σι­μο­ποι­εῖ­ται ἤ­δη ἀ­πὸ τὸν 8ο π.Χ. αἰ., χω­ρὶς νὰ λά­βου­με ὑ­π᾿ ὄ­ψιν μας τὴν ὁ­μοι­ό­τη­τα καὶ ἐν πολ­λοῖς τὴν ταυ­τό­τη­τα κά­ποι­ων γραμ­μά­των της μὲ τὴ γραμ. Γρα­φὴ Β΄. Τὸ ἀλ­φά­βη­το ποὺ χρη­σι­μο­ποι­οῦ­με σή­με­ρα εἶ­ναι τὸ Ἰ­ω­νι­κὸ-Ἀτ­τι­κό, με­τὰ τὴ με­ταρ­ρύθ­μι­ση τοῦ Εὐ­κλεί­δου, μὲ εἰ­σή­γη­ση τοῦ πο­λι­τι­κοῦ καὶ ρή­το­ρος Ἀρ­χί­νου, ποὺ ἔ­γι­νε τὸ 403-402 π.Χ. Ἀ­πὸ τὰ 27 ἀρ­χι­κὰ γράμ­μα­τα ἀ­φαι­ρέ­θη­σαν τὸ δί­γαμ­μα, τὸ κόπ­πα καὶ τὸ σαμ­πί. Τὰ δύ­ο τε­λευ­ταῖα δι­α­τη­ρή­θη­σαν ὅ­μως ὡς ἀ­ριθ­μοί. Ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὸ Ἰ­ω­νι­κὸ-Ἀτ­τι­κὸ ἀλ­φά­βη­το ὑ­πῆρ­χαν ἀ­κό­μη τὸ Κο­ριν­θια­κὸ μὲ 24 γράμ­μα­τα, τὸ Κρη­τι­κὸ μὲ 21, τῆς Μι­λή­του μὲ 24, τὸ Χαλ­κι­δι­κὸ μὲ 25. Αὐ­τὸ τὸ τε­λευ­ταῖ­ο πα­ρέ­λα­βαν οἱ κά­τοι­κοι τοῦ Λα­τί­ου ἀ­πὸ τοὺς ἀ­ποί­κους τῆς Κύ­μης καὶ τὸ χρη­σι­μο­ποί­η­σαν, προ­σαρ­μό­ζον­τάς το στὴ γλώσ­σα τους. Εἶ­ναι τὸ ση­με­ρι­νὸ Λα­τι­νι­κὸ ἀλ­φά­βη­το, ποὺ χρη­σι­μο­ποι­εῖ­ται ἀ­πὸ τὰ 3/5 τοῦ πλη­θυ­σμοῦ τῆς γῆς.  Ἀ­πὸ τὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ ἀλ­φά­βη­το κα­τά­γον­ται ἀ­κό­μη τὸ Ἐ­τρου­σκι­κό, τὸ Κυ­ρι­λλι­κό, τὸ ἀρ­χαῖ­ο Φρυ­γι­κό, τῆς Λυ­κί­ας τὸ Λυ­δι­κὸ καὶ ἄλ­λα ἀλ­φά­βη­τα τῆς Μι­κρᾶς Ἀ­σί­ας, τὸ Ἀρ­με­νι­κό, τὸ Κο­πτι­κό, τὸ Γοτ­θι­κὸ τὸ Ρου­νι­κὸ καὶ ἄλ­λα.

Ἡ ἐ­πι­στή­μη σή­με­ρα ἀ­να­ζη­τεῖ τὴν ἀρ­χὴ τοῦ ἀλ­φα­βή­του σὲ δι­ά­φο­ρους λα­ούς. Ἔ­τσι οἱ ἐ­πι­στή­μο­νες τὸ ἀ­νά­γουν στὸ πρω­το­χα­να­α­νι­κὸ ἀλ­φά­βη­το, στὴν Αἰ­γυ­πτια­κὴ καὶ Σι­να­ϊ­τι­κὴ γρα­φή, στὴν Σου­με­ρια­κὴ, τὴν Βα­βυ­λω­νια­κή, τὴν Ἀσ­συ­ρια­κή, ἄλ­λοι τὸ συν­δέ­ουν μὲ τὴν Κυ­πρια­κή, τὴν Χετ­τι­τι­κή, τὴν Οὐγ­κα­ρι­κή, ὁ Ἔ­βανς καὶ ἀρ­κε­τοὶ ἄλ­λοι μὲ τὶς Μι­νω­ϊ­κὲς γρα­φές, ἄλ­λοι μὲ τὴ γλώσ­σα τῶν Φι­λι­σταί­ων, τῶν Ὑ­ξῶς τῆς Αἰ­γύ­πτου, χω­ρὶς νὰ ὑ­πάρ­χη ὁ­μο­φω­νί­α ἢ κά­ποι­α σύγ­κλι­ση. Τὸ πρό­βλη­μα γιὰ μᾶς εἶ­ναι ὅ­τι πραγ­μα­τι­κὰ γιὰ τρεῖς τοὐλά­χι­στον αἰ­ῶ­νες, τοὺς Σκο­τει­νοὺς χρό­νους (1.100-850 π.Χ.) δὲν ἔ­χου­με γρα­πτὰ κεί­με­να. Ἔ­τσι θε­ω­ρή­θη­κε ὅ­τι πή­ρα­με τὸ ἀλ­φά­βη­το ἀ­πὸ τοὺς Φοί­νι­κες. Ἡ ἐ­πι­στή­μη στη­ρί­χθη­κε στὴν πλη­ρο­φο­ρί­α τοῦ Ἡ­ρο­δό­του καὶ στὸν Ἰ­ου­δαῖ­ο ἱ­στο­ρι­κὸ Ἰ­ώ­ση­πο. Ὁ τε­λευ­ταῖ­ος, θέ­λον­τας νὰ πα­ρου­σιά­ση τοὺς Ἑ­βραί­ους ὡς τὸ κέν­τρο τοῦ Ἀρ­χαί­ου κό­σμου, θε­ω­ρή­θη­κε ἐν­τε­λῶς ἀ­να­ξι­ό­πι­στος ἀ­πὸ τὴν Ἐ­πι­στή­μη. Ὡ­στό­σο καὶ ὁ Ἡ­ρό­δο­τος δι­α­τυ­πώ­νει τὴν πλη­ρο­φο­ρί­α μὲ ἐ­πι­φύ­λα­ξη. Τὸ σχε­τι­κὸ κεί­με­νο ἔ­χει ὡς ἑ­ξῆς: «Οἱ δὲ Φοί­νι­κες… εἰ­σή­γα­γον δι­δα­σκαλία ἐς τοὺς Ἕλ­λη­νας καὶ δὴ καὶ γράμ­μα­τα, οὐκ ἐ­όν­τα πρὶν Ἕλ­λη­σιν, ὡς ἐ­μοὶ δο­κέ­ει…». Ἡ λέ­ξη γράμ­μα­τα, χω­ρὶς ἄρ­θρο μὲ τὴν ἀ­ο­ρι­στί­α της, μπο­ρεῖ νὰ ση­μαί­νη ὅ­τι οἱ Φοί­νι­κες ἔ­φε­ραν κά­ποι­α γράμ­μα­τα, δι­α­φο­ρε­τι­κὰ ἀ­π᾿  αὐ­τὰ ποὺ χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σαν οἱ Ἕλ­λη­νες. Τὸ βά­ρος ὅ­μως πέ­φτει στὸ «ὡς ἐ­μοὶ δο­κέ­ει», ὅ­πως νο­μί­ζω, ὅ­πως ὑ­πο­θέ­τω, φαν­τά­ζο­μαι, μοῦ φαί­νε­ται… Ὁ ἴ­διος πα­ρα­κά­τω γιὰ νὰ δη­λώ­ση τὴ σι­γου­ριὰ του γρά­φει «ὡς  ἐ­μοὶ κα­τα­φαί­νε­ται», ποὺ ση­μαί­νει: Εἶ­ναι ἐν­τε­λῶς σα­φές, ὁ­λο­φά­νε­ρο. «Τὸ δὲ Ἑλ­λη­νι­κόν, γλώσ­σῃ μέν, ἐ­πεῖ τε ἐ­γέ­νε­το, ἀ­εὶ κο­τε τῇ αὐ­τῇ δι­α­χρᾶ­ται, ὡς ἐ­μοὶ κα­τα­φαί­νε­ται εἶ­ναι», ποὺ ση­μαί­νει ὅ­τι: Εἶ­μαι σί­γου­ρος ὅ­τι οἱ Ἕλ­λη­νες, ἀ­φ᾿ ὅ­του ὑ­πῆρ­ξαν χρη­σι­μο­ποι­οῦν ἀ­νέ­κα­θεν τὴν ἴ­δια γλώσ­σα. Πέ­ραν ὅ­μως τού­των εἶ­ναι γε­νι­κῶς πα­ρα­δε­κτὸ ὅ­τι ὁ Ἡ­ρό­δο­τος στὸ ἔρ­γο του ἔ­χει πολ­λὲς ἀ­να­κρί­βει­ες, κά­τι ποὺ δι­α­πί­στω­σε πο­λὺ ἐ­νω­ρὶς καὶ ὁ Θου­κυ­δί­δης.

Ἀν­τί­θε­τα ἀ­πὸ τὸν Ἡ­ρό­δο­το, πλῆ­θος ἄλ­λων Ἀρ­χαί­ων Ἑλ­λή­νων συγ­γρα­φέ­ων ἀ­πο­δί­δει τὴν δη­μι­ουρ­γί­α τοῦ ἀλ­φα­βή­του σὲ δι­α­φό­ρους. Ὁ Δι­ό­δω­ρος ὁ Σι­κε­λι­ώ­της γρά­φει «ταῖς δὲ Μοῦσαις δο­θῆ­ναι πα­ρὰ τοῦ πα­τρὸς τὴν εὕ­ρε­σιν τῶν γραμ­μά­των». Ὁ Εὐ­ρι­πί­δης καὶ ὁ Στη­σί­χο­ρος τὰ ἀ­πο­δί­δουν στὸν Πα­λα­μή­δη. Ἄλ­λοι στὸν Σί­συ­φο. Ὁ Δι­ο­νύ­σιος ὁ Θρὰξ (2ος π.Χ. αἰ.) ἀ­να­φέ­ρει ὅ­τι ἡ Γραμ­μα­τι­κὴ ἦ­το ἐν χρή­σει ἤ­δη πρὸ τοῦ Τρω­ϊ­κοῦ πο­λέ­μου. Οἱ ἀρ­χαῖ­οι Γραμ­μα­τι­κοὶ ἀ­να­φέ­ρουν ὅ­τι ὁ Πυ­θα­γό­ρας ἔ­δω­σε στὰ γράμ­μα­τα τὴν μορ­φὴ ποὺ δι­α­τη­ροῦν σή­με­ρα. Τὰ ἐ­πί­θε­τα φοι­νι­κι­κὰ ἢ φοι­νί­κεια ἢ φοι­νι­κή­ϊ­α γράμ­μα­τα, ὑ­πο­στη­ρί­ζε­ται ὅ­τι μπο­ρεῖ νὰ προ­έρ­χον­ται ἀ­πὸ τὸ ἀρ­χαῖ­ο ἰ­δί­ω­μα τῶν Βοι­ω­τῶν, οἱ ὁ­ποῖ­οι προ­έ­φε­ρον τὸ ω, ὡς οἱ, ἔ­λε­γον δηλ. φοι­νὴ ἀν­τὶ φω­νὴ ἢ ἀγ­κοί­νη ἀν­τὶ ἀγ­κώ­νη καὶ ἔ­τσι ἡ λέ­ξη φοι­νί­κεια εἶ­ναι φω­νί­κεια, ἀ­πὸ τὸ ὅ­τι ἐ­γρά­φον­το μὲ κόκ­κι­νο χρῶ­μα, φοι­νι­κοῦν, καὶ ἀ­πὸ τὸ ὅ­τι ἐ­γρά­φον­το σὲ φλοι­οὺς φοι­νι­κο­δέν­δρων ὀ­νο­μα­ζο­μέ­νους φοι­νί­και. Ἀ­νε­ξάρ­τη­τα ἀ­π᾿  αὐ­τά, ὅ­λοι συμ­φω­νοῦν ὅ­τι ἱ­δρυ­τὴς τῆς Φοι­νί­κης εἶ­ναι ὁ Ἕλ­λην Ἀ­γή­νωρ καὶ παι­διὰ του ὁ Κάδ­μος, ὁ Φοῖ­νιξ καὶ ἡ Εὐ­ρώ­πη. Μὲ ἐ­πι­στη­μο­νι­κὰ ἀ­πο­δε­δειγ­μέ­νο τὸ δε­δο­μέ­νο ὅ­τι οἱ Ἕλ­λη­νες ἔ­γρα­φαν πρὶν τὸν 11ο π.Χ. αἰ. εἶ­ναι πο­λὺ ἔω­λον καὶ σα­θρὸ τὸ ἐ­πι­χεί­ρη­μα, ὅ­τι ἐ­πει­δὴ δὲν ἔ­χουν ἀ­νευ­ρε­θεῖ γρα­πτὰ κεί­με­να τῆς πε­ρι­ό­δου 1.100-850 π.Χ. οἱ Ἕλ­λη­νες λη­σμό­νη­σαν τὴ γρα­φή τους καὶ πῆ­ραν ἔ­στω καὶ κά­ποια­ γράμ­μα­τα ἀ­πὸ τοὺς Φοί­νι­κας. Νὰ δοῦ­με τί θὰ ποῦν οἱ Φοι­νι­κι­στὲς ὅ­ταν ἡ ἀρ­χαι­ο­λο­γι­κὴ σκα­πά­νη θὰ ἀ­πο­κα­λύ­ψη καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρα στοι­χεῖ­α πρὶν ἀ­πὸ τὴν οἰ­νο­χό­η τοῦ Δι­πύ­λου, τοῦ 8ου π.Χ αἰ., τὴν ἀρ­χαι­ο­τέ­ρα μαρ­τυ­ρί­α ἑλ­λη­νι­κῆς γρα­φῆς τῆς «ἱ­στο­ρι­κῆς πε­ρι­ό­δου», ποὺ γιὰ τὴν ἱ­στο­ρί­α γρά­φει: «ΗΟΣ ΝΥΝ ΟΡΧΕΣΤΟΝ ΠΑΝΤΟΝ ΑΤΑΛΟΤΑΤΑ ΠΑΙΖΕΙ, ΤΟΤΟ ΔΕΚΑ ΜΙΝ» ποὺ ση­μαί­νει ὅ­τι: Ὅποι­ος τώ­ρα ἀ­π᾿ ὅ­λους τούς χο­ρευ­τὲς χο­ρεύ­ει πιὸ ἁ­πα­λά, αὐ­τὸ θὰ δο­θῆ σ᾿ αὐ­τόν.

Ἀ­νε­ξάρ­τη­τα ὅ­μως ἀ­πὸ τὴν δι­α­μά­χη γιὰ τὴν κα­τα­γω­γὴ καὶ γέ­νε­ση τῆς γρα­φῆς εἶ­ναι ἐ­πι­στη­μο­νι­κὰ ἐ­ξα­κρι­βω­μέ­νο ὅ­τι ἡ γλῶσ­σα μας ἐ­χρη­σι­μο­ποι­εῖ­το καὶ χρη­σι­μο­ποι­εῖ­ται ἡ ἴ­δια ἀ­πὸ τοὺς Μυ­κη­να­ϊ­κοὺς χρό­νους, ποὺ δι­α­σώ­ζον­ται γρα­πτὰ μνη­μεῖ­α μέ­χρι σή­με­ρα. Τὸ λε­ξι­κὸν LIDDELL-SCOTT, Κων­ταν­τι­νί­δου ἀ­να­φέ­ρει ὅ­τι ἡ ση­με­ρι­νὴ γλῶσ­σα δι­α­τή­ρη­σε ἀ­πὸ τὴν Ἀρ­χαί­α τὰ ἑ­ξῆς στοι­χεῖ­α: α) Τὸ λε­ξι­λό­γιο, β) τὴ δή­λω­ση προ­σώ­πων καὶ ἀ­ριθ­μῶν στὰ ρή­μα­τα μὲ κα­τα­λή­ξεις καὶ ὄ­χι μὲ ἀν­τω­νυ­μι­κὰ ἐ­πι­θή­μα­τα, γ) τὴν μο­νο­λε­κτι­κὴ δή­λω­ση τῶν δι­α­θέ­σων τοῦ ρή­μα­τος π.χ. λύ­ω, λύ­ο­μαι, δ) πτω­τι­κὲς κα­τα­λή­ξεις στὰ κλι­τὰ μέ­ρη τοῦ λό­γου, οὐ­σι­α­στι­κὰ ἐ­πί­θε­τα κ.λ.π. ε) τὰ τρί­α γέ­νη, στ) τὴν κί­νη­ση τοῦ τρι­συλ­λα­βι­κοῦ τό­νου, ζ) τὴν συν­θε­τι­κὴ δύ­να­μη, η) τὴν ἐ­λεύ­θε­ρη το­πο­θέ­τη­ση στὴ σύν­τα­ξη τῶν λέ­ξε­ων, θ) τὴ δη­μι­ουρ­γι­κὴ δύ­να­μη, δη­μι­ούρ­γη­σε π.χ. δύ­ο μέλ­λον­τες, στιγ­μια­ῖο καὶ δι­αρ­κεί­ας.

Ἀ­πὸ τὴν ἀ­νά­γνω­ση τῆς γραμ.γρα­φῆς Β΄ προ­έ­κυ­ψε πλῆ­θος λέ­ξε­ων ποὺ χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σαν τὴν ἐ­πο­χὴ αὐ­τὴ καὶ ποὺ χρη­σι­μο­ποι­οῦν­ται μὲ τὴν ἴ­δια ση­μα­σί­α μέ­χρι σή­με­ρα. Εἶ­ναι πο­λὺ συγ­κι­νη­τι­κὸ νὰ ξέ­ρου­με ὅ­τι ἡ για­γιὰ ποὺ λέ­γει σή­με­ρα τὴ λέ­ξη κού­τσου­ρο, χρη­σι­μο­ποι­εῖ τὴν ἴ­δια λέ­ξη ποὺ χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σαν πρὶν ἀ­πὸ 3.500 χρό­νια τοὐ­λά­χι­στον. Μί­α ἀ­πὸ τὶς πρῶ­τες λέ­ξεις ποὺ ἀ­νε­γνώ­ρι­σε ὁ Βέν­τρις εἶ­ναι ἡ λέ­ξη ποι­μήν: Πό­με-ποι­μέ­νο, πο­μέ­νε, ποι­μὴν-ποι­μέ­νος, ποι­μέ­νες. Σι­γὰ σι­γὰ προ­έ­κυ­ψε ὅ­τι ὁ­λό­κλη­ρο τὸ λε­ξι­λό­γιο τῶν πι­να­κί­δων τῆς γρα­φῆς αὐ­τῆς ἦ­το Ἑλ­λη­νι­κόν, ἂν καὶ ὁ Βέν­τρις εἶ­χε ξε­κι­νή­σει τὴν ἔ­ρευ­νά του μὲ τὴν πε­ποί­θη­ση ὅ­τι δὲν ἐ­πρό­κει­το γιὰ ἑλ­λη­νι­κά.  Ἀ­να­φέ­ρω κά­ποι­ες ἀ­π᾿ αὐ­τὲς : Τὸ σι­τά­ρι ἐ­λέ­γε­το σ ι τ o, τό κρι­θά­ρι κι­ρι­τo, (κρι­θή),  τό ἀ­λεύ­ρι μ ε ρ ε u ρ ο, μέ­λευ­ρο, ἄλευ­ρο, (εἶναι πο­λύ συ­χνή ἡ ἐναλ­λα­γή τοῦ ρ μέ τό λ ἀ­κό­μα καί σή­με­ρα πού λέ­με π.χ. ἦλ­θε, ἦρ­θε), τό ἀ­ρα­πο­σί­τι ρ α π ο σ ι τ α, ὁ ἀρ­το­ποι­ός a ρ τ ο π ο π ο. Tό κρα­σί F ο ν ο, βοί­νος, οἶ­νος, λα­τι­νι­κά vinum, λέ­ξη πού χρη­σι­μο­ποι­οῦν σή­με­ρα ὅ­λες οἱ Εὐ­ρω­πα­ϊ­κές γλῶσ­σες. Τό λά­δι ε λ α F ο ν-ἔλαι­ον, τό αὐ­γό Ω F ο ν, ὠόν. Πολ­λά κα­ρυ­κεύ­μα­τα φα­γη­τῶν, ὅπως σ ε ρ ι ν o-σέ­λι­νο, μ α ρ α F o-μά­ρα­θο, κ υ μ ι ν ο -κύ­μι­νο, κ α ρ δ α μ ι j α-κάρ­δα­μο, ση­σά­μι, μ ε ρ ι-μέ­λι, βρυ F α- βρού­βα, ἄλ­λες λέ­ξεις γιά νά μήν τίς λέ­γω ὅπως ἀ­να­γνω­ρί­στη­καν δῆμος, ἱε­ρεύς, τέ­με­νος, θυ­γά­τηρ, το­ξό­της, κυ­νη­γέ­της, χρυ­σός, χαλ­κός, χι­τών, θώ­ρα­κες, λευ­κός, πέ­δι­λα, πε­ρυ­σι­νά, ε ρ ε π α-τ ο ἐλέ­φας-ντος, τ ι ρ ι π ο-τρί­πους, ἀ­ριθ­μη­τι­κά κ ε τ ο ρ ο-τέσ­σα­ρα, ε ν ε F ο-ἐν­νέ­α, F ι κ α τ  ι-εἴκο­σι, ὅπως στά Δω­ρι­κά. Στὶς πι­να­κί­δες αὐ­τὲς βρέ­θη­καν καὶ ὀ­νό­μα­τα ὅ­πως Κνω­σσός, Ἀ­μνι­σός. Ὀ­ρέ­στας, Δι­ό­νυ­σος, Ξοῦ­θος, Ἕ­κτωρ, Λα­τῶ, Ἀ­θά­να-Πότ­νια καὶ πολ­λὲς ἄλ­λες. Δὲν νο­μί­ζω ὅ­τι κά­τι ἄλ­λο μπο­ρεῖ νὰ ἀ­πο­δεί­ξη μὲ πε­ρισ­σό­τε­ρη πει­στι­κό­τη­τα τὴν συ­νέ­χεια τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς γλώσ­σας, τοῦ Ἑλ­λη­νι­κοῦ πο­λι­τι­σμοῦ καὶ τοῦ φο­ρέ­ως τους τῶν Ἑλ­λή­νων, τοῦ Ἔ­θνους μας.

Ἡ ἀρ­χαι­ό­τη­τα αὐ­τή, ἡ δι­α­χρο­νι­κό­τη­τα καὶ ἡ μο­να­δι­κό­τη­τα τῆς γλώσ­σας μας φαί­νε­ται ἐ­πί­σης ἀ­πὸ πλῆ­θος λέ­ξε­ων καὶ ἐκ­φρά­σε­ων ποὺ τὶς χρη­σι­μο­ποι­οῦ­με ἴ­δι­ες καὶ ἀ­πα­ράλ­λα­χτες σή­με­ρα ὅ­πως ἔ­χουν κα­τα­γρα­φεῖ ἀ­πὸ τὸν Ὅ­μη­ρο, τὸν Ἡ­σί­ο­δο, τοὺς με­γά­λους τρα­γι­κούς μας καὶ ὅ­λους τούς Ἀρ­χαί­ους συγ­γρα­φεῖς. Ὁ  Ὅ­μη­ρος ποὺ μᾶς φαί­νε­ται σή­με­ρα τό­σο ἀ­κα­τά­λη­πτος, εἶ­ναι πα­ρὼν σχε­δὸν ἐξ ὁ­λο­κλή­ρου στὸ κα­θη­με­ρι­νό μας λε­ξι­λό­γιο. Καὶ λέ­γω σχε­δόν, για­τί πο­λὺ λί­γες λέ­ξεις τῶν Ὁμη­ρι­κῶν Ἐ­πῶν δὲν χρη­σι­μο­ποι­οῦν­ται σή­με­ρα. Ἡ ὁ­μη­ρι­κὴ αὐ­δὴ (φω­νὴ) δὲν ἐ­πι­ζεῖ, ἀλ­λὰ λέ­με ἄ­ναυ­δος ἢ ἀ­πηύ­δη­σα. Τὸ ὕ­δωρ ἔ­γι­νε νε­ρό, ἀλ­λὰ ὅ­λοι λέ­γουν ὑ­δρο­φό­ρος, ὑ­δρα­γω­γεῖ­ο, ὑ­δρο­γό­νο κ.λ.π. Τὸ πῦρ ἔ­γι­νε φω­τιὰ ἀλ­λὰ τὰ συν­θε­τι­κὰ πυ­ρο­σβέ­στης, πυρ­κα­ϊ­ά, πυ­ρα­σφά­λεια κ.λ.π. εἶ­ναι ἀ­πὸ τὴν ἀρ­χαί­α λέ­ξη. Ἡ πα­νάρ­χαι­α ρί­ζα ἂρ- ποὺ σχε­τί­ζε­ται μὲ τὴ γῆ ἔ­δω­σε πολ­λὲς συ­νη­θι­σμέ­νες λέ­ξεις, ὅ­πως ἄ­ρο­τρο, ἀ­ρου­ραῖ­ος, ἀ­ρά­χνη, ἀρ­βύ­λα, Ἄρ­γος, Ἀρ­κα­δί­α, ἄ­ριος κ.λ.π. Ἔ­τσι ἔ­χου­με κα­θη­με­ρι­νὲς λέ­ξεις ὅ­πως ἀ­χθο­φό­ρος, ἀ­λε­ξί­πτω­το, λω­πο­δύ­της, νο­σταλ­γί­α, ὀ­ξυ­δερ­κής, θα­μῶ­νας, ὑ­πο­βρύ­χιο, ναύ­της, τῶν ὁ­ποί­ων τὰ συν­θε­τι­κά τους εἶ­ναι Ὁ­μη­ρι­κά. Καὶ αὐ­τὰ ἀ­να­φέ­ρον­ται ἐν­δει­κτι­κὰ ὡς πα­ρά­δειγ­μα ἀ­φοῦ ὁ­λό­κλη­ρος ὁ ἀρ­χαῖ­ος λό­γος ἐ­πι­ζεῖ σή­με­ρα στὴ γλώσ­σα μας, μὲ τὶς με­τα­βο­λὲς ποὺ φυ­σι­κὰ ἐ­πι­φέ­ρει ὁ χρό­νος.                                                               

Ὡ­στό­σο πλῆ­θος με­τα­φο­ρι­κῶν καὶ πα­ροι­μια­κῶν ἐκ­φρά­σε­ων ἐ­πι­βι­ώ­νουν στὴ ση­με­ρι­νὴ γλώσ­σα μὲ τὴν ἴ­δια ση­μα­σί­α ποὺ ἐ­λέ­γον­το πα­λαι­ό­τε­ρα. Ἀ­να­φέ­ρω κά­ποι­ες ἐν­δει­κτι­κά. Ἔ­λε­γον οἱ Ἀρ­χαῖ­οι καὶ λέ­με καὶ ἐ­μεῖς σή­με­ρα: «Ἀ­ρώ­σι­μοι γὰρ χα­τέ­ρων γύ­αι» (Σοφ. Ἀν­τι­γό­νη): Ὑ­πάρ­χουν κι ἀλ­λοῦ πορ­το­κα­λι­ὲς ποὺ κά­νουν πορ­το­κά­λια. «Εἰ τὶς σπεῖ­ραι κα­κὰ κέρ­δια ἀ­μή­σειν» (Ἡ­σί­ο­δος): Ὅ,τι σπεί­ρεις θὰ θε­ρί­σης. «Λύ­κος, ποι­μὴν» (ἀ­πο­φθέγ­μα­τα Ἀρ­σε­νί­ου): Βά­λα­με τὸ λύ­κο νὰ φυ­λά­η τὰ πρό­βα­τα. «Τὸν πά­θει, μά­θος» (Ἀ­γα­μέ­μνων): Ὁ πα­θός, μα­θός. «Πέμ­πειν ἐς κό­ρα­κας» (Ἀ­ρι­στο­φά­νης): Ἄει στὸν κό­ρα­κα. «Ἅ­πτε­σθαι ξύ­λου» (Ἀ­ρι­στο­φά­νης): Χτύ­πα ξύ­λο. Θὰ μπο­ροῦ­σαν νὰ ἀ­να­φερ­θοῦν ἑ­κα­τον­τά­δες τέ­τοι­ες ἐκ­φρά­σεις, οἱ ὁποῖ­ες λέ­γον­ται κα­θη­με­ρι­νά καί ἀ­πό μορ­φω­μέ­νους καί ἀ­πό ἀ­μόρ­φω­τους ἀν­θρώ­πους, μά­λι­στα χω­ρίς ἰδι­αί­τε­ρη σκέ­ψη, ἐξ ἐν­στί­κτου, θά λέ­γα­με, πρᾶγ­μα πού φα­νε­ρώ­νει ἀμε­σώ­τε­ρα τό δέ­σι­μο τοῦ ση­με­ρι­νοῦ Ἕλ­λη­να μέ τήν Ἀρ­χαί­α του γλῶσ­σα, τόν πο­λι­τι­σμό του καί τήν κα­τα­γω­γή του.

Καὶ ὅ­μως, πα­ρ᾿ ὅ­λα αὐ­τὰ κα­νεὶς δὲν ἀμ­φι­σβη­τεῖ ὅ­τι σή­με­ρα ἡ κρί­ση τῶν θε­σμῶν ἔ­χει ἐ­πη­ρε­ά­σει καὶ τὴ χώ­ρα μας. Ἔ­χουν πλη­γεῖ χά­ριν τῆς παγ­κο­σμι­ο­ποι­ή­σε­ως ὅ­λα τὰ στοι­χεῖ­α ἐ­κεῖ­να ποὺ συν­θέ­τουν τὸν πο­λι­τι­σμὸ μας γε­νι­κό­τε­ρα καὶ κυ­ρί­ως ἡ γλῶσ­σα. Ὁ κα­τή­φο­ρος εἶ­χε ξε­κι­νή­σει τὸ 1976 μὲ τὴν κα­τάρ­γη­ση τῆς δι­δα­σκα­λί­ας τῶν Ἀρ­χαί­ων Ἑλ­λη­νι­κῶν ἀ­πὸ τὸ πρω­τό­τυ­πο καὶ συ­νε­χί­στη­κε τὸ 1982 μὲ τὴ θε­σμο­θέ­τη­ση, μέ­σα σὲ μί­α νύ­κτα, με­τὰ τὰ με­σά­νυ­χτα, τοῦ μο­νο­το­νι­κοῦ συ­στή­μα­τος γρα­φῆς. Συ­νε­χί­στη­κε στὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ 1990, τό­τε ποὺ Φι­λό­λο­γοι, κα­θη­γη­τὲς Πα­νε­πι­στη­μί­ων, πρό­τει­ναν στὸ Παι­δα­γω­γι­κὸ Ἰν­στι­τοῦ­το τὴν ἐ­πι­βο­λὴ τῆς φω­νη­τι­κῆς ὀρ­θο­γρα­φί­ας μὲ ἁ­πλο­ποι­ή­σεις στὴ γρα­φή, ὅ­πως τὴν κα­τάρ­γη­ση τοῦ ω, τῶν ει, η, υ ἀν­τι­κα­θι­στών­τας τα μὲ τὸ ο καὶ τὸ ι ἀν­τι­στοί­χως.

Ἡ γλῶσ­σα μας, ἡ ἀρ­χαι­ο­τά­τη ἀλ­λὰ πάν­τα σύγ­χρο­νη καὶ ζῶ­σα, αὐ­τὴ ἡ γλῶσ­σα ποὺ ἐμ­πλού­τι­σε ὄ­χι μό­νο τὴ Λα­τι­νι­κή, ἀλ­λὰ καὶ τὶς κυ­ρι­ώ­τε­ρες Εὐ­ρω­πα­ϊ­κὲς γλῶσ­σες, ποὺ ἔ­χει συν­δε­θεῖ μὲ τὸ ἀλ­φά­βη­τό μας, δὲν εἶ­ναι δυ­να­τὸν νὰ ὑ­πο­στῆ μεί­ω­ση μὲ τὴν κα­τάρ­γη­σή της ἀ­πὸ μᾶς τοὺς ἴ­διους. Εἶ­ναι ἀ­δι­α­νό­η­το νὰ δε­χθοῦ­με ὡς Ἕλ­λη­νες τὴν με­ταμ­φί­ε­ση τῆς γρα­φῆς μας μὲ τὴν κα­τάρ­γη­ση πολ­λῶν γραμ­μά­των της, ποὺ δὲν πέ­ρα­σαν στὸ Λα­τι­νι­κὸ ἀλ­φά­βη­το καὶ μὲ τὴν ἀν­τι­κα­τά­στα­σή τους ἀ­πὸ ἄλ­λα, ὑ­πο­τί­θε­ται ἠ­χη­τι­κῶς πα­ρα­πλή­σια γράμ­μα­τα. Ὅ­ταν ἄλ­λοι λα­οί, ὅ­πως π.χ. Γάλ­λοι καὶ Ἱ­σπα­νοί, μά­χον­ται ἕ­ως σή­με­ρα νὰ δι­α­τη­ρή­σουν μέ­χρι τὴν τε­λευ­ταί­α του λε­πτο­μέ­ρεια τὸν τρό­πο γρα­φῆς τῶν  κει­μέ­νων τους μὲ τὸ δι­κό τους ἀλ­φά­βη­το, ἐ­δῶ μὲ τὴν δι­και­ο­λο­γί­α τῆς δῆ­θεν δι­ευ­κό­λυν­σής μας στὴν Παγ­κό­σμια ἐ­πι­κοι­νω­νί­α, ἐ­πι­χει­ρεῖ­ται ἡ ἀν­τι­κα­τά­στα­ση τοῦ Ἑλ­λη­νι­κοῦ ἀλ­φα­βή­του τῶν 2.500 καὶ πλέ­ον χρό­νων μὲ τὸ Λα­τι­νι­κό. Θε­ω­ροῦ­με ἀ­νό­σια ἀλ­λὰ καὶ ἀ­νό­η­τη κά­θε προ­σπά­θεια νὰ ἀν­τι­κα­τα­στα­θῆ ἡ Ἑλ­λη­νι­κὴ γρα­φὴ στὸ λί­κνο της….

Πέ­ρα ἀ­π᾿ αὐ­τὰ εἶ­ναι γε­γο­νὸς ὅ­τι καὶ τὸ Σχο­λεῖ­ο δὲν κά­νει κα­λὰ τὴ δου­λειά του. Ἡ δι­δα­σκα­λί­α τῆς Γραμ­μα­τι­κῆς, τοῦ Συν­τα­κτι­κοῦ, τῆς Ἐ­τυ­μο­λο­γί­ας, τοῦ ὀρ­θοῦ το­νι­σμοῦ τῶν λέ­ξε­ων ἔ­χουν ὑ­πο­βαθ­μι­στεῖ. Ἡ ἴ­δια ἡ Ο.Λ.Μ.Ε. ἀν­τέ­δρα­σε στὴν ἀ­πό­φα­ση γιὰ τὴν αὔ­ξη­ση τῶν ὡ­ρῶν δι­δα­σκα­λί­ας τῶν Ἀρ­χαί­ων Ἑλ­λη­νι­κῶν στὴν πρώ­τη τά­ξη τοῦ Λυ­κεί­ου, τὸ ἴ­διο ἔ­κα­νε καὶ τὸ Παι­δα­γω­γι­κὸ Ἰν­στι­τοῦ­το. Πολ­λοὶ Φι­λό­λο­γοι, ἀ­κό­μη καὶ  κα­θη­γη­τὲς Πα­νε­πι­στη­μί­ου μά­χον­ται τὴ δι­δα­σκα­λί­α τῶν Ἀρ­χαί­ων Ἑλ­λη­νι­κῶν. Καὶ ὅ­μως ὁ με­γά­λος δά­σκα­λος Ἰ­ω­άν­νης Κα­κρι­δῆς, Δη­μο­τι­κι­στὴς καὶ ὁ ἴ­διος, γρά­φει στὸ φι­λο­λο­γι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ ΠΛΑΤΩΝ τὸ 1986: «Ἡ γλῶσ­σα μας ἀρ­γο­πε­θαί­νει, τῆς λεί­πει τὸ ὀ­ξυ­γό­νο καὶ μό­νο ὅ­ποι­οι γνω­ρί­ζουν Ἀρ­χαῖ­α Ἑλ­λη­νι­κὰ μπο­ροῦν νὰ χρη­σι­μο­ποι­οῦν σω­στὰ τὴν Νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ Δη­μο­τι­κή».

Εἶ­ναι, λοι­πόν, ἀ­ναγ­καῖ­ο νὰ το­νω­θῆ ἡ δι­δα­σκα­λί­α τῶν Ἀρ­χαί­ω­ν Ἑλ­λη­νι­κῶν στὰ Σχο­λεῖ­α μας. Ἐ­πι­στη­μο­νι­κὲς ἔ­ρευ­νες τοῦ Ἀ­νοι­κτοῦ Ψυ­χο­θε­ρα­πευ­τι­κοῦ Κέν­τρου, σὲ συ­νερ­γα­σί­α μὲ τὸ Ἰν­στι­τοῦ­το Δι­α­γνω­στι­κῆς Ψυ­χο­λο­γί­ας τῆς χώ­ρας μας, ποὺ δι­ήρ­κε­σαν τρί­α χρό­νια, ἔ­χουν ἀ­πο­δεί­ξει ὅ­τι ἡ ἐκ­μά­θη­ση τῶν Ἀρ­χαί­ων Ἑλ­λη­νι­κῶν καὶ τῆς σω­στῆς ὀρ­θο­γρα­φί­ας ἐ­πι­δρᾶ θε­τι­κὰ στὶς ὀ­πτι­κο­αν­τι­λη­πτι­κὲς ἱ­κα­νό­τη­τες καὶ λει­τουρ­γί­ες τῶν παι­δι­ῶν καὶ τὶς ἀ­να­πτύσ­σει μὲ ἐ­πι­τα­χυ­νό­με­νο ρυθ­μό. Τὸ παι­δὶ ἐ­ξα­σκεῖ­ται σὲ ἕ­να πε­ρισ­σό­τε­ρο σύν­θε­το ὀ­πτι­κὸ ἐ­ρέ­θι­σμα, μὲ ἀ­πο­τέ­λε­σμα νὰ ὡ­ρι­μά­ζουν τα­χύ­τε­ρα οἱ ἀν­τι­λη­πτι­κὲς καὶ οἱ ὀ­πτι­κές του λει­τουρ­γί­ες. Αὐ­τὸ θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ προ­φυ­λά­ξη τὸν μα­θη­τὴ ἀ­πὸ τὴν ἐμ­φά­νι­ση ὁ­ρι­σμέ­νων μορ­φῶν δυ­σκο­λί­ας μα­θη­σια­κοῦ τύ­που, τῆς δυσ­λε­ξί­ας δη­λα­δή.

Εἶ­ναι ἀ­νάγ­κη ἀ­κό­μη νὰ ἐ­πα­νέλ­θη τὸ πο­λυ­το­νι­κὸ καὶ ἡ ἱ­στο­ρι­κὴ ὀρ­θο­γρα­φί­α. Ἡ Δια­ρκὴς Ἱ­ε­ρὰ Σύ­νο­δος, ἀ­νά­με­σα σὲ πολ­λοὺς ἄλ­λους φο­ρεῖς καὶ προ­σω­πι­κό­τη­τες ζή­τη­σε, στὴ συ­νε­δρί­α­σή της τῆς 19.10.2005, τὴν ἐ­πα­να­φο­ρά του μὲ τὴν αἰ­τι­ο­λο­γί­α: «Εἶ­ναι ὀ­φθαλ­μο­φα­νὲς ὅ­τι ἡ χρή­ση τοῦ μο­νο­το­νι­κοῦ δὲν βελ­τί­ω­σε τὴν ὀρ­θο­γρα­φι­κὴ ἱ­κα­νό­τη­τα τῶν μα­θη­τῶν, ὅ­πως προσ­δο­κοῦ­σαν οἱ ὀ­πα­δοί του. Ἀν­τι­θέ­τως ἀ­πο­κό­πτει τοὺς νέ­ους μας ἀ­πὸ τὶς πα­λαι­ό­τε­ρες μορ­φὲς τῆς μί­ας καὶ ἑ­νια­ίας γλώσ­σας. Ἐ­πὶ πλέ­ον ὑ­πάρ­χουν πει­ρά­μα­τα καὶ με­λέ­τες ψυ­χιά­τρων ποὺ κα­τέ­δει­ξαν ὅ­τι ἡ χρή­ση τοῦ μο­νο­το­νι­κοῦ αὔ­ξη­σε τὴ δυσ­λε­ξί­α στὰ παι­διά. Ἐξ ἄλ­λου οἱ μα­θη­τὲς δι­δά­σκον­ται τὸ πο­λυ­το­νι­κὸ σύ­στη­μα στὸ μά­θη­μα τῶν Ἀρ­χαί­ων Ἑλ­λη­νι­κῶν, ὁ­πό­τε ἡ πα­ράλ­λη­λη χρή­ση τοῦ μο­νο­το­νι­κοῦ μό­νο σύγ­χυ­ση προ­κα­λεῖ». Ἐ­κτὸς ἀ­πὸ αὐ­τὰ εἶ­ναι γε­γο­νὸς ὅ­τι μὲ τὸ πο­λυ­το­νι­κὸ γρά­φει κά­ποι­ος πε­ρισ­σό­τε­ρο ὀρ­θο­γρα­φη­μέ­να, πλη­σιά­ζει τὴν ἐ­τυ­μο­λο­γί­α τῶν λέ­ξε­ων καὶ μπο­ρεῖ νὰ ἐ­πι­κοι­νω­νῆ κα­λύ­τε­ρα καὶ μὲ τὰ κλασ­σι­κὰ κεί­με­να ἀλ­λὰ καὶ μὲ τὰ θε­ό­πνευ­στα κεί­με­να τῆς Ἁ­γί­ας Γρα­φῆς, τὰ Πα­τε­ρι­κὰ κεί­με­να καὶ τὴν ἐκ­κλη­σι­α­στι­κή μας ὑ­μνο­γρα­φί­α, κα­θὼς καὶ μὲ τὶς με­γά­λες μορ­φὲς τῆς Νε­ο­ελ­λη­νι­κῆς μας λο­γο­τε­χνί­ας. Ἡ γνώ­ση αὐ­τὴ ἀ­πο­τε­λεῖ θε­μέ­λιο τῆς Ἐ­θνι­κῆς μας ταυ­τό­τη­τος στὴ ση­με­ρι­νὴ ἐ­πο­χὴ τῆς παγ­κο­σμι­ο­ποί­η­σης.

     Ἐ­πει­δὴ σᾶς κού­ρα­σα, θέ­λω νὰ σᾶς πῶ ἀ­κό­μα, ὅ­τι ἡ ὑ­πό­θε­ση ποὺ ἀ­φο­ρᾶ τὶς με­γά­λες ἀ­ξί­ες τῆς φυ­λῆς μας, τοῦ Ἔ­θνους μας, ἡ θρη­σκεί­α, ἡ γλῶσ­σα, οἱ πα­ρα­δό­σεις μας, τὰ ἤ­θη καὶ τὰ ἔ­θι­μά μας, οἱ πα­τρο­πα­ρά­δο­τοι θε­σμοί μας, εἶ­ναι προ­σω­πι­κὴ ὑ­πό­θε­ση τοῦ κα­θε­νὸς ἀ­πό μᾶς. Μὴν πε­ρι­μέ­νου­με ἀ­πὸ κα­νέ­να βο­ή­θεια. Ἂς εἴ­μα­στε ὑ­πεύ­θυ­νοι. Κα­θέ­νας ἀ­πὸ μᾶς νὰ ἐ­νερ­γῆ σὰν νὰ ἔ­χη χρέ­ος, αὐ­τὸς μό­νος, νὰ σώ­ση τὸν κό­σμο. Ὅ­ταν προ­στί­θε­ται ἡ δύ­να­μη τοῦ κα­θε­νὸς στὴ συλ­λο­γι­κὴ προ­σπά­θεια, τό­τε μπο­ρεῖ νὰ ἀλ­λά­ξουν κα­τα­στά­σεις, νὰ πραγ­μα­το­ποι­η­θοῦν ἔρ­γα, ποὺ ἐ­φαί­νον­το στὴν ἀρ­χὴ ἀ­κα­τόρ­θω­τα.

Τί­πο­τε δὲν χά­θη­κε, ὅ­μως ἀ­κό­μη. Μπο­ρεῖ νὰ ἀν­τι­κα­θι­στοῦ­με τὸ φίλ­τα­τον φώ­νη­μα μὲ τὰ ἐ­με­τι­κὰ γκρί­κλις, μπο­ρεῖ ὁ­τι­δή­πο­τε εἶ­ναι Ἑλ­λη­νι­κὸ νὰ κα­τα­φρο­νεῖ­ται καὶ νὰ πε­ρι­φρο­νεῖ­ται, ὡ­στό­στο ἡ ἡ­μέ­ρα τῆς Ἀ­νά­στα­σης δὲν ἀρ­γεῖ. Κι ἂν τὸ κῦ­μα τοῦ Ἑλ­λη­νι­σμοῦ εἶ­ναι στὸν πά­το τώ­ρα, θὰ δώ­ση μί­α ν᾿ ἀ­νε­βῆ πά­λι στὴν κορ­φή, ὅ­πως λέ­ει ὁ Ἐ­λύ­της. Καὶ ὁ Τσά­τσος στὸ βι­βλί­ο του «Γλῶσ­σα καὶ Ἔ­θνος» γρά­φει: «Ὅ­σο πιὸ προ­ηγ­μέ­νος εἶ­ναι ὁ πο­λι­τι­σμὸς ἑ­νὸς Ἔθνους, τό­σο πιὸ πλού­σι­ες εἶ­ναι οἱ λέ­ξεις σὲ προ­ϊ­στο­ρί­α καὶ οὐ­σί­α. Κά­θε λα­ὸς ἔ­χει τὴ γλώσ­σα ποὺ τοῦ ἀ­ξί­ζει. Εἶ­ναι ὁ ἀ­δι­ά­ψευ­στος μάρ­τυ­ρας τῆς ἱ­στο­ρι­κῆς του συ­νέ­χειας καὶ τὸ ὅ­τι εἴ­μα­στε ἕ­να Ἔθνος φαί­νε­ται ἀ­πὸ τὴ γλώσ­σα καὶ δη­λώ­νω ὅ­τι θέ­λω νὰ εἶ­μαι κα­θυ­στε­ρη­μέ­νος, ξε­πε­ρα­σμέ­νος κι ἀ­γράμ­μα­τος, μπρο­στὰ στοὺς δῆ­θεν προ­ο­δευ­τι­κούς, για­τί ἡ ἱ­στο­ρί­α τῆς γλώσ­σας μου εἶ­ναι ἡ ψυ­χὴ τῆς ψυ­χῆς μου. Εἶ­μαι Ἕλ­λη­νας μὲ χι­λι­ε­τί­ες πί­σω κι ἀρ­νοῦ­μαι νὰ ἀ­πο­βάλ­λω αὐ­τὸ τὸ βά­ρος καὶ τὴν τι­μὴ».

Αὐ­τὸ λέ­με καὶ ἐ­μεῖς καὶ ἂς ἔλ­θουν ὅ­σοι ἐ­χθροὶ θέ­λουν κα­τὰ τὸν ποι­η­τή, ντυ­μέ­νοι φί­λοι. Ἡ φτέρ­να τους δὲν θὰ δέ­ση μὲ τοῦ­τον τὸν τό­πο. Δὲν θὰ χα­θοῦ­με, θὰ μεί­νη καὶ μα­γιὰ για­τί χρω­στᾶ­με σ᾿ ὅ­σους ἤρ­θα­νε καὶ θὰ ᾿ρθοῦ­νε. Κλεί­νω μὲ τὰ λό­για πά­λι τοῦ Ἐ­λύ­τη: «Ἕ­να γε­ρὸ μελ­τέ­μι νἄρ­θει νὰ κα­θα­ρί­ση τὸν τό­πο ἀ­π᾿ ὅ­λων τῶν λο­γι­ῶν τῆς τουρ­κιᾶς καὶ τῆς γη­ραι­ᾶς Εὐ­ρώ­πης τὰ ἀ­πο­μει­νά­ρια, τοῦ Βορ­ρᾶ τὰ πτη­νὰ καὶ τῆς Ἀ­να­το­λῆς τὰ θη­ρί­α, ποὺ δὲν πῆ­γε ὁ νοῦς τους πὼς ἐ­δῶ καὶ 3.000 χρό­νια ὁ ἴ­διος λα­ός, στὴν ἴ­δια γῆ ἐ­ξα­κο­λου­θεῖ νὰ λέ­η τὸν οὐ­ρα­νὸ-οὐ­ρα­νὸ καὶ τὴ θά­λασ­σα-θά­λασ­σα».

 

* ΕΙΣΗΓΗΣΗ ΣΤΗΝ ΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΕΝΩΜΕΝΗΣ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗΣ, ΣΤΟ ΠΟΛΕΜΙΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ, ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ, 2011

 

 

 

 

 

 

Σχετικά

ΠΩΣ Η ΓΛΩΣΣΑ ΑΝΑΔΕΙΚΝΥΕΙ ΤΗΝ ΕΝΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΤΗ ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΤΟΥ ΓΕΝΟΥΣ* · Ε.Ρω.