ΣΤΟΝ ΑΕΡΑΕΡΩ — ΡαδιοΣυχνότητα
Ενωμένη ΡωμηοσύνηΕνωμένη ΡωμηοσύνηΚΕΝΤΡΟΝ ΕΝΟΤΗΤΟΣ ΚΑΙ ΜΕΛΕΤΗΣ
ΠΡΟΒΟΛΗΣ ΤΩΝ ΑΞΙΩΝ ΜΑΣ
ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ
Πανελλήνια Σύναξη στην ΙερισσόΣημαντική Ανακοίνωση προς τα Μέλη και Φίλους της «ΕΝΩΜΕΝΗΣ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗΣ» (Ε.ΡΩ.)Πρόγραμμα των Εκδηλώσεων Ετήσιας Σύναξης της Ε.Ρω στην Ιερισσό – 29/9/22 – 2/10/22Ανάγκες σε συνεργάτεςΠανελλήνια Σύναξη στην ΙερισσόΣημαντική Ανακοίνωση προς τα Μέλη και Φίλους της «ΕΝΩΜΕΝΗΣ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗΣ» (Ε.ΡΩ.)Πρόγραμμα των Εκδηλώσεων Ετήσιας Σύναξης της Ε.Ρω στην Ιερισσό – 29/9/22 – 2/10/22Ανάγκες σε συνεργάτες

ΤΟ ΓΛΩΣΣΙΚΟ ΖΗΤΗΜΑ – ΒΕΛΤΙΩΤΙΚΕΣ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ*

16 Ιανουαρίου 2013 · 14 λεπτά

π. Χρίστος Κυριαζόπουλος

Δι­δά­κτωρ Βυ­ζαν­τι­νῆς Ἱ­στο­ρί­ας/

καὶ Ἀρ­χαί­ας Ἑλ­λη­νι­κῆς Φι­λο­λο­γί­ας

 

Βρι­σκό­μα­στε μπρο­στὰ σ᾿ ἕ­να σύγ­χρο­νο ὀ­ξύ­τα­το γλωσ­σι­κὸ ζή­τη­μα, ποὺ ὅ­μως, ἐ­πει­δὴ δὲ δη­μι­ουρ­γεῖ ἰ­δε­ο­λο­γι­κὲς ἀν­τι­πα­ρα­θέ­σεις, ὅ­πως τὸ πρὸ ἑ­κα­τον­τα­ε­τί­ας, δὲν προ­κα­λεῖ τὶς ἀ­ναγ­καῖ­ες ἀν­τι­δρά­σεις καί, ἐ­πὶ πλέ­ον, ἡ ὀ­ξύ­τη­τά του δὲν «ἐ­νο­χλεῖ» λό­γῳ τῆς ἀ­δι­α­φο­ρί­ας τῶν πολ­λῶν καὶ τοῦ γε­νι­κό­τε­ρου ἐ­φη­συ­χα­σμοῦ τὸν ὁ­ποῖ­ο εὐ­νο­εῖ ἡ ἐ­πο­χή μας. Μπρο­στὰ στὸ γλωσ­σι­κὸ αὐ­τὸ ζή­τη­μα ὀ­φεί­λου­με ὅ­λοι, καὶ πρω­τί­στως οἱ φι­λό­λο­γοι, νὰ στα­θοῦ­με μὲ ὑ­ψη­λὸ αἴ­σθη­μα εὐ­θύ­νης, μὲ ἀ­νη­συ­χί­α ἀλ­λὰ καὶ μὲ ἀ­πο­φα­σι­στι­κό­τη­τα, ἐρ­γα­τι­κό­τη­τα καὶ πρα­κτι­κὸ πνεῦ­μα. Κυ­ρί­ως ὅ­μως ὅ­σοι θε­σμο­θε­τοῦν.

Τὸ πρῶ­το τὸ ὁ­ποῖ­ο, κα­τὰ τὴν τα­πει­νή μας γνώ­μη, πρέ­πει νὰ γί­νη εἶ­ναι νὰ πε­ρι­ο­ρι­σθῆ ἡ ὕ­λη τῶν σχο­λι­κῶν βι­βλί­ων Νε­ο­ελ­λη­νι­κῆς Γλώσ­σας Γυ­μνα­σί­ου καὶ Λυ­κεί­ου. Τὰ βι­βλί­α τοῦ Λυ­κεί­ου, ἰ­δί­ως, εἶ­ναι ὑ­περ­βο­λι­κὰ ὀγ­κώ­δη. Νὰ δι­α­τη­ρη­θῆ ὡς δι­δα­κτέ­α, ἂν κρί­νε­ται τό­σο ἀ­ναγ­καί­α, ὁ­λό­κλη­ρη ἡ ὕ­λη τῆς θε­ω­ρί­ας ἡ ὁ­ποί­α πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται στὰ ὑ­πάρ­χον­τα ἐγ­χει­ρί­δια καὶ νὰ ὑ­πο­στη­ρι­χθῆ μὲ ἕ­να μι­κρὸ ἀ­ριθ­μὸ κει­μέ­νων καὶ ἀ­σκή­σε­ων. Ἔ­τσι, θὰ μπο­ροῦ­σε πι­θα­νῶς νὰ κα­τα­στῆ ἐ­φι­κτὸ τὰ βι­βλί­α τοῦ μα­θη­τῆ στὸ μά­θη­μα τῆς Νε­ο­ελ­λη­νι­κῆς Γλώσ­σας νὰ μὴν ὑ­περ­βαί­νουν σὲ συ­νο­λι­κὸ ἀ­ριθ­μὸ σε­λί­δων κα­τὰ τά­ξη τὸ ἕ­να τέ­ταρ­το, τὸ πο­λύ, ἐ­κεί­νων ποὺ δι­δά­σκον­ται σή­με­ρα. Μὲ τὸν τρό­πο αὐ­τὸ θὰ ἐ­ξοι­κο­νο­μη­θῆ ὁ χρό­νος ποὺ εἶ­ναι ἀ­ναγ­καῖ­ος γιὰ τὴν καλ­λι­έρ­γεια τῶν μα­θη­τῶν στὸ γρα­πτὸ λό­γο γιὰ ν᾿ ἀρ­χί­ση νὰ δι­α­φαί­νε­ται κά­ποι­α μι­κρὴ πρό­ο­δος τῶν μα­θη­τῶν στὴ γλώσ­σα. Πα­ράλ­λη­λα τὰ βι­βλί­α –ἰ­δι­αί­τε­ρα τοῦ Λυ­κεί­ου, τὰ ὁ­ποί­α εἶ­ναι δύ­σχρη­στα– νὰ ἀ­πο­κτή­ση τὴν ἀ­παι­τού­με­νη γιὰ σχο­λι­κὰ ἐγ­χει­ρί­δια λει­τουρ­γι­κό­τη­τα. Ἡ σύν­τμη­ση αὐ­τὴ τῆς δι­δα­κτέ­ας ὕ­λης φρο­νῶ πὼς πρέ­πει νὰ γί­νη ὄ­χι μό­νο στὰ βι­βλί­α τοῦ Λυ­κεί­ου ἀλ­λὰ καὶ τοῦ Γυ­μνα­σί­ου.

Θὰ προ­σθέ­σω ἐ­πὶ τρο­χά­δην, καὶ τὴν ἀ­νάγ­κη νὰ πε­ρι­λη­φθοῦν στὰ βι­βλί­α Γλώσ­σας τῆς Γ΄ Γυ­μνα­σί­ου καὶ κυ­ρί­ως τοῦ Λυ­κεί­ου καὶ κεί­με­να δο­κι­μια­κοῦ χα­ρα­κτή­ρα, κα­λῶν συγ­γρα­φέ­ων. Ἡ ἐ­πὶ εἰ­κο­σι­πέν­τε χρό­νια πε­ρί­που μο­νο­πώ­λη­ση τοῦ σχο­λι­κοῦ γλωσ­σι­κοῦ χώ­ρου ἀ­πὸ τοὺς δη­μο­σι­ο­γρά­φους –μὲ ὅ­λες τὶς γνω­στὲς συ­νέ­πει­ες στὴ γλώσ­σα τῶν παι­δι­ῶν μας– εἶ­ναι και­ρὸς νὰ κα­ταρ­γη­θῆ. Δι­δά­σκον­ται κεί­με­να πα­ρό­μοι­ας δυ­σκο­λί­ας (καὶ ἀ­ξί­ας) σὲ ὅ­λες τὶς τά­ξεις τοῦ Γυ­μνα­σί­ου καὶ Λυ­κεί­ου. Εἶ­ναι σὰν νὰ δί­δα­σκαν οἱ μα­θη­μα­τι­κοὶ μα­θη­μα­τι­κὰ ἴ­διου ἐ­πι­πέ­δου ἀ­πὸ τὴν Α΄ Γυ­μνα­σί­ου ὡς τὴ Γ΄ Λυ­κεί­ου. Κα­τὰ τὰ ἄλ­λα μι­λοῦ­με γιὰ προ­ο­δευ­τι­κὴ βελ­τί­ω­ση τῶν δο­μῶν τῆς Γλώσ­σας. Μὲ γλωσ­σι­κὰ ἐρ­γα­λεῖ­α ἀ­νε­παρ­κῆ. Ἂν εἶ­ναι δυ­να­τόν! Εἶ­ναι βέ­βαι­ο πώς, ἂν τολ­μή­σουν οἱ ὑ­πεύ­θυ­νοι τὴν προ­τει­νό­με­νη ρή­ξη, τὸ κέρ­δος γιὰ τοὺς μα­θη­τές μας θὰ εἶ­ναι πά­ρα πο­λὺ με­γά­λο.

Πέ­ρα ἀ­πὸ ὅ­λα αὐ­τά, εἶ­ναι πλέ­ον, κα­τὰ τὴν τα­πει­νή μου γνώ­μη, ἀ­ναγ­καί­α καὶ μί­α ἀλ­λα­γὴ νο­ο­τρο­πί­ας τῶν φι­λο­λό­γων, ἕ­νας ἀ­πεγ­κλω­βι­σμός τους ἀ­πὸ τὴ λο­γι­κὴ ποὺ ἀ­παι­τεῖ αὐ­στη­ρὴ προ­σκόλ­λη­ση στὸ σχο­λι­κὸ βι­βλίο­ τῆς Γλώσ­σας καὶ μί­α δυ­να­τό­τη­τα ἀ­ξι­ο­ποί­η­σης τῶν σχο­λι­κῶν βι­βλί­ων κα­τὰ τὴν κρί­ση τους ἢ ἀ­κό­μη καὶ χρη­σι­μο­ποί­η­σης δι­δα­κτι­κοῦ ὑ­λι­κοῦ προ­σω­πι­κῆς τους ἐ­πι­λο­γῆς, ἀ­νά­λο­γα μὲ τὶς ἀ­νάγ­κες τῶν ἑ­κά­στο­τε μα­θη­τῶν τους. Πολ­λοὶ κο­πτό­μα­στε γιὰ τὴν ἀ­ναγ­και­ό­τη­τα τοῦ πολ­λα­πλοῦ βι­βλί­ου καὶ γιὰ τὴν ἐ­λευ­θε­ρί­α τοῦ ἐκ­παι­δευ­τι­κοῦ νὰ ἐ­πι­λέ­γη κά­πο­τε συμ­πλη­ρω­μα­τι­κὰ καὶ κά­ποι­ο βι­βλί­ο τῆς προ­σω­πι­κῆς του ἐ­πι­στη­μο­νι­κῆς ἐ­πι­λο­γῆς. Στὸ μά­θη­μα τῆς Νε­ο­ελ­λη­νι­κῆς Γλώσ­σας εἶ­ναι μί­α εὐ­και­ρί­α νὰ ἀ­ξι­ο­ποι­η­θῆ ἡ δυ­να­τό­τη­τα αὐ­τή, κά­τι, ἐ­ξάλ­λου, ποὺ οὕ­τως ἢ ἄλ­λως γι­νό­ταν καὶ πρὸ τοῦ 1989, ποὺ πρω­τομ­πῆ­κε στὸ Λύ­κει­ο ἡ Ἔκ­φρα­ση-Ἔκ­θε­ση (Ἀναλυτικά Προγράμματα Νεοελληνικῆς Γλώσσας γιὰ τὸ Λύκειο, 1999).

Στὰ βι­βλί­α τῆς Γλώσ­σας τῆς Δευ­τε­ρο­βάθ­μιας Ἐκ­παί­δευ­σης συ­ναν­τοῦ­με, ἐ­πί­σης, ἕ­να πλῆ­θος ὅ­ρων οἱ ὁ­ποῖ­οι ἔ­χουν γλωσ­σο­λο­γι­κή, κα­τὰ βά­ση, προ­έ­λευ­ση (π.χ. γλωσ­σι­κὴ ἱ­κα­νό­τη­τα, κά­θε­τη/ὁ­ρι­ζόν­τια κα­τά­τα­ξη, ἰ­δι­ω­τι­σμός, ὑ­φο­λο­γι­κὸ ἐ­πί­πε­δο, γλωσ­σι­κὸ ρε­περ­τό­ριο, ποι­η­τι­κὴ γραμ­μα­τι­κή, πα­ρα­γλωσ­σι­κὰ γνω­ρί­σμα­τα, ἐ­πι­το­νι­σμός, τε­λε­στι­κὸς λό­γος, λε­κτι­κὸ φώ­νη­μα κ.τ.λ.). Τὸ ζη­τού­με­νό μας, ὅ­μως, δὲν εἶ­ναι νὰ δι­δά­ξου­με γλωσ­σο­λο­γία­ στὸν μα­θη­τὴ οὔ­τε νὰ τοῦ πα­ρά­σχου­με ἐ­πι­στη­μο­νι­κὲς γνώ­σεις σχε­τι­κὰ μὲ τὸ γλωσ­σι­κὸ φαι­νό­με­νο οὔ­τε νὰ τὸν κα­τα­κλύ­σου­με, ὅ­πως συμ­βαί­νει, μὲ ἐ­πι­στη­μο­νι­κὲς πλη­ρο­φο­ρί­ες γιὰ τὴ Γλώσ­σα, ἀλ­λὰ νὰ τὸν βο­η­θή­σου­με νὰ βελ­τι­ώ­ση –κυ­ρί­ως μὲ τὴ συ­νε­χή ἄ­σκη­ση– τὴν ἱ­κα­νό­τη­τά του γιὰ ἀ­πο­τε­λε­σμα­τι­κὴ χρή­ση τοῦ γλωσ­σι­κοῦ κώ­δι­κα.

Καὶ ἐ­δῶ ἀ­κρι­βῶς βρί­σκε­ται ἡ καρ­διὰ τοῦ προ­βλή­μα­τος. Ἡ συσ­σω­ρευ­μέ­νη ὕ­λη τοῦ γλωσ­σι­κοῦ μα­θή­μα­τος καὶ τὸ ἀ­σα­φὲς (π.χ. πό­σες ἐκ­θέ­σεις ὑ­πο­χρε­οῦν­ται οἱ φι­λό­λο­γοι νὰ βά­ζουν τὰ παι­διὰ νὰ γρά­φουν;) νο­μο­θε­τι­κὸ πλαί­σιο δὲν ἐ­πι­τρέ­πουν τὴν ἄ­σκη­ση τῶν μα­θη­τῶν ὅ­λων τῶν τά­ξε­ων Γυ­μνα­σί­ου καὶ Λυ­κεί­ου στὸ γρα­πτὸ λό­γο σὲ ἱ­κα­νο­ποι­η­τι­κὸ βαθ­μό. Για­τί δὲ νο­μί­ζω νὰ θε­ω­ρῆ κα­νεὶς ἐ­παρ­κῆ ἄ­σκη­ση τὴν ἀ­πάν­τη­ση σὲ κά­ποι­ες γλωσ­σι­κὲς ἀ­σκή­σεις, ὅ­πως γί­νον­ται συ­νή­θως, ἂς μὴ μᾶς δι­α­φεύ­γει, ἄλ­λω­στε, ὅ­τι οἱ γλωσ­σι­κὲς ἀ­σκή­σεις δὲν ἀ­πο­τε­λοῦν αὐ­το­σκο­πό, ἀλ­λὰ πρέ­πει νὰ ἀν­τι­με­τω­πί­ζον­ται ὡς ἐρ­γα­λεῖ­α γιὰ τὴ βελ­τί­ω­ση τοῦ προ­φο­ρι­κοῦ καὶ γρα­πτοῦ λό­γου τῶν μα­θη­τῶν μας – ἢ τὴ σύν­τα­ξη μί­ας πα­ρα­γρά­φου ἢ μί­ας σύν­το­μης πε­ρί­λη­ψης. Κι ἂν κά­τι τέ­τοι­ο θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ θε­ω­ρη­θῆ ἀρ­κε­τὸ γιὰ τὶς δύ­ο πρῶ­τες τά­ξεις τοῦ Γυ­μνα­σί­ου, φρο­νῶ ὅ­τι ἀ­πὸ τὴν Τρί­τη τά­ξη τοῦ Γυ­μνα­σί­ου καὶ σὲ ὅ­λες τὶς τά­ξεις τοῦ Λυ­κεί­ου ἀ­παι­τεῖ­ται μί­α ρι­ζι­κὴ ἀλ­λα­γὴ πλεύ­σης. Ὁ κοι­νὸς νοῦς καὶ ἡ ἐκ­παι­δευ­τι­κὴ πεί­ρα βε­βαι­ώ­νουν ὅ­τι δὲν μπο­ρεῖ νὰ βελ­τι­ω­θῆ ὁ μα­θη­τὴς στὸ λό­γο, ἂν δὲν γρά­φει συ­στη­μα­τι­κὰ καὶ πο­λὺ συ­χνὰ ἕ­ναν ἐ­παρ­κῆ ἀ­ριθ­μὸ γρα­πτῶν δο­κι­μί­ων πλή­ρως ἀ­νε­πτυγ­μέ­νων καὶ κά­ποι­ας ἔ­κτα­σης, τὰ ὁ­ποί­α ἐν συ­νε­χείᾳ νὰ δι­ορ­θώ­νη μὲ πολ­λὴ ἐ­πι­μέ­λεια ὁ φι­λό­λο­γός του. Ἔ­τσι γι­νό­ταν ἐ­πὶ δε­κα­ε­τί­ες μέ­χρι καὶ τὴν ἐ­πο­χὴ τῶν Δεσμῶν. Ὅ­ταν προ­έ­κυ­ψαν οἱ Κα­τευ­θύν­σεις στὸ Λύ­κει­ο ἂλλαξε ὁ τρό­πος ἀ­ξι­ο­λό­γη­σης, ἄ­ρα καὶ τῆς δι­δα­σκα­λί­ας, τῆς Νε­ο­ελ­λη­νι­κῆς Γλώσ­σας. Κα­τὰ τὴν τα­πει­νή μου ἄ­πο­ψη, ἡ κα­κο­δαι­μο­νί­α ποὺ πα­ρα­τη­ροῦ­με στὸ μά­θη­μα τῆς Νε­ο­ελ­λη­νι­κῆς Γλώσ­σας τὰ τε­λευ­ταῖα χρό­νια ὀ­φεί­λε­ται πρω­τί­στως στὴν  πε­ρι­φρό­νη­ση αὐ­τῆς τῆς ἁ­πλού­στα­της λο­γι­κῆς. Θε­ω­ρῶ ὡς ζή­τη­μα ἀ­πό­λυ­της προ­τε­ραι­ό­τη­τας νὰ ἐ­πι­λυ­θῆ τὸ σο­βα­ρό­τα­το αὐ­τὸ πρό­βλη­μα.

Ὅ­σο γιὰ τὰ Ἀρ­χαῖ­α Ἑλ­λη­νι­κὰ ἀ­πὸ τὸ πρω­τό­τυ­πο –ποὺ ἡ γνώ­ση τους θὰ συν­τε­λοῦ­σε τὰ μέ­γι­στα στὴν πρό­ο­δο καὶ βελ­τί­ω­ση τῶν μα­θη­τῶν καὶ στὴ Νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ Γλώσ­σα– στὸ μὲν Λύ­κει­ο, ὡς γνω­στόν, ἕ­νας μι­κρὸς μό­νον ἀ­ριθ­μὸς μα­θη­τῶν –αὐ­τῶν τῆς Θε­ω­ρη­τι­κῆς Κα­τεύ­θυν­σης– ἀν­τα­πο­κρί­νε­ται, κα­τ᾿ ἀ­νάγ­κη, –ὅ­σο ἀν­τα­πο­κρί­νε­ται– στὴ δι­δα­σκα­λί­α τους. Οἱ τῶν ἄλ­λων κα­τευ­θύν­σε­ων ἀ­δι­α­φο­ροῦν παν­τε­λῶς γιὰ τὸ μά­θη­μα, ὅ­πως, κα­τὰ κα­νό­να, ἀ­δι­α­φο­ροῦν καὶ γιὰ ὅ­λα τὰ μα­θή­μα­τα Γε­νι­κῆς Παι­δεί­ας τὰ ὁ­ποῖ­α δὲν ἐ­ξε­τά­ζον­ται στὴ Γ΄ Λυ­κεί­ου Πα­νελ­λη­νί­ως, ἀλ­λὰ σὲ ἐν­δο­σχο­λι­κὲς ἐ­ξε­τά­σεις.

Ἂν δὲν τὸ γνω­ρί­ζουν κά­ποι­οι –θὰ τὸ πῶ πο­λὺ ἁ­πλου­στευ­τι­κὰ– στὸ μά­θη­μα τῶν Ἀρ­χαί­ων Ἑλ­λη­νι­κῶν τοῦ Λυ­κεί­ου, ἕ­νας μα­θη­τής, ἐ­φ᾿ ὅ­σον ἔ­χει ἄ­ρι­στα στὴν προ­φο­ρι­κή του βαθ­μο­λο­γί­α, μὲ τὸ ἰ­σχῦ­ον ἀ­ξι­ο­λο­γι­κὸ σύ­στη­μα μπο­ρεῖ νὰ βγά­λη μέ­σο ἐ­τή­σιο ὄ­ρο βαθμούς, γρα­πτῶς καὶ προ­φο­ρι­κῶς,καὶ πά­λι ἄ­ρι­στα, ἔ­στω κι ἂν ἀ­γνο­εῖ παν­τε­λῶς τὴ γραμ­μα­τι­κὴ καὶ τὸ συν­τα­κτι­κό τῆς Ἀρ­χαί­ας Ἑλ­λη­νι­κῆς, ἀ­γνο­εῖ δη­λα­δὴ στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα τὰ Ἀρ­χαῖ­α Ἑλ­λη­νι­κά!

Ὅ­μως ἡ ἀ­ξί­α τῆς γλώσ­σας μας –τό­σο ὡς φο­ρέ­ως ἑ­νὸς ἀ­νυ­πέρ­βλη­του πο­λι­τι­σμοῦ, ὅ­σο καὶ ὡς βα­σι­κοῦ συ­στα­τι­κοῦ τοῦ πο­λι­τι­σμοῦ αὐ­τοῦ, δη­λα­δὴ ἡ ἀ­τα­ξί­α της– ἀ­να­γνω­ρί­ζε­ται δι­ε­θνῶς ὁ­λο­έ­να καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρο καὶ οἱ δη­λώ­σεις τῶν ξέ­νων εἰ­δι­κῶν γιὰ τὴ χρη­σι­μό­τη­τά της, ἰ­δι­αί­τε­ρα στὸ χῶ­ρο τῆς πλη­ρο­φο­ρι­κῆς, μᾶς ἐκ­πλήσ­σουν. Οἱ ἠ­λε­κτρο­νι­κοὶ ὑ­πο­λο­γι­στὲς θε­ω­ροῦν τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ γλώσ­σα «μὴ ὁ­ρια­κή», ὅ­τι δη­λα­δὴ μό­νον σὲ αὐ­τὴν δὲν ὑ­πάρ­χουν ὅ­ρια καὶ γι᾿ αὐ­τὸ εἶ­ναι ἀ­ναγ­καί­α στὶς νέ­ες ἐ­πι­στῆ­μες, ὅ­πως ἡ Πλη­ρο­φο­ρι­κή, ἡ Ἠ­λε­κτρο­νι­κή, ἡ Κυ­βερ­νη­τι­κὴ καὶ ἄλ­λες. Αὐ­τὲς οἱ ἐ­πι­στῆ­μες μό­νο στὴν ἑλ­λη­νι­κὴ γλώσ­σα βρί­σκουν τὶς νο­η­τι­κὲς ἐκ­φρά­σεις, ποὺ χρει­ά­ζον­ται, χω­ρὶς αὐ­τὲς ἡ ἐ­πι­στη­μο­νι­κὴ σκέ­ψη ἀ­δυ­να­τεῖ νὰ προ­χω­ρή­ση. Γνω­στὸ εἶ­ναι ἐ­πί­σης ὅ­τι Δυ­τι­κοὶ ἐ­πι­χει­ρη­μα­τί­ες προ­τρέ­πουν τὰ ἀ­νώ­τε­ρα στε­λέ­χη τους νὰ μά­θουν Ἀρ­χαῖα Ἑλ­λη­νι­κά, ἐ­πει­δὴ αὐ­τὰ πε­ρι­έ­χουν μί­α ξε­χω­ρι­στὴ ση­μα­σί­α γιὰ τοὺς το­μεῖς ὀρ­γα­νώ­σε­ως καὶ δι­α­χει­ρί­σε­ως ἐ­πι­χει­ρή­σε­ων.

Ἂς προσθέσω καὶ λίγες σκέψεις γιὰ τὸ Γυμνάσιο.

Γιὰ τὰ Ἀρ­χαῖ­α Ἑλ­λη­νι­κὰ ἀ­πὸ τὸ πρω­τό­τυ­πο, στὸ Γυ­μνά­σιο, θε­ω­ρῶ ὡς γε­γο­νὸς πρω­ταρ­χι­κῆς ση­μα­σί­ας τὴν ὀρ­θὴ ἐ­πι­λο­γὴ τῶν πλέ­ον κα­τάλ­λη­λων γιὰ τὴν κά­θε τά­ξη κει­μέ­νων. Συγ­κε­κρι­μέ­να, γιὰ τὸ Γυ­μνά­σιο ὁ κοι­νὸς νοῦς ἀ­παι­τεῖ τὰ κεί­με­να νὰ εἶ­ναι μί­ας κλι­μα­κού­με­νης δυ­σκο­λί­ας καὶ πάν­τως σχε­τι­κὰ εὔ­κο­λα. Γι᾿ αὐ­τό, ἄλ­λω­στε, προ­βλέ­πε­ται καὶ ἡ δι­α­σκευ­ή τους, ὅ­που ἀ­παι­τεῖ­ται. Τὰ ἀ­κα­τάλ­λη­λα ἢ δύ­σκο­λα κεί­με­να ἀ­πο­δυ­να­μώ­νουν κά­θε φι­λό­τι­μη προ­σπά­θεια τῶν δι­δα­σκόν­των νὰ κα­τα­στή­σουν τὸ μά­θη­μα ἁ­πλὸ καὶ ἑλ­κυ­στι­κό. Προ­σω­πι­κὰ θε­ω­ρῶ πὼς εἶ­ναι ἀ­δι­α­νό­η­το νὰ ὑ­πάρ­χουν στὰ βι­βλί­α τῶν Ἀρ­χαί­ων Ἑλ­λη­νι­κῶν τοῦ Γυ­μνα­σί­ου κεί­με­να γιὰ τὴν πλή­ρη κα­τα­νό­η­ση καὶ ἐ­πε­ξερ­γα­σί­α, τῶν ὁ­ποί­ων ὁ φι­λό­λο­γος νοι­ώ­θει τὴν ἀ­νάγ­κη βο­η­θή­μα­τος ἢ ἔ­στω λε­ξι­κοῦ. Εἶ­ναι, γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, πέ­ρα ἀ­πὸ κά­θε λο­γι­κὴ αὐ­τό, ποὺ πρό­σφα­τα συ­νέ­βη –καὶ βε­βαί­ως δὲν ἴ­σχυ­σε– νὰ προ­τεί­νη κά­ποι­α συγ­γρα­φι­κὴ ὁ­μά­δα τῶν Ἀρ­χαί­ων Ἑλ­λη­νι­κῶν ἀ­πὸ τὸ πρω­τό­τυ­πο τῆς Β΄ Γυ­μνα­σί­ου στὴν 3η κι­ό­λας ἑ­νό­τη­τα νὰ ὑ­πάρ­χη πρὸς δι­δα­σκα­λί­α κεί­με­νο τοῦ πλα­τω­νι­κοῦ Πρω­τα­γό­ρα, τὸ ὁ­ποῖ­ο, μά­λι­στα, κα­λύ­πτει δύ­ο ὁ­λό­κλη­ρες ἑ­νό­τη­τες (τὴν 2η καὶ τὴν 3η) τῶν Ἀρ­χαί­ων Ἑλ­λη­νι­κῶν Θε­ω­ρη­τι­κῆς Κα­τεύ­θυν­σης τῆς Γ΄ Λυ­κεί­ου. Οὔ­τε, ὅ­μως, τὰ κεί­με­να τοῦ Λυ­κεί­ου ἐ­πι­τρέ­πε­ται νὰ εἶ­ναι πά­ρα πο­λὺ δύ­σκο­λα, ὅ­πως εἶ­ναι, γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, τὰ κεί­με­να τῶν Ἀρ­χαί­ων Ἑλ­λη­νι­κῶν Λυ­ρι­κῶν τῆς Β΄ Λυ­κεί­ου. Ἀ­πὸ τοὺς Λυ­ρι­κοὺς φρο­νῶ πὼς εἶ­ναι ἀρ­κε­τὴ ἡ δι­δα­σκα­λί­α κά­ποι­ων ἐ­πι­γραμ­μά­των.

Σή­με­ρα εἴ­μα­στε βέ­βαι­οι πὼς ἡ γλῶσ­σα τῆς Και­νῆς Δι­α­θή­κης εἶ­ναι ἕ­να πι­στὸ κα­θρέ­πτι­σμα τῆς ὁ­μι­λού­με­νης κοι­νῆς τοῦ ἑλ­λη­νι­στι­κοῦ κό­σμου τῆς ἐ­πο­χῆς της. Εἶ­ναι πο­λὺ ἁ­πλή, κα­τα­νο­η­τὴ –ἰ­δί­ως τὰ Εὐ­αγ­γέ­λια– καὶ θε­ω­ρῶ βέ­βαι­ο πὼς ἡ γνώ­ση τῆς προ­ά­γει παν­τοι­ο­τρό­πως τὴ γνώ­ση τῆς ση­με­ρι­νῆς Νε­ο­ελ­λη­νι­κῆς γλώσ­σας. Φρο­νῶ λοι­πὸν ὅ­τι γιὰ τὶς τρεῖς τά­ξεις τοῦ Γυ­μνα­σί­ου θὰ ἦ­ταν μί­α θαυ­μά­σια ἰ­δέ­α νὰ ἐ­πι­λε­γοῦν πρὸς δι­δα­σκα­λί­α κεί­με­να κλι­μα­κού­με­νης δυ­σκο­λί­ας τῆς Κοι­νῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς, μί­ας γλώσ­σας ποὺ γρά­φτη­κε καὶ μι­λή­θη­κε γιὰ τε­τρα­πλά­σια πε­ρί­που χρο­νι­κὴ διά­ρκεια ἀ­πὸ ὅ,τι ἡ Ἀτ­τι­κή, μὲ προ­τε­ραι­ό­τη­τα σὲ κεί­με­να τῆς Και­νῆς Δι­α­θή­κης, ἀλ­λὰ καὶ Ἑλ­λή­νων συγ­γρα­φέ­ων ὅ­πως εἶ­ναι ὁ Πλού­ταρ­χος καὶ ὁ Πο­λύ­βιος, ἁ­πλὰ καὶ ἑλ­κυ­στι­κά. Αὐ­τὰ θε­ω­ροῦν­ται πο­λὺ προ­σι­τὰ στοὺς μι­κροὺς μα­θη­τές, δι­ό­τι τὰ κα­τα­νο­οῦν πο­λὺ-πο­λὺ εὔ­κο­λα, ἀλ­λὰ καὶ ἀν­τα­πο­κρί­νον­ται ἄ­ρι­στα στοὺς εὐ­ρύ­τε­ρους παι­δα­γω­γι­κοὺς στό­χους τοῦ μα­θή­μα­τος, καὶ φυ­σι­κά τούς κα­ταρ­τί­ζουν θαυ­μά­σια στὸν Νε­ο­ελ­λη­νι­κὸ λό­γο. Ὅ­ταν οἱ μα­θη­τὲς δι­δα­χθοῦν κα­λὰ καὶ μὲ ἐ­πάρ­κεια κει­μέ­νων –στὸ Γυ­μνά­σιο– τὴν Ἑλ­λη­νι­στι­κὴ Κοι­νή, πο­λὺ εὐ­κο­λώτε­ρα θὰ κα­τα­νο­ή­σουν ἐν συ­νεχείᾳ στὸ Λύ­κει­ο δυ­σκο­λώ­τερα κεί­με­να, π.χ. τοῦ «με­τρη­μέ­νου» Ἀτ­τι­κι­στή Ἀρ­ρια­νοῦ ἢ τῶν με­γά­λων μας κλα­σσι­κῶν τῆς Ἀτ­τι­κῆς δι­α­λέ­κτου.

Ὅ­μως, ὁ ἀ­πο­λύ­τως ἀ­πῶν ἀ­πὸ τὴ Δευ­τε­ρο­βάθ­μια Ἐκ­παί­δευ­ση εἶ­ναι ὁ Βυ­ζαν­τι­νὸς λό­γος. Ἕ­νας δυ­να­μι­κὸς ἑλ­λη­νι­κὸς λό­γος, κα­θη­με­ρι­νός, σὲ ἐ­πί­ση­μα καὶ ἀ­νε­πί­ση­μα κεί­με­να, προ­φο­ρι­κὸς ἀλ­λὰ κα­τα­γε­γραμ­μέ­νος καὶ γρα­πτός, π.χ. ἀ­κρι­τι­κὰ τρα­γού­δια, κά­θε εἴ­δους, ποι­η­τι­κὸς καὶ πε­ζὸς, ἐκ­κλη­σι­α­στι­κὸς καὶ διδακτικός, δυ­να­μι­κὰ δι­ά­χυ­τος, μέ­σα στὰ ἀ­χα­νῆ γε­ω­γρα­φι­κὰ καὶ χρο­νι­κὰ ὅ­ρια τῶν 1123 ἐ­τῶν τῆς πα­νέ­μορ­φης, πο­λυ­ζή­λευ­της καὶ ἀ­κα­τά­βλη­της Ἑλ­λη­νι­κῆς Ρω­μη­ο­σύ­νης. Ἂν ἐξαι­ρε­θοῦν κά­ποι­ες ἐ­λά­χι­στες στιγ­μὲς τοῦ Νε­ο­ελ­λη­νι­κοῦ κρά­τους κα­τὰ τὶς ὁ­ποῖ­ες συμ­πε­ρι­λή­φθη­καν σὲ σχο­λι­κὰ βι­βλί­α Νέ­ων Ἑλ­λη­νι­κῶν καὶ Θρη­σκευ­τι­κῶν κά­ποι­α κεί­με­νά της, τὰ ὁ­ποῖ­α δὲν εἶ­ναι βέ­βαι­ο καὶ ὅ­τι δι­δά­χθη­καν, ἡ πλου­σι­ό­τα­τη Βυ­ζαν­τι­νὴ γραμ­μα­τεία­ εἶ­ναι ἡ μό­νι­μα καὶ ἐκ­κω­φαν­τι­κὰ ἀ­ποῦ­σα ἀ­πὸ τὰ σχο­λεῖ­α μας. Ἂν ἐ­ξαι­ρε­θοῦν κά­ποι­οι ἐν­τε­λῶς εἰ­δι­κοὶ πό­σοι ἀ­πὸ μᾶς –μὲ τὸ χέ­ρι στὴν καρ­διὰ– θὰ βε­βαί­ω­ναν ὅ­τι ἔ­χουν δι­α­βά­σει κεί­με­να –θὰ κά­νω μί­α τυ­χαῖ­α ἀ­πα­ρίθ­μη­ση– τοῦ Γρη­γο­ρί­ου τοῦ Θε­ο­λό­γου, τοῦ Γρη­γο­ρί­ου Νύσ­σης, τοῦ  Ἰ­ω­άν­νου τοῦ Δα­μα­σκη­νοῦ, τοῦ Φω­τί­ου, τοῦ Ἀν­δρέ­ου Κρή­της, τοῦ Μι­χα­ὴλ Ψελ­λοῦ, τοῦ Ρω­μα­νοῦ τοῦ Με­λω­δοῦ, τοῦ Μα­ξί­μου τοῦ Ὁ­μο­λο­γη­τοῦ, Εὐ­στα­θί­ου Θεσ­σα­λο­νί­κης, τοῦ Γρη­γο­ρί­ου τοῦ Πα­λα­μᾶ; Κι ὅ­μως ὅ­λοι αὐ­τοὶ καὶ πολ­λοὶ ἄλ­λοι ὑ­πῆρ­ξαν κο­ρυ­φαῖ­οι καὶ πρω­το­πό­ροι δι­α­νο­ού­με­νοι ἐ­πι­στή­μο­νες καὶ ποι­η­τές.

Ὅ­μως τὰ κεί­με­να τῆς Βυ­ζαν­τι­νῆς γραμ­μα­τεί­ας προ­σφέ­ρον­ται καὶ αὐ­τὰ γιὰ μί­α πε­ρι­ή­γη­ση τῶν μα­θη­τῶν στὴν ἱ­στο­ρι­κὴ δι­α­δρο­μὴ τῆς γλώσ­σας μας. Πο­λὺ πε­ρισ­σό­τε­ρο χρή­σι­μο εἶ­ναι νὰ προ­σεγ­γί­σου­με τὰ κεί­με­να αὐ­τά, γιὰ νὰ δεί­ξου­με στὰ παι­διὰ πὼς τὸ νά­μα τῆς Ἀρ­χαι­ο­ελ­λη­νι­κῆς Παι­δεί­ας καὶ τοῦ Ἀρ­χαι­ο­ελ­λη­νι­κοῦ λό­γου δὲν στέ­ρε­ψε στοὺς κα­το­πι­νοὺς αἰ­ῶ­νες ἀλ­λὰ ἔ­με­νε πάν­τα ζω­ο­γό­νο κὰ δη­μι­ουρ­γι­κό. Ὁ λό­γος τους εἶ­ναι ἐ­ξαί­σιος καὶ πολ­λα­πλὰ ὠ­φέ­λι­μος γιὰ τοὺς ση­με­ρι­νοὺς μα­θη­τές, γιὰ ὅ­λους τούς Ἕλ­λη­νες.

 

Κεί­με­να τῆς κα­θα­ρεύ­ου­σας

Πρὸς Θε­οῦ! Δὲν θὰ θί­ξου­με τὸ γλωσ­σι­κὸ ζή­τη­μα, λυ­μέ­νο οὕ­τως ἢ ἄλ­λως τε­λε­σί­δι­κα πο­λὺν και­ρὸ πρὶν ἀ­πὸ τὴ νο­μο­θε­τι­κὴ ρύθ­μι­σή του. Μᾶς ἀ­πα­σχο­λεῖ ὅ­μως πο­λὺ τὸ γε­γο­νὸς πὼς οἱ μα­θη­τές μας –στὴν πλει­ο­νό­τη­τά τους– ἀ­δυ­να­τοῦν νὰ κα­τα­νο­ή­σουν πλή­ρως κεί­με­να τῆς κα­θα­ρεύ­ου­σας. Ὅ­μως στὴν κα­θα­ρεύ­ου­σα εἶ­ναι γραμ­μέ­να χι­λιά­δες ἐ­πι­στη­μο­νι­κὰ ἄρ­θρα –ὅ­λων τῶν ἐ­πι­στη­μῶν, ἕ­να πραγ­μα­τι­κὸ θη­σαυ­ρο­φυ­λά­κιο γνώ­σης– καὶ χι­λιά­δες σε­λί­δες λο­γο­τε­χνι­κῶν βι­βλί­ων. Νὰ με­τα­φρα­σθοῦν; Εἶ­ναι ἀ­δύ­να­τον. Νὰ ἀ­γνο­η­θοῦν; Δὲν πρέ­πει. Θλί­βο­μαι καὶ μό­νον στὴν ἰ­δέ­α ὅ­τι ὁ Πα­πα­δι­α­μάν­της ὁ­δεύ­ει πρὸς κα­τάρ­γη­ση. Καί, λοι­πόν, τί θὰ γί­νη; Νὰ ἀν­τι­με­τω­πί­σουν οἱ ἁρ­μό­διοι –οἱ ἐν­τέ­λει ἁρ­μό­διοι, μί­α καὶ αὐ­τοὶ ἀ­πο­φα­σί­ζουν γιὰ ὅ­λα μας τὰ μι­κρὰ ἢ τὰ με­γά­λα ζη­τή­μα­τα, δη­λα­δὴ οἱ πο­λι­τι­κοὶ– νὰ ρυθ­μί­σουν, λοι­πόν, μὲ θάρ­ρος, ὑ­πευ­θυ­νό­τη­τα καὶ ἐν­τι­μό­τη­τα τὸ πρό­βλη­μα. Μί­α πρό­χει­ρη καὶ εὔ­κο­λη λύ­ση θὰ ἦ­ταν νὰ συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νον­ταν μέ­σα στὰ κεί­με­να τῆς Νε­ο­ελ­λη­νι­κῆς Λο­γο­τε­χνί­ας ὅ­λων τῶν τά­ξε­ων Γυ­μνα­σί­ου καὶ Λυ­κεί­ου κεί­με­να τῆς κα­θα­ρεύ­ου­σας –ἁ­πλού­στε­ρα ἢ δυ­σκο­λώτερα, ἀ­νά­λο­γα μὲ τὴν τά­ξη– ὄ­χι μό­νον λο­γο­τε­χνι­κά, ἀλ­λὰ καὶ ἐ­πι­στη­μο­νι­κὰ (οἱ νέ­οι ἐ­πι­στή­μο­νες πρέ­πει νὰ ἀ­να­τρέ­χουν μὲ εὐ­κο­λί­α στοὺς πα­λαι­ό­τε­ρους). Ἐ­πει­δὴ οἱ κα­θη­γη­τὲς στὸ μά­θη­μα συ­νή­θως ἐ­πι­λέ­γουν νὰ δι­δά­ξουν κα­τὰ τὴν κρί­ση τους ἕ­ναν πο­λὺ πε­ρι­ο­ρι­σμέ­νο, τε­λι­κά, ἀ­ριθ­μὸ κει­μέ­νων, σὲ σύγ­κρι­ση μὲ τὸν με­γά­λο ἀ­ριθ­μὸ ποὺ πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται στὰ βι­βλί­α τῶν Νέ­ων Ἑλ­λη­νι­κῶν, μὲ συ­νέ­πεια νὰ εἶ­ναι κά­πο­τε ἐν­δε­χό­με­νο νὰ μὴν δι­δά­σκον­ται κά­ποι­οι μα­θη­τὲς κα­νέ­να κεί­με­νο τῆς κα­θα­ρεύ­ου­σας, γι᾿ αὐ­τὸ τὸ Παι­δα­γω­γι­κὸ Ἰν­στι­τοῦ­το ἢ τὸ Ὑ­πουρ­γεῖ­ο Παι­δεί­ας ἂς ὁ­ρί­ζουν ὡς ὑ­πο­χρε­ω­τι­κὴ τὴ δι­δα­σκα­λί­α κά­ποι­ων –ἔ­στω καὶ ἐ­λά­χι­στων– τέ­τοι­ων κει­μέ­νων.

     Θὰ ἦ­ταν κρί­μα νὰ χα­θῆ ὁ Κάλ­βος ἢ ὁ Βι­ζυ­η­νός. Θὰ ἐ­πρό­κει­το γιὰ ἀ­τό­πη­μα τε­ρα­στί­ου με­γέ­θους νὰ κα­ταρ­γή­σου­με στὴν πρά­ξη τὸν γλυ­κύ­τα­το Ἀ­λέ­ξαν­δρο Πα­πα­δι­α­μάν­τη! Θὰ ἦ­ταν σὰν νὰ ἀ­πεμ­πο­λού­σα­με οἱ Νε­ο­έλ­λη­νες τὸν ἑ­αυ­τό μας. Ἡ δι­και­ο­λο­γί­α ὁ­ρι­σμέ­νων πὼς δὲν δι­δά­σκουν κά­ποι­α, ἔ­στω, ἀ­πὸ τὰ κεί­με­να αὐ­τά, δι­ό­τι εἶ­ναι δυσ­νό­η­τα ἢ μὴ ἐ­πι­θυ­μη­τὰ ἀ­πὸ τὰ παι­διά, εἶ­ναι ἀ­βά­σι­μη. Τρεῖς, τοὐ­λά­χι­στον, φο­ρὲς τὰ τε­λευ­ταῖα χρό­νια μοῦ δό­θη­κε ἡ εὐ­και­ρί­α νὰ μι­λή­σω ὡς Σχο­λι­κὸς Σύμ­βου­λος σὲ μα­θη­τὲς γιὰ τὸν Πα­πα­δι­α­μάν­τη –ὡς κα­θη­γη­τὴς τὸν δί­δα­σκα συ­στη­μα­τι­κό­τα­τα– ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ εὐ­γε­νι­κὴ πρό­σκλη­ση συ­να­δέλ­φων. Τὶς δύ­ο μά­λι­στα φο­ρὲς σὲ μα­θη­τὲς τῶν Τ.Ε.Ε. Σᾶς βε­βαι­ώ­νω ὅ­τι ἡ ἀ­τμό­σφαι­ρα, ποὺ δη­μι­ουρ­γή­θη­κε ἦ­ταν ὑ­πέ­ρο­χη πα­ρὰ τὰ κεί­με­να τῆς κα­θα­ρεύ­ου­σας. Ὅ­μως οἱ φι­λό­λο­γοί τους τοὺς εἶ­χαν δι­δά­ξει μὲ πολ­λὴ ἀ­γά­πη τὸν κο­ρυ­φαῖ­ο Ἕλ­λη­να λο­γο­τέ­χνη. Ἂς ἀν­τι­με­τω­πί­σου­με τὸ ὅ­λο ζή­τη­μα χω­ρὶς πιὰ προ­κα­τα­λή­ψεις ἀλ­λὰ μὲ εὑ­ρύ­τη­τα πνεύ­μα­τος, μὲ με­γά­λη καρ­διὰ καὶ μὲ τὴ βε­βαι­ό­τη­τα ὅ­τι ἔ­τσι συμ­βάλ­λου­με κα­θο­ρι­στι­κὰ στὴν καλ­λι­έρ­γεια καὶ βέ­βαι­η πρό­ο­δο τῶν μα­θη­τῶν μας στὸν σύγ­χρο­νο Νε­ο­ελ­λη­νι­κὸ λό­γο.

     Πολυτονικό – Μονοτονικό

Προ­βλη­μα­τί­σθη­κα πο­λὺ ἂν ἔ­πρε­πε νὰ θί­ξω τὸ ἀ­καν­θῶ­δες ζή­τη­μα τῆς ἀν­τι­κα­τά­στα­σης τοῦ πο­λυ­το­νι­κοῦ ὀρ­θο­γρα­φι­κοῦ συ­στή­μα­τος ἀ­πὸ τὸ μο­νο­το­νι­κό. Ὀ­φεί­λω μὲ ἐν­τι­μό­τη­τα νὰ πῶ ὅ­τι δὲν ἔ­γρα­φα στὰ ὑ­πη­ρε­σια­κά μου ἔγ­γρα­φα μὲ ξε­χω­ρι­στὴ εὐ­χα­ρί­στη­ση τὴν ἐκ­δο­χὴ τοῦ μο­νο­το­νι­κοῦ, ποὺ ἔ­χει κα­θι­ε­ρω­θεῖ (Π.Δ. 297/1982), οὔ­τε καὶ πι­στεύ­ω ὅ­τι ἡ ἁ­πλού­στευ­ση αὐ­τὴ προ­σέ­φε­ρε πο­λύ­τι­μο χρό­νο στὴν Ἐ­θνι­κή μας οἰ­κο­νο­μί­α ἢ ὅ­τι ἀ­πάλ­λα­ξε τὸν μα­θη­τό­κο­σμο ἀ­πὸ ἕ­να ἀ­σή­κω­το γνω­στι­κὸ φορ­τί­ο –ὅ­πως τὰ χρό­νια τῆς ἐ­πι­βο­λῆς πού κα­τὰ κό­ρον λε­γό­ταν καὶ γρα­φό­ταν (στὰ ἰ­δι­ω­τι­κά μου κεί­με­να ἔ­γρα­φα καὶ γρά­φω σὲ πα­ρα­δο­σια­κὸ πο­λυ­το­νι­κό). Ἔ­νοιω­θα, ἐ­πί­σης, πο­λὺ ἀ­μή­χα­να ὡς φι­λό­λο­γος, ὅ­ταν στὶς Πα­νελ­λή­νι­ες, ἰ­δι­αί­τε­ρα, ἐ­ξε­τά­σεις ὁ­ρι­σμέ­νοι συ­νά­δελ­φοι ὑ­πο­γράμ­μι­ζαν ἔν­το­να κά­ποι­ους ἀ­συ­νεί­δη­τα, συ­νή­θως, το­πο­θε­τη­μέ­νους τό­νους καὶ δι­ε­ρω­τών­ταν πό­σες μο­νά­δες θὰ ἔ­πρε­πε τά­χα νὰ ἀ­φαι­ρέ­σουν ἀ­πὸ τὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο γρα­πτό. Κι ἂν ἤ­μα­σταν οἱ φι­λό­λο­γοι εἰ­λι­κρι­νεῖς, νο­μί­ζω πὼς ὅ­λοι θὰ ὁ­μο­λο­γού­σα­με πὼς πο­λὺ συ­χνὰ κι ἐ­μεῖς οἱ ἴ­διοι –οἱ μα­θη­τὲς μας σί­γου­ρα– δὲν ἀ­να­γνω­ρί­ζου­με μὲ τὴν πρώ­τη –βι­α­στι­κὴ ἰ­δί­ως– μα­τιὰ κά­ποι­ες μο­νο­σύλ­λα­βες λέ­ξεις. Γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, οἱ λέ­ξεις «τοῦ, τῆς, τό, τὸν, τὴν, τοὺς, τὶς» δὲν φαί­νον­ται ἀ­μέ­σως ἂν εἶ­ναι ἄρ­θρα ἢ προ­σω­πι­κὲς ἀν­τω­νυ­μί­ες, τὸ «ποὺ» ἂν εἶ­ναι αἰ­τι­ο­λο­γι­κὸ ἢ ἀ­να­φο­ρι­κό, τὸ ὁ­ποῖ­ο εἶ­ναι ἄ­το­νο, ἢ το­πι­κὸ –ἐ­ρω­τη­μα­τι­κό, ποῦ θὰ πρέ­πη νὰ το­νι­σθῆ, τὸ «πὼς» ἂν εἶ­ναι εἰ­δι­κὸ (ἄ­το­νο) ἢ τρο­πι­κὸ– ἐ­ρω­τη­μα­τι­κό, ὅ­πο­τε χρει­ά­ζε­ται τό­νο, τὸ «τοῦ» ἂν εἶ­ναι προ­σω­πι­κὴ ἢ κτη­τι­κὴ ἀν­τω­νυ­μί­α…

Ὁ προ­ψυ­χα­ρι­κὸς Δη­μο­τι­κι­στὴς Δη­μή­τριος Κα­ταρ­τζῆς (Γραμ­μα­τι­κή τῆς Ρω­μαί­ϊ­κης γλώσ­σας, Ἑρ­μῆς, σελ. 249, 1788-1793) ἔ­βρι­σκε πὼς «Οἱ τό­ν᾿  εἶ­ν᾿ ἕ­να τέν­τω­μα τῆς συλ­λα­βῆς κα­τὰ τὸ ὕ­ψος τῆς φω­νῆς της … ἤ­γουν ἐ­κεῖ ποὺ ᾿ναι τὸ τέν­τω­μα δυ­να­τό, ἡ ὀ­ξεί­α, ἐ­κεῖ ποὺ ᾿ναι μα­λα­κό, ἡ βα­ρεῖ­α, ἐ­κεῖ ποὺ ᾿ναι με­ση­ό, ἡ πε­ρι­σπω­μέ­νη». Ἐ­κεῖ­νο, ὅ­μως, ποὺ εἶ­ναι βέ­βαι­ο εἶ­ναι πὼς τὸ μο­νο­το­νι­κὸ ἐ­πι­βλή­θη­κε αὐ­θαί­ρε­τα ἐν μιᾷ νυ­κτὶ (11 πρὸς 12 Ἰ­α­νου­α­ρί­ου τοῦ 1982, ὡς τρο­πο­λο­γί­α σ᾿ ἕ­να ἄ­σχε­το ὑ­πὸ συ­ζή­τη­ση στὴ Βου­λὴ Νο­μο­σχέ­διο γιὰ τὴν κα­τάρ­γη­ση τῶν εἰ­σα­γω­γι­κῶν ἐ­ξε­τά­σε­ων γιὰ τὰ Λύ­κεια) κα­ταρ­γών­τας βι­α­στι­κὰ μί­α πα­ρά­δο­ση πολ­λῶν αἰ­ώ­νων. Ἐ­πρό­κει­το γιὰ ἕ­ναν κρα­τι­κὸ ἐ­ξα­ναγ­κα­σμὸ σὲ Δη­μό­σιο ἐ­πί­πε­δο, ποὺ ὅ­μως εἶ­χε, κα­τ᾿  ἀ­νάγ­κη, ἀν­τί­κτυ­πο καὶ σὲ κα­θη­με­ρι­νὸ δι­α­προ­σω­πι­κὸ ἢ προ­σω­πι­κὸ ἐ­πί­πε­δο. Κα­τὰ τὴν προ­σω­πι­κή μου ἐ­κτί­μη­ση, τὸ μο­νο­το­νι­κὸ ἐ­πι­βλή­θη­κε χω­ρὶς ση­μαν­τι­κὲς ἀν­τι­δρά­σεις, δι­ό­τι συ­ναρ­τή­θη­κε στε­νὰ μὲ τὴ νο­μο­θε­τι­κὴ κα­θι­έ­ρω­ση τῆς Δη­μο­τι­κῆς ὡς ἐ­πί­ση­μης γλώσ­σας τοῦ κρά­τους (1976). Ὅ­μως, ἐ­νῶ ἡ τυ­πι­κὴ κα­το­χύ­ρω­ση τῆς Δη­μο­τι­κῆς ἦλ­θε ὡς ἀ­να­γνώ­ρι­ση μί­ας ἰ­σχύ­ου­σας καὶ πα­γι­ω­μέ­νης ἀ­πὸ χρό­νια πραγ­μα­τι­κό­τη­τας, τὸ μο­νο­το­νι­κὸ ἐ­πι­βλή­θη­κε ξαφ­νι­κὰ καὶ ἄ­νω­θεν. Ἴ­σως στὸ μέλ­λον ἡ γνώ­ση τοῦ πο­λυ­το­νι­κοῦ ἀ­πο­δει­χθεῖ σπου­δαῖ­ο προ­σὸν (βλ. Η/Υ), θὰ εἶ­ναι ὅ­μως ἄ­γνω­στο στοὺς πολ­λοὺς Ἕλ­λη­νες.

Πάν­τως, σή­με­ρα, τὰ Ἑλ­λη­νό­που­λα ὑ­πο­χρε­οῦν­ται νὰ μα­θαί­νουν ἀ­πὸ τοὺς Δυ­τι­κο­ευ­ρω­παί­ους, ὅ­τι γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, ἡ λέ­ξη Ἱ­στο­ρί­α ἔ­παιρ­νε κά­πο­τε δα­σεῖα (history) ἢ ἀ­πὸ τοὺς Βουλ­γά­ρους ὅ­τι οἱ ἑλ­λη­νι­κὲς λέ­ξεις Αἷ­μος καὶ Ἕ­βρος κά­πο­τε δα­σύ­νον­ταν, μί­α καὶ αὐ­τοὶ καὶ σή­με­ρα προ­φέ­ρουν Χαῖ­μος καὶ Χέ­βρος.

 

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Τὸ 480 π.Χ. στὶς Θερ­μο­πύ­λες μα­ζὶ μὲ τοὺς 300 τοῦ Λε­ω­νί­δα καὶ τοὺς 700 Θε­σπι­εῖς σκο­τώ­θη­κε πο­λε­μών­τας καὶ ἕ­νας μάν­της: Ὁ Με­γι­στί­ας. Στὴν Πα­λα­τι­νὴ Ἀν­θο­λο­γί­α βρί­σκε­ται ἕ­να ἐ­πι­τύμ­βιο ἐ­πί­γραμ­μα ποὺ ἔ­γρα­ψε πρὸς τι­μὴν τοῦ μάν­τη ὁ Σι­μω­νί­δης ὁ Κεῖ­ος, ποὺ εἶ­χε μα­ζί του δε­σμὸ φι­λο­ξε­νί­ας. Τὸ ἐ­πί­γραμ­μα τὸ ἐ­πι­βε­βαι­ώ­νει καὶ ὁ Ἡ­ρό­δο­τος:

 

«Μνῆ­μα τό­δε κλει­νεῖ­ο Με­γι­στί­ου, ὅν πό­τε Μῆ­δοι

Σπερ­χει­ὸν πο­τα­μὸν κτεῖναν ἀ­μει­ψά­με­νοι,

Μάν­τιος, ὃς τό­τε κή­ρας ἐ­περ­χο­μέ­νας σά­φα εἰ­δῶς

Οὐκ ἔ­τλη Σπάρ­τας ἡ­γε­μό­νας προ­λι­πεῖν»

(: «Αὐ­τὸ ἐ­δῶ εἶ­ναι τὸ μνῆ­μα τοῦ ἔν­δο­ξου Με­γι­στί­α, ποὺ τὸν σκό­τω­σαν οἱ Μῆ­δοι, ὅ­ταν πέ­ρα­σαν τὸν Σπερ­χει­ὸ πο­τα­μό, ἐ­κεῖ­νον τὸν μάν­τη, πού, ἂν γνώ­ρι­ζε τό­τε πο­λὺ κα­λὰ πὼς ἔρ­χε­ται ὁ θά­να­τος, δὲν βά­στα­ξε ἡ καρ­διά του νὰ ἐγ­κα­τα­λεί­ψη τοὺς ἀρ­χη­γοὺς τῆς Σπάρ­της»).

(Σι­μω­νί­δης ὁ Κεῖ­ος, Πα­λα­τι­νὴ Ἀν­θο­λο­γί­α).

Ἡ καρ­διὰ τοῦ μάν­τη «οὐκ ἔ­τλη προ­λι­πεῖν». Τί ὡ­ραῖ­ο ρῆ­μα! Προ­δί­δει βα­θύ­τα­το αἴ­σθη­μα εὐ­θύ­νης ἑ­νὸς πνευ­μα­τι­κοῦ ἀν­θρώ­που, ὁ ὁ­ποῖ­ος δὲν ἦ­ταν, ὡς μάν­της, ὑ­πο­χρε­ω­μέ­νος νὰ πε­θά­νη.

 

Πολλοί, σή­με­ρα, στο­χεύ­ουν στὴν ἀ­πο­δυ­νά­μω­ση τοῦ Ἑλ­λη­νι­σμοῦ, τοῦ Γέ­νους μας, τῆς Ρω­μη­ο­σύ­νης. Στὸ στό­χα­στρό τους καὶ ἡ γλῶσ­σα μας.

Ὅ­μως, ἕ­να εἶ­ναι βέ­βαι­ο. Ὅ­τι Με­γι­στί­ες καὶ σή­με­ρα ὑ­πάρ­χουν καὶ θὰ συ­νε­χί­σουν νὰ ὑ­πάρ­χουν. Ἄλ­λοι δυ­να­μι­κό­τε­ροι καὶ ἄλ­λοι σι­ω­πη­λοί. Καὶ θὰ ἀ­να­δει­χθοῦν κι ἄλ­λοι, ποὺ δὲν θὰ βα­στά­ζη ἡ καρ­διὰ τους ν᾿ ἀ­φή­σουν τὴν Ἑλ­λά­δα νὰ σβή­ση, τὴ γλῶσ­σα μας νὰ φυλ­λορ­ρο­ή­ση. Καὶ ὁ Θε­ὸς θὰ εἶ­ναι μα­ζί μας. Ἀρ­κεῖ ν᾿ ἀ­γα­ποῦ­με ὡς τὰ κα­τά­βα­θα τῆς ψυ­χῆς μας καὶ μὲ ἀ­νι­δι­ο­τέ­λεια τὴν Πα­τρί­δα μας καὶ νὰ ζοῦ­με μὲ τα­πεί­νω­ση καὶ με­τά­νοι­α!

Σᾶς εὐ­χα­ρι­στῶ!   

 

 

*ΕΙΣΗΓΗΣΗ ΣΤΗΝ ΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΄΄ΕΝΩΜΕΝΗΣ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗΣ΄΄ ΣΤΟ ΑΠΘ, ΣΕΠΤ. 2010

 

Σχετικά